Blog

  • Το τέλος των εύκολων απαντήσεων – Το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη επιλογών

    Το τέλος των εύκολων απαντήσεων – Το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη επιλογών

    Το 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής αποτέλεσε μια κρίσιμη στιγμή πολιτικής αποτίμησης και, ταυτόχρονα, μια σπάνια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού. Για όσους συμμετείχαμε ως σύνεδροι, δεν ήταν απλώς μια οργανωτική διαδικασία, ήταν μια ευκαιρία να αναμετρηθούμε με τις ίδιες τις αδυναμίες του χώρου μας.

    Και η πιο διαχρονική από αυτές είναι η αυτοαναφορικότητα.

    Το ΠΑΣΟΚ, όπως και τα περισσότερα κόμματα που κινούνται στον ευρύτερο σοσιαλδημοκρατικό χώρο, εγκλωβίστηκε τα τελευταία χρόνια σε μια εσωτερική συζήτηση που συχνά αφορούσε περισσότερο το ίδιο το κόμμα παρά την κοινωνία. Αυτή η συνθήκη δεν προέκυψε μόνο από ιδεολογικές αμφιταλαντεύσεις, αλλά κυρίως από την απομάκρυνση από την προοπτική διακυβέρνησης. Όταν ένα κόμμα παύει να διεκδικεί ρεαλιστικά την εξουσία, αναπόφευκτα στρέφεται προς τα μέσα. Και τότε η πολιτική αντικαθίσταται από τη διαχείριση της ταυτότητας.

    Σε ένα περιβάλλον νέας σύνθεσης, το πολιτικό πρόταγμα ενός βιώσιμου σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, δεν είναι απλώς μια ρητορική επιλογή. Αντιθέτως, αποτυπώνει πιο πιστά το εύρος, τη φιλοδοξία και την κρισιμότητα του στρατηγικού σχεδιασμού του πολιτικού χώρου, και εδράζεται στις σύγχρονες ανάγκες κατανόησης ενός κόσμου που επανασυντίθεται θεσμικά, τεχνολογικά και κοινωνικά. Ενσωματώνει το «γιατί τώρα» και μετατρέπει το εγχείρημα σε στρατηγική παρέμβαση με σημασία για το μέλλον της δημοκρατικής λειτουργίας.

    Οι παρεμβάσεις προσωπικοτήτων όπως η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Γάτσιος και ο Γιάννης Μανιάτης ανέδειξαν, καθεμία από διαφορετική σκοπιά, την ανάγκη υπέρβασης αυτής της φάσης. Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεών τους ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να συνεχίσει να συζητά αόριστα για τη φυσιογνωμία του, χωρίς να απαντά στο βασικό ερώτημα της πολιτικής θέσης.

    Διότι σήμερα οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Η ανάγκη συγκρότησης ενός ισχυρού, αυτόνομου πολιτικού πόλου απέναντι στο κυβερνών σύστημα εξουσίας δεν αποτελεί απλώς κομματικό στόχο, αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της ίδιας της δημοκρατικής ισορροπίας. Και σε αυτό το περιβάλλον, οι γενικόλογες συζητήσεις περί «τι κόμμα θέλουμε» δεν επαρκούν. Σε έναν βαθμό, είναι και πολυτέλεια.

    Η εποχή μας δεν χαρακτηρίζεται από μεμονωμένες ή διακριτές προκλήσεις, αλλά από την αλληλοσύνδεση συστημικών αναταράξεων, όπως την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση, τις γεωπολιτικές εντάσεις και την αναδιάρθρωση των θεσμών. Ειδικά η τεχνητή νοημοσύνη, δεν αποτελεί πλέον απλώς εργαλείο αλλά «ανατρεπτική δύναμη» με θεσμικές, ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Μία βιώσιμη πολιτική πρόταση διεκδικεί να αξιοποιήσει αυτό το μεταπαραδειγματικό πλαίσιο, φέρνοντας στο προσκήνιο τη θεώρηση ότι η ζωή μας εντάσσεται πλέον σε μια νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική, όχι μόνο τεχνολογική αλλά και θεσμική.

    Η μόνη ουσιαστική συζήτηση που απομένει είναι η πιο δύσκολη και είναι η συζήτηση για το πού στεκόμαστε πολιτικά.

    Για χρόνια, ο χώρος επιχείρησε να ισορροπήσει μέσα από μια «all inclusive» πολιτική προσέγγιση, επιχειρώντας να απευθυνθεί σε όλους. Σήμερα, όμως, αυτό το μοντέλο εξαντλείται. Οι κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις οξύνονται, και η πολιτική ουδετερότητα μετατρέπεται σε αδυναμία. Ταυτόχρονα, η λογική της «καλύτερης διαχείρισης» αποδεικνύεται ανεπαρκής απέναντι σε ένα συγκροτημένο κυβερνητικό μηχανισμό, που αξιοποιεί την επικοινωνία και την αναπαραγωγή ισχύος με συστηματικό τρόπο.

    Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική επιστροφή του ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στην κόπωση των πολιτών ούτε σε συγκυριακές μετατοπίσεις. Προϋποθέτει σύγκρουση. Προϋποθέτει επιλογές.

    Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή τοποθέτηση για τη στεγαστική κρίση χωρίς καθαρή θέση στη σύγκρουση ανάμεσα σε όσους επενδύουν στην κατοικία και σε όσους αδυνατούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική για το δημογραφικό χωρίς ανάληψη του πραγματικού κόστους στήριξης της οικογένειας. Δεν μπορεί να υπάρξει απάντηση στο ιδιωτικό χρέος χωρίς ευθεία αντιπαράθεση με τις πρακτικές των funds. Δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη στρατηγική για τη διαφθορά χωρίς τομές που αγγίζουν τον πυρήνα του θεσμικού συστήματος.

    Αντίστοιχα, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή αναπτυξιακή πρόταση χωρίς επαναξιολόγηση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, που ολοένα και περισσότερο διολισθαίνει σε μια μονοδιάστατη «οικονομία του καφέ» και του τουρισμού. Ούτε μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ χωρίς απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα της αναδιανομής των βαρών.

    Αυτά είναι τα πραγματικά διλήμματα. Και απέναντι σε αυτά, ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει οφείλει να απαντήσει όχι μόνο τι προτείνει, αλλά και ποιον επιλέγει να εκπροσωπήσει. Γιατί κάθε πολιτική επιλογή εμπεριέχει και έναν αποκλεισμό.

    Η παρέμβαση του Κώστα Σκανδαλίδη, δεν είχε απλώς συμβολικό χαρακτήρα, αποτέλεσε μια πυκνή πολιτική υπόμνηση στρατηγικής. Η αναφορά του στον «δρόμο του αλατιού» του Μαχάτμα Γκάντι και στην εμβληματική Salt March δεν ήταν ιστορική αναδρομή, αλλά πολιτική προτροπή. Η κατάκτηση της εξουσίας προϋποθέτει ηθική νομιμοποίηση, κοινωνική γείωση και σύγκρουση με κατεστημένες πρακτικές. Σε πλήρη αντίστιξη με τη λογική, «θα το κάνω χεράτα», η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο το πιο παθογενές στοιχείο του πολιτικού συστήματος, δηλαδή τη θεσμοποίηση του ρουσφετιού ως εργαλείου εξουσίας. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για ενδεικτική λειτουργία ενός μηχανισμού που υπονομεύει την ισονομία και ευτελίζει τη σχέση πολίτη – πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να συγκρουστεί όχι μόνο με τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης, αλλά και με την ίδια τη λογική του «σταυρού μέσω εξυπηρέτησης». Να αποκαταστήσει την έννοια της πολιτικής εκπροσώπησης ως συλλογικής ευθύνης και όχι ως ιδιωτικής συναλλαγής.

    Ως σύνεδρος, θεωρώ ότι το μεγαλύτερο διακύβευμα που αναδείχθηκε σε αυτό το Συνέδριο δεν ήταν οργανωτικό. Ήταν βαθιά πολιτικό. Δεν αφορά το αν θα υπάρξουν συγκλίσεις σε επίπεδο σχημάτων ή συνεργασιών. Αφορά το αν ο χώρος θα επιλύσει τη βασική του εκκρεμότητα, δηλαδή να ορίσει, με σύγχρονους όρους, τη θέση του μέσα στις κοινωνικές αντιθέσεις της εποχής.

    Μόνο τότε η αυτονομία αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο. Μόνο τότε το ΠΑΣΟΚ μπορεί να επιστρέψει ως κόμμα εξουσίας, όχι ως ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά ως απάντηση στο παρόν. Να αντικατοπτρίζει τις ηθικές ανησυχίες της εποχής, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την ενσωμάτωση, την ευθύνη απέναντι στις κοινωνίες. Να αντλήσει ερείσματα από τον λαό, ώστε να καταστεί πιο έντιμο και ώριμο ως προς το όραμα, το βάθος κι εύρος της νέας σύνθεσης που συντελείται.

  • Μπρατάκος: Η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης – Σαφείς οι προκλήσεις

    Μπρατάκος: Η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης – Σαφείς οι προκλήσεις

    Παρέμβαση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας έκανε ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ, σχολιάζοντας την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2025. Όπως ανέφερε, η αποτίμηση της κεντρικής τράπεζας επιβεβαιώνει ότι η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης, την ίδια στιγμή όμως αναδεικνύει και τις κρίσιμες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν το επόμενο διάστημα.

