Tag: ΑΕΠ

  • Πιερρακάκης: Μείωση χρέους στο 136% του ΑΕΠ

    Πιερρακάκης: Μείωση χρέους στο 136% του ΑΕΠ

    Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης παρουσίασε μια εικόνα θεαματικής αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους και ενίσχυσης του επενδυτικού προφίλ της χώρας, μιλώντας σε εκδήλωση του Ελληνογαλλικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου στην Αθήνα. Στην τοποθέτησή του έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο στη μείωση του χρέους όσο και στη σημασία των επενδύσεων για την επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας.

    Μείωση χρέους από το 210% στο 136%

    Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας από το 210% του ΑΕΠ μετά την πανδημία βαίνει προς το 136% έως το 2026, εξέλιξη που περιγράφεται ως η μεγαλύτερη αποκλιμάκωση στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,9%, ενώ η ανεργία έχει υποχωρήσει κοντά στο 8%. Όπως ανέφερε ο υπουργός, αυτή η πορεία δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο για στοχευμένες παρεμβάσεις στήριξης, μέσα στον οποίο εντάσσεται και η επιστροφή 800 εκατ. ευρώ στους πολίτες σε σύντομο χρονικό διάστημα, μαζί με μόνιμα μέτρα ενίσχυσης των εισοδημάτων.

    Έμφαση στην Euronext και στις μεγαλύτερες επενδύσεις

    Ο Κυριάκος Πιερρακάκης στάθηκε ιδιαίτερα και στην ένταξη της ελληνικής κεφαλαιαγοράς στην Euronext, υποστηρίζοντας ότι αυτή η κίνηση μπορεί να διευρύνει την πρόσβαση των ελληνικών επιχειρήσεων σε διεθνή κεφάλαια και να ενισχύσει τη δυνατότητα χρηματοδότησης μεγαλύτερων επενδυτικών σχεδίων. Όπως σημείωσε, ο στόχος είναι η δημιουργία επιχειρήσεων μεγαλύτερης κλίμακας, με πιο έντονη εξωστρέφεια και αυξημένη δυνατότητα συμμετοχής σε ευρωπαϊκά σχήματα.

    Η συνεργασία με τη Γαλλία και το ευρωπαϊκό επόμενο βήμα

    Στην ίδια παρέμβαση, ο υπουργός αναφέρθηκε και στη συνεργασία Ελλάδας – Γαλλίας, φέρνοντας ως παραδείγματα μεγάλα έργα υποδομών, επενδύσεις στην ενέργεια και την άμυνα, όπως το πρόγραμμα των φρεγατών Belharra. Όπως τόνισε, αυτή η διμερής συνεργασία λειτουργεί ως υπόδειγμα σύμπραξης με μεταφορά τεχνογνωσίας και συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα. Παράλληλα, έκανε λόγο για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων ως το επόμενο βήμα για την ευρωπαϊκή οικονομία.

  • Πιερρακάκης: Εφαρμογή των 72 δόσεων από τον Ιούνιο

    Πιερρακάκης: Εφαρμογή των 72 δόσεων από τον Ιούνιο

    Ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανακοίνωσε ότι από τον Ιούνιο θα τεθεί σε εφαρμογή το μέτρο για τις 72 δόσεις, εντάσσοντάς το στο νέο πακέτο στήριξης που παρουσιάζει η κυβέρνηση. Στην ίδια παρέμβαση, ξεκαθάρισε ότι ο βασικός προσανατολισμός της οικονομικής πολιτικής παραμένει η μείωση φόρων και εισφορών, σε συνδυασμό με την επιστροφή του μερίσματος της ανάπτυξης στην κοινωνία και την ταυτόχρονη υποχώρηση του δημόσιου χρέους.

    Τι είπε για το υπερπλεόνασμα και τα περιθώρια δαπανών

    Αναφερόμενος στα νέα μέτρα στήριξης ύψους 500 εκατ. ευρώ, ο κ. Πιερρακάκης υποστήριξε ότι από το υπερπλεόνασμα των 2,9 δισ. ευρώ η Ελλάδα μπορεί, βάσει των ευρωπαϊκών κανόνων, να διαθέσει έως 1 δισ. ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα κατευθυνθεί σε αποπληρωμή χρέους. Όπως τόνισε, στόχος της κυβέρνησης είναι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ να πέσει κάτω από το 120% έως το τέλος της δεκαετίας, ενώ σημείωσε επίσης ότι έχουν ήδη μειωθεί 83 φόροι και ότι παραμένουν διαθέσιμα ακόμη 200 εκατ. ευρώ ως εφεδρεία για έκτακτες καταστάσεις.

    Ανάπτυξη, πληθωρισμός και κριτική στην αντιπολίτευση

    Στο ίδιο πλαίσιο, ο υπουργός ανέφερε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να υποχωρήσει φέτος από 2,4% σε 2%, ενώ από το 2027 και μετά οι προβλέψεις αναθεωρούνται προς τα πάνω. Για τον πληθωρισμό υποστήριξε ότι πρόκειται κυρίως για εισαγόμενο φαινόμενο, το οποίο η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει μέσω της ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Παράλληλα, στράφηκε κατά της αντιπολίτευσης, λέγοντας ότι η πρόταση να διατεθεί όλο το πλεόνασμα θα οδηγούσε τη χώρα σε ευρωπαϊκή εποπτεία και σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

    Ενοίκια, καύσιμα και ψηφιακή διαφάνεια

    Ο Κυριάκος Πιερρακάκης αναφέρθηκε και στην επιστροφή ενοικίου, λέγοντας ότι η ρύθμιση καλύπτει το 86% των ενοικιαστών, ενώ για δημόσιους λειτουργούς, όπως γιατρούς και εκπαιδευτικούς, προβλέπεται επιστροφή δύο ενοικίων. Για τον ειδικό φόρο στα καύσιμα εξήγησε ότι η κυβέρνηση δεν θέλησε να τον μεταβάλει, καθώς, όπως είπε, σύμφωνα με την Κομισιόν κάτι τέτοιο θα έπρεπε να έχει προσωρινό χαρακτήρα. Τέλος, στάθηκε ιδιαίτερα στην ψηφιοποίηση του φορολογικού συστήματος, στον ρόλο της ΑΑΔΕ και στις παρουσιάσεις που έγιναν προς τη Λάουρα Κοβέσι για την ψηφιακή παρακολούθηση στον ΟΠΕΚΕΠΕ και στα τελωνεία, τονίζοντας ότι «το ψηφιακό είναι συνώνυμο της διαφάνειας».

