Tag: Δήμητρα Μαργώνη

  • Η Γιορτή του Πατέρα μέσα από τα μάτια του Φραντς Κάφκα

    Η Γιορτή του Πατέρα μέσα από τα μάτια του Φραντς Κάφκα

    Κάθε τρίτη Κυριακή του Ιουνίου, γιορτάζεται διεθνώς η Ημέρα του Πατέρα μια μέρα αφιερωμένη στη στοργή, στην καθοδήγηση και στην  αθόρυβη δύναμη της πατρικής φιγούρας. Όμως για κάποιους, η λέξη «πατέρας» δεν είναι συνώνυμο της αγάπης. Για τον Φραντς Κάφκα, έμοιαζε περισσότερο με απειλή.

    Είναι αρκετα συγκινητικό να διαβάζει κανείς την Επιστολή στον Πατέρα (1919) ενα γράμμα που ο Κάφκα τελικά δεν μπόρεσε να στείλει ποτέ. Κι όμως, αυτό το γράμμα έμελλε να γίνει ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα του 20ού αιώνα για τη σχέση μεταξύ παιδιού και γονέα. Είναι μια υπαρξιακή κραυγή. Ένας γιος που προσπαθεί να καταλάβει γιατί νιώθει «λίγος». Ένας συγγραφέας που προσπαθεί να αρθρώσει όσα δεν κατάφερε να πει ποτέ κατά πρόσωπο.

    «Αγαπημένε μου πατέρα, με ρώτησες πρόσφατα γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Όπως συνήθως, δεν μπόρεσα να σου απαντήσω τίποτα επί τόπου, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, και εν μέρει επειδή για να σου απαντήσω θα χρειαζόταν περισσότερη ηρεμία και ελευθερία απ’ όση μπορώ να διαθέσω σε μια συνομιλία μαζί σου.»

    Για τον πατερα του Κάφκα όμως η απάντηση ήταν απλη: ο γιος του ήταν ένα δειλό, αδύναμο και αξιολύπητο πλάσμα χωρίς τα χαρακτηριστικά ενός “Κάφκα”. Παρ’όλο που ο ίδιος ο Κάφκα αναγνωρίζει την κακοποίηση του πατέρα του, δεν κάνει τίποτα για να τον σταματήσει – δεν μπορεί να τον σταματήσει – και στο τέλος είναι ανίκανος να τον αντιμετωπίσει και καταφεύγει στην μόνη άμυνα που του έχει μείνει — τη συγγραφή.

    Κάποια στιγμή μέσα στην επιστολή, μια δυνατή ιστορία από την παιδική ηλικία του Κάφκα έρχεται στο φως. Αφηγείται πώς μια νύχτα παρακαλούσε τους γονείς του για νερό για να σβήσει τη δίψα του. Παρακαλούσε και παρακαλούσε, περιμένοντας κάποιος να ανταποκριθεί στο αίτημά του για νερό. Βέβαια ο ίδιος λέει πως δεν ήταν πραγματικά διψασμένος, πάρα ήθελε μονάχα λίγη προσοχή. Η “γκρίνια” του συνεχίζεται ως που ο πατέρας του μπαίνει μέσα στο δωμάτιο απότομα. Ο Κάφκα τρομάζει. Τότε ο πατέρας του τον αρπάζει και τον σέρνει στο μπαλκόνι, κλειδώνοντας τον έξω για όλη τη νύχτα. Η σκληρή αυτή πράξη στιγματίζει για πάντα τον Κάφκα. Εκείνο το βράδυ καταλαβαίνει μέχρι που μπορεί να φτάσει η σκληρότητα του πατέρα του.

    «Δεν μπορούσα να γίνω αυτό που εσύ ήθελες, αλλά και το να είμαι αυτό που ήμουν, δεν μου το επέτρεπες ποτέ.»

    Αξίζει να σημειωθεί ότι το γράμμα αυτό δεν γράφτηκε με σκοπό να τον κατηγορήσει. Είναι η τελευταία του προσπάθεια να τον καταλάβει. Να βρει τις πιθανές αιτίες που οδήγησαν τον πατέρα του σε αυτή την συμπεριφορά. Ίσως να ήταν προσωπικοί φόβοι και ανασφάλειες ή η κοινωνική πίεση της εποχής. Ο Κάφκα δεν το έμαθε ποτέ, καθώς πέθανε χωρίς κανέναν δίπλα του, από φυματίωση, στην ηλικία των 41 ετών.

    Η Επιστολή στον Πατέρα δεν είναι μόνο μια καταγγελία. Είναι ένας ειλικρινής, επώδυνος διάλογος και με τον πατέρα του και με τον ίδιο του τον εαυτό. Μέσα από τις σελίδες του γράμματος, ο Κάφκα εκφράζει το αίσθημα της μοναξιάς, της απόρριψης και της αδυναμίας να βρει θέση σε έναν κόσμο που ο πατέρας του συμβόλιζε με την αυστηρότητα και την καταπίεση. Παρά την οδύνη και το βάρος που κουβαλούσε, ο Κάφκα κατάφερε να μετατρέψει αυτή την εσωτερική πάλη σε λογοτεχνία που αγγίζει κάθε αναγνώστη, ανεξαρτήτως εποχής και τόπου. Τα έργα του, γεμάτα αβεβαιότητα και υπαρξιακή αγωνία, αποτυπώνουν την πάλη του ανθρώπου να βρει νόημα μέσα σε έναν κόσμο συχνά εχθρικό και ακατανόητο.

