Tag: Μεταρρυθμίσεις

  • Μεταρρυθμίσεις για ένα πραγματικά σύγχρονο κράτος

    Μεταρρυθμίσεις για ένα πραγματικά σύγχρονο κράτος

    Ας ξεκινήσουμε με μία παραδοχή. Ρουσφέτια γινόντουσαν ανέκαθεν και δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιος πρακτικός τρόπος για να εξαλειφθούν άμεσα. Αυτό δε μπορεί όμως -σε καμία περίπτωση- να αποτελεί επιχείρημα της κυβέρνησης για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ιδίως όταν προεκλογικά το βασικό αφήγημα του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ο εκσυγχρονισμός του κράτους. Με την πρόσφατη εισήγησή του για το ασυμβίβαστο υπουργού/βουλευτή -που ουσιαστικά δεν διορθώνει τίποτα- φάνηκε για ακόμη μια φορά το πόσο φοβικό παραμένει το πολιτικό σύστημα απέναντι στις ουσιαστικές τομές. Το θετικό της όλης υπόθεσης είναι πως άνοιξε ξανά η συζήτηση για τις γενικότερες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται ώστε να αλλάξει σελίδα η χώρα και να φτάσουμε πράγματι στο σημείο να «ανήκομεν εις την Δύσιν».

    Αποκομματικοποίηση δημοσίου

    Είναι αλήθεια πως σήμερα βρισκόμαστε σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Το ΑΣΕΠ έχει παίξει καθοριστικό ρόλο και οι προσλήψεις στο δημόσιο γίνονται με αξιοκρατικό τρόπο. Ωστόσο, τα υψηλόβαθμα στελέχη των υπουργείων και των δημόσιων υπηρεσιών, αυτοί δηλαδή που διοικούν στην πράξη το κράτος και όχι μέσα από τηλεοπτικά πάνελ, αποτελούν «πολιτικές επιλογές» των εκάστοτε υπουργών. Υπουργών που εναλλάσσονται συνεχώς με αποτέλεσμα καμία διοικητική στρατηγική να μην προλαβαίνει να αποκτήσει συνέχεια. Τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του κράτους θα πρέπει να διορίζονται μέσα από ένα σύστημα που θα αξιολογεί την προϋπηρεσία τους και τα προηγούμενα αποτελέσματά τους. Η αξιολόγησή τους όμως δεν θα πρέπει να σταματά με την πρόσληψη. Σε ετήσια βάση θα πρέπει να αξιολογείται η απόδοσή τους και ο βαθμός επίτευξης των στόχων που τους έχουν ανατεθεί.

    Οικονομία και ανάπτυξη  

    Ο τομέας της οικονομίας είναι ίσως εκείνος που έχει ανάγκη από τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις μιας και όλες οι κυβερνήσεις φοβούνται να τον «αγγίξουν» λόγω της επίδρασης που θα είχε μια λάθος κίνηση στις ζωές των ψηφοφόρων. Μία πρώτη βασική παρέμβαση θα ήταν η δημιουργία κινήτρων για συγχωνεύσεις μικρών επιχειρήσεων, η πλειοψηφία των οποίων αγωνίζεται κάθε μήνα για να παραμείνει βιώσιμη. Μέσα από τις συγχωνεύσεις θα τους δοθεί η δυνατότητα να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους βάση και την παραγωγική τους ικανότητα.

    Μία ακόμη πρόταση που θα ευνοούσε την επιχειρηματικότητα είναι η δημιουργία ενός φορολογικού πλαισίου που θα επιβραβεύει την ανάπτυξη και την φορολογική νομιμότητα των επιχειρήσεων αντί να λειτουργεί αποτρεπτικά. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ως εξής:

    1. Ταχύτερη επιστροφή φόρων και προτεραιότητα σε προγράμματα χρηματοδότησης, όταν μια επιχείρηση αυξάνει το προσωπικό της ή τις εξαγωγές της.
    2. Μειωμένη φορολόγηση όταν το κέρδος επανεπενδύεται στην επιχείρηση με σκοπό την ανάπτυξή της.

    Τέλος, μια ακόμη κρίσιμη παρέμβαση που θεωρώ βασική για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, είναι η μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας. Δηλαδή, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τους μισθούς που καταβάλλει στο κράτος μια επιχείρηση. Έτσι θα μπορέσει η επιχείρηση και να αυξήσει τους ήδη υπάρχοντες μισθούς αλλά και να παραμείνει μισθολογικά ανταγωνιστική ώστε να περιορίζεται η διαρροή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού προς το εξωτερικό.