  • Στουρνάρας: Πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 4,4% του ΑΕΠ

    Στουρνάρας: Πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 4,4% του ΑΕΠ

    Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, εκτίμησε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 ενδέχεται να ξεπεράσει το 4,4% του ΑΕΠ, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τον κυβερνητικό στόχο που είχε τεθεί στο 3,7%. Αν αυτή η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί και από τη Eurostat, ανοίγει περιθώριο για νέες κινήσεις στο πεδίο της δημοσιονομικής πολιτικής.

    Δημοσιονομικός χώρος και ενδεχόμενα μέτρα στήριξης

    Στη συνέντευξή του, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι διαμορφώνεται δημοσιονομικός χώρος που θα μπορούσε να επιτρέψει στην κυβέρνηση να εξετάσει πρόσθετα μέτρα στήριξης. Όπως τόνισε, ο διαθέσιμος χώρος ίσως αποδειχθεί ακόμη μεγαλύτερος από ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη, προσωρινή και στοχευμένη. Το δημοσίευμα συνδέει αυτή τη συζήτηση με την ανάγκη αντιμετώπισης των επιπτώσεων που προκαλεί ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο.

    Τι είπε για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα

    Ο διοικητής της ΤτΕ απέδωσε τον υψηλότερο πληθωρισμό στην Ελλάδα, σε σχέση με την Ευρωζώνη, κυρίως στο γεγονός ότι υπάρχει πλέον θετικό παραγωγικό κενό, με τη ζήτηση να υπερβαίνει τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Παράλληλα, επεσήμανε ότι υπάρχουν και πρόσθετοι παράγοντες, όπως η συγκέντρωση σε ορισμένους κλάδους, κάτι που καθιστά αναγκαία, όπως ανέφερε, μεγαλύτερη προσοχή στο πεδίο του ανταγωνισμού και στα εμπόδια εισόδου νέων επιχειρήσεων.

    Οι παρεμβάσεις για φοροαπαλλαγές και ΦΠΑ

    Αναφερόμενος στη φορολογική πολιτική, ο Γιάννης Στουρνάρας ξεκαθάρισε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν εισηγείται την κατάργηση των φοροαπαλλαγών, αλλά μια νέα αξιολόγηση της στόχευσής τους. Όπως υπογράμμισε, θα πρέπει να εξεταστεί αν υπηρετούν με επάρκεια κοινωνικούς και οικονομικούς στόχους, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας συνολικότερης επανεξέτασης του φορολογικού βάρους. Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε ότι ενώ γίνεται συζήτηση για μείωση του ΦΠΑ, αν συνυπολογιστούν οι ήδη ισχύουσες φοροαπαλλαγές, ο φόρος είναι στην πράξη ήδη μειωμένος.

  • Η Ελλάδα μικραίνει: Η αθόρυβη σχετική πτώση της ελληνικής οικονομίας απέναντι στην Τουρκία

    Η Ελλάδα μικραίνει: Η αθόρυβη σχετική πτώση της ελληνικής οικονομίας απέναντι στην Τουρκία

    ΑΕΠ: Από το 77% (1974) στο 16% (2024)

    Το 1974, στην αυγή της Μεταπολίτευσης, το ελληνικό ΑΕΠ σε σταθερές τιμές (2015) αντιστοιχούσε στο 77,80% του τουρκικού. Πενήντα χρόνια αργότερα, το 2024, το ποσοστό αυτό έχει κατρακυλήσει στο 16,99%. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα από οικονομία που ξεπερνούσε τα τρία τέταρτα του μεγέθους της Τουρκίας, βρίσκεται σήμερα περίπου στο ένα έκτο.

    Η οικονομία καθορίζει την ισχύ

    Για να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις αυτής της δυναμικής -αρνητικής για την Ελλάδα και θετικής για την Τουρκία- αξίζει να θυμηθούμε τον Paul Kennedy, καθηγητή ιστορίας στο Yale και έναν από τους πλέον επιδραστικούς ιστορικούς στρατηγικής σκέψης. Στο κλασικό του έργο «Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων», που διδάσκεται σε κορυφαία πανεπιστήμια των Η.Π.Α., υποστήριξε ότι η διεθνής ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από στρατούς και συμμαχίες, αλλά από τη μακροχρόνια σχετική οικονομική δυναμική. Όταν μια χώρα αυξάνεται ταχύτερα από μια άλλη, η ισορροπία ισχύος μετατοπίζεται -ακόμη κι αν καμία δεν καταρρεύσει απολύτως. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα δεν κατέρρευσε απόλυτα· κατέρρευσε σε σχέση με τον βασικό της ανταγωνιστή.

    Η ισορροπία των πρώτων δεκαετιών

    Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η Τουρκία είχε μεγαλύτερο πληθυσμό και μεγαλύτερη χερσαία στρατιωτική δύναμη, αλλά η Ελλάδα δεν υστερούσε σημαντικά σε παραγωγικό επίπεδο. Αυτή η σχετική εγγύτητα στήριζε την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει μια ισορροπία στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, περιορίζοντας πιθανούς κινδύνους σύγκρουσης.