    «Ακόμα κι αν μπορούσαμε να συμφιλιωθούμε στα λόγια, το παρελθόν θα στεκόταν πάντα ανάμεσά μας σαν βουνό.»

    Η Ημερα του Πατέρα, λοιπόν, μέσα από τα μάτια του Φραντς Κάφκα, μας υπενθυμίζει ότι η πατρική φιγούρα, ενώ για πολλούς είναι πηγή αγάπης και προστασίας, για κάποιους άλλους μπορεί να σημαίνει φόβο, πόνο και αποξένωση. Κι όμως τέτοιες μέρες γεννάνε την ελπίδα. Την ελπίδα για αποδοχή και συγχώρεση.

    Με τη σειρά μου κι’εγώ εύχομαι κάθε πατέρας και κάθε παιδί να βρουν το δικό τους δρόμο προς την αγάπη και την κατανόηση. Γιατί στο τέλος, αυτό που μετράει περισσότερο είναι η προσπάθεια να είμαστε εκεί ο ένας για τον άλλον, με ειλικρίνεια, σεβασμό και τη καρδιά ανοιχτή.

    «Δεν σου ζητώ να αλλάξεις. Ούτε κι εγώ μπορώ να αλλάξω. Σου γράφω μόνο για να προσπαθήσω να καταλάβω, έστω κι αν τίποτα δεν αλλάξει τελικά.»

  • «”Μπότες Μπότες Μπότες”: Όταν ο ρυθμός της ποιήσης γίνεται κραυγήπολέμου»

    «”Μπότες Μπότες Μπότες”: Όταν ο ρυθμός της ποιήσης γίνεται κραυγήπολέμου»

    Ο Rudyard Kipling (Ράντιαρντ Κίπλινγκ) γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1865 στην
    Ινδία και έζησε στην εποχή των αποικιακών πολέμων. Ήταν Βρετανός διηγηματογράφος
    και ποιητής. Το 1907 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην ηλικία των 42 ετών.
    Ανάμεσα στα πιο διάσημα του έργα είναι το Άν (If) και το Βιβλίο της Ζούγκλας (The
    Jungle Book).
    Το 1903 δημοσιεύει το πιο εμβληματικό του ποιήμα με τον τίτλο “Boots” (Μπότες). Αν και
    ο Κίπλινγκ ήταν φαινομενικά φιλοπόλεμος, στο “Boots” δεν εξυμνεί τον πόλεμο ούτε
    παρουσιάζει την αποικιοκρατία ως πολιτιστική αποστολή. Αντίθετα, καταγράφει τον
    ψυχικό και σωματικό κατακερματισμό που βιώνει ο στρατιώτης που βρίσκεται
    εγκλωβισμένος στο πεδίο της μάχης με μόνη του διέξοδο τον θάνατο.
    Η ρυθμική δομή του ποιήματος, με την εμμονική επανάληψη του
    «boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again» (μπότες-μπότες-μπότες-
    μπότες– πάνε πάνω κάτω ξανά), μιμείται το ρυθμικό βήμα της πορείας, αλλά
    ταυτόχρονα λειτουργεί και ως ψυχολογικό αντίλαλο της κούρασης και της αποπλάνησης
    από την πραγματικότητα. Η συνεχής επανάληψη δεν αφήνει χώρο για σκέψη,
    αμφισβήτηση ή ανάπαυση – οι στρατιώτες έχουν μπει στο αυτόματο και υπηρετούν μια
    αόρατη μηχανή.
    Το ποιήμα αυτό μπορεί να διαβαστεί σήμερα ως ένα πρώιμο ίχνος κριτικής απέναντι
    στον πατριωτικό ενθουσιασμό που συνόδευε τις βρετανικές πολεμικές εκστρατείες.
    Παρά την προσωπική πολιτική στάση του Kipling, το ποίημα αυτό στέκεται μόνο του ως
    μαρτυρία για τη σωματική εξάντληση, την ψυχική φθορά και την απώλεια της
    ατομικότητας.
    Σε μια εποχή όπου τα σύνορα, οι σημαίες και οι στρατιωτικές πορείες συνεχίζουν να
    καθορίζουν την ιστορία, η φωνή του άγνωστου στρατιώτη στο “Boots” αποκτά μια
    διαχρονική αξία. Μας υπενθυμίζει πως ο πόλεμος, ακόμα και όταν ντύνεται με
    υποσχέσεις ελευθερίας και δύναμης, στην πράξη μυρίζει ιδρώτα, αίμα, φόβο και…
    μπότες που δεν σταματούν ποτέ.