    Η μετάβαση σε πιο ισχυρό παραγωγικό μοντέλο

    Στην τοποθέτησή του τόνισε ότι η ανθεκτικότητα που έχει δείξει η οικονομία μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον αποτελεί θετική βάση, χωρίς όμως να επαρκεί από μόνη της. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη να περάσει η χώρα από ένα μοντέλο που στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση και τον τουρισμό σε μια πιο σταθερή αναπτυξιακή πορεία, με κέντρο τις επενδύσεις, την εξωστρέφεια και την καινοτομία.

    Χρηματοδότηση, πληθωρισμός και ανταγωνιστικότητα

    Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις πιέσεις που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις. Όπως σημείωσε, το υψηλό κόστος χρηματοδότησης, οι πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως σε βασικά αγαθά, αλλά και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας εξακολουθούν να περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα. Τόνισε ακόμη ότι για τον επιχειρηματικό κόσμο το κρίσιμο ζητούμενο είναι αφενός η πρόσβαση, ειδικά των μικρομεσαίων, σε χρηματοδότηση με βιώσιμους όρους και αφετέρου η επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων που θα μειώνουν το λειτουργικό κόστος και θα ενισχύουν την παραγωγικότητα.

    Ενέργεια, Ταμείο Ανάκαμψης και επόμενο βήμα

    Στο ίδιο πλαίσιο υπογράμμισε πως πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στην ταχύτερη απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε δράσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία. Όπως επισήμανε, η συγκυρία δεν επιτρέπει εφησυχασμό, αλλά απαιτεί συντονισμένη δράση, σοβαρό σχεδιασμό και καθαρές πολιτικές επιλογές, ώστε η ανάπτυξη να είναι διατηρήσιμη και να αφορά το σύνολο της επιχειρηματικής κοινότητας και της κοινωνίας.

  • Βελόπουλος: «Ο πρωθυπουργός επέλεξε να κινηθεί με μισές αλήθειες»

    Βελόπουλος: «Ο πρωθυπουργός επέλεξε να κινηθεί με μισές αλήθειες»

    Σφοδρή επίθεση στον Κυριάκο Μητσοτάκη εξαπέλυσε ο Κυριάκος Βελόπουλος με αφορμή το τηλεοπτικό μήνυμα του πρωθυπουργού για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, κάνοντας λόγο για μια παρέμβαση χωρίς ουσία και χωρίς πραγματική πολιτική ευθύνη. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης υποστήριξε ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε να κινηθεί με «μισές αλήθειες», ενώ ανέφερε πως οι πολίτες άκουσαν ξανά αναφορές σε ρουσφέτια, αναξιοκρατία, ανηθικότητα και σκάνδαλα, χωρίς να δοθεί σαφής απάντηση για το ποιος ευθύνεται πολιτικά.

    Το ρουσφετολογικό κράτος στο επίκεντρο της κριτικής

    Στην τοποθέτησή του ο Κυριάκος Βελόπουλος επέμεινε ότι για κάθε υπόθεση σαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ ευθύνεται το κράτος που χτίστηκε πάνω στη λογική του ρουσφετιού. Όπως είπε, δεν είναι φυσιολογικό ένας βουλευτής να παρεμβαίνει τηλεφωνικά για να προχωρήσει μια υπόθεση αγρότη, όταν οι υπηρεσίες θα έπρεπε να λειτουργούν αυτόνομα και με καθαρούς κανόνες. Με αυτό το επιχείρημα επιχείρησε να αναδείξει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο σε όσους ωφελήθηκαν παράνομα, αλλά και σε όσους επέτρεψαν ή συντήρησαν αυτόν τον μηχανισμό.

    Το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή και οι αιχμές για το 2027

    Αναφερόμενος στην πρόταση για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης σημείωσε ότι ακόμη και αν θεσπιστεί τώρα, η εφαρμογή της θα αφορά την επόμενη κυβερνητική φάση και όχι τη σημερινή. Παράλληλα, αμφισβήτησε ευθέως τη χρησιμότητα μιας τέτοιας εξαγγελίας στη συγκεκριμένη συγκυρία, υποστηρίζοντας ότι δεν απαντά στην ουσία του προβλήματος που έχει αναδειχθεί με τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

    Νέα πυρά και για την υπόθεση των Τεμπών

    Στο τέλος της παρέμβασής του, ο Κυριάκος Βελόπουλος επανήλθε και στην υπόθεση των Τεμπών, εξαπολύοντας βαριές κατηγορίες για χειρισμούς γύρω από κρίσιμο αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα, αναφέρθηκε σε πραγματογνωμοσύνες, φωτογραφικό υλικό και βίντεο, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν στοιχεία της υπόθεσης.