    Κατά μέσο όρο, το ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με το τουρκικό ήταν 78,41% επί πρωθυπουργίας Καραμανλή του πρεσβύτερου (1974-1980) και μειώθηκε στο 65,22% επί πρώτης πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου (1981-1989). Παρά τις πολιτικές αναταράξεις και τις διεθνείς κρίσεις, η χώρα διατηρούσε μια σχετική οικονομική εγγύτητα που λειτουργούσε ως οικονομικό «μαξιλάρι ασφαλείας», δηλαδή μια οικονομία που μπορούσε να χρηματοδοτεί την αναλογία 7:10 στους εξοπλισμούς Ελλάδος-Τουρκίας.

    Η σταδιακή απόκλιση όμως, που άρχισε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, συνεχίστηκε «μεθ’ ορμής ακαθέκτου» κατά τις επόμενες δεκαετίες, σε μια σαφή μακροπρόθεσμη τάση. Κατά μέσο όρο, το ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με το τουρκικό μειώθηκε ακόμα περισσότερο, στο 48,41% επί πρωθυπουργίας Σημίτη (1996-2004) και στο 45,56% επί πρωθυπουργίας Καραμανλή του νεότερου (2004-2009). Στην εποχή δε των μνημονίων, συντελείται η καταβαράθρωσή του από 44,51% το 2009 στο επικίνδυνα χαμηλό 20,39% το 2019, ήτοι σε μέγεθος που δεν μπορούσε πλέον να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εξοπλιστικής ισορροπίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η πτωτική πορεία συνεχίζεται και στη «μεταμνημονιακή» εποχή, για να προσγειωθεί «ανώμαλα» στο μόλις 16,99% το 2024.[1]

    Οι ψευδαισθήσεις της ΟΝΕ, ενώ η οικονομία μικραίνει

    Κατά τη δεκαετία του 1990 και μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, η Ελλάδα κινείται μεταξύ 45% και 55% του τουρκικού ΑΕΠ. Η ένταξη στην ΟΝΕ και η νομισματική σταθερότητα δημιουργούν εικόνα σύγκλισης με την Ευρώπη, αλλά η σύγκριση με την Τουρκία αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα χάνει σταδιακά σε σχετική ισχύ (relative power), δηλαδή το Ελληνικό ΑΕΠ μειώνεται όλο και περισσότερο ως ποσοστό του Τουρκικού ΑΕΠ.[2] Η Τουρκία επενδύει στη βιομηχανία, αυξάνει τον πληθυσμό και διευρύνει την αγορά της, ενώ η Ελλάδα εστιάζει κυρίως σε υπηρεσίες και κατανάλωση.

    Η μεγάλη καμπή: Η κρίση του 2010

    Μετά το 2009, η πτώση γίνεται δραματική. Από περίπου 45% το 2009, η Ελλάδα κατεβαίνει στο 31% το 2011 επί κυβερνήσεως Γιώργου Παπανδρέου, στο 24% το 2014 επί κυβερνήσεως Σαμαρά, και στο μόλις 20% το 2019 επί κυβερνήσεως Τσίπρα. Μέσα σε λίγα χρόνια, η χώρα χάνει πάνω από το μισό τής σχετικής οικονομικής ισχύος της απέναντι στην Τουρκία, οι εξοπλισμοί της Ελλάδας παγώνουν, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να επεκτείνει την οικονομική της βάση, να αναπτύσσει την εξαγωγική πολεμική της βιομηχανία[3] και να εξοπλίζει τις ένοπλες δυνάμεις της.

    Τα οικονομικά όρια της ισορροπίας δυνάμεων

    Μια κρίσιμη διάσταση της Μεταπολίτευσης είναι η αναλογία «7:10» στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς Ελλάδα και Τουρκία και στον εν γένει εξοπλισμό αυτών των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Εφαρμόσθηκε άτυπα από τις Η.Π.Α. από το 1974 ως μέσο ισορροπίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά δεν ήταν αποκομμένη από την οικονομική πραγματικότητα της εποχής. Όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο 77% του τουρκικού ΑΕΠ, μια αναλογία 7 προς 10 στους εξοπλισμούς ήταν δημοσιονομικά και παραγωγικά βιώσιμη· κινείτο εντός των ορίων που μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία χωρίς να διαρραγεί η εσωτερική της ισορροπία. Η οικονομία, ακόμη κι αν δεν αναφερόταν ρητά, λειτουργούσε ως υποκείμενο πλαίσιο βιώσιμης στρατηγικής.

    Μια τέτοια φόρμουλα (7 προς 10) δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί εάν τότε ίσχυε η σημερινή οικονομική αναλογία 1,6 προς 10 -δηλαδή εάν η Τουρκία είχε εξαπλάσιο οικονομικό μέγεθος από την Ελλάδα, όπως συμβαίνει σήμερα. Καμία στρατιωτική ισορροπία δεν μπορεί να σταθεί μακροχρόνια όταν αποκόπτεται από το σχετικό οικονομικό της υπόβαθρο.

    Η Ελλάδα παρακμάζει Επομένως η Ελλάδα, συγκρινόμενη με τον βασικό της ανταγωνιστή, την Τουρκία, μίκρυνε κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων -δηλαδή μειώθηκε η σχετική ισχύς της, ανεξάρτητα από τις μεθόδους υπολογισμού του ΑΕΠ κάθε χώρας- και συνεχίζει να μικραίνει.[4] Η προπαγανδιστική εμμονή κάποιων πολιτικών στα «καλά νέα» του ΑΕΠ, που αυτό καθ’ εαυτό αυξάνεται κάθε χρόνο (η μισή αλήθεια), δεν μπορεί τελικά να κρύψει τον «ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο», τη μεγαλύτερη εικόνα της σχετικής παρακμής σε σχέση με την Τουρκία (η άλλη μισή αλήθεια): Όπως και αν συγκριθούν τα ΑΕΠ των δύο χωρών, αναδεικνύουν τη συνεχιζόμενη σχετική σμίκρυνση της Ελλάδας και παράλληλα τη σχετική γιγάντωση της Τουρκίας που ήδη είναι οικονομικά εξαπλάσια ή και οκταπλάσια από την Ελλάδα.[5]

