Η κρίση της δημοκρατίας δεν ξεκινά όταν καταλύονται οι θεσμοί, αλλά όταν παύουμε να πιστεύουμε ότι μας αφορούν. Τα τελευταία χρόνια, η δημοκρατία μοιάζει να βρίσκεται σε μια παράδοξη κατάσταση. Οι θεσμοί λειτουργούν τυπικά, οι εκλογικές διαδικασίες διεξάγονται κανονικά και το συνταγματικό πλαίσιο παραμένει σε ισχύ. Κι όμως, η εμπιστοσύνη των πολιτών φθίνει, η συμμετοχή υποχωρεί και ο δημόσιος διάλογος φτωχαίνει. Η αίσθηση ότι οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται αλλού έχει παγιωθεί. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή δυσλειτουργία ούτε για μια πρόσκαιρη εκτροπή, αλλά για μια βαθιά, δομική φθορά της ίδιας της δημοκρατικής εμπειρίας.
Ο Βρετανός πολιτικός επιστήμονας Colin Crouch περιέγραψε αυτό το φαινόμενο με τον όρο «μεταδημοκρατία». Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν καταλύονται, διατηρούν τη μορφή τους, αλλά αδειάζουν σταδιακά από ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι εκλογικές διαδικασίες παραμένουν τυπικά ανέπαφες, όμως η πραγματική πολιτική ισχύς μετατοπίζεται σε κλειστά και περιορισμένα κέντρα λήψης αποφάσεων, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο και τη συλλογική διαβούλευση. Η πολιτική μετατρέπεται σε επικοινωνιακό προϊόν, ενώ οι πολίτες περιορίζονται στον ρόλο του παθητικού θεατή. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι ότι η δημοκρατία καταργείται, αλλά ότι παύει να είναι ουσιαστικά συμμετοχική και πειστική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση της δημοκρατίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς τη σύνδεσή της με τις οικονομικές ανισότητες. Ο Thomas Piketty έχει τεκμηριώσει, με εκτενή εμπειρικά δεδομένα, ότι οι σύγχρονες κοινωνίες κινούνται προς μια νέα συγκέντρωση πλούτου και ισχύος, η οποία υπονομεύει ευθέως την ουσία της δημοκρατικής ισότητας. Όταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αντιλαμβάνονται ότι οι δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας περιορίζονται, η πολιτική ισότητα εκφυλίζεται σε τυπική διακήρυξη χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Η ψήφος μπορεί να παραμένει τυπικά ίση, όμως η δυνατότητα επιρροής στις συλλογικές αποφάσεις δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο.
Οι ανισότητες δεν διαβρώνουν μόνο την κοινωνική συνοχή, υπονομεύουν ευθέως τη νομιμοποίηση των ίδιων των θεσμών. Η δημοκρατία προϋποθέτει ένα ελάχιστο κοινό έδαφος δικαιοσύνης και ισότητας ευκαιριών, εντός του οποίου οι πολίτες αποδέχονται τους κανόνες του παιχνιδιού. Όταν αυτό το έδαφος αποσαθρώνεται, ενισχύονται φαινόμενα πολιτικής αποχής, ριζοσπαστικοποίησης ή προσφυγής σε απλουστευτικές αφηγήσεις που υπόσχονται εύκολες λύσεις. Υπό αυτή την έννοια, η άνοδος του λαϊκισμού δεν αποτελεί την πρωτογενή αιτία της κρίσης της δημοκρατίας, αλλά ένα από τα πιο ορατά συμπτώματά της.
Ο Francis Fukuyama, αν και συχνά συνδέεται με τη θέση περί «τέλους της ιστορίας», τα τελευταία χρόνια έχει μετατοπίσει το επίκεντρο της ανάλυσής του στο ζήτημα της θεσμικής ανθεκτικότητας. Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν η φιλελεύθερη δημοκρατία υπερέχει θεωρητικά έναντι των εναλλακτικών της, αλλά αν οι θεσμοί της μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά, δίκαια και αξιόπιστα μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης κοινωνικής και οικονομικής πολυπλοκότητας. Η δημοκρατία δεν απειλείται πλέον μόνο από εξωτερικούς ανταγωνιστές ή αυταρχικά πρότυπα, αλλά και από τη δική της αδυναμία να παράγει αποτελέσματα που οι πολίτες αντιλαμβάνονται ως δίκαια και λειτουργικά.
