Tag: Ιστορία

  • Τι είναι ιστορία και ποιοι είναι οι σκοποί της;

    Τι είναι ιστορία και ποιοι είναι οι σκοποί της;

    Ένα τόσο απλό ερώτημα, μα και τόσο διαχρονικό. Όταν γίνεται αυτή η ερώτηση όμως σε μαθητές και φοιτητές είναι εξαιρετικά δύσκολο να δώσουν μια σαφή απάντηση.

    Πολλοί από εμάς, στα πρώτα χρόνια που φοιτούσαμε στο Τμήμα Ιστορίας νομίζαμε πως η ιστορία είναι κάτι το μονοδιάστατο: η καταγραφή παρελθοντικών γεγονότων και η ανάλυση τους. Στην πορεία των φοιτητικών μας χρόνων και ερχόμενοι σε μεγαλύτερη τριβή με το επιστημονικό πεδίο της, μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι:

    Η πορεία-ζωή του ανθρώπου αποτελεί μια ιστορία. Η ζωή συνίσταται από τα βιώματα, τις εμπειρίες, τα συναισθήματα, τους άστατους και ήρεμους καιρούς, γεγονότα και φαινόμενα. Η ιστορία είναι κάτι υπαρκτό που συμβαίνει στο εδώ και τώρα και δεν είναι άσχετο ούτε κάτι μακριά από εμάς.

    Δυστυχώς σήμερα η ιστορία διδάσκεται ως κάτι ξεχωριστό, άσχετο και μακρινό από το παρόν. Ειδικότερα στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενος ο τρόπος μετάδοσης της γνώσης διότι μέσα από την διδασκαλία οφείλουν να αναπτυχθούν όχι μόνο οι γνωστικές δεξιότητες του μαθητή (κριτική σκέψη, ανάλυση, ερμηνεία, σύγκριση, ταύτιση) αλλά και οι συναισθηματικές – δηλαδή η ικανότητα να μπαίνει στην θέση των ατόμων/φαινομένων που μελετάει, η ικανότητα να διερωτάται, να επιδοκιμάζει και να αποδοκιμάζει στάσεις/αξίες/φαινόμενα/πρόσωπα.

    Η ρομποτικοποίηση και η στείρα αποστήθιση αποτελούν τροχοπέδη και παρακωλύουν τον σκοπό της διδασκαλίας. Ας αναλογισθούμε τον σκοπό πίσω από αυτό το φαινόμενο. Το κράτος, με οποιαδήποτε κυβέρνηση και αν έχει, θέλει μόνο να παράξει εργατικό δυναμικό έτοιμο να μπει στην αγορά εργασίας, να κυνηγά ό,τι είναι χρήσιμο (όχι και απαραίτητα ωφέλιμο) και να μην εμβαθύνει πουθενά. Το μόνο που γίνεται είναι ένας καταιγισμός πληροφοριών και να αναμένεται η αποστήθιση και τίποτα περισσότερο.

    Θέλω, λοιπόν, να τονίσω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα υποβαθμίζει τον χαρακτήρα και τους σκοπούς της ιστορίας, καθιστώντας την φορτική και ανυπόφορη. Γι’ αυτό πάμε να δούμε μαζί ποιοι πραγματικά είναι οι σκοποί της ιστορίας:

    1) Ανάπτυξη κριτικής σκέψης μέσα από την προσέγγιση πρωτογενών/δευτερογενών πηγών.

    2) Η έρευνα. Τα παιδιά μέσα από την έρευνα συμμετέχουν ενεργά στην διδασκαλία και το μάθημα καθίσταται μαθητοκεντρικό και όχι δασκαλοκεντρικό (ενεργός ο ρόλος των μαθητών).

    3)Ανάπτυξη της έννοιας του ιστορικού χρόνου: ικανότητα να συγκρίνουν και να ταυτίζουν γεγονότα και φαινόμενα του παρελθόντος με καταστάσεις του παρόντος, να εντοπίζουν ομοιότητες και διαφορές (ενεργοί και κριτικά σκεπτόμενοι πολίτες).

    4) Ανάπτυξη της ιστορικής συνείδησης και σκέψης.