    Υποσημειώσεις:

    [1] Σε σταθερές τιμές (constant USD 2015), το ελληνικό ΑΕΠ ως ποσοστό του τουρκικού είναι 16,99% το 2024. Σε τρέχουσες τιμές (current USD), λόγω συναλλαγματικών διαφορών, διαμορφώνεται στο 18,85% το 2024. Η διαφορά δεν αλλάζει τη μακροχρόνια τάση: από σχετική εγγύτητα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα -οικονομικά έχει καταβαραθρωθεί- σε σχέση με τον κύριο ανταγωνιστή της (δηλαδή «constant» ή «current» είναι δύο όψεις της ίδιας πτώσης), όπως απεικονίζεται στο γράφημα και αναλύεται στον πίνακα.        

    [2] Είναι χαρακτηριστικό, ότι εάν το ΑΕΠ εκάστης χώρας υπολογιστεί σε Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης (Purchasing Power Parity) σε σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία διεθνών δολαρίων έτους 2021, τότε η παρακμή φαίνεται ακόμη μεγαλύτερη: το μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ (GDP PPP, constant 2021 international $) ως ποσοστού του αντίστοιχου τουρκικού, μειώθηκε δραστικά από 40,21% το 1990 σε μόλις 12,61% το 2024, δηλαδή στο ένα όγδοο του τουρκικού.

    [3] Η Τουρκία έχει οικοδομήσει ένα ισχυρό αμυντικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα που απαριθμεί πλέον περισσότερες από 3.500 εταιρείες -αριθμός που υπερβαίνει το άθροισμα των 2.800 επιχειρήσεων των 29 Ευρωπαίων συμμάχων του ΝΑΤΟ. Κατέχει το 65% της παγκόσμιας αγοράς εξαγωγών οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UCAV), ενώ οι αμυντικές της εξαγωγές άγγιξαν το ιστορικό υψηλό των 10,56 δισ. δολαρίων το 2025 (σημειώνοντας κατακόρυφη άνοδο από τα 7,1 δισ. το 2024). Παράλληλα, ο δείκτης εγχώριας προστιθέμενης αξίας (εντοπιότητα) στην παραγωγή ξεπέρασε πλέον το 80%.

    [4] Η πρόβλεψη του ΔΝΤ για το ονομαστικό ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 ήταν περίπου 282 δισεκατομμύρια τρέχοντα δολάρια ΗΠΑ, και για την Τουρκία περίπου 1,57 τρισεκατομμύρια τρέχοντα δολάρια ΗΠΑ. Τα τελικά ετήσια στοιχεία ΑΕΠ για το 2025 θα είναι διαθέσιμα εντός του 2026 και πιθανώς να ενημερωθούν περαιτέρω στις αρχές του 2027 από την Παγκόσμια Τράπεζα. Στο μεταξύ, βάσει αυτών των προβλέψεων, προκύπτει ότι το ονομαστικό ελληνικό ΑΕΠ ως ποσοστό του τουρκικού είχε αρνητική δυναμική και το 2025, με τάση περαιτέρω μειώσεώς του από 18,85% το 2024 (υποσημ. 1) σε 17,96% το 2025. Σύμφωνα δε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η πτωτική πορεία της Ελλάδας σε σύγκριση με την Τουρκία συνεχίζεται και αυτόν τον χρόνο (2026), κατά τον οποίο το Ελληνικό ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί μόνο 2% έναντι 4,2% της Τουρκίας.

    [5] Το παρόν είναι προσαρμοσμένη απόδοση εκ του πρωτοτύπου στην Αγγλική -«Executive Summary» με τίτλο «EconomicDivergenceandtheGreek-TurkishBalanceofPower, 1974–2024»– που περιέχει συνδέσμους σε πηγές και είναι ελεύθερα προσβάσιμο με το εξής DOI: https://doi.org/10.5281/zenodo.18750222

  • Στουρνάρας: «Ανάπτυξη με επενδύσεις – Όχι μόνο με κατανάλωση»

    Στουρνάρας: «Ανάπτυξη με επενδύσεις – Όχι μόνο με κατανάλωση»

    Την ανάγκη η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο ανθεκτικές βάσεις έθεσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας χθες, Πέμπτη, στο Ελληνικό Ινστιτούτο Εξυπηρέτησης Πελατών. Όπως ανέφερε, η ανάπτυξη «δεν πρέπει και δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανάλωση», υπογραμμίζοντας ότι το αναπτυξιακό μοντέλο χρειάζεται να μετατοπιστεί από την κατανάλωση προς τις επενδύσεις.

    Προβλέψεις ΤτΕ για ΑΕΠ, κατανάλωση και επενδύσεις

    Με βάση τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στο 2,1% το 2025 και προβλέπεται να παραμείνει στο 2,1% το 2026, όταν ο μέσος ρυθμός της ευρωζώνης για τη διετία 2025–2026 τοποθετείται στο 1,3%. Για το 2026, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί περίπου 2%, ενώ οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν με ρυθμό λίγο πάνω από 8,5%.

