«”Μπότες Μπότες Μπότες”: Όταν ο ρυθμός της ποιήσης γίνεται κραυγήπολέμου»

Ο Rudyard Kipling (Ράντιαρντ Κίπλινγκ) γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1865 στην
Ινδία και έζησε στην εποχή των αποικιακών πολέμων. Ήταν Βρετανός διηγηματογράφος
και ποιητής. Το 1907 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην ηλικία των 42 ετών.
Ανάμεσα στα πιο διάσημα του έργα είναι το Άν (If) και το Βιβλίο της Ζούγκλας (The
Jungle Book).
Το 1903 δημοσιεύει το πιο εμβληματικό του ποιήμα με τον τίτλο “Boots” (Μπότες). Αν και
ο Κίπλινγκ ήταν φαινομενικά φιλοπόλεμος, στο “Boots” δεν εξυμνεί τον πόλεμο ούτε
παρουσιάζει την αποικιοκρατία ως πολιτιστική αποστολή. Αντίθετα, καταγράφει τον
ψυχικό και σωματικό κατακερματισμό που βιώνει ο στρατιώτης που βρίσκεται
εγκλωβισμένος στο πεδίο της μάχης με μόνη του διέξοδο τον θάνατο.
Η ρυθμική δομή του ποιήματος, με την εμμονική επανάληψη του
«boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again» (μπότες-μπότες-μπότες-
μπότες– πάνε πάνω κάτω ξανά), μιμείται το ρυθμικό βήμα της πορείας, αλλά
ταυτόχρονα λειτουργεί και ως ψυχολογικό αντίλαλο της κούρασης και της αποπλάνησης
από την πραγματικότητα. Η συνεχής επανάληψη δεν αφήνει χώρο για σκέψη,
αμφισβήτηση ή ανάπαυση – οι στρατιώτες έχουν μπει στο αυτόματο και υπηρετούν μια
αόρατη μηχανή.
Το ποιήμα αυτό μπορεί να διαβαστεί σήμερα ως ένα πρώιμο ίχνος κριτικής απέναντι
στον πατριωτικό ενθουσιασμό που συνόδευε τις βρετανικές πολεμικές εκστρατείες.
Παρά την προσωπική πολιτική στάση του Kipling, το ποίημα αυτό στέκεται μόνο του ως
μαρτυρία για τη σωματική εξάντληση, την ψυχική φθορά και την απώλεια της
ατομικότητας.
Σε μια εποχή όπου τα σύνορα, οι σημαίες και οι στρατιωτικές πορείες συνεχίζουν να
καθορίζουν την ιστορία, η φωνή του άγνωστου στρατιώτη στο “Boots” αποκτά μια
διαχρονική αξία. Μας υπενθυμίζει πως ο πόλεμος, ακόμα και όταν ντύνεται με
υποσχέσεις ελευθερίας και δύναμης, στην πράξη μυρίζει ιδρώτα, αίμα, φόβο και…
μπότες που δεν σταματούν ποτέ.

We’re foot—slog—slog—slog—sloggin’ over Africa—
Foot—foot—foot—foot—sloggin’ over Africa—
(Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
There’s no discharge in the war!

Seven—six—eleven—five—nine-an’-twenty mile to-day—
Four—eleven—seventeen—thirty-two the day before—
(Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
There’s no discharge in the war!

Don’t—don’t—don’t—don’t—look at what’s in front of you.
(Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
Men—men—men—men—men go mad with watchin’ ‘em,
An’ there’s no discharge in the war!

Try—try—try—try—to think o’ something different—
Oh—my—God—keep—me from goin’ lunatic!
(Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
There’s no discharge in the war!

Count—count—count—count—the bullets in the bandoliers.
If—your—eyes—drop—they will get atop o’ you!
(Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again!)
There’s no discharge in the war!

We—can—stick—out—‘unger, thirst, an’ weariness,
But—not—not—not—not the chronic sight of ‘em—
Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again,
An’ there’s no discharge in the war!

‘Taint—so—bad—by—day because o’ company,

But night—brings—long—strings—o’ forty thousand million
Boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again.
There’s no discharge in the war!

I—‘ave—marched—six weeks in ‘Ell an’ certify
It—is—not—fire—devils, dark, or anything,
But boots—boots—boots—boots—movin’ up an’ down again,
An’ there’s no discharge in the war!

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *