Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος επιχειρεί να απαντήσει στην κριτική για την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Όπως σημειώνει, «σε μια συγκυρία όπου η πορεία της ελληνικής οικονομίας αναγνωρίζεται και αξιολογείται στο εξωτερικό από μεγάλους επενδυτικούς οίκους και κορυφαίους διεθνείς αναλυτές ως μια ιστορία επιτυχίας -με επιστέγασμα αυτής της εξαετούς θετικής πορείας τις αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις ή την υποψηφιότητα του Κυριάκου Πιερρακάκη για την ηγεσία του Eurogroup– κάποιοι στο εσωτερικό εξακολουθούν να ερμηνεύουν τα μακροοικονομικά στοιχεία με τον δικό τους τρόπο, επιμένοντας σε δυσοίωνες προβλέψεις που συστηματικά διαψεύδονται τα τελευταία χρόνια».
Κατά τον ίδιο, η τελευταία εκδοχή αυτής της κριτικής συμπυκνώνεται στο ερώτημα «ωραία όλα αυτά, αλλά μετά το ταμείο ανάκαμψης τι;», με το οποίο υπονοείται ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το ΤΑΑ και ότι με τη λήξη του, η χώρα θα βρεθεί σε αδιέξοδο.
Απορρόφηση πόρων, Ελλάδα 2.0 και μεταρρυθμίσεις
Ο Άκης Σκέρτσος υποστηρίζει ότι η κριτική για την «επόμενη μέρα» του ΤΑΑ προέρχεται «από μια σχολή σκέψης που βρίσκεται καθηλωμένη στην προχρεωκοπική Ελλάδα». Την περίοδο εκείνη, όπως υπενθυμίζει, οι κοινοτικοί πόροι δεν είχαν τον υβριδικό χαρακτήρα του σημερινού Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο «συνδυάζει τις δημόσιες επενδύσεις με δεκάδες μεταρρυθμίσεις, με ένα και μοναδικό στόχο: τη βελτίωση του οικονομικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος αλλά και της δημόσιας διοίκησης για την προσέλκυση και υλοποίηση περισσότερων ιδιωτικών επενδύσεων».
Παράλληλα, επισημαίνει ως «πρόοδο» το γεγονός ότι η αντιπολίτευση «αρχίζει έστω να προεξοφλεί την επιτυχή ολοκλήρωση του ελληνικού σχεδίου “Ελλάδα 2.0”, περίπου σε ένα χρόνο από σήμερα», όταν μέχρι πρόσφατα κατηγορούσε την κυβέρνηση για ανύπαρκτες καθυστερήσεις στην υλοποίηση ορόσημων και στην απορρόφηση πόρων. Υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά μεταξύ των 5–7 πρώτων χωρών της ΕΕ ως προς την επιτυχή εκταμίευση των έξι μέχρι σήμερα δόσεων του ΤΑΑ.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην ταχύτητα απορρόφησης: «μέσα σε μόλις 3 χρόνια η χώρα μας έχει απορροφήσει 23,4 δισ., όσο δηλαδή ένα ΕΣΠΑ που υπό κανονικές συνθήκες απορροφάται σε 9 χρόνια». Για τον υπουργό, αυτή η επίδοση είναι «αξιοζήλευτη» σε σχέση με το παρελθόν, όταν η ελληνική διοίκηση «συστηματικά υποεκτελούσε τα προγράμματα ΕΣΠΑ και κινδύνευε με απώλεια πόρων ή έργων».
Το ΤΑΑ ως εργαλείο μετασχηματισμού της οικονομίας
Ο Σκέρτσος επιμένει ότι ο ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης δεν περιορίζεται στις χρηματοδοτήσεις, αλλά συνδέεται με ένα πλέγμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις αλλαγές στη δικαιοσύνη για ταχύτερη απονομή, στην ολοκλήρωση του κτηματολογίου και στον νέο χωροταξικό και πολεοδομικό χάρτη για τις χρήσεις γης, στη ραγδαία ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και συναλλαγών, στην αναδιάταξη του εκπαιδευτικού χάρτη σε όλες τις βαθμίδες και ειδικά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και στην κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας με έμφαση στους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους.
