Tag: Δημοκρατία

  • Τασούλας για 21η Απριλίου: Η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής σταθερότητας

    Τασούλας για 21η Απριλίου: Η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής σταθερότητας

    Με αφορμή τη συμπλήρωση 59 χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας χαρακτήρισε την ημέρα βαθύ τραύμα για την πορεία της χώρας, τονίζοντας ότι τότε καταλύθηκε το Σύνταγμα και η Ελλάδα οδηγήθηκε σε μια επταετία οπισθοδρόμησης.

    Η αναφορά στη δημοκρατία και την ευθύνη των πολιτών

    Στη δήλωσή του, ο κ. Τασούλας υπογράμμισε ότι η επιβολή του αυταρχικού καθεστώτος δεν σήμανε μόνο παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εξορίες και φυλακίσεις, αλλά και τη στέρηση του βασικού δικαιώματος του πολίτη να συμμετέχει ελεύθερα και υπεύθυνα στη διαμόρφωση της κοινής μοίρας. Όπως ανέφερε, η δημοκρατία είναι πολίτευμα ευθύνης, όχι μόνο για όσους κυβερνούν, αλλά και για όσους τους επιλέγουν.

    Η λαϊκή κυριαρχία ως βάση της σταθερότητας

    Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην πορεία της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, σημειώνοντας ότι εδραιώθηκε πάνω στις σταθερές βάσεις του κοινοβουλευτισμού, ισχυροποιήθηκε και εντάχθηκε στον πυρήνα της Ευρώπης. Στο ίδιο πλαίσιο, επισήμανε ότι η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής σταθερότητας, ενώ υποστήριξε πως η χώρα απέδειξε τη θεσμική της ωριμότητα μέσα από την ικανότητά της να ξεπερνά κρίσεις.

    Κάλεσμα για ενότητα και θεσμική θωράκιση

    Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στάθηκε και στο σημερινό διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας, λέγοντας ότι η θλιβερή αυτή επέτειος υπενθυμίζει πως η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Για τον λόγο αυτό, κάλεσε σε ενότητα, σε απομάκρυνση του δημόσιου βίου από τον διχασμό και σε καθημερινή θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών, του κράτους δικαίου και της κοινωνικής συνοχής, επισημαίνοντας ότι αυτό αποτελεί χρέος τόσο απέναντι σε όσους αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας όσο και απέναντι στις επόμενες γενιές.

  • Η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι ατύχημα – Μπορεί να αναστραφεί;

    Η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι ατύχημα – Μπορεί να αναστραφεί;

    Η κρίση της δημοκρατίας δεν ξεκινά όταν καταλύονται οι θεσμοί, αλλά όταν παύουμε να πιστεύουμε ότι μας αφορούν. Τα τελευταία χρόνια, η δημοκρατία μοιάζει να βρίσκεται σε μια παράδοξη κατάσταση. Οι θεσμοί λειτουργούν τυπικά, οι εκλογικές διαδικασίες διεξάγονται κανονικά και το συνταγματικό πλαίσιο παραμένει σε ισχύ. Κι όμως, η εμπιστοσύνη των πολιτών φθίνει, η συμμετοχή υποχωρεί και ο δημόσιος διάλογος φτωχαίνει. Η αίσθηση ότι οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται αλλού έχει παγιωθεί. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή δυσλειτουργία ούτε για μια πρόσκαιρη εκτροπή, αλλά για μια βαθιά, δομική φθορά της ίδιας της δημοκρατικής εμπειρίας.

    Ο Βρετανός πολιτικός επιστήμονας Colin Crouch περιέγραψε αυτό το φαινόμενο με τον όρο «μεταδημοκρατία». Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν καταλύονται, διατηρούν τη μορφή τους, αλλά αδειάζουν σταδιακά από ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι εκλογικές διαδικασίες παραμένουν τυπικά ανέπαφες, όμως η πραγματική πολιτική ισχύς μετατοπίζεται σε κλειστά και περιορισμένα κέντρα λήψης αποφάσεων, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο και τη συλλογική διαβούλευση. Η πολιτική μετατρέπεται σε επικοινωνιακό προϊόν, ενώ οι πολίτες περιορίζονται στον ρόλο του παθητικού θεατή. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι ότι η δημοκρατία καταργείται, αλλά ότι παύει να είναι ουσιαστικά συμμετοχική και πειστική.

    Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση της δημοκρατίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς τη σύνδεσή της με τις οικονομικές ανισότητες. Ο Thomas Piketty έχει τεκμηριώσει, με εκτενή εμπειρικά δεδομένα, ότι οι σύγχρονες κοινωνίες κινούνται προς μια νέα συγκέντρωση πλούτου και ισχύος, η οποία υπονομεύει ευθέως την ουσία της δημοκρατικής ισότητας. Όταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αντιλαμβάνονται ότι οι δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας περιορίζονται, η πολιτική ισότητα εκφυλίζεται σε τυπική διακήρυξη χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Η ψήφος μπορεί να παραμένει τυπικά ίση, όμως η δυνατότητα επιρροής στις συλλογικές αποφάσεις δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο.

    Οι ανισότητες δεν διαβρώνουν μόνο την κοινωνική συνοχή, υπονομεύουν ευθέως τη νομιμοποίηση των ίδιων των θεσμών. Η δημοκρατία προϋποθέτει ένα ελάχιστο κοινό έδαφος δικαιοσύνης και ισότητας ευκαιριών, εντός του οποίου οι πολίτες αποδέχονται τους κανόνες του παιχνιδιού. Όταν αυτό το έδαφος αποσαθρώνεται, ενισχύονται φαινόμενα πολιτικής αποχής, ριζοσπαστικοποίησης ή προσφυγής σε απλουστευτικές αφηγήσεις που υπόσχονται εύκολες λύσεις. Υπό αυτή την έννοια, η άνοδος του λαϊκισμού δεν αποτελεί την πρωτογενή αιτία της κρίσης της δημοκρατίας, αλλά ένα από τα πιο ορατά συμπτώματά της.

    Ο Francis Fukuyama, αν και συχνά συνδέεται με τη θέση περί «τέλους της ιστορίας», τα τελευταία χρόνια έχει μετατοπίσει το επίκεντρο της ανάλυσής του στο ζήτημα της θεσμικής ανθεκτικότητας. Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν η φιλελεύθερη δημοκρατία υπερέχει θεωρητικά έναντι των εναλλακτικών της, αλλά αν οι θεσμοί της μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά, δίκαια και αξιόπιστα μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης κοινωνικής και οικονομικής πολυπλοκότητας. Η δημοκρατία δεν απειλείται πλέον μόνο από εξωτερικούς ανταγωνιστές ή αυταρχικά πρότυπα, αλλά και από τη δική της αδυναμία να παράγει αποτελέσματα που οι πολίτες αντιλαμβάνονται ως δίκαια και λειτουργικά.

    Η σύγκλιση των τριών αυτών προσεγγίσεων οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα, ότι η κρίση της δημοκρατίας δεν αποτελεί ιστορικό ατύχημα αλλά το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών επιλογών και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί υπό προϋποθέσεις να αναστραφεί

    Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η δημοκρατία «πεθαίνει», αλλά αν το πολιτικό και θεσμικό της πλαίσιο καθώς και οι θεσμοί που τη συγκροτούν διαθέτουν τα εργαλεία για την ανανέωσή της.Η απάντηση δεν βρίσκεται σε γενικόλογες εκκλήσεις για «περισσότερη συμμετοχή», αλλά σε στοχευμένες κατευθύνσεις πολιτικής και θεσμικής ανασυγκρότησης που αγγίζουν τον πυρήνα των κοινωνικών ανισοτήτων. Χωρίς ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να αποκαθιστά τη σχέση ανάμεσα στην εργασία, την αναδιανομή και τις πραγματικές ευκαιρίες ζωής, η δημοκρατία θα παραμένει εύθραυστη και διαρκώς εκτεθειμένη σε κρίσεις νομιμοποίησης.

    Υπό το πρίσμα της θεωρίας περί κρίσης νομιμοποίησης, η αποδυνάμωση της σχέσης μεταξύ εργασίας, αναδιανομής και κοινωνικής ένταξης συνιστά δομική απειλή για τη δημοκρατική τάξη. Σε συνθήκες επιταχυνόμενης αυτοματοποίησης και τεχνητής νοημοσύνης, η αδυναμία διαμόρφωσης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου μεταφράζεται σε απώλεια κοινωνικής συναίνεσης και σε αυξανόμενη αμφισβήτηση της ικανότητας των δημοκρατικών θεσμών να παράγουν δίκαια και κοινωνικά αποδεκτά αποτελέσματα.

    Απαιτείται ενίσχυση της ποιότητας των θεσμών. Η Δικαιοσύνη, η Δημόσια Διοίκηση, οι ανεξάρτητες αρχές και οι μηχανισμοί λογοδοσίας δεν αποτελούν δευτερεύοντα τεχνικά ζητήματα, αλλά τον σκελετό της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας. Όταν οι θεσμοί καθυστερούν, δυσλειτουργούν ή γίνονται αντιληπτοί ως άδικοι, η δημοκρατία χάνει την καθημερινή της αξιοπιστία και μαζί της, τη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες.

    Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα της αποκατάστασης του πολιτικού νοήματος της δημοκρατίας, με ουσιαστικούς όρους. Όχι περισσότερη πόλωση, αλλά περισσότερο νόημα. Όχι πολιτική ως θέαμα, αλλά πολιτική ως συλλογική διαδικασία επιλογών. Οι πολίτες δεν αποστρέφονται τη δημοκρατία· αποστρέφονται την αίσθηση ότι η συμμετοχή τους δεν έχει πραγματικό αποτέλεσμα.

    Η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, συμπυκνώνει πολλές από τις παθογένειες που περιγράφονται διεθνώς. Η πολυετής οικονομική κρίση, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και η κόπωση του πολιτικού συστήματος έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν και τη σημασία της θεσμικής ανασυγκρότησης ως πολιτικού διακυβεύματος πρώτης γραμμής.

    Η αναστροφή της κρίσης της δημοκρατίας δεν είναι εύκολη ούτε άμεση. Προϋποθέτει πολιτικό θάρρος, κοινωνικές συμμαχίες και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Κυρίως, όμως, προϋποθέτει την παραδοχή ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα κεκτημένο που απλώς συντηρείται, αλλά ένα διαρκές έργο που απαιτεί ανανέωση.

    Η δημοκρατία δεν καταρρέει ξαφνικά. Φθείρεται αργά, όταν παύει να απαντά στις ανάγκες των κοινωνιών που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Αντίστοιχα, δεν αναγεννάται με συνθήματα, αλλά με πολιτικές που αποκαθιστούν την ισότητα, τη θεσμική αξιοπιστία και το νόημα της συμμετοχής. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι ατύχημα. Είναι πρόκληση. Και παραμένει ανοιχτό το στοίχημα αν θα την αντιμετωπίσουμε ως τέτοια.

  • Βενιζέλος: «Ζούμε την κρίση της Δύσης»

    Βενιζέλος: «Ζούμε την κρίση της Δύσης»

    Στην εκδήλωση για τη συμπλήρωση 15 χρόνων κυκλοφορίας της εφημερίδας «Δημοκρατία», μίλησε ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο του Τύπου και της ελευθερίας της έκφρασης.

    «Προσυπογράφω τα επετειακά ευχετήρια και προτρεπτικά λόγια του Κώστα Καραμανλή, με αφορμή τα 15 χρόνια της εφημερίδας ”Δημοκρατία”. Προσθέτω τις ειλικρινείς ευχές μου για μακροημέρευση υπό συνθήκες ελευθερίας του Τύπου και πολυφωνίας», τόνισε ο κ. Βενιζέλος, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματική δημοκρατία προϋποθέτει ελεύθερο και πλουραλιστικό Τύπο.

    Υπενθύμισε ότι στο παρελθόν «υπήρξαν πράγματι στιγμές σκληρής κριτικής, ακόμα και σύγκρουσης. Αλλά, ναι, αυτό πρέπει να είναι αποδεκτό». Και συνέχισε, παραπέμποντας στη νομολογία του ΕΔΔΑ: τα πολιτικά και δημόσια πρόσωπα, όπως είπε, οφείλουν να ανέχονται ακόμη και σκληρή ή άδικη κριτική, καθώς «έχουν υποχρέωση, την οποία έχει υπογραμμίσει κατ’επανάληψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να αποδέχονται την σκληρή ακόμη και άδικη κριτική και να στηρίζουν εμπράκτως την ελευθερία του Τύπου και τον ρόλο του Τύπου ο οποίος μπορεί να ασκεί και δυσανάλογη κριτική ακριβώς επειδή λειτουργεί ως θεμελιώδες ζωτικό αντίβαρο για την δημοκρατία».

    Η σχέση με τον Κώστα Καραμανλή και την παράδοση της Μεταπολίτευσης

    Αναφερόμενος στον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, ο κ. Βενιζέλος στάθηκε στη βαθύτερη πολιτική και ιστορική διάσταση της σχέσης τους:
    «Μας συνδέει θα έλεγα η διάθεση αναστοχασμού, η σχέση που έχουμε με τη μελέτη της ιστορίας και βεβαίως τώρα πια και η μεταπολιτική στην οποία τον υποδέχτηκα με χαρά όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει την Βουλή των Ελλήνων μετά από μακρά θητεία σε αυτήν».

    Υπενθύμισε ότι «είχαμε άλλωστε ζήσει ο ένας τον άλλον στα έδρανα της Βουλής, στην ατμόσφαιρα του ημικυκλίου και νομίζω ότι έχουμε και οι δύο την ικανότητα να ζυγίζουμε πρόσωπα και καταστάσεις».

    Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ σημείωσε πως η αντιπαράθεση και η εναλλαγή στην εξουσία δεν είναι αδυναμία, αλλά ουσία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας:
    «Γνωρίζουμε και οι δύο βιωματικά ότι η αντιπαράθεση, η εναλλαγή και εν τέλει η συνύπαρξη βρίσκονται στην καρδιά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αυτό είναι άλλωστε μεγάλο κεκτημένο της μεταπολίτευσης που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και συνέχισε ο Ανδρέας Παπανδρέου».

