Tag: Διεθνές Δίκαιο

  • Γεραπετρίτης: Η θαλάσσια ασφάλεια ως αναπόσπαστο κομμάτι εθνικής στρατηγικής

    Γεραπετρίτης: Η θαλάσσια ασφάλεια ως αναπόσπαστο κομμάτι εθνικής στρατηγικής

    Τον καθοριστικό ρόλο της θαλάσσιας ασφάλειας στη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας και στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης ανέδειξε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, στον χαιρετισμό του σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με θέμα «Από την Ανοικτή θάλασσα στον Καταναλωτή: Διασφάλιση του Θαλάσσιου Εμπορίου και της Παγκόσμιας Οικονομίας». Όπως τόνισε, για την Ελλάδα η θαλάσσια ασφάλεια δεν αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη δημόσια πολιτική, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής στρατηγικής, καθώς η γεωγραφία έχει διαμορφώσει διαχρονικά τον τρόπο με τον οποίο κινείται η ελληνική εξωτερική πολιτική.

    Η ελληνική ναυτιλία και ο ρόλος της χώρας στις αλυσίδες εμπορίου

    Ο Έλληνας ΥΠΕΞ υπογράμμισε ότι η Ελλάδα είναι παραδοσιακά ναυτική δύναμη και σήμερα διατηρεί ηγετική θέση στη διεθνή ναυτιλία. Ειδική αναφορά έκανε στον ελληνόκτητο εμπορικό στόλο, σημειώνοντας ότι αντιπροσωπεύει πάνω από το 20% του παγκόσμιου στόλου και περισσότερο από το 61% του στόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ποσοστά που –όπως παρατήρησε– είναι δυσανάλογα σε σχέση με το μερίδιο της Ελλάδας στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Στο ίδιο πλαίσιο, στάθηκε και στη στρατηγική θέση της χώρας στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, με χιλιάδες νησιά και εκτεταμένη ακτογραμμή, επισημαίνοντας ότι λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως κρίσιμος κόμβος διασύνδεσης για το διεθνές εμπόριο και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

    Διεθνές Δίκαιο, απειλές και αποστολές προστασίας της ναυσιπλοΐας

    Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας, που, σύμφωνα με τον κ. Γεραπετρίτη, αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Υπενθύμισε ότι πάνω από το 80% του παγκόσμιου εμπορίου μεταφέρεται δια θαλάσσης, στοιχείο που καθιστά τις ελεύθερες και ασφαλείς θάλασσες ζωτικής σημασίας για την επισιτιστική και ενεργειακή ασφάλεια, αλλά και για την ευημερία των οικονομιών. Έθεσε, ωστόσο, ως κρίσιμο ερώτημα το κατά πόσο οι θάλασσες παραμένουν σήμερα ελεύθερες και ασφαλείς, καταγράφοντας απειλές όπως πειρατεία, τρομοκρατία, παράνομες δραστηριότητες, επιθέσεις με drones και υβριδικές απειλές που θέτουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, το περιβάλλον και τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στον ενεργό και ηγετικό ρόλο της Ελλάδας σε διεθνείς αποστολές, όπως η ναυτική επιχείρηση της ΕΕ «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα για την προστασία της εμπορικής ναυτιλίας, καθώς και στις επιχειρήσεις «Αταλάντα» στον Ινδικό Ωκεανό και «Ειρήνη» στη Μεσόγειο, ενώ έκανε ειδική μνεία και στις προκλήσεις του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», που, όπως είπε, απαιτούν αυξημένο διεθνή συντονισμό.

    «Ρεαλισμός βασισμένος σε αξίες» και συλλογική απάντηση στις προκλήσεις

    Ο υπουργός Εξωτερικών σημείωσε ότι η αντιμετώπιση των θαλάσσιων απειλών προϋποθέτει συλλογική δράση και υπογράμμισε την ανάγκη να ενισχυθεί ο ρόλος διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός και η ΕΕ, να εμβαθύνει η συνεργασία κρατών με τον ναυτιλιακό τομέα αξιοποιώντας την τεχνογνωσία του ιδιωτικού πεδίου, και να προωθηθούν προληπτικά συλλογικά μέτρα επιβολής της νομιμότητας μέσα σε μια ισχυρή διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Αναφερόμενος στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον, έκανε λόγο για περίοδο έντονης ρευστότητας, με πολλαπλά ενεργά ή «παγωμένα» μέτωπα συγκρούσεων, πίεση στην πολυμέρεια και υποχώρηση της διεθνούς τάξης που στηρίζεται σε κανόνες. Σε αυτό το πλαίσιο, κάλεσε τις χώρες που μοιράζονται κοινές αξίες να συνδυάσουν την προσήλωση στις αρχές του διεθνούς δικαίου με μια ρεαλιστική προσέγγιση, υιοθετώντας αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «ρεαλισμό βασισμένο σε αξίες». Κλείνοντας, επανέλαβε τη δέσμευση της Ελλάδας στην πολυμέρεια και στο Διεθνές Δίκαιο, υπογραμμίζοντας τον αναντικατάστατο ρόλο των Ηνωμένων Εθνών, ενώ παρέπεμψε και στη σκέψη του Ιμμάνουελ Καντ, τονίζοντας ότι η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και το ελεύθερο εμπόριο δεν αποτελούν μόνο οικονομική ανάγκη, αλλά θεμέλιο για ειρήνη, συνεργασία και αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των εθνών.