    Εν κατακλείδι, δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Υπάρχει μόνο παρόν. Η ιστορία είναι γραμμένη στο εκάστοτε “τώρα” της κάθε εποχής. Μέσα από αυτήν τα άτομα γνωρίζουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους. Η ιστορία, λοιπόν, είναι ψυχολογία, κοινωνιολογία, πολιτική, φιλοσοφία, γεωγραφία, θρησκευτικά. Δεν είναι ούτε άχρηστη ούτε νεκρή.

  • Σύντομη ιστορία της χαρακτικής

    Σύντομη ιστορία της χαρακτικής

    *Του Δημήτρη Κιούση

    Εξαρχής είναι σημαντικό να οριστεί τι είναι η χαρακτική. Σύμφωνα με το λεξικό Τριανταφυλλίδη, χαρακτική είναι «η τέχνη της χάραξης σχεδίων ή συμβόλων επάνω σε λεία επιφάνεια, για την παραγωγή αντιτύπων». Δεδομένου αυτού του ορισμού, ο οποίος περιγράφει την τέχνη αυτή ανεξαρτήτως του υλικού της μήτρας (η επιφάνεια στην οποίο γίνεται η χάραξη και χρησιμοποιείται στο τύπωμα), μπορεί να γίνει μια σύντομη αναφορά στην πορεία αυτής της τέχνης μέσα στον χρόνο.

    Η πρώτη εμφάνιση χαρακτικών έργων γίνεται κατά την αρχαιότητα, με τους σφραγιδόλιθους στην λεκάνη της Μεσογείου. Ενώ, υπήρξαν σφραγίδες με εγχάρακτο κείμενο (π.χ. όνομα), οι οποίες χρησιμοποιούνταν στην κεραμική για να αποτυπώσουν το χαρακτηριστικό κείμενο (π.χ. το όνομα του κεραμοποιού πάνω σε αγγεία ή άλλα σκεύη). Ασφαλώς τα πρώτα δείγματα της χαρακτικής είναι σημαντικά καθώς αντικατοπτρίζουν την ιδέα της χάραξης των υλικών και της αναπαραγωγής του σχεδίου.

    Η επόμενη κρίσιμη περίοδος για την χαρακτική είναι από τον 3ο έως και τον 14ο αιώνα, οπότε αναπτύσσεται και συστηματοποιείται η τέχνη της χάραξης. Συγκεκριμένα, αναπτύσσεται η ξυλογραφία (χαρακτική σε ξύλο) πρώτα στην Κίνα τον 7ο αιώνα μ.Χ. και τον 14ο αιώνα στην Ευρώπη. Η ξυλογραφία σε αυτό το στάδιο λειτουργεί στην υπηρεσία της θρησκείας. Το 1040 μ.Χ. ο Bi Sheng επινοεί τα πρώτα κινητά στοιχεία, εφευρίσκοντας την τυπογραφία, η οποία έπειτα θα επανευρισκόταν από τον Γουτεμβέργιο στην Ευρώπη και έτσι η χαρακτική θα γινόταν ταυτόσημη με αυτή την νέα μέθοδο μαζικής παραγωγής βιβλίων.

    Έτσι μέχρι και το 18ο αιώνα μ.Χ. η χαρακτική εξυπηρετεί τον τυπογραφικό διάκοσμο στα άψογα βιβλία της εποχής αυτής. Μέχρι και τότε η τέχνη εξακολουθεί να έχει θρησκευτικά θέματα κατά κύριο λόγο, όμως έχει καταφέρει να διαδώσει με επιτυχία σε περισσότερους ανθρώπους γνώσεις και αισθητική ευχαρίστηση. Μέσα στην διάρκεια των αιώνων αυτών η χάραξη ως τεχνική βελτιστοποιήθηκε, ενώ αποδείκνυε συνεχώς τις τεράστιες δυνατότητες του χαράκτη και του υλικού (ξύλο, χαλκός).

    Κατά αυτώ τω τρόπω επέρχεται και η καλλιτεχνική άνθηση της χαρακτικής στην Ευρώπη. Το 19ο αιώνα εμφανίζονται χαρακτικά έργα των Goya, Dürer, Rembrandt, οι οποίοι ανέδειξαν την χάραξη σε Τέχνη.  αυτόνομη, δηλαδή πέραν της τυπογραφίας. Ασφαλώς και η τυπογραφία αναπτύχθηκε περαιτέρω απ’ την αναγέννηση της χαρακτικής. Ενώ το 1837 η ίδρυση της Σχολής Καλών Τεχνών στην Ελλάδα δίνει την δυνατότητα να διδαχθεί η χαρακτική επίσημα, αφού μέχρι πρότινος τα ελληνικά τυπώνονταν στην Βενετία και η ελληνική χαρακτική απαρτιζόταν μόνον από θρησκευτικά χαρακτικά μοναχών του Άθωνα. Εστιάζοντας πια στον ελληνικό χώρο του 20ου αιώνα παρατηρούνται η πρώτες στιγμές σύγχρονης χαρακτικής. Πρώτος έλληνας χαράκτης που αυτονομεί και δίνει νέα πνοή στην τέχνη του είναι Μάρκος Ζαβιτσιάνος. Έπειτα ακολούθησε μια συνεχής αλυσίδα δασκάλων και μαθητών της χαρακτική, οι οποίοι προσέδωσαν στην τέχνη τους τόσο την τεχνική τελειότητα όσο και τον κοινωνικό, πολιτικό και ερωτικό παλμό της ζωής όπως: ο Κεφαλληνός, ο Γαλάνης, ο Γραμματόπουλος, ο Τάσσος, η Βάσω Κατράκη, ο Βαρλάμος, ο Εξαρχόπουλος, ο Μόραλης και πολλοί άλλοι.

    Φθάνοντας πια στις μέρες μας η τυπογραφία έχει γίνει ψηφιακή και η χαρακτική υπάρχει ως μια περιορισμένη εικαστική τέχνη. ο περιορισμός της χαρακτικής στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς οφείλεται κυρίως στον οικονομικό παράγοντα, ο οποίος κεφαλαιοποιεί την Τέχνη αδρανοποιώντας την. Όμως, σήμερα υπάρχουν έλληνες και διεθνείς χαράκτες με σύγχρονο και πλούσιο έργο, αρκεί να τους ανακαλύψει κανείς, τοποθετώντας τον εαυτό του ως πραγματικό θεατή της Τέχνης.

  • Η υποδοχή του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι

    Η υποδοχή του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι

    Ο Λόρδος Μπάιρον ή Βύρωνας όπως καθιερώθηκε να τον λέμε στη χώρα μας, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους φιλέλληνες. Αριστοκράτης, μέλος της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου και ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του ρομαντισμού. Η αγάπη του όμως για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τον έκανε να παρατήσει την πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε και να έρθει στη χώρα μας να αγωνιστεί εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πέθανε στις 19 Απριλίου του 1824 μαχόμενος στο Μεσολόγγι. Ας δούμε την υποδοχή που του επιφύλαξαν οι αγωνιστές του Μεσολογγίου και τι σήμαινε για τον ίδιο τον Λόρδο Μπάιρον η Επανάσταση του 1821 μέσα από τα μάτια του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, υπασπιστή του Αλέξανδρου Υψηλάντη. 

    Απόσπασμα από το βιβλίο «Ιστορία της νεότερης Ελλάδας» υπό Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό και Ιωάννη Καποδίστρια, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός:

    «Ο Μπάιρον έφτασε στο Μεσολόγγι. Τα μέλη της διοικούσας επιτροπής τον υποδέχτηκαν μπροστά από δύο χιλιάδες παρατεταγμένους στρατιώτες. Το πυροβολικό του οχυρού ανήγγειλε με χαρούμενες ομοβροντίες την άφιξη του μεγάλου ανδρός. Όλοι οι κάτοικοι έσπευσαν στην ακτή να τον υποδεχτούν με επευφημίες. Μόλις μπήκε στην πόλη ανέβηκε στο κτήριο της διοικούσας επιτροπής όπου τον προσφώνησε ο Πορφύριος, αρχιεπίσκοπος Άρτας, Ναυπάκτου και Αιτωλίας, συνοδευόμενος από όλα τα μέλη του κλήρου. Τα πρώτα λόγια του Μπάιρον ήταν: «Πού είναι ο αδελφός του νέου αυτού Λεωνίδα;». Ο Κωνσταντίνος Μπότσαρης, νέος, ψηλός, καλοκαμωμένος άνδρας, παρουσιάστηκε αμέσως μπροστά του και ο Μπάιρον του είπε: «Ευτυχή θνητέ! Είσαι αδελφός ενός ήρωα που το όνομά του θα μείνει αθάνατο στους αιώνες!». Ύστερα, βλέποντας το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί από το κτήριο, πλησίασε στο παράθυρο και είπε: «Έλληνες! Κοντά σας βρίσκεται ένας Άγγλος που ποτέ δεν σταμάτησε να μελετά την αρχαία Ελλάδα και να σκέπτεται τη νέα Ελλάδα· ένας Άγγλος ανέκαθεν ταγμένος στην αναζήτηση της ελευθερίας, για την οποία σήμερα εσείς τόσες ηρωικές προσπάθειες κάνετε. Είμαι ευγνώμων για τα συναισθήματα που εκφράζετε. Σε λίγο θα με δείτε ανάμεσα στις φάλαγγες των πολεμιστών σας για να νικήσω ή να πεθάνω μαζί σας».

    Έναν μήνα αργότερα η κυβέρνηση απέστειλε αντιπροσωπεία επιφορτισμένη να του προσφέρει ένα σπαθί και το έγγραφο με το οποίο τον πολιτογραφούσε Έλληνα· συγχρόνως η πόλη του Μεσολογγίου τον ενέγραψε στα μητρώα της. Ετοίμασαν επίσημη τελετή για να εορτάσουν το γεγονός· η ημερομηνία της τελετής καθορίστηκε εκ των προτέρων· με εγκύκλιες επιστολές εκλήθησαν να παραστούν όλοι οι κάτοικοι των γειτονικών περιοχών· περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες άνθρωποι έφτασαν στο Μεσολόγγι. Με ελληνική στολή και συνοδευόμενος από όλους τους στρατιωτικούς που τον λάτρευαν, ο Μπάιρον μετέβη στην εκκλησία όπου ο αρχιεπίσκοπος Πορφύριος και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μάρτυρας της πίστης και της πατρίδας, τον δέχτηκαν στον νάρθηκα του ναού περιβεβλημένοι τα ιερά τους άμφια· μετά τη λήξη της λειτουργίας του προσέφεραν το σπαθί και το πιστοποιητικό με το οποίο αναγνωριζόταν Έλληνας πολίτης. Ο Μπάιρον ζήτησε το σπαθί να αφιερωθεί αρχικώς στον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη. Αμέσως όλη η συνοδεία του και ένα τεράστιο πλήθος τον μετέφεραν από την εκκλησία στον στολισμένο με πολύτιμα μάρμαρα τάφο του Μάρκου Μπότσαρη με έξοδα του ποιητή».

  • Οι πρώτες διχόνοιες των επαναστατών του ’21 και οι επιπτώσεις τους

    Οι πρώτες διχόνοιες των επαναστατών του ’21 και οι επιπτώσεις τους

    Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, παρά τις αρχικές μεγάλες επιτυχίες, γρήγορα φανέρωσε τις εσωτερικές αδυναμίες και τις βαθιές κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις που χαρακτήριζαν την ελληνική κοινωνία της εποχής. Αντί η κοινή απειλή να ενώσει τους Έλληνες, οι παλιές οικογενειακές και τοπικές αντιπαλότητες αναζωπυρώθηκαν, οδηγώντας σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο.

    Η κατακερματισμένη κοινωνία των επαναστατημένων Ελλήνων, βασισμένη σε πελατειακές σχέσεις και τοπικές ιεραρχίες, δυσκόλευε την ομοψυχία. Η έλλειψη ενός σταθερού κεντρικού πολιτικού συντονισμού επέτρεψε τη γρήγορη ανάδυση αντιπαλοτήτων, που σύντομα πήραν τη μορφή ένοπλων συγκρούσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, ξέσπασαν οι πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις.

