Υπάρχει μια συγκεκριμένη μυρωδιά που αναδίδουν τα παλαιοπωλεία της Αθήνας. Είναι ένας συνδυασμός από κερί μέλισσας, παλιό χαρτί, σκουριασμένο σίδερο και εκείνη την υπόκωφη σκόνη που κάθεται πάνω στην ιστορία όταν κανείς δεν την κοιτάζει. Στην Πλατεία Αβησσυνίας, την Κυριακή το πρωί, η Αθήνα αναζητά τα κομμάτια του εαυτού της που έχασε στη βιασύνη του εκσυγχρονισμού.
Από τον Γιουσουρούμ στο vintage
Η ιστορία του αθηναϊκού παλαιοπωλείου δεν ξεκίνησε από βιτρίνες, αλλά από την ανάγκη. Το 1863, ένας σεφαραδίτης Εβραίος από τη Σμύρνη, ο Νώε Γιουσουρούμ, φτάνει στην Αθήνα και στήνει το πρώτο του κατάστημα στη γωνία των οδών Ερμού και Καραϊσκάκη. Οι Αθηναίοι, που τότε δεν είχαν λέξεις για το «vintage», άρχισαν να αποκαλούν ολόκληρη την περιοχή «Γιουσουρούμ».
Ο παλαιοπώλης τότε ήταν ο άνθρωπος που έδινε αξία στο «τίποτα». Ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα αρχοντικά που παρήκμαζαν και στα λαϊκά σπίτια που διψούσαν για ένα αστικό ίχνος. Ο Νώε και οι απόγονοί του, άνθρωποι με βαθιά καλλιέργεια και εμπορικό δαιμόνιο, μετέτρεψαν το παλαιοπωλείο από μια «αποθήκη παλιοπραγμάτων» σε έναν θεσμό κοινωνικής συναναστροφής.