  • Η υπόθεση Μαδούρο και το ρήγμα του διεθνούς δικαίου

    Η υπόθεση Μαδούρο και το ρήγμα του διεθνούς δικαίου

    Η σύλληψη και εξαναγκαστική μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, ύστερα από αμερικανική επιχείρηση στο Καράκας, πέρα από ένα επεισόδιο “σκληρής ισχύος” στη Λατινική Αμερική, είναι μια πράξη που συμπυκνώνει το διαχρονικό δίλημμα του διεθνούς συστήματος: ποιος θέτει τους κανόνες, ποιος τους εφαρμόζει, και τι απομένει από τη συλλογική ασφάλεια όταν μια μεγάλη δύναμη αντιμετωπίζει έναν κυρίαρχο ηγέτη ως “κατηγορούμενο υπό δίωξη” και όχι ως συνομιλητή. Η κυβέρνηση Τραμπ έντυσε την επιχείρηση με το λεξιλόγιο της επιβολής του νόμου, ωστόσο η κλίμακα και ο τρόπος δράσης παραπέμπουν σε στρατιωτική επιχείρηση με σαφή πολιτικό σκοπό. Αυτό ακριβώς το υβρίδιο, αστυνομική “εξαγωγή” με στρατιωτικά μέσα, είναι που κάνει την υπόθεση Μαδούρο να λειτουργεί ως δοκιμασία αντοχής για το διεθνές δίκαιο και ως πρόκριμα για έναν πιο ωμό ανταγωνισμό σφαιρών επιρροής.

    Για να κατανοηθεί το εύρος του σοκ, χρειάζεται ένα σύντομο ιστορικό υπόβαθρο. Από το 1998 και την άνοδο του Ούγκο Τσάβες, η Βενεζουέλα επανατοποθετήθηκε ως αντι-ηγεμονικός πόλος, αξιοποιώντας το πετρέλαιο ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής στο εσωτερικό και γεωπολιτικής αυτονομίας στο εξωτερικό. Μετά τον θάνατο του Τσάβες (2013), ο Μαδούρο κληρονόμησε ένα μοντέλο που εξαρτιόταν από υψηλές τιμές υδρογονανθράκων και από πολιτική συνοχή, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με κατάρρευση παραγωγής, διεθνείς κυρώσεις, μαζική μετανάστευση και βαθιά κρίση νομιμοποίησης. Η Ουάσιγκτον, ιδίως μετά την αμφισβητούμενη εκλογική διαδικασία του 2018, αντιμετώπισε τον Μαδούρο ως “μη νόμιμο” ηγέτη και ενέταξε την πίεση προς το καθεστώς σε ένα πλαίσιο κυρώσεων και ποινικών κατηγοριών. Στο μεταξύ, η Ρωσία και η Κίνα λειτούργησαν ως στρατηγικοί εταίροι του Καράκας: η πρώτη κυρίως με πολιτικο-ασφαλιστικούς δεσμούς και συμβολική στήριξη, η δεύτερη με οικονομική δικτύωση, επενδύσεις/χρηματοδοτήσεις και την αρχή της μη επέμβασης ως διπλωματικό ανάχωμα απέναντι στη δυτική πίεση.
    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήρθε ο Ιανουάριος του 2026. Στις 3 Ιανουαρίου οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν πλήγματα και επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο και της συζύγου του, μεταφέροντάς τους εκτός χώρας. Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε δημοσίως ότι οι ΗΠΑ θα “τρέξουν” τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει “ασφαλής και συνετή” μετάβαση, ενώ τέθηκε ευθέως στο τραπέζι η επιστροφή αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών με στόχο την “ανοικοδόμηση” του πετρελαϊκού τομέα.