    Η ΤτΕ αναγνωρίζει ότι μετά το 2026 ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα μετριαστεί, ωστόσο εκτιμά ότι η επίδραση έργων και μεταρρυθμίσεων θα συνεχιστεί, σε συνδυασμό με εισροές από Διαρθρωτικά Ταμεία, άμεσες ξένες επενδύσεις και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

    Παραγωγικότητα, μισθοί, εξωστρέφεια και πληθωρισμός

    Στο επίκεντρο της παρέμβασης του κ. Στουρνάρα βρέθηκε η παραγωγικότητα. Όπως τόνισε, η άνοδός της επιτρέπει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς χωρίς να τίθενται σε κίνδυνο η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση, προϋποθέτοντας επενδύσεις σε καινοτομία, τεχνολογίες αιχμής, ανθρώπινο κεφάλαιο και ψηφιακές δεξιότητες. Παράλληλα, συνέδεσε τη μεταβολή του μίγματος προς πιο εξωστρεφείς δραστηριότητες με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και καλύτερη εικόνα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

    Για τον πληθωρισμό, η ΤτΕ αναφέρει ότι ο εναρμονισμένος δείκτης διαμορφώθηκε στο 2,9% το 2025 από 3,0% το 2024 και προβλέπεται να αποκλιμακωθεί περίπου στο 2,2% το 2026 και το 2027, ενώ για το 2028 γίνεται αναφορά σε εφάπαξ άνοδο στο 2,5% λόγω της επίπτωσης του διευρυμένου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Στην αγορά εργασίας περιγράφεται σταθερή βελτίωση, με την ανεργία σε χαμηλό 17 ετών και επιβράδυνση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, εξέλιξη που συνδέεται με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας κόστους.

    Δημοσιονομικά, τράπεζες και «μετά RRF» περίοδος

    Στο δημοσιονομικό πεδίο γίνεται λόγος για σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, με την υπεραπόδοση των εσόδων να αποδίδεται στη βελτίωση της συμμόρφωσης και στην ψηφιοποίηση. Για τις τράπεζες, σημειώνεται ότι το stress test του 2025 επιβεβαιώνει ανθεκτικότητα, με τον λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις κινείται κοντά στο 10% σε ετήσια βάση και προς τα νοικοκυριά είναι θετική, πρόσφατα κοντά στο 2%.

    Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη «μετά RRF» περίοδο. Έως το τέλος του 2025 η Ελλάδα είχε εισπράξει περίπου το 65% των διαθέσιμων πόρων και είχε ολοκληρώσει σχεδόν το 50% των στόχων και οροσήμων, ενώ οι εκταμιεύσεις προς τις επιχειρήσεις μπορούν να συνεχιστούν έως και το 2029. Το 2026 περιγράφεται ως κρίσιμο σημείο καμπής, σε διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, με γεωπολιτικές εντάσεις, δασμούς και κινδύνους για το εμπόριο να ενισχύουν την ανάγκη η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο ανθεκτικές βάσεις πέρα από την κατανάλωση.

  • ΕΛΣΤΑΤ: Ανάπτυξη 2% στο γ’ τρίμηνο

    ΕΛΣΤΑΤ: Ανάπτυξη 2% στο γ’ τρίμηνο

    Η ελληνική οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη 2% το γ’ τρίμηνο του 2025 σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τα τριμηνιαία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Παράλληλα, σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2025, το ΑΕΠ παρουσίασε αύξηση 0,6%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή – αν και μετριοπαθή – ανοδική πορεία της οικονομικής δραστηριότητας. Η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε επίσης σε αναθεώρηση των στοιχείων της περιόδου 1ο τρίμηνο 2022 – 2ο τρίμηνο 2025, επαναξιολογώντας την πορεία της οικονομίας στην τριετία.

    Τι οδήγησε την αύξηση του ΑΕΠ κατά 2%

    Η συνολική άνοδος του ΑΕΠ αποδίδεται σε μια σειρά από κρίσιμες μεταβολές στα βασικά μεγέθη της οικονομίας, οι οποίες διαμόρφωσαν ένα θετικό αποτέλεσμα στο τρίμηνο:

    • Αύξηση 2,1% στην τελική καταναλωτική δαπάνη, με την κατανάλωση των νοικοκυριών να ενισχύεται κατά 2,4%, στοιχείο που αντικατοπτρίζει βελτιωμένη αγοραστική συμπεριφορά, και τη δημόσια κατανάλωση να αυξάνεται κατά 1%.
    • Ισχυρή άνοδος 12,8% στις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, ένδειξη ότι ο επιχειρηματικός τομέας συνεχίζει να επενδύει σε παραγωγική ισχύ, τεχνολογία και υποδομές.
    • Αύξηση 1,7% στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, με τα αγαθά να σημειώνουν αντίστοιχη άνοδο και τις υπηρεσίες να κινούνται στο +1,1%.
    • Μείωση 4% στις εισαγωγές, που συνέβαλε θετικά στο τελικό αποτέλεσμα. Οι εισαγωγές αγαθών μειώθηκαν 5%, ενώ οι εισαγωγές υπηρεσιών υποχώρησαν κατά 0,8%, περιορίζοντας τις εκροές πόρων προς το εξωτερικό.

    Οι τριμηνιαίες μεταβολές

    Σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2025, τα στοιχεία δείχνουν μια πιο ήπια, αλλά σταθερή ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας:

    • Αύξηση 0,6% στην τελική καταναλωτική δαπάνη, με τις δαπάνες των νοικοκυριών στο +0,7% και εκείνες της Γενικής Κυβέρνησης στο +0,2%.
    • Άνοδος 3,5% στις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, που ενισχύει το θετικό momentum.
    • Οι εξαγωγές ενισχύθηκαν 0,2%, με τα αγαθά στο +1,1%, ενώ οι υπηρεσίες σημείωσαν μικρή πτώση (–0,4%).
    • Οι εισαγωγές μειώθηκαν συνολικά 1,6%, αποτέλεσμα της μείωσης κατά 2,3% στις εισαγωγές αγαθών, ενώ οι εισαγωγές υπηρεσιών σημείωσαν αύξηση 1%.

    Με βάση αυτά τα δεδομένα, η ελληνική οικονομία δείχνει ότι συνεχίζει να κινείται με μέτριο αλλά σταθερό ρυθμό, με πυλώνες τη κατανάλωση, τη σημαντική άνοδο των επενδύσεων και τη μείωση των εισαγωγών, που βελτιώνει το ισοζύγιο εξωτερικού εμπορίου.