  • Γεωργιάδης για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω»

    Γεωργιάδης για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω»

    Απάντηση στην κριτική της αντιπολίτευσης για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έδωσε στη Βουλή ο Άδωνις Γεωργιάδης, υποστηρίζοντας ότι όσοι κατηγορούν βουλευτές επειδή μιλούσαν τηλεφωνικά για να βοηθήσουν πολίτες με τα προβλήματά τους «θα έπρεπε να ντρεπόμαστε». Στην τοποθέτησή του επέμεινε πως τέτοιες παρεμβάσεις αποτελούν γνώριμη κοινοβουλευτική πρακτική και δεν μπορούν να παρουσιάζονται συλλήβδην ως επιλήψιμες.

    Η ένταση στη Βουλή με φόντο την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

    Η συζήτηση ανέβηκε ακόμη περισσότερο όταν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Μάντζος έθεσε ερωτήματα για όσα έχουν λεχθεί σχετικά με τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σχολιάζοντας αν πράγματι θεωρείται ότι παρεμβαίνει ευθέως και κρατά το πολιτικό σύστημα όμηρο. Στο ίδιο πλαίσιο επανέφερε και τη θέση ότι η λύση βρίσκεται στις εκλογές, απορρίπτοντας θεσμικές προτάσεις όπως το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή.

    Οι αιχμές για πελατειακές σχέσεις και εκλογικά οφέλη

    Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, ο Χρήστος Γιαννούλης υποστήριξε ότι η υπόθεση δεν αφορά απλώς ένα μεμονωμένο σκάνδαλο, αλλά έναν μηχανισμό που, όπως είπε, συνδέεται με εκλογικά οφέλη και πελατειακές σχέσεις. Η αντιπαράθεση έτσι μεταφέρθηκε από το στενό πεδίο των δικογραφιών σε μια ευρύτερη σύγκρουση για τον τρόπο άσκησης πολιτικής εξουσίας και διαχείρισης αιτημάτων πολιτών.

    «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω»

    Στην ίδια συζήτηση, ο Άδωνις Γεωργιάδης αντέτεινε ότι όσοι επιτίθενται στην κυβέρνηση οφείλουν πρώτα να αναλογιστούν αν και οι ίδιοι ή οι κυβερνήσεις τους έχουν υπηρετήσει παρόμοιες λογικές εξυπηρετήσεων. Με τη φράση «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω», επιχείρησε να μεταφέρει την πίεση και προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, προσθέτοντας ότι η κυβερνητική πλευρά έχει ήδη προχωρήσει στη δική της αυτοκριτική και αυτορρύθμιση.

  • ΣΥΡΙΖΑ κατά Μητσοτάκη για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Μνημείο πολιτικής υποκρισίας»

    ΣΥΡΙΖΑ κατά Μητσοτάκη για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Μνημείο πολιτικής υποκρισίας»

    Σκληρή επίθεση στον Κυριάκο Μητσοτάκη εξαπέλυσε ο ΣΥΡΙΖΑ με αφορμή τη δήλωσή του για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, υποστηρίζοντας ότι ο πρωθυπουργός επιχειρεί να εμφανιστεί ως θεσμική λύση σε μια υπόθεση για την οποία φέρει ο ίδιος πολιτική ευθύνη. Στην ανακοίνωση τονίζεται ότι η παρέμβασή του συνιστά «μνημείο πολιτικής υποκρισίας» και μια προσπάθεια διαφυγής από τις κυβερνητικές ευθύνες.

    «Δεν απαντά για το σήμερα»

    Η αξιωματική αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι ο πρωθυπουργός μεταθέτει στο μέλλον ένα πρόβλημα που, όπως σημειώνει, δημιουργήθηκε και αποκαλύφθηκε επί των ημερών του. Στο ίδιο πλαίσιο, απορρίπτει την εξαγγελία για το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή από το 2027, λέγοντας ότι δεν αγγίζει την ουσία της σημερινής κρίσης και δεν δίνει απαντήσεις ούτε για τις πολιτικές ευθύνες ούτε για τον τρόπο διαχείρισης των ευρωπαϊκών πόρων.

    Αιχμές για μπλοκάρισμα του ελέγχου πολιτικών προσώπων

    Στην ίδια ανακοίνωση, ο ΣΥΡΙΖΑ αναφέρει ότι η κυβέρνηση επικαλείται το τεκμήριο αθωότητας, την ώρα που, όπως καταγγέλλει, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία έχει φροντίσει να εμποδίζει τον ουσιαστικό έλεγχο πολιτικών προσώπων. Με αυτό το επιχείρημα επιχειρεί να συνδέσει τη θεσμική στάση της κυβέρνησης με μια ευρύτερη λογική συγκάλυψης γύρω από την υπόθεση.