    We’re foot—slog—slog—slog—sloggin’ over Africa—
    Foot—foot—foot—foot—sloggin’ over Africa—
    (Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
    There’s no discharge in the war!

    Seven—six—eleven—five—nine-an’-twenty mile to-day—
    Four—eleven—seventeen—thirty-two the day before—
    (Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
    There’s no discharge in the war!

    Don’t—don’t—don’t—don’t—look at what’s in front of you.
    (Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
    Men—men—men—men—men go mad with watchin’ ‘em,
    An’ there’s no discharge in the war!

    Try—try—try—try—to think o’ something different—
    Oh—my—God—keep—me from goin’ lunatic!
    (Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
    There’s no discharge in the war!

    Count—count—count—count—the bullets in the bandoliers.
    If—your—eyes—drop—they will get atop o’ you!
    (Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
    There’s no discharge in the war!

    We—can—stick—out—‘unger, thirst, an’ weariness,
    But—not—not—not—not the chronic sight of ‘em—
    Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again,
    An’ there’s no discharge in the war!

    ‘Taint—so—bad—by—day because o’ company,

    But night—brings—long—strings—o’ forty thousand million
    Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again.
    There’s no discharge in the war!

    I—‘ave—marched—six weeks in ‘Ell an’ certify
    It—is—not—fire—devils, dark, or anything,
    But boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again,
    An’ there’s no discharge in the war!

  • Jean-Paul Sartre: Ο Πατέρας του Υπαρξισμού και η Κόλαση της Ανθρώπινης Συνύπαρξης

    Jean-Paul Sartre: Ο Πατέρας του Υπαρξισμού και η Κόλαση της Ανθρώπινης Συνύπαρξης

    Ο Jean-Paul Sartre δεν ήταν απλώς ένας φιλόσοφος· ήταν φωνή εποχής, πνευματικός
    ηγέτης μιας γενιάς που πάλευε με το βάρος της ελευθερίας και της επιλογής. Η συμβολή του
    στην υπαρξιστική φιλοσοφία, η έντονη κοινωνική και πολιτική του δράση, αλλά και τα
    θεατρικά του έργα, ιδίως το «Κεκλεισμένων των Θυρών», αναδεικνύουν έναν διανοούμενο
    που δεν έμεινε στη θεωρία, αλλά βούτηξε βαθιά στην ανθρώπινη ύπαρξη.

    Ο Υπαρξισμός του Sartre
    Στην καρδιά του υπαρξισμού του Sartre βρίσκεται η ριζική ιδέα ότι «η ύπαρξη προηγείται
    της ουσίας». Ο άνθρωπος δεν έχει προκαθορισμένο νόημα ή «φύση». Αντιθέτως, είναι αυτό
    που φτιάχνει ο ίδιος από τον εαυτό του, μέσα από τις πράξεις του. Αυτό δίνει στον άνθρωπο
    απόλυτη ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα και απόλυτη ευθύνη. Δεν μπορεί να ρίξει το φταίξιμο
    σε Θεό, μοίρα ή κοινωνία – είναι ο ίδιος υπεύθυνος για ό,τι είναι.
    Το άγχος, η «ναυτία» και η αίσθηση του κενού είναι υπαρξιακά αισθήματα που γεννιούνται
    όταν ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι είναι μόνος μέσα στον κόσμο και πρέπει να επιλέξει. Ο
    Sartre δεν έβλεπε την ελευθερία αυτή ως ευλογία, αλλά ως βάρος – «είμαστε
    καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι».

    Το Θέατρο ως Υπαρξιακή Αρένα
    Η φιλοσοφία του Sartre δεν έμεινε στα βιβλία. Βρήκε θεατρική έκφραση, με πιο
    χαρακτηριστικό παράδειγμα το έργο «Κεκλεισμένων των Θυρών» (Huis Clos/ No Exit). Τρεις
    χαρακτήρες – ο Γκαρσέν, η Ινέζ και η Εστέλλα – βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα δωμάτιο,
    μια «κόλαση» χωρίς φωτιά και βασανιστήρια. Η τιμωρία τους είναι απλή: είναι αναγκασμένοι
    να συνυπάρχουν για πάντα. Και εκεί γεννιέται η διάσημη φράση: «Η κόλαση είναι οι άλλοι».
    Αυτή η φράση δεν σημαίνει μίσος προς τους άλλους ανθρώπους, αλλά τονίζει πώς η
    ύπαρξη των άλλων μάς καθρεφτίζει, μας εκθέτει, μας φυλακίζει σε ρόλους και προσδοκίες.
    Ο άλλος άνθρωπος γίνεται ο «καθρέφτης» μέσα από τον οποίο ερμηνεύουμε τον εαυτό μας
    – και πολλές φορές νιώθουμε φυλακισμένοι σε αυτή την αντανάκλαση.

    Ετσι λοιπόν ο Sartre συνεχίζει να μας υπενθυμίζει μέχρι και σήμερα ότι η ελευθερία μας
    είναι ένα αδιέξοδο από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε και ότι η επίγεια κόλαση είναι
    η αντανάκλαση του εαυτού μας μέσα από τα μάτια των άλλων.