  • Άκης Σκέρτσος: Τι θα γίνει μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

    Άκης Σκέρτσος: Τι θα γίνει μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

    Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος επιχειρεί να απαντήσει στην κριτική για την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Όπως σημειώνει, «σε μια συγκυρία όπου η πορεία της ελληνικής οικονομίας αναγνωρίζεται και αξιολογείται στο εξωτερικό από μεγάλους επενδυτικούς οίκους και κορυφαίους διεθνείς αναλυτές ως μια ιστορία επιτυχίας -με επιστέγασμα αυτής της εξαετούς θετικής πορείας τις αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις ή την υποψηφιότητα του Κυριάκου Πιερρακάκη για την ηγεσία του Eurogroup– κάποιοι στο εσωτερικό εξακολουθούν να ερμηνεύουν τα μακροοικονομικά στοιχεία με τον δικό τους τρόπο, επιμένοντας σε δυσοίωνες προβλέψεις που συστηματικά διαψεύδονται τα τελευταία χρόνια».

    Κατά τον ίδιο, η τελευταία εκδοχή αυτής της κριτικής συμπυκνώνεται στο ερώτημα «ωραία όλα αυτά, αλλά μετά το ταμείο ανάκαμψης τι;», με το οποίο υπονοείται ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το ΤΑΑ και ότι με τη λήξη του, η χώρα θα βρεθεί σε αδιέξοδο.

    Απορρόφηση πόρων, Ελλάδα 2.0 και μεταρρυθμίσεις

    Ο Άκης Σκέρτσος υποστηρίζει ότι η κριτική για την «επόμενη μέρα» του ΤΑΑ προέρχεται «από μια σχολή σκέψης που βρίσκεται καθηλωμένη στην προχρεωκοπική Ελλάδα». Την περίοδο εκείνη, όπως υπενθυμίζει, οι κοινοτικοί πόροι δεν είχαν τον υβριδικό χαρακτήρα του σημερινού Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο «συνδυάζει τις δημόσιες επενδύσεις με δεκάδες μεταρρυθμίσεις, με ένα και μοναδικό στόχο: τη βελτίωση του οικονομικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος αλλά και της δημόσιας διοίκησης για την προσέλκυση και υλοποίηση περισσότερων ιδιωτικών επενδύσεων».

    Παράλληλα, επισημαίνει ως «πρόοδο» το γεγονός ότι η αντιπολίτευση «αρχίζει έστω να προεξοφλεί την επιτυχή ολοκλήρωση του ελληνικού σχεδίου “Ελλάδα 2.0”, περίπου σε ένα χρόνο από σήμερα», όταν μέχρι πρόσφατα κατηγορούσε την κυβέρνηση για ανύπαρκτες καθυστερήσεις στην υλοποίηση ορόσημων και στην απορρόφηση πόρων. Υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά μεταξύ των 5–7 πρώτων χωρών της ΕΕ ως προς την επιτυχή εκταμίευση των έξι μέχρι σήμερα δόσεων του ΤΑΑ.

    Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην ταχύτητα απορρόφησης: «μέσα σε μόλις 3 χρόνια η χώρα μας έχει απορροφήσει 23,4 δισ., όσο δηλαδή ένα ΕΣΠΑ που υπό κανονικές συνθήκες απορροφάται σε 9 χρόνια». Για τον υπουργό, αυτή η επίδοση είναι «αξιοζήλευτη» σε σχέση με το παρελθόν, όταν η ελληνική διοίκηση «συστηματικά υποεκτελούσε τα προγράμματα ΕΣΠΑ και κινδύνευε με απώλεια πόρων ή έργων».

    Το ΤΑΑ ως εργαλείο μετασχηματισμού της οικονομίας

    Ο Σκέρτσος επιμένει ότι ο ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης δεν περιορίζεται στις χρηματοδοτήσεις, αλλά συνδέεται με ένα πλέγμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις αλλαγές στη δικαιοσύνη για ταχύτερη απονομή, στην ολοκλήρωση του κτηματολογίου και στον νέο χωροταξικό και πολεοδομικό χάρτη για τις χρήσεις γης, στη ραγδαία ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και συναλλαγών, στην αναδιάταξη του εκπαιδευτικού χάρτη σε όλες τις βαθμίδες και ειδικά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και στην κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας με έμφαση στους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους.

    Παράλληλα, υπενθυμίζει τη «σταθερή μείωση του φορολογικού, ασφαλιστικού και γραφειοκρατικού κόστους για το επιχειρείν», σε συνδυασμό με παρεμβάσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της παραγωγικότητας επιχειρήσεων και ανθρώπινου δυναμικού. Όπως τονίζει, αυτές οι μεταρρυθμίσεις έχουν ορίζοντα ολοκλήρωσης το τέλος του 2026 και «δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν ακόμη ως προς την επίδραση που θα έχουν μελλοντικά» στο επιχειρηματικό περιβάλλον ή στην παραγωγικότητα της χώρας.

    Ο υπουργός υποστηρίζει ότι πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που βασίζονται στην Έκθεση Πισσαρίδη (2020), την οποία χαρακτηρίζει ως την πρώτη μελέτη μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας που όχι μόνο ζητήθηκε από κυβέρνηση αλλά και αξιοποιήθηκε πολιτικά και επιχειρησιακά, αποτελώντας «τον βασικό μεταρρυθμιστικό κορμό» του ελληνικού σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Σύμφωνα με τις επισημάνσεις των ευρωπαίων εταίρων, όπως αναφέρει, το εν λόγω σχέδιο είναι «ένα από τα πιο μεταρρυθμιστικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

    Προοπτικές επενδύσεων έως το 2029 και τα ανοιχτά ζητήματα

    Απαντώντας στις ανησυχίες για την πορεία δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων μετά το 2027, ο Άκης Σκέρτσος παραπέμπει στα μεγέθη του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Για το 2026, οι δημόσιες επενδύσεις εκτιμώνται σε 18 δισ. ευρώ (39% του συνόλου) και οι ιδιωτικές σε 28 δισ. ευρώ (61%), σε συνολικό ύψος επενδύσεων 46 δισ. ευρώ. Για το 2029, η εκτίμηση είναι ότι οι δημόσιες επενδύσεις θα διαμορφωθούν περίπου στα 11,2 δισ. ευρώ (22%), ενώ οι ιδιωτικές στα 40,5 δισ. ευρώ (78%), με σύνολο 51,7 δισ. ευρώ.