    Υπερήφανος για τις κυβερνήσεις της κρίσης

    Ο Ευάγγελος Βενιζέλος αναφέρθηκε στη συμμετοχή του στις κυβερνήσεις της οικονομικής κρίσης, τονίζοντας ότι «είμαι υπερήφανος διότι διετέλεσα Αντιπρόεδρος τριών κυβερνήσεων που σήκωσαν το βάρος της κρίσης και κράτησαν την χώρα όρθια μέσα στην ευρωζώνη και μέσα στη δημοκρατία, με κορύφωση την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου».

    Σύμφωνα με τον ίδιο, εκείνη την περίοδο «η έξοδος από την κρίση είχε αρχίσει να φαίνεται στην αγορά, χωρίς να είναι αναγκαίο το τρίτο μνημόνιο ούτε η δραματική περιπέτεια του πρώτου εξαμήνου του 2015». Με τον τρόπο αυτό, επανέφερε στο προσκήνιο το επιχείρημα ότι θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η επόμενη φάση της κρίσης, εάν δεν είχε ακολουθήσει η πολιτική και οικονομική αναταραχή του 2015.

    «Ζούμε την κρίση της Δύσης» και το μέλλον της διακυβέρνησης

    Κεντρικό σημείο της ομιλίας του αποτέλεσε η διάγνωση μιας ευρύτερης κρίσης στη Δύση και στη δημοκρατία. Όπως είπε, «η δημοκρατία είναι ιστορική κατάκτηση των τριών τελευταίων αιώνων, μια κατάκτηση της νεοτερικότητας, ένα επίτευγμα της Δύσης. Που τώρα δοκιμάζεται συνολικά ως ιστορική, αξιακή, θεσμική και γεωπολιτική οντότητα».

    Ο κ. Βενιζέλος μίλησε ευθέως για «κρίση της Δύσης», εξηγώντας ότι «ζούμε λοιπόν την κρίση της Δύσης, την κρίση των ευρωαμερικανικών σχέσεων και την κρίση της δυτικής δημοκρατίας, καθώς η αμερικανική και η ευρωπαϊκή αντίληψη περί δημοκρατίας, φαίνεται να αποκλείνουν σοβαρά».

    Σε εσωτερικό επίπεδο, στάθηκε ιδιαίτερα στις κοινωνικές ανισότητες και την υποκειμενική φτώχεια. Όπως ανέφερε, «η χώρα δεν μπορεί να πορευτεί προς το μέλλον με βαθιές κοινωνικές ασυμμετρίες που καταγράφονται από τη Eurostat, σύμφωνα με την οποία το 67% των Ελλήνων απαντά ότι ζει σε συνθήκες υποκειμενικής φτώχειας. Δηλαδή, θεωρεί ότι το εισόδημά του είναι ανεπαρκές, παρά το ότι μπορεί να εργάζεται, ακόμα και αν αντικειμενικά και με βάση τη διαστρωμάτωση των δηλωμένων εισοδημάτων ανήκει στη μεσαία τάξη που ψάχνει τον εαυτό της».

    Στη συνέχεια, έθεσε το ζήτημα της μορφής του πολιτικού συστήματος και της ανάγκης θεσμικών συναινέσεων:
    «Η χώρα δεν μπορεί να πορευθεί προς το μέλλον με ασύμμετρο πολιτικό σύστημα που αντιμετωπίζει με αμηχανία την ανάγκη για εθνικές και θεσμικές συναινέσεις αλλά και την ανάγκη για συνεργασίες που μπορεί να καταστούν αναπόφευκτες. Η διαφορά μεταξύ συναίνεσης και συνεργασίας είναι μεγάλη. Αλλά ακόμη πιο μεγάλη είναι η διαφορά από την μονοκομματική εκδοχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που φαίνεται να έχει εξαντλήσει τα όριά της».

    Ιδίως, όπως τόνισε, υπό τη μορφή «μιας αυτοδύναμης μονοκομματικής κυβερνητικής πλειοψηφίας που έχει μετατραπεί σε μονοπρόσωπη εξουσία χωρίς θεσμούς αντιρρόπησης και ουσιαστικές σύγχρονες εγγυήσεις διαφάνειας».

    Ο κ. Βενιζέλος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, σημειώνοντας ότι «δε νοείται να κυριαρχεί στις έρευνες κοινής γνώμης η αίσθηση της διαφθοράς και η κραυγαλέα έλλειψη εμπιστοσύνης προς όλους τους θεσμούς, συμπεριλαμβανόμενης δυστυχώς και της δικαιοσύνης». Με αυτόν τον τρόπο, κατέστησε σαφές ότι για να αντέξει η δημοκρατία, απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα, ουσιαστική διαφάνεια και κοινωνική συνοχή.