    «Δρομολογήστε την υπόθεση στη Δικαιοσύνη και προκηρύξτε εκλογές»

    Στην κατακλείδα της ανακοίνωσής του, το κόμμα επιμένει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί να παρουσιαστεί ως λύση σε ένα σκάνδαλο του οποίου είναι πολιτικά υπεύθυνος, ενώ υποστηρίζει ότι η κοινωνία δεν πείθεται από τις κυβερνητικές κινήσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ζητά να προχωρήσει η υπόθεση στη Δικαιοσύνη και θέτει ανοιχτά αίτημα για προκήρυξη εκλογών.

  • Δεκαπέντε τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο χθες

    Δεκαπέντε τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο χθες

    Νέο περιστατικό έντασης καταγράφηκε τη Δευτέρα στο Αιγαίο, καθώς σημειώθηκαν τέσσερις παραβάσεις και δεκαπέντε παραβιάσεις σε περιοχές του Βορειοανατολικού, του Κεντρικού και του Νοτιοανατολικού Αιγαίου. Η καταγραφή εντάσσεται στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων τουρκικών κινήσεων στην περιοχή.

    Πώς κατανέμονται οι παραβάσεις

    Με βάση την ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ, οι παραβάσεις έφτασαν συνολικά τις εννέα, εκ των οποίων μία αποδίδεται σε CN-235 και οκτώ σε UAV. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη συνέχιση των πτήσεων που παρακολουθούνται στενά από τις ελληνικές αρχές.

    Από πού προήλθαν οι 15 παραβιάσεις

    Στο ίδιο περιστατικό καταγράφηκαν και 15 παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου. Ειδικότερα, έξι προήλθαν από CN-235, τέσσερις από ATR-72 και πέντε από UAV, σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα.

    Αναγνώριση και αναχαίτιση κατά πάγια πρακτική

    Τα τουρκικά αεροσκάφη αναγνωρίστηκαν και αναχαιτίστηκαν από τις ελληνικές δυνάμεις, με τη διαδικασία να γίνεται, όπως επισημαίνεται, σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες και την πάγια πρακτική.

  • Ασυμβίβαστο Υπουργού-Βουλευτή: Θεσμική Τομή ή Επιφανειακή Μεταρρύθμιση;

    Ασυμβίβαστο Υπουργού-Βουλευτή: Θεσμική Τομή ή Επιφανειακή Μεταρρύθμιση;

    Η πρόταση για το «ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή» επανέρχεται δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με αφορμή τις πρόσφατες εξαγγελίες του Πρωθυπουργού. Ωστόσο, πέρα από το θεσμικό της περίβλημα, αξίζει να εξεταστεί ψύχραιμα τι ακριβώς αλλάζει – και τι όχι.

    Στην ουσία, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση επιχειρεί έναν σαφή διαχωρισμό ρόλων: ο Υπουργός θα ανήκει αποκλειστικά στην εκτελεστική εξουσία, ενώ ο Βουλευτής θα ασκεί αμιγώς νομοθετικό και ελεγκτικό έργο. Πρόκειται για ένα μοντέλο που συναντάται σε χώρες όπως η Γαλλία, όπου η αποφυγή του «διπλού ρόλου» θεωρείται βασική προϋπόθεση θεσμικής διάκρισης των δύο εξουσιών.

    Το επιχείρημα υπέρ της ρύθμισης είναι σαφές: δεν είναι θεσμικά ορθό το ίδιο πρόσωπο να νομοθετεί, να αποτελεί μέρος της κυβέρνησης που ελέγχεται. Ο διαχωρισμός αυτός ενισχύει, τουλάχιστον θεωρητικά, την αυτονομία της Βουλής και περιορίζει την ταύτιση κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σε επίπεδο προσώπων.

    Ωστόσο, εδώ ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα.

    Πρώτον, η μεταρρύθμιση δεν μεταβάλλει την πραγματική κατανομή πολιτικής ισχύος, η οποία αποτελεί και τον πυρήνα του προβλήματος στη σχέση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.