    Στις 5 Ιανουαρίου, στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν, ο Μαδούρο εμφανίστηκε δεσμώτης, δήλωσε ότι “απήχθη”, αρνήθηκε τις κατηγορίες και προανήγγειλε διά των συνηγόρων του μια μεγάλη δικαστική μάχη για τη νομιμότητα της “στρατιωτικής απαγωγής”. Την ίδια ημέρα ορίστηκε επόμενη δικάσιμος για τις 17 Μαρτίου, ενώ στο Καράκας ορκίστηκε ως υπηρεσιακή/μεταβατική πρόεδρος η Ντέλσι Ροντρίγκες, γεγονός που υπογράμμισε ότι η “επόμενη μέρα” δεν είναι αυτόματα μια φιλο-αντιπολιτευτική αλλαγή καθεστώτος, αλλά μια σύνθετη διαπραγμάτευση ισχύος, φόβου και επιβίωσης των εναπομεινάντων κρατικών μηχανισμών.

    Η ευρωπαϊκή αντίδραση κινήθηκε ακριβώς πάνω στη ρωγμή ανάμεσα σε κανόνες και συμφέροντα. Η ΕΕ, μέσω της δήλωσης της Ύπατης Εκπροσώπου, κάλεσε σε αυτοσυγκράτηση και υπενθύμισε ότι “υπό όλες τις συνθήκες” πρέπει να τηρούνται οι αρχές του διεθνούς δικαίου και ο Χάρτης του ΟΗΕ, αποφεύγοντας όμως μια μετωπική καταδίκη της Ουάσιγκτον.
    Παράλληλα, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες φάνηκαν “διχασμένες”: από τη μία, η απομάκρυνση ενός αυταρχικού ηγέτη μπορεί να εκληφθεί ως ευκαιρία δημοκρατικής μετάβασης· από την άλλη, ο τρόπος απομάκρυνσης υπονομεύει το ίδιο το “κανoνιστικό κεφάλαιο” της Ευρώπης, που στηρίζεται στην αρχή της κυριαρχίας και στην αποδοχή θεσμικών διαδικασιών. Η ανάλυση του ECFR το αποτύπωσε ως ευρωπαϊκό δίλημμα τριπλής εστίασης: Λατινική Αμερική, αλλά και ευρωπαϊκή ασφάλεια/αξιοπιστία της Δύσης, καθώς και οι παράπλευρες συνέπειες σε Αρκτική/Ταϊβάν ως χώροι ανταγωνισμού σφαιρών επιρροής.
    Η Ρωσία καταδίκασε την αμερικανική ενέργεια ως “ένοπλη επιθετικότητα”, κάλεσε σε αποτροπή κλιμάκωσης και τόνισε ότι η Βενεζουέλα πρέπει να καθορίσει “μόνη” το μέλλον της χωρίς στρατιωτική ανάμειξη.
    Όμως το πιο ενδιαφέρον γεωπολιτικά δεν είναι μόνο η καταγγελία, αλλά το έλλειμμα επιλογών. Η Μόσχα, δεσμευμένη σε άλλες προτεραιότητες και με περιορισμένη προβολή ισχύος στη δυτική ημισφαίρια, αποκαλύπτει τα όρια του ρόλου της ως “προστάτη” συμμάχων όταν απέναντι βρίσκεται μια αποφασισμένη Ουάσιγκτον. Σε αυτό το πρίσμα, αναλύσεις όπως του Atlantic Council ερμηνεύουν το επεισόδιο ως ένδειξη ρωσικής αδυναμίας να αποτρέψει μια αμερικανική επιχείρηση υψηλού συμβολισμού στην “πίσω αυλή” των ΗΠΑ.
    Η Κίνα, αντίθετα, επέλεξε μια πολύ πιο μετωπική διπλωματική στάση, ακριβώς επειδή το κόστος του προηγούμενου ακουμπά τον πυρήνα της κινεζικής στρατηγικής: κυριαρχία, μη επέμβαση, και απόρριψη της νομιμοποίησης που αντλούν οι ΗΠΑ από τη μονομερή χρήση ισχύος. Το κινεζικό ΥΠΕΞ μίλησε για “κατάφωρη χρήση βίας” που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και απειλεί την ειρήνη στη Λατινική Αμερική/Καραϊβική.
    Παράλληλα, σύμφωνα με το Reuters, ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι χρησιμοποίησε τη διατύπωση ότι το Πεκίνο δεν αποδέχεται “καμία χώρα ως παγκόσμιο δικαστή”, ενώ στον ΟΗΕ η κινεζική αντιπροσωπεία προειδοποίησε ότι “τα μαθήματα της ιστορίας” δείχνουν πως η αδιάκριτη χρήση βίας γεννά μεγαλύτερες κρίσεις.
    Για την Κίνα, λοιπόν, η υπόθεση Μαδούρο δεν είναι μόνο Λατινική Αμερική: είναι και η μάχη για το ποιος ορίζει το “νόμιμο” και το “παράνομο” σε έναν κόσμο μεγάλων ανταγωνισμών.

