Το 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής αποτέλεσε μια κρίσιμη στιγμή πολιτικής αποτίμησης και, ταυτόχρονα, μια σπάνια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού. Για όσους συμμετείχαμε ως σύνεδροι, δεν ήταν απλώς μια οργανωτική διαδικασία, ήταν μια ευκαιρία να αναμετρηθούμε με τις ίδιες τις αδυναμίες του χώρου μας.
Και η πιο διαχρονική από αυτές είναι η αυτοαναφορικότητα.
Το ΠΑΣΟΚ, όπως και τα περισσότερα κόμματα που κινούνται στον ευρύτερο σοσιαλδημοκρατικό χώρο, εγκλωβίστηκε τα τελευταία χρόνια σε μια εσωτερική συζήτηση που συχνά αφορούσε περισσότερο το ίδιο το κόμμα παρά την κοινωνία. Αυτή η συνθήκη δεν προέκυψε μόνο από ιδεολογικές αμφιταλαντεύσεις, αλλά κυρίως από την απομάκρυνση από την προοπτική διακυβέρνησης. Όταν ένα κόμμα παύει να διεκδικεί ρεαλιστικά την εξουσία, αναπόφευκτα στρέφεται προς τα μέσα. Και τότε η πολιτική αντικαθίσταται από τη διαχείριση της ταυτότητας.
Σε ένα περιβάλλον νέας σύνθεσης, το πολιτικό πρόταγμα ενός βιώσιμου σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, δεν είναι απλώς μια ρητορική επιλογή. Αντιθέτως, αποτυπώνει πιο πιστά το εύρος, τη φιλοδοξία και την κρισιμότητα του στρατηγικού σχεδιασμού του πολιτικού χώρου, και εδράζεται στις σύγχρονες ανάγκες κατανόησης ενός κόσμου που επανασυντίθεται θεσμικά, τεχνολογικά και κοινωνικά. Ενσωματώνει το «γιατί τώρα» και μετατρέπει το εγχείρημα σε στρατηγική παρέμβαση με σημασία για το μέλλον της δημοκρατικής λειτουργίας.
Οι παρεμβάσεις προσωπικοτήτων όπως η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Γάτσιος και ο Γιάννης Μανιάτης ανέδειξαν, καθεμία από διαφορετική σκοπιά, την ανάγκη υπέρβασης αυτής της φάσης. Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεών τους ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να συνεχίσει να συζητά αόριστα για τη φυσιογνωμία του, χωρίς να απαντά στο βασικό ερώτημα της πολιτικής θέσης.
Διότι σήμερα οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Η ανάγκη συγκρότησης ενός ισχυρού, αυτόνομου πολιτικού πόλου απέναντι στο κυβερνών σύστημα εξουσίας δεν αποτελεί απλώς κομματικό στόχο, αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της ίδιας της δημοκρατικής ισορροπίας. Και σε αυτό το περιβάλλον, οι γενικόλογες συζητήσεις περί «τι κόμμα θέλουμε» δεν επαρκούν. Σε έναν βαθμό, είναι και πολυτέλεια.
Η εποχή μας δεν χαρακτηρίζεται από μεμονωμένες ή διακριτές προκλήσεις, αλλά από την αλληλοσύνδεση συστημικών αναταράξεων, όπως την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση, τις γεωπολιτικές εντάσεις και την αναδιάρθρωση των θεσμών. Ειδικά η τεχνητή νοημοσύνη, δεν αποτελεί πλέον απλώς εργαλείο αλλά «ανατρεπτική δύναμη» με θεσμικές, ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Μία βιώσιμη πολιτική πρόταση διεκδικεί να αξιοποιήσει αυτό το μεταπαραδειγματικό πλαίσιο, φέρνοντας στο προσκήνιο τη θεώρηση ότι η ζωή μας εντάσσεται πλέον σε μια νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική, όχι μόνο τεχνολογική αλλά και θεσμική.
Η μόνη ουσιαστική συζήτηση που απομένει είναι η πιο δύσκολη και είναι η συζήτηση για το πού στεκόμαστε πολιτικά.