    Δημόσιες δαπάνες

    Για το τέλος άφησα μια από τις πιο βαθιές παθογένειες του ελληνικού κράτους. Αναφέρομαι, φυσικά, στο φαινόμενο διαφθοράς πολιτικών προσώπων που διαχειρίζονται κρατικά κονδύλια. Σύμφωνα με τον δείκτη διαφθοράς (CPI) της Transparency International η Ελλάδα βρίσκεται 56η. Θέση εμφανώς βελτιωμένη από το 2012 όπου η χώρα βρισκόταν 94η. Παρ’ όλα αυτά το πρόβλημα δεν έχει εκλείψει. Για να εξαλειφθεί ή τουλάχιστον να μειωθεί δραστικά, είναι αναγκαία η δημιουργία μίας ανοιχτής ψηφιακής πλατφόρμας όπου ο κάθε πολίτης θα μπορεί να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο που πηγαίνει το κάθε ευρώ του κρατικού προϋπολογισμού με τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα.

    Μήνυμα αισιοδοξίας

    Γνωρίζω καλά πως η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό του κράτους έχει ανοίξει πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτή τη φορά θέλω να ελπίζω πως το πολιτικό αδιέξοδο και η απογοήτευση των πολιτών από το ευρύτερο πολιτικό σύστημα θα οδηγήσει -αν όχι σε ριζική αλλαγή- σε κάποιες βασικές μεταρρυθμίσεις που μέχρι σήμερα φοβόμασταν να παραδεχτούμε ότι χρειαζόμαστε.  

  • Ασυμβίβαστο Υπουργού-Βουλευτή: Θεσμική Τομή ή Επιφανειακή Μεταρρύθμιση;

    Ασυμβίβαστο Υπουργού-Βουλευτή: Θεσμική Τομή ή Επιφανειακή Μεταρρύθμιση;

    Η πρόταση για το «ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή» επανέρχεται δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με αφορμή τις πρόσφατες εξαγγελίες του Πρωθυπουργού. Ωστόσο, πέρα από το θεσμικό της περίβλημα, αξίζει να εξεταστεί ψύχραιμα τι ακριβώς αλλάζει – και τι όχι.

    Στην ουσία, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση επιχειρεί έναν σαφή διαχωρισμό ρόλων: ο Υπουργός θα ανήκει αποκλειστικά στην εκτελεστική εξουσία, ενώ ο Βουλευτής θα ασκεί αμιγώς νομοθετικό και ελεγκτικό έργο. Πρόκειται για ένα μοντέλο που συναντάται σε χώρες όπως η Γαλλία, όπου η αποφυγή του «διπλού ρόλου» θεωρείται βασική προϋπόθεση θεσμικής διάκρισης των δύο εξουσιών.

    Το επιχείρημα υπέρ της ρύθμισης είναι σαφές: δεν είναι θεσμικά ορθό το ίδιο πρόσωπο να νομοθετεί, να αποτελεί μέρος της κυβέρνησης που ελέγχεται. Ο διαχωρισμός αυτός ενισχύει, τουλάχιστον θεωρητικά, την αυτονομία της Βουλής και περιορίζει την ταύτιση κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σε επίπεδο προσώπων.

    Ωστόσο, εδώ ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα.

    Πρώτον, η μεταρρύθμιση δεν μεταβάλλει την πραγματική κατανομή πολιτικής ισχύος, η οποία αποτελεί και τον πυρήνα του προβλήματος στη σχέση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.

    Ένας Υπουργός διαθέτει εκ των πραγμάτων σημαντικά μεγαλύτερα πλεονεκτήματα: έχει πρόσβαση σε περισσότερους διοικητικούς και ανθρώπινους πόρους, μεγαλύτερη οικονομική υποστήριξη, αυξημένη προβολή στα μέσα ενημέρωσης και τη δυνατότητα να παρουσιάσει απτό κυβερνητικό έργο. Αυτά τα στοιχεία ενισχύουν καθοριστικά τη θέση του στο εκλογικό πεδίο σε σχέση με έναν απλό βουλευτή. Παράλληλα, παρατηρείται συχνά -αν και όχι καθολικά- ότι οι υπουργοί, υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους, διστάζουν να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις που ευθυγραμμίζονται με την κυβερνητική ατζέντα, οδηγώντας σε καθυστερήσεις ή αποδυνάμωση πολιτικών που ενδεχομένως θα είχαν θετικό αντίκτυπο σε μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Επιπλέον, ένα κρίσιμο θεσμικό ζήτημα στην ελληνική πραγματικότητα είναι ότι ο βουλευτής μπορεί να διαγραφεί από τον πρωθυπουργό από την κοινοβουλευτική ομάδα, γεγονός που περιορίζει την αυτονομία του και αποδυναμώνει τον ελεγκτικό του ρόλο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυνατότητα ουσιαστικής επιρροής των βουλευτών επί των υπουργών και της εκτελεστικής εξουσίας παραμένει περιορισμένη.