    Όπως υποστηρίζει, μετά τη μεγάλη αύξηση επενδύσεων του 2026, η Ελλάδα «θα έχει συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με την ΕΕ στο μερίδιο επενδύσεων προς ΑΕΠ», περιορίζοντας το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε στην κρίση. Επομένως, σύμφωνα με τον ίδιο, η κριτική για την «επόμενη μέρα» αφορά ουσιαστικά «χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης επενδύσεων επί ενός υψηλότερου πλέον μεριδίου επενδύσεων επί του ΑΕΠ».

    Υπενθυμίζει ακόμη ότι τα τελευταία χρόνια η χώρα καταγράφει ρεκόρ άμεσων ξένων επενδύσεων, με τριπλάσιο ετήσιο μερίδιο ΑΞΕ στο ΑΕΠ μέσα σε πενταετία σε σχέση με την προηγούμενη 20ετία, καθώς και τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης επενδύσεων στην Ευρώπη.

    Ο Άκης Σκέρτσος κλείνει την παρέμβασή του με μια διπλή επισήμανση: «Εν κατακλείδι: έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας; Σε καμία περίπτωση. Οι προκλήσεις παραμένουν πολλές και είναι γνωστές. Ας εστιάσουμε όμως στα πραγματικά προβλήματα αντί να ισοπεδώνουμε την υπαρκτή και ουσιαστική πρόοδο που έχει σημειώσει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια αλλά και τη δουλειά βάσης που γίνεται ώστε η πατρίδα μας να αλλάξει πίστα τα επόμενα χρόνια προς μια οικονομία ανοιχτή, εξωστρεφή, παραγωγική, ψηφιακή και πράσινη».

  • Νέος προϋπολογισμός και τετραετής σχεδιασμός

    Νέος προϋπολογισμός και τετραετής σχεδιασμός

    Ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης και ο υφυπουργός Θάνος Πετραλιάς παρουσίασαν στο Υπουργικό Συμβούλιο τον Προϋπολογισμό 2026 μαζί με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029 (ΠΔΠ). Πρόκειται για το πρώτο τέτοιο κείμενο που καταρτίζεται, στο πλαίσιο του νόμου 5217/2025, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1265 του Συμβουλίου για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών-μελών.

    Ο ΠΔΠ εγκρίνεται πριν από την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού και θέτει συγκεκριμένους στόχους τετραετίας, από το 2026 έως το 2029. Οι δεσμεύσεις που περιγράφει ευθυγραμμίζονται με τα όρια του ισχύοντος Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου 2025-2028, το οποίο είχε εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

    Παρεμβάσεις έως το 2029 και μόνιμες ελαφρύνσεις

    Στον ΠΔΠ 2026-2029 αποτυπώνεται όλο το πακέτο παρεμβάσεων που έχουν ήδη νομοθετηθεί ή ανακοινωθεί. Το δημοσιονομικό τους κόστος εκτιμάται σε 3,04 δισ. ευρώ για το 2025, ανεβαίνει σε 5,94 δισ. ευρώ το 2026, σε 7,94 δισ. ευρώ το 2027, σε 9,01 δισ. ευρώ το 2028 και φτάνει τα 10,1 δισ. ευρώ το 2029, με σταδιακή ετήσια αύξηση.

    Για το 2026, οι παρεμβάσεις ταυτίζονται με όσα έχουν ήδη παρουσιαστεί στον προϋπολογισμό. Από το 2027 και μετά, προβλέπεται δέσμη μόνιμων ελαφρύνσεων και αυξήσεων:
    η πλήρης κατάργηση του συμψηφισμού της αύξησης των συντάξεων με την προσωπική διαφορά, η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για κύριες κατοικίες σε οικισμούς έως 1.500 κατοίκους, σημαντική μείωση φόρου για ελεύθερους επαγγελματίες στην εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος έτους 2026, επιπλέον μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή μονάδα από το 2027, ελαφρύνσεις για ιδιοκτήτες ακινήτων μέσω μειωμένου φόρου ακινήτων, καθώς και φοροαπαλλαγή για ιδρύματα και κληροδοτήματα από το φορολογικό έτος 2026.

    Παράλληλα, θεσμοθετείται ετήσια αύξηση μισθών στο Δημόσιο ανάλογα με την πορεία του κατώτατου μισθού και ετήσια αύξηση των συντάξεων με βάση τον ρυθμό ανάπτυξης και τον πληθωρισμό. Προβλέπεται επίσης σταθερή ενίσχυση του Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, από 3,3 δισ. ευρώ το 2026 σε 4 δισ. ευρώ το 2029, ενισχύοντας τον επενδυτικό ρυθμό της οικονομίας.

    Ανάπτυξη, πληθωρισμός και αγορά εργασίας

    Σε σχέση με το προηγούμενο Μεσοπρόθεσμο, οι προβλέψεις για την ανάπτυξη έχουν αναθεωρηθεί ανοδικά. Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται πλέον σε 2,4% για το 2026, 1,7% για το 2027, 1,6% για το 2028 και 1,3% για το 2029, με την κυβέρνηση να αποδίδει την αναθεώρηση στις νέες πολιτικές παρεμβάσεις, στην αύξηση των πόρων του ΠΔΕ και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές. Στις εκτιμήσεις ενσωματώνεται η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης εντός του 2026, χωρίς να υπολογίζονται μελλοντικές αποφάσεις για την τριετία 2027-2029.