Παράλληλα, υπενθυμίζει τη «σταθερή μείωση του φορολογικού, ασφαλιστικού και γραφειοκρατικού κόστους για το επιχειρείν», σε συνδυασμό με παρεμβάσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της παραγωγικότητας επιχειρήσεων και ανθρώπινου δυναμικού. Όπως τονίζει, αυτές οι μεταρρυθμίσεις έχουν ορίζοντα ολοκλήρωσης το τέλος του 2026 και «δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν ακόμη ως προς την επίδραση που θα έχουν μελλοντικά» στο επιχειρηματικό περιβάλλον ή στην παραγωγικότητα της χώρας.
Ο υπουργός υποστηρίζει ότι πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που βασίζονται στην Έκθεση Πισσαρίδη (2020), την οποία χαρακτηρίζει ως την πρώτη μελέτη μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας που όχι μόνο ζητήθηκε από κυβέρνηση αλλά και αξιοποιήθηκε πολιτικά και επιχειρησιακά, αποτελώντας «τον βασικό μεταρρυθμιστικό κορμό» του ελληνικού σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Σύμφωνα με τις επισημάνσεις των ευρωπαίων εταίρων, όπως αναφέρει, το εν λόγω σχέδιο είναι «ένα από τα πιο μεταρρυθμιστικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Προοπτικές επενδύσεων έως το 2029 και τα ανοιχτά ζητήματα
Απαντώντας στις ανησυχίες για την πορεία δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων μετά το 2027, ο Άκης Σκέρτσος παραπέμπει στα μεγέθη του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Για το 2026, οι δημόσιες επενδύσεις εκτιμώνται σε 18 δισ. ευρώ (39% του συνόλου) και οι ιδιωτικές σε 28 δισ. ευρώ (61%), σε συνολικό ύψος επενδύσεων 46 δισ. ευρώ. Για το 2029, η εκτίμηση είναι ότι οι δημόσιες επενδύσεις θα διαμορφωθούν περίπου στα 11,2 δισ. ευρώ (22%), ενώ οι ιδιωτικές στα 40,5 δισ. ευρώ (78%), με σύνολο 51,7 δισ. ευρώ.
Όπως υποστηρίζει, μετά τη μεγάλη αύξηση επενδύσεων του 2026, η Ελλάδα «θα έχει συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με την ΕΕ στο μερίδιο επενδύσεων προς ΑΕΠ», περιορίζοντας το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε στην κρίση. Επομένως, σύμφωνα με τον ίδιο, η κριτική για την «επόμενη μέρα» αφορά ουσιαστικά «χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης επενδύσεων επί ενός υψηλότερου πλέον μεριδίου επενδύσεων επί του ΑΕΠ».
Υπενθυμίζει ακόμη ότι τα τελευταία χρόνια η χώρα καταγράφει ρεκόρ άμεσων ξένων επενδύσεων, με τριπλάσιο ετήσιο μερίδιο ΑΞΕ στο ΑΕΠ μέσα σε πενταετία σε σχέση με την προηγούμενη 20ετία, καθώς και τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης επενδύσεων στην Ευρώπη.
Ο Άκης Σκέρτσος κλείνει την παρέμβασή του με μια διπλή επισήμανση: «Εν κατακλείδι: έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας; Σε καμία περίπτωση. Οι προκλήσεις παραμένουν πολλές και είναι γνωστές. Ας εστιάσουμε όμως στα πραγματικά προβλήματα αντί να ισοπεδώνουμε την υπαρκτή και ουσιαστική πρόοδο που έχει σημειώσει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια αλλά και τη δουλειά βάσης που γίνεται ώστε η πατρίδα μας να αλλάξει πίστα τα επόμενα χρόνια προς μια οικονομία ανοιχτή, εξωστρεφή, παραγωγική, ψηφιακή και πράσινη».

Leave a Reply