    Ένας Υπουργός διαθέτει εκ των πραγμάτων σημαντικά μεγαλύτερα πλεονεκτήματα: έχει πρόσβαση σε περισσότερους διοικητικούς και ανθρώπινους πόρους, μεγαλύτερη οικονομική υποστήριξη, αυξημένη προβολή στα μέσα ενημέρωσης και τη δυνατότητα να παρουσιάσει απτό κυβερνητικό έργο. Αυτά τα στοιχεία ενισχύουν καθοριστικά τη θέση του στο εκλογικό πεδίο σε σχέση με έναν απλό βουλευτή. Παράλληλα, παρατηρείται συχνά -αν και όχι καθολικά- ότι οι υπουργοί, υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους, διστάζουν να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις που ευθυγραμμίζονται με την κυβερνητική ατζέντα, οδηγώντας σε καθυστερήσεις ή αποδυνάμωση πολιτικών που ενδεχομένως θα είχαν θετικό αντίκτυπο σε μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Επιπλέον, ένα κρίσιμο θεσμικό ζήτημα στην ελληνική πραγματικότητα είναι ότι ο βουλευτής μπορεί να διαγραφεί από τον πρωθυπουργό από την κοινοβουλευτική ομάδα, γεγονός που περιορίζει την αυτονομία του και αποδυναμώνει τον ελεγκτικό του ρόλο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυνατότητα ουσιαστικής επιρροής των βουλευτών επί των υπουργών και της εκτελεστικής εξουσίας παραμένει περιορισμένη.

    Υπό αυτό το πρίσμα, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αντιμετωπίζει αυτές τις δομικές ανισορροπίες. Αντιθέτως, περιορίζεται σε μια διαδικαστική αλλαγή: ο υπουργός παύει προσωρινά να είναι βουλευτής, αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα και, με τη λήξη των υπουργικών του καθηκόντων, επανέρχεται στη βουλευτική ιδιότητα, ενώ ο επιλαχών αποχωρεί. Συνεπώς, σε επίπεδο ρόλων, ισορροπίας επιρροής και λειτουργικότητας του πολιτικού συστήματος, η παρέμβαση δεν φαίνεται να επιφέρει ουσιαστική μεταβολή, ενώ ενδέχεται να προσθέτει επιπλέον πολυπλοκότητα.

    Δεύτερον, ο αναπληρωτής του Υπουργού λειτουργεί συχνά υπό τη σκιά μιας προσωρινότητας. Το γεγονός ότι ο υπουργός, μόλις παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του, επανέρχεται αυτομάτως στη βουλευτική του έδρα και ο επιλαχών αποχωρεί, δημιουργεί μια εγγενή αστάθεια στη θέση και στα καθήκοντα του, εγείροντας εύλογα ερωτήματα τόσο ως προς το κίνητρό του να ασκήσει ουσιαστικά τα καθήκοντά του όσο και ως προς τη συνέχεια του έργου του, το οποίο ενδέχεται να διακόπτεται αιφνιδίως, υπονομεύοντας την αποτελεσματικότητά της κοινοβουλευτικής του δραστηριότητας. Ταυτόχρονα η επίγνωση ότι η θέση δεν είναι «πολιτικά κατοχυρωμένη» ενδέχεται να περιορίσει την αυτονομία και την θεσμική του παρουσία. Το ερώτημα, συνεπώς, είναι κατά πόσο ενισχύεται πράγματι ο ρόλος του Βουλευτή ή απλώς ανακυκλώνεται.

    Το τρίτο ερώτημα είναι σε σε επίπεδο εκλογικής γεωγραφίας, καθώς προκύπτει το πρόβλημα της υπερεκπροσώπησης. Μπορεί δηλαδή να δημιουργηθεί μια ανισορροπία ισχύος: για παράδειγμα, αν η Α’ Αθηνών εκλέγει έξι βουλευτές από το κυβερνών κόμμα και οι πέντε εξ αυτών αναλάβουν υπουργικά καθήκοντα, τότε οι θέσεις τους στη Βουλή θα καλυφθούν από πέντε επιλαχόντες. Τυπικά, η περιφέρεια εξακολουθεί να εκπροσωπείται από έξι βουλευτές. Ωστόσο, στην πράξη, η περιφέρεια αυτή θα διαθέτει ταυτόχρονα πέντε εκπρόσωπους στην εκτελεστική εξουσία, και άλλους πέντε ως αναπληρωματικούς βουλευτές, στο σύνολο δηλαδή θα έχει έντεκα πολιτικούς εκπροσώπους, γεγονός που δημιουργεί μια ουσιαστική ενίσχυση της πολιτικής της ισχύος στην εκπροσώπηση της φέρνοντας μια άδικη ανισορροπία με άλλες περιοχές (π.χ επαρχιακές).

    Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν στοχεύει – ούτε μπορεί – να θεραπεύσει βαθύτερες παθογένειες, όπως οι πελατειακές σχέσεις ή η ανισότητα πολιτικής ισχύος μεταξύ των εξουσιών. Αντιθέτως, αποτελεί μια θεσμική παρέμβαση περιορισμένου εύρους, η οποία επιδιώκει κυρίως την αποσαφήνιση των ρόλων εντός του πολιτικού συστήματος.

    Με άλλα λόγια, πρόκειται περισσότερο για μια προσπάθεια θεσμικού εξορθολογισμού παρά για μια ριζική μεταρρύθμιση της πολιτικής λειτουργίας. Το αν αυτή η «θεσμική καθαριότητα» αρκεί για να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών ή να βελτιώσει ουσιαστικά τη λειτουργία της δημοκρατίας, παραμένει ανοικτή προς διαβούλευση.