    Ο πληθωρισμός προβλέπεται να κινείται γύρω στο 2,2%-2,3% την περίοδο 2026-2029, ενώ η μέση ετήσια ανεργία αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το 8% μέχρι το τέλος του ορίζοντα.

    Πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία αποκλιμάκωση χρέους

    Το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού εκτιμάται σε 2,8% του ΑΕΠ για το 2026 και 2,7% για κάθε έτος από το 2027 έως το 2029, διατηρώντας σταθερή δημοσιονομική πειθαρχία.

    Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη ραγδαία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους: από 145,9% του ΑΕΠ το 2025, η προβλεπόμενη πορεία το φέρνει στο 119% το 2029. Κατά την κυβερνητική ανάγνωση, αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις και τις ελαφρύνσεις, αποτελεί τη βάση για σταθερότερο και πιο προβλέψιμο δημοσιονομικό περιβάλλον την επόμενη τετραετία.

  • Μαρκόπουλος: «Λιμάνι σταθερότητας η ελληνική οικονομία»

    Μαρκόπουλος: «Λιμάνι σταθερότητας η ελληνική οικονομία»

    Την ταχύτερη έξοδο της χώρας από τα ελλείμματα ανέδειξε ο Γενικός Εισηγητής του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026, Δημήτρης Μαρκόπουλος, ανοίγοντας τη συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων.

    Ο ίδιος χαρακτήρισε την ελληνική οικονομία «λιμάνι σταθερότητας», επικαλούμενος θετικά δημοσιεύματα του ξένου Τύπου που – όπως είπε – εστιάζουν στις μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Οικονομικών και στις στρατηγικές ενεργειακές συμφωνίες της κυβέρνησης.

    Χρέος, ΑΕΠ και στόχοι του προϋπολογισμού 2026

    Για τη δυναμική του χρέους, ο κ. Μαρκόπουλος υπογράμμισε ότι «το 2026 το χρέος προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί σε 359.300 εκατ. ευρώ ή 138,2% ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2025».

    Κάλεσε τα μέλη της Επιτροπής σε «ειλικρινή διάλογο με αριθμούς», σημειώνοντας ότι η συζήτηση για τον προϋπολογισμό 2026 απαιτεί ορθολογικά επιχειρήματα και καθαρές θέσεις.

    Φόροι, εισοδήματα και παρεμβάσεις σε κρίσιμες ομάδες

    Ο εισηγητής τόνισε ότι η κυβέρνηση έρχεται στη Βουλή «με μέτρα 1,76 δισ. ευρώ για το δημογραφικό πρόβλημα», καθώς και με στοχευμένες προτάσεις για ενστόλους και συνταξιούχους. Ανέφερε ότι ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει νέες αυξήσεις εισοδημάτων και νέες μειώσεις φόρων με διαγενεακό χαρακτήρα.

    «Δεν νομίζω να υπάρχει στα ελληνικά χρονικά άλλη κυβέρνηση με 83 μειώσεις φόρων», είπε χαρακτηριστικά, παρουσιάζοντας τον προϋπολογισμό ως συνέχεια της πολιτικής φορολογικών ελαφρύνσεων και δημοσιονομικής σταθερότητας.

  • UBS για Ελλάδα: «Η Καλύτερη δυναμική χρέους παγκοσμίως»

    UBS για Ελλάδα: «Η Καλύτερη δυναμική χρέους παγκοσμίως»

    Η UBS αναδεικνύει την Ελλάδα ως τη χώρα με την καλύτερη δυναμική χρέους παγκοσμίως, προβλέποντας παράλληλα ανάπτυξη 2,4% το 2026, την υψηλότερη στην Ευρωζώνη. Παρά το πιο αδύναμο διεθνές περιβάλλον, ο ελβετικός οίκος εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

    Σταθερή τροχιά για 2026-2027

    Στο Global Economics & Markets Outlook 2026-2027, η UBS προβλέπει ΑΕΠ +2,4% το 2026 και +1,8% το 2027 για την Ελλάδα, όταν οι περισσότερες οικονομίες της Ευρωζώνης κινούνται γύρω ή κάτω από το 1,5%. Η χώρα, μαζί με την Ισπανία, ξεχωρίζει για την αναπτυξιακή αντοχή του ευρωπαϊκού Νότου.

    «Καλύτερη δυναμική χρέους» διεθνώς

    Παρότι το ελληνικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει υψηλό, η UBS υπογραμμίζει ότι η πτώση του χρέους είναι ταχύτερη από κάθε άλλη χώρα. Το γράφημα του οίκου δείχνει την Ελλάδα ως τη μόνη οικονομία όπου ο λόγος χρέους/ΑΕΠ αποκλιμακώνεται σταθερά έως το 2031. Σε αντίθεση με άλλες χώρες που απαιτούν πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή, η ελληνική πορεία στηρίζεται σε ισχυρή ανάπτυξη, χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα.

    Πληθωρισμός κοντά στον στόχο της ΕΚΤ

    Η UBS τοποθετεί τον πληθωρισμό στο 2,3% το 2026 και 2,2% το 2027, τιμές κοντά στον στόχο της ΕΚΤ. Ο συνδυασμός ελεγχόμενου πληθωρισμού και ισχυρής μεγέθυνσης δημιουργεί ένα ευνοϊκό μακροοικονομικό μείγμα, ικανό να ενισχύσει περαιτέρω την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.

    Υπεραπόδοση έναντι της Ευρωζώνης

    Οι συγκρίσεις είναι εύγλωττες: η Ευρωζώνη κατά μέσο όρο δεν ξεπερνά το 1,1% το 2026, με Γερμανία 1,1%, Γαλλία 0,9% και Ιταλία 0,7%. Η Ελλάδα παραμένει στην κορυφή του πίνακα ανάπτυξης, επιβεβαιώνοντας τη μετατόπισή της σε ιστορία επιτυχίας της ευρωπαϊκής περιφέρειας.