Ο οίκος Scope διατήρησε την ελληνική οικονομία στη βαθμίδα BBB, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αναβάθμισης μέσα στους επόμενους 12 έως 18 μήνες, καθώς κράτησε θετικό outlook. Η απόφαση στηρίζεται στην εικόνα που εμφανίζουν τα δημόσια οικονομικά, στη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του χρέους και στη σταθερή θεσμική στήριξη που λαμβάνει η χώρα από το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Τι στηρίζει την ελληνική εικόνα
Στην αξιολόγησή του, ο οίκος εστιάζει στα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, στη διάρθρωση του χρέους με μεγάλες διάρκειες και κυρίως σταθερά επιτόκια, αλλά και στα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου. Παράλληλα, θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή στήριξη, μαζί με τους πόρους του NextGenerationEU, ενισχύει την επενδυτική δυναμική, την ενεργειακή μετάβαση και την προώθηση μεταρρυθμίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Scope εκτιμά ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να υποχωρήσει από περίπου 145% το 2025 σε περίπου 127% το 2030.
Τα αδύνατα σημεία που εξακολουθούν να βαραίνουν
Παρά τη θετική εικόνα, ο οίκος δεν αγνοεί τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Στο επίκεντρο παραμένουν το υψηλό απόθεμα δημόσιου χρέους, οι χαμηλές επιδόσεις παραγωγικότητας, οι δημογραφικές πιέσεις και οι εξωτερικές ανισορροπίες που αποτυπώνονται στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και στην αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση. Ειδικά για το χρέος, προειδοποιεί ότι η πτωτική του τροχιά δεν θα συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό επ’ αόριστον, καθώς μετά το 2030 η γήρανση του πληθυσμού, η επιβράδυνση της ανάπτυξης και η άνοδος των δαπανών για τόκους ενδέχεται να περιορίσουν τη δυναμική αποκλιμάκωσής του. Χαρακτηριστικά, επισημαίνει ότι «οι προκλήσεις μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του χρέους παραμένουν».
Η ενεργειακή κρίση ως νέος παράγοντας πίεσης
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο Scope και στις συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Όπως επισημαίνει, μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών στην ενέργεια θα μπορούσε να πλήξει την Ελλάδα πιο έντονα από άλλες οικονομίες, λόγω της σημαντικής εξάρτησής της από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Αυτό, κατά την εκτίμησή του, μπορεί να επιβαρύνει τόσο την ανάπτυξη όσο και τον πληθωρισμό, ενώ αφήνει ανοιχτό και το ενδεχόμενο δημοσιονομικών πιέσεων αν η αναταραχή αποκτήσει διάρκεια. Παρ’ όλα αυτά, ο οίκος θεωρεί ότι ο άμεσος αντίκτυπος παραμένει προς το παρόν περιορισμένος, επειδή τα πρόσφατα μέτρα βασίζονται κυρίως σε περιορισμούς περιθωρίων και όχι σε άμεσες επιδοτήσεις.