  • Στουρνάρας: «Η πολιτική σταθερότητα είναι παράγοντας ανθεκτικότητας»

    Στουρνάρας: «Η πολιτική σταθερότητα είναι παράγοντας ανθεκτικότητας»

    Την ανάγκη διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας και ενός προβλέψιμου θεσμικού περιβάλλοντος ανέδειξε ο Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι σε περιόδους έντονης διεθνούς αβεβαιότητας αυτά τα στοιχεία λειτουργούν ως βασική ασπίδα για την οικονομία. Όπως τόνισε, η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η μακροοικονομική ισορροπία και η αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη θεσμική συνέχεια και τη σταθερότητα.

    Επιβράδυνση στο 1,9% με πίεση από τη Μέση Ανατολή

    Αναφερόμενος στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, σημείωσε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ηπιότερης ανόδου της κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα. Την ίδια ώρα, υπογράμμισε ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις και ιδιαίτερα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τόσο την ανάπτυξη όσο και τον πληθωρισμό, ενώ και η ευρωζώνη προβλέπεται να κινηθεί χαμηλότερα, με ανάπτυξη στο 0,9% από 1,4% το 2025. Παρά την επιβράδυνση, ξεκαθάρισε ότι η ελληνική οικονομία εκτιμάται πως θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

    Επενδύσεις, εργασία και πληθωρισμός στο επίκεντρο

    Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στις επενδύσεις, οι οποίες, όπως ανέφερε, θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης με στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις. Παράλληλα, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, χάρη στην ενίσχυση της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά με πιο ήπιο ρυθμό. Στην αγορά εργασίας οι προοπτικές παραμένουν θετικές, με την ανεργία να αναμένεται να υποχωρήσει στο 8,2%, ωστόσο ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί ξανά το 2026, φτάνοντας στο 3,1%, υπό την πίεση των διεθνών ενεργειακών εξελίξεων.

    Αυξημένη αβεβαιότητα για ΕΚΤ και τράπεζες

    Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, υπογράμμισε ότι το 2026 θα χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα και ανάγκη ευελιξίας από την ΕΚΤ, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πιο αυστηρής στάσης αν οι αυξήσεις στην ενέργεια μετατραπούν σε πιο επίμονες πληθωριστικές πιέσεις. Για τις τράπεζες, η εικόνα παραμένει θετική, καθώς οι επιδόσεις του 2025 στηρίζουν την ανθεκτικότητα, την κερδοφορία και την κεφαλαιακή τους βάση. Παρ’ όλα αυτά, προειδοποίησε ότι η διεθνής αστάθεια εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο για το κόστος χρηματοδότησης, την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων και τη δυναμική της πιστωτικής επέκτασης.

  • Μαρινάκης για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Δεν ευσταθούν τα περί κυβέρνησης υποδίκων»

    Μαρινάκης για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Δεν ευσταθούν τα περί κυβέρνησης υποδίκων»

    Απάντηση στις επιθέσεις της αντιπολίτευσης για τις νέες δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ έδωσε ο Παύλος Μαρινάκης, απορρίπτοντας τον χαρακτηρισμό περί «κυβέρνησης υποδίκων». Όπως υποστήριξε, το γεγονός ότι ένα πολιτικό πρόσωπο βρίσκεται σε διαδικασία αιτήματος άρσης ασυλίας δεν σημαίνει ούτε ενοχή ούτε καθεστώς υποδίκου, ενώ σημείωσε ότι μετά την άρση ασυλίας τα πρόσωπα αυτά καλούνται απλώς να δώσουν εξηγήσεις.

    Οι αναφορές στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τις άρσεις ασυλίας

    Στην ίδια τοποθέτηση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος συνέδεσε τη συζήτηση με τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, επισημαίνοντας ότι η έρευνά της εκτείνεται σε χιλιάδες καταγγελίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε περίπου 150 περιπτώσεις στην Ελλάδα. Παράλληλα, ανέφερε ότι από το 2019 μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει 97 άρσεις ασυλιών, επιχειρώντας να δείξει ότι η σχετική διαδικασία δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη ποινικής ευθύνης.

    Η αναφορά στα 3 δισ. ευρώ των αγροτικών επιδοτήσεων

    Ο Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ακόμη ότι η Ελλάδα έχει πληρώσει 3 δισ. ευρώ για παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις μέσα στα τελευταία 30 χρόνια, τονίζοντας ότι το πρόβλημα δεν εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια αλλά αποτελεί διαχρονική παθογένεια. Με αυτό το επιχείρημα θέλησε να αναδείξει ότι η ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από το 2020 και μετά δεν σημαίνει πως πριν δεν υπήρχαν παρατυπίες ή ελλιπείς έλεγχοι στις αγροτικές ενισχύσεις.