Η σύγκλιση των τριών αυτών προσεγγίσεων οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα, ότι η κρίση της δημοκρατίας δεν αποτελεί ιστορικό ατύχημα αλλά το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών επιλογών και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί υπό προϋποθέσεις να αναστραφεί
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η δημοκρατία «πεθαίνει», αλλά αν το πολιτικό και θεσμικό της πλαίσιο καθώς και οι θεσμοί που τη συγκροτούν διαθέτουν τα εργαλεία για την ανανέωσή της.Η απάντηση δεν βρίσκεται σε γενικόλογες εκκλήσεις για «περισσότερη συμμετοχή», αλλά σε στοχευμένες κατευθύνσεις πολιτικής και θεσμικής ανασυγκρότησης που αγγίζουν τον πυρήνα των κοινωνικών ανισοτήτων. Χωρίς ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να αποκαθιστά τη σχέση ανάμεσα στην εργασία, την αναδιανομή και τις πραγματικές ευκαιρίες ζωής, η δημοκρατία θα παραμένει εύθραυστη και διαρκώς εκτεθειμένη σε κρίσεις νομιμοποίησης.
Υπό το πρίσμα της θεωρίας περί κρίσης νομιμοποίησης, η αποδυνάμωση της σχέσης μεταξύ εργασίας, αναδιανομής και κοινωνικής ένταξης συνιστά δομική απειλή για τη δημοκρατική τάξη. Σε συνθήκες επιταχυνόμενης αυτοματοποίησης και τεχνητής νοημοσύνης, η αδυναμία διαμόρφωσης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου μεταφράζεται σε απώλεια κοινωνικής συναίνεσης και σε αυξανόμενη αμφισβήτηση της ικανότητας των δημοκρατικών θεσμών να παράγουν δίκαια και κοινωνικά αποδεκτά αποτελέσματα.
Απαιτείται ενίσχυση της ποιότητας των θεσμών. Η Δικαιοσύνη, η Δημόσια Διοίκηση, οι ανεξάρτητες αρχές και οι μηχανισμοί λογοδοσίας δεν αποτελούν δευτερεύοντα τεχνικά ζητήματα, αλλά τον σκελετό της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας. Όταν οι θεσμοί καθυστερούν, δυσλειτουργούν ή γίνονται αντιληπτοί ως άδικοι, η δημοκρατία χάνει την καθημερινή της αξιοπιστία και μαζί της, τη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες.
Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα της αποκατάστασης του πολιτικού νοήματος της δημοκρατίας, με ουσιαστικούς όρους. Όχι περισσότερη πόλωση, αλλά περισσότερο νόημα. Όχι πολιτική ως θέαμα, αλλά πολιτική ως συλλογική διαδικασία επιλογών. Οι πολίτες δεν αποστρέφονται τη δημοκρατία· αποστρέφονται την αίσθηση ότι η συμμετοχή τους δεν έχει πραγματικό αποτέλεσμα.
Η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, συμπυκνώνει πολλές από τις παθογένειες που περιγράφονται διεθνώς. Η πολυετής οικονομική κρίση, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και η κόπωση του πολιτικού συστήματος έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν και τη σημασία της θεσμικής ανασυγκρότησης ως πολιτικού διακυβεύματος πρώτης γραμμής.
Η αναστροφή της κρίσης της δημοκρατίας δεν είναι εύκολη ούτε άμεση. Προϋποθέτει πολιτικό θάρρος, κοινωνικές συμμαχίες και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Κυρίως, όμως, προϋποθέτει την παραδοχή ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα κεκτημένο που απλώς συντηρείται, αλλά ένα διαρκές έργο που απαιτεί ανανέωση.
Η δημοκρατία δεν καταρρέει ξαφνικά. Φθείρεται αργά, όταν παύει να απαντά στις ανάγκες των κοινωνιών που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Αντίστοιχα, δεν αναγεννάται με συνθήματα, αλλά με πολιτικές που αποκαθιστούν την ισότητα, τη θεσμική αξιοπιστία και το νόημα της συμμετοχής. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι ατύχημα. Είναι πρόκληση. Και παραμένει ανοιχτό το στοίχημα αν θα την αντιμετωπίσουμε ως τέτοια.

Leave a Reply