    Υπό αυτό το πρίσμα, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αντιμετωπίζει αυτές τις δομικές ανισορροπίες. Αντιθέτως, περιορίζεται σε μια διαδικαστική αλλαγή: ο υπουργός παύει προσωρινά να είναι βουλευτής, αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα και, με τη λήξη των υπουργικών του καθηκόντων, επανέρχεται στη βουλευτική ιδιότητα, ενώ ο επιλαχών αποχωρεί. Συνεπώς, σε επίπεδο ρόλων, ισορροπίας επιρροής και λειτουργικότητας του πολιτικού συστήματος, η παρέμβαση δεν φαίνεται να επιφέρει ουσιαστική μεταβολή, ενώ ενδέχεται να προσθέτει επιπλέον πολυπλοκότητα.

    Δεύτερον, ο αναπληρωτής του Υπουργού λειτουργεί συχνά υπό τη σκιά μιας προσωρινότητας. Το γεγονός ότι ο υπουργός, μόλις παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του, επανέρχεται αυτομάτως στη βουλευτική του έδρα και ο επιλαχών αποχωρεί, δημιουργεί μια εγγενή αστάθεια στη θέση και στα καθήκοντα του, εγείροντας εύλογα ερωτήματα τόσο ως προς το κίνητρό του να ασκήσει ουσιαστικά τα καθήκοντά του όσο και ως προς τη συνέχεια του έργου του, το οποίο ενδέχεται να διακόπτεται αιφνιδίως, υπονομεύοντας την αποτελεσματικότητά της κοινοβουλευτικής του δραστηριότητας. Ταυτόχρονα η επίγνωση ότι η θέση δεν είναι «πολιτικά κατοχυρωμένη» ενδέχεται να περιορίσει την αυτονομία και την θεσμική του παρουσία. Το ερώτημα, συνεπώς, είναι κατά πόσο ενισχύεται πράγματι ο ρόλος του Βουλευτή ή απλώς ανακυκλώνεται.

    Το τρίτο ερώτημα είναι σε σε επίπεδο εκλογικής γεωγραφίας, καθώς προκύπτει το πρόβλημα της υπερεκπροσώπησης. Μπορεί δηλαδή να δημιουργηθεί μια ανισορροπία ισχύος: για παράδειγμα, αν η Α’ Αθηνών εκλέγει έξι βουλευτές από το κυβερνών κόμμα και οι πέντε εξ αυτών αναλάβουν υπουργικά καθήκοντα, τότε οι θέσεις τους στη Βουλή θα καλυφθούν από πέντε επιλαχόντες. Τυπικά, η περιφέρεια εξακολουθεί να εκπροσωπείται από έξι βουλευτές. Ωστόσο, στην πράξη, η περιφέρεια αυτή θα διαθέτει ταυτόχρονα πέντε εκπρόσωπους στην εκτελεστική εξουσία, και άλλους πέντε ως αναπληρωματικούς βουλευτές, στο σύνολο δηλαδή θα έχει έντεκα πολιτικούς εκπροσώπους, γεγονός που δημιουργεί μια ουσιαστική ενίσχυση της πολιτικής της ισχύος στην εκπροσώπηση της φέρνοντας μια άδικη ανισορροπία με άλλες περιοχές (π.χ επαρχιακές).

    Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν στοχεύει – ούτε μπορεί – να θεραπεύσει βαθύτερες παθογένειες, όπως οι πελατειακές σχέσεις ή η ανισότητα πολιτικής ισχύος μεταξύ των εξουσιών. Αντιθέτως, αποτελεί μια θεσμική παρέμβαση περιορισμένου εύρους, η οποία επιδιώκει κυρίως την αποσαφήνιση των ρόλων εντός του πολιτικού συστήματος.

    Με άλλα λόγια, πρόκειται περισσότερο για μια προσπάθεια θεσμικού εξορθολογισμού παρά για μια ριζική μεταρρύθμιση της πολιτικής λειτουργίας. Το αν αυτή η «θεσμική καθαριότητα» αρκεί για να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών ή να βελτιώσει ουσιαστικά τη λειτουργία της δημοκρατίας, παραμένει ανοικτή προς διαβούλευση.