    Το Συμβούλιο Ασφαλείας στη Νέα Υόρκη έγινε το κύριο θέατρο αυτής της σύγκρουσης αφηγημάτων. Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε σε κλίμα οξείας αντιπαράθεσης, με την καταγγελία περί παραβίασης του Χάρτη του ΟΗΕ να επανέρχεται στο κέντρο.
    Ιδιαίτερο βάρος έχει πως σύμφωνα με την κάλυψη του Al Jazeera ακόμη και σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Δανία, εξέφρασαν ενστάσεις για τη νομιμότητα, ενώ ο Αμερικανός πρέσβης στον ΟΗΕ περιέγραψε την επιχείρηση ως “surgical law enforcement operation”.
    Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, το πρόβλημα είναι δομικό: χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας και χωρίς κλασικό σενάριο αυτοάμυνας, η χρήση βίας σε έδαφος κυρίαρχου κράτους δύσκολα “κουμπώνει” σε νομικές εξαιρέσεις. Η Chatham House ήταν από τους πιο κατηγορηματικούς θεσμικούς σχολιαστές, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει δικαιολόγηση και ότι πρόκειται για σαφή παραβίαση κυριαρχίας και Χάρτη.
    Ταυτόχρονα, ο ελληνικός σχολιασμός κινήθηκε στο ίδιο μοτίβο: ο Κώστας Υφαντής σημείωσε ότι “η απαγωγή Μαδούρο ξεκάθαρα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο”, ενώ ο Κώστας Τσαρούχας υπενθύμισε την ιστορική αναλογία με τη σύλληψη Νοριέγκα (1989), υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές έχουν προηγούμενο στην αμερικανική πολιτική.
    Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα κάνει ο Τραμπ από εδώ και πέρα αλλά και τι μπορεί να αντέξει το διεθνές σύστημα χωρίς να “κανονικοποιήσει” την εξαίρεση.
    Πρώτον, στο επίπεδο διακυβέρνησης, το ίδιο το Reuters καταγράφει ότι ο Τραμπ θεωρεί ανέφικτο ένα άμεσο εκλογικό χρονοδιάγραμμα και μιλά για “επιδιόρθωση” της χώρας πριν από εκλογές, την ώρα που η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να συζητά, έστω πραγματιστικά, με τμήματα του υπάρχοντος κρατικού πυρήνα στο Καράκας.
    Αυτό προδιαγράφει ένα μοντέλο “ελεγχόμενης μετάβασης” όπου το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η αλλαγή ηγεσίας, αλλά η διατήρηση τάξης, η ασφάλεια ενεργειακών υποδομών και η διαπραγμάτευση νέων όρων πρόσβασης στο πετρέλαιο. Εδώ πατά και η ενεργειακή διάσταση: ο Τραμπ έχει μιλήσει ανοιχτά για επιστροφή αμερικανικών εταιρειών και για ανοικοδόμηση υποδομών, όμως ειδικοί επισημαίνουν ότι τα οφέλη ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι άμεσα ούτε αυτόματα, λόγω τεχνικής απαξίωσης και θεσμικού ρίσκου.
    Δεύτερον, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το πολιτικό ρίσκο είναι να μετατραπεί ένα “χειρουργικό” αφήγημα σε παρατεταμένη εμπλοκή. Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει κατοχή και ότι δεν πρόκειται για nation-building, ενώ αναμένεται θεσμική σύγκρουση γύρω από την εξουσιοδότηση χρήσης βίας (War Powers), με σχετική ψηφοφορία να προαναγγέλλεται.
    Τρίτον, στο διεθνές επίπεδο, ο Τραμπ φαίνεται να αξιοποιεί το επεισόδιο ως σήμα αποφασιστικότητας: προς τους περιφερειακούς παίκτες της Καραϊβικής και της Λατινικής Αμερικής στο όνομα της “αντιναρκωτικής” ασφάλειας, αλλά και προς μεγάλους ανταγωνιστές ως υπενθύμιση ότι οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να επιβάλουν de facto σφαίρες επιρροής.
    Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει διττό: αν αυτό λειτουργεί ως αποτροπή, ή αν, αντίθετα, ανοίγει τον δρόμο ώστε άλλες δυνάμεις να επικαλεστούν ανάλογη λογική “σύλληψης” ή “προληπτικής δράσης” σε δικά τους μέτωπα.

