Στο τελευταίο Global Fixed Income Markets Weekly, η JP Morgan προχωρά ρητά σε σύσταση λήψης κερδών (take profit) στη θέση overweight στο ελληνικό 10ετές ομόλογο έναντι του ισπανικού. Η κίνηση αποτυπώνει μια μετάβαση σε πιο ουδέτερη στάση, καθώς το ισχυρό ράλι των προηγούμενων μηνών έχει ήδη αποδώσει σημαντική υπεραπόδοση.
Ευρωπαϊκό πλαίσιο χωρίς άμεσους καταλύτες
Η αλλαγή προσέγγισης τοποθετείται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου δεν διακρίνονται άμεσα εγχώριοι καταλύτες που θα μπορούσαν να μεταβάλουν το βασικό μακροοικονομικό αφήγημα. Η ΕΚΤ εκτιμάται ότι παραμένει σε στάση αναμονής, με τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων να κινούνται εντός εύρους, περιορίζοντας τις πιθανότητες για έντονα directional σενάρια.
Από το directional ρίσκο στο carry και τη relative value
Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική μετατοπίζεται από το directional ρίσκο προς το carry και τη σχετική αξία (relative value). Για τα ελληνικά ομόλογα, αυτό μεταφράζεται σε μια αντίληψη ότι έχουν πλέον «ωριμάσει» επενδυτικά, αντιμετωπιζόμενα περισσότερο ως τίτλοι σταθερής τοποθέτησης και λιγότερο ως πεδίο για επιθετική υπεραπόδοση. Η σύσταση για κατοχύρωση κερδών στο 10ετές έναντι της Ισπανίας υποδηλώνει ότι το spread compression που στήριξε την προηγούμενη υπεραπόδοση εμφανίζει πλέον περιορισμένο περιθώριο περαιτέρω σύσφιγξης.
Νέες εκδόσεις και δομή ζήτησης που στηρίζει τη ρευστότητα
Παράλληλα, η JP Morgan συνεχίζει να βλέπει αξία σε τοποθετήσεις γύρω από τις νέες εκδόσεις (syndications) κρατικών τίτλων της Ευρωζώνης, επισημαίνοντας τη συνήθη ενίσχυση των αποτιμήσεων μετά την ολοκλήρωση των εκδόσεων. Η προσέγγιση αφορά συνολικά τα EGBs, εντάσσοντας πρακτικά τα ελληνικά ομόλογα στο ίδιο επενδυτικό «σύμπαν» με τους υπόλοιπους τίτλους του ευρώ. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη δομή της ζήτησης: σύμφωνα με τα στοιχεία της άσκησης διαφάνειας της EBA για το 2025, οι τράπεζες της Ευρωζώνης παραμένουν καθαροί αγοραστές κρατικών ομολόγων. Παρότι διατηρείται το home bias, έχει ενισχυθεί η διασπορά σε τίτλους άλλων χωρών, εξέλιξη που ενισχύει ρευστότητα και σταθερότητα της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας.