    Στην ανατολική Κεντρική Ελλάδα, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος εκδήλωσε έντονη αντίθεση προς τη νομιμοποιημένη τοπική κυβέρνηση, ενώ στην Πελοπόννησο, η σύγκρουση πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και άλλοι καπεταναίοι συγκρούστηκαν με τους πολιτικούς εκπροσώπους της νεοσύστατης κυβέρνησης. Η άρνηση του Μαυροκορδάτου να αναγνωρίσει την αρχιστρατηγία που του απένειμε η Γερουσία και η στάση άλλων ισχυρών τοπικών αρχόντων, όπως του Πλαπούτα και των οικογενειών του Μαυρομιχάλη και του Μούρτζινου στη Μάνη, αποκάλυψαν τη ρευστότητα της εξουσίας και την απουσία ενιαίου οράματος.

    Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επικρατούσε αναταραχή. Η εξέγερση των Γενιτσάρων στην Κωνσταντινούπολη, η πυρκαγιά που κατέστρεψε μέρος της πόλης, και ο τουρκοπερσικός πόλεμος υπονόμευσαν την οθωμανική σταθερότητα, δημιουργώντας προσωρινά ευνοϊκές συνθήκες για τους Έλληνες. Ωστόσο, η διεθνής πολιτική σκηνή δεν ανταποκρίθηκε άμεσα: ο τσάρος Αλέξανδρος της Ρωσίας παρέμεινε διστακτικός, θεωρώντας ότι οι ταραχές στην Πελοπόννησο δεν ήταν απλώς αγώνας ελευθερίας, αλλά κοινωνική ανατροπή.

    Μόνο μετά την αυτοκτονία του Κάσλρεϊ και την αντικατάστασή του από τον Κάνιγκ, ο οποίος πίστευε στην πολιτική και θρησκευτική ελευθερία των λαών, βελτιώθηκε ελαφρώς η διεθνής στάση προς την Ελληνική Επανάσταση.

    Η Β΄ Εθνοσυνέλευση, αν και έδωσε λόγο στους στρατιωτικούς που είχαν διακριθεί στο πεδίο της μάχης, δεν κατάφερε να κατευνάσει τις αντιπαλότητες. Οι στρατιωτικοί δεν συγκρότησαν ενιαία παράταξη και οι πολιτικοί, ιδίως στη Δυτική Ρούμελη υπό τον Μαυροκορδάτο, συνέχισαν να ευνοούνται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ένταση των συγκρούσεων και τη μεταφορά τους σε νέα επίπεδα, με τη συγκέντρωση αντιπολιτευόμενων στη Καρύταινα και τη σύγκληση παράλληλης συνέλευσης.

    Η εσωτερική διάσπαση κορυφώθηκε όταν τα ρουμελιώτικα στρατεύματα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο με εντολή του Κωλέττη, συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας καπεταναίους και προκρίτους του Μοριά. Η κραυγή αγανάκτησης του Κολοκοτρώνη μέσα από τη φυλακή, όπου εκφράζει την πίκρα του για την αχαριστία της πατρίδας, αποτελεί χαρακτηριστική εικόνα της τραγικότητας εκείνης της περιόδου.

    Ο εμφύλιος πόλεμος είχε τραγικές συνέπειες. Αρχικά, διευκόλυνε την κατάληψη της Πελοποννήσου από τον Ιμπραήμ και την προέλαση του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα. Παράλληλα, η σπατάλη του αγγλικού δανείου και η απληστία ορισμένων ηγετών, που αποχώρησαν πλουτισμένοι στη Ρούμελη, άφησαν την Πελοπόννησο έρμαιο στους Οθωμανούς.

    Με μελανές περιγραφές καταγράφεται η δράση σωμάτων όπως αυτά του Ιωάννη Γκούρα, που κατηγορούνται για μέθη, λεηλασίες και βιαιότητες απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό. Αν και δόθηκε αμνηστία στους Μοραΐτες για να αποτρέψουν την καταστροφή, ήταν πια αργά: η ενότητα είχε χαθεί και η χώρα βρισκόταν μπροστά σε μια νέα, εξαιρετικά κρίσιμη φάση.

    Βιβλιογραφία: 21 ερωτήσεις και απαντήσεις για το ’21 του Θάνου Βερέμη, εκδόσεις Μεταίχμιο