  • Σαμαράς κατά Μητσοτάκη: «Το διεθνές δίκαιο δεν είναι επιλεκτικό»

    Σαμαράς κατά Μητσοτάκη: «Το διεθνές δίκαιο δεν είναι επιλεκτικό»

    Επίθεση στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη εξαπέλυσε ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, με αφορμή τη δήλωση του πρωθυπουργού για την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.

    «Το διεθνές δίκαιο δεν είναι επιλεκτικό»

    Στη δήλωσή του, ο Αντώνης Σαμαράς υποστηρίζει ότι ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να γνωρίζει και να σέβεται την αρχή πως οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν εφαρμόζονται «κατά το δοκούν» ούτε με χρονική υστέρηση. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να γνωρίζει και να σέβεται το ότι οι αρχές του διεθνούς δικαίου δεν είναι ούτε επιλεκτικές ούτε τις επικαλούμαστε κατά το δοκούν και με χρονική καθυστέρηση.»

    Αναφορά σε Κύπρο, Αιγαίο, Θράκη και εθνική κυριαρχία

    Ο πρώην πρωθυπουργός συνδέει τη θέση του με τα ελληνικά και κυπριακά ζητήματα, σημειώνοντας ότι αυτή την «απλή αλλά πολύτιμη αλήθεια» θα έπρεπε, όπως λέει, να τη θυμίζουν καθημερινά «η Κύπρος» και «οι απειλές εναντίον των νησιών μας, της Θράκης μας και της εθνικής κυριαρχίας μας στο Αιγαίο».

  • Μάντζος: “Ο χάρτης της Λιβύης παραβιάζει το διεθνές δίκαιο”

    Μάντζος: “Ο χάρτης της Λιβύης παραβιάζει το διεθνές δίκαιο”

    Την έντονη αντίδραση του ΠΑΣΟΚ προκάλεσε η νέα ενέργεια της Λιβύης να καταθέσει στον ΟΗΕ χάρτη με τις συντεταγμένες των εξωτερικών ορίων της υφαλοκρηπίδας της.

    Ο τομεάρχης Εξωτερικών του κόμματος, Δημήτρης Μάντζος, με δήλωσή του καταδίκασε τη συγκεκριμένη κίνηση, κάνοντας λόγο για ευθεία παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και καλώντας την ελληνική κυβέρνηση να δώσει σαφείς απαντήσεις για τις ενέργειές της απέναντι στην κλιμακούμενη προκλητικότητα της Λιβύης.

    Ολόκληρη η δήλωση:

    «Μετά τις νέες πληροφορίες που ανέκυψαν -με ιδιαίτερη καθυστέρηση και αυτή τη φορά- για ακόμη μία ρηματική διακοίνωση της Λιβύης στον ΟΗΕ, αυτή τη φορά για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της χώρας μας, με ευθεία επίκληση του άκυρου και ανυπόστατου τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019 και κατάθεση χάρτη που παραβιάζει ευθέως το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, προσεγγίζοντας τη νότια ακτή της Κρήτης, ανακύπτουν συγκεκριμένα σοβαρά ερωτήματα:

    1) Σε πόσες ρηματικές διακοινώσεις έχει προχωρήσει, τελικά η Κυβέρνηση της Λιβύης εναντίον της Ελλάδας και των εθνικών κυριαρχικών της δικαιωμάτων;

      2) Έχει προβεί σε ανάλογες ρηματικές διακοινώσεις η Ελληνική Κυβέρνηση ώστε να αντικρούσει την αμφισβήτηση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων; Τι άλλα μέτρα έχει πάρει έναντι της τουρκολιβυκής προκλητικότητας και πότε;

      3) Ο κ. Υπουργός Εξωτερικών, λίγες ώρες μετά την επίσκεψή του στην Τρίπολη, βρέθηκε στην έδρα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όπου λαμβάνουν χώρα όλες αυτές οι προκλητικές ενέργειες της Τρίπολης. Έκανε οποιαδήποτε αναφορά στις νέες εξελίξεις;

      4) Πώς προτίθεται η Κυβέρνηση να αξιοποιήσει, επιτέλους, την ιδιότητα της χώρας μας ως Μη Μόνιμου Μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, για τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της έννομης τάξης στην Ανατολική Μεσόγειο;».