    Η διάκριση ανάμεσα στο αίτημα πολίτη και την παράνομη πίεση

    Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη διάκριση ανάμεσα στη μεταφορά αιτημάτων της κοινωνίας και στην πίεση για παράνομο αίτημα. Όπως τόνισε, άλλο είναι ένας βουλευτής να μεταφέρει δίκαια παράπονα ή αιτήματα πολιτών και άλλο να παρεμβαίνει πιεστικά για κάτι που συνιστά παράνομη πράξη. Στο ίδιο πλαίσιο, επανέφερε και το επιχείρημα ότι ο περιορισμός του πελατειακού κράτους περνά μέσα από το ψηφιακό κράτος και από τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, ώστε να περιοριστούν τα περιθώρια ρουσφετιών και αδιαφανών παρεμβάσεων.

  • Χατζηδάκης για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Να κινηθούν ταχύτατα οι διαδικασίες χωρίς σκιές»

    Χατζηδάκης για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Να κινηθούν ταχύτατα οι διαδικασίες χωρίς σκιές»

    Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, τοποθετήθηκε για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς και για τις αναφορές του πρωθυπουργού προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Μιλώντας στο ραδιόφωνο των Παραπολιτικών, διευκρίνισε ότι τα επίμαχα στοιχεία προέρχονται από το 2021 και έχουν συλλεχθεί μέσω νόμιμων επισυνδέσεων των διωκτικών αρχών, υπογραμμίζοντας ότι η ευρωπαϊκή αρχή παρενέβη σε μεταγενέστερο στάδιο.

    Τόνισε ότι, λόγω της έντονης πολιτικής διάστασης της υπόθεσης, είναι αναγκαίο οι εμπλεκόμενοι θεσμοί να προχωρήσουν με ταχύτητα, επισημαίνοντας παράλληλα πως στατιστικά πολλές υποθέσεις που ξεκινούν από εισαγγελικές έρευνες δεν καταλήγουν απαραίτητα σε καταδίκες.

    Αιχμές για πολιτικές παρεμβάσεις και το ζήτημα της ασυλίας

    Ο κ. Χατζηδάκης άφησε αιχμές προς τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι είχαν υπάρξει αιτήματα επιείκειας στο παρελθόν. Όπως ανέφερε, σημειώθηκαν «κινήσεις ευαισθησίας», ενώ αναφερόμενος στην άρση ασυλίας, υπογράμμισε ότι οι ίδιοι οι βουλευτές θα προχωρήσουν σε σχετικό αίτημα, χαρακτηρίζοντάς το στοιχείο θεσμικής υπευθυνότητας.

    Διευκρίνισε ωστόσο ότι η άρση ασυλίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως και παραπομπή σε δίκη, αλλά αποτελεί μέρος της προκαταρκτικής διαδικασίας, κατά την οποία θα αξιολογηθεί αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για δικαστική εξέλιξη. Προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε διαφορετική διαχείριση σε αυτό το στάδιο θα μπορούσε να δημιουργήσει εντυπώσεις συγκάλυψης.

    Αναφερόμενος στις επικρίσεις περί παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ξεκαθάρισε ότι η πλευρά της κυβέρνησης ζητά επιτάχυνση των διαδικασιών, ώστε να διαμορφωθεί σύντομα μια σαφής εικόνα.

    Υπογράμμισε ότι βασικός στόχος είναι η υπόθεση να εξελιχθεί με θεσμική συνέπεια και υπευθυνότητα, χωρίς να δημιουργούνται αμφιβολίες για τον τρόπο διαχείρισής της.

    Σε ό,τι αφορά την πρόταση του πρωθυπουργού για το ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας, ο Κωστής Χατζηδάκης σημείωσε ότι η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση συνιστά ευκαιρία για μια ευρύτερη θεσμική επανεκκίνηση.

    Όπως ανέφερε, η πρόταση δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, καθώς αντίστοιχο μοντέλο εφαρμόζεται στη Γαλλία, ενώ εντάσσεται σε μια συνολικότερη προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του βουλευτή. Κάλεσε μάλιστα σε έναν διάλογο «εκτός των συνηθισμένων πλαισίων», τονίζοντας ότι το βασικό ερώτημα παραμένει αν οι πρακτικές που εξετάζονται είναι νόμιμες ή παράνομες.

    Κλείνοντας, υπενθύμισε ότι από το 2019 και μετά έχουν υλοποιηθεί σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες, όπως είπε, διαμορφώνουν ένα διαφορετικό πλαίσιο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.