Για χρόνια, ο χώρος επιχείρησε να ισορροπήσει μέσα από μια «all inclusive» πολιτική προσέγγιση, επιχειρώντας να απευθυνθεί σε όλους. Σήμερα, όμως, αυτό το μοντέλο εξαντλείται. Οι κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις οξύνονται, και η πολιτική ουδετερότητα μετατρέπεται σε αδυναμία. Ταυτόχρονα, η λογική της «καλύτερης διαχείρισης» αποδεικνύεται ανεπαρκής απέναντι σε ένα συγκροτημένο κυβερνητικό μηχανισμό, που αξιοποιεί την επικοινωνία και την αναπαραγωγή ισχύος με συστηματικό τρόπο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική επιστροφή του ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στην κόπωση των πολιτών ούτε σε συγκυριακές μετατοπίσεις. Προϋποθέτει σύγκρουση. Προϋποθέτει επιλογές.
Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή τοποθέτηση για τη στεγαστική κρίση χωρίς καθαρή θέση στη σύγκρουση ανάμεσα σε όσους επενδύουν στην κατοικία και σε όσους αδυνατούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική για το δημογραφικό χωρίς ανάληψη του πραγματικού κόστους στήριξης της οικογένειας. Δεν μπορεί να υπάρξει απάντηση στο ιδιωτικό χρέος χωρίς ευθεία αντιπαράθεση με τις πρακτικές των funds. Δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη στρατηγική για τη διαφθορά χωρίς τομές που αγγίζουν τον πυρήνα του θεσμικού συστήματος.
Αντίστοιχα, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή αναπτυξιακή πρόταση χωρίς επαναξιολόγηση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, που ολοένα και περισσότερο διολισθαίνει σε μια μονοδιάστατη «οικονομία του καφέ» και του τουρισμού. Ούτε μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ χωρίς απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα της αναδιανομής των βαρών.
Αυτά είναι τα πραγματικά διλήμματα. Και απέναντι σε αυτά, ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει οφείλει να απαντήσει όχι μόνο τι προτείνει, αλλά και ποιον επιλέγει να εκπροσωπήσει. Γιατί κάθε πολιτική επιλογή εμπεριέχει και έναν αποκλεισμό.
Η παρέμβαση του Κώστα Σκανδαλίδη, δεν είχε απλώς συμβολικό χαρακτήρα, αποτέλεσε μια πυκνή πολιτική υπόμνηση στρατηγικής. Η αναφορά του στον «δρόμο του αλατιού» του Μαχάτμα Γκάντι και στην εμβληματική Salt March δεν ήταν ιστορική αναδρομή, αλλά πολιτική προτροπή. Η κατάκτηση της εξουσίας προϋποθέτει ηθική νομιμοποίηση, κοινωνική γείωση και σύγκρουση με κατεστημένες πρακτικές. Σε πλήρη αντίστιξη με τη λογική, «θα το κάνω χεράτα», η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο το πιο παθογενές στοιχείο του πολιτικού συστήματος, δηλαδή τη θεσμοποίηση του ρουσφετιού ως εργαλείου εξουσίας. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για ενδεικτική λειτουργία ενός μηχανισμού που υπονομεύει την ισονομία και ευτελίζει τη σχέση πολίτη – πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να συγκρουστεί όχι μόνο με τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης, αλλά και με την ίδια τη λογική του «σταυρού μέσω εξυπηρέτησης». Να αποκαταστήσει την έννοια της πολιτικής εκπροσώπησης ως συλλογικής ευθύνης και όχι ως ιδιωτικής συναλλαγής.
Ως σύνεδρος, θεωρώ ότι το μεγαλύτερο διακύβευμα που αναδείχθηκε σε αυτό το Συνέδριο δεν ήταν οργανωτικό. Ήταν βαθιά πολιτικό. Δεν αφορά το αν θα υπάρξουν συγκλίσεις σε επίπεδο σχημάτων ή συνεργασιών. Αφορά το αν ο χώρος θα επιλύσει τη βασική του εκκρεμότητα, δηλαδή να ορίσει, με σύγχρονους όρους, τη θέση του μέσα στις κοινωνικές αντιθέσεις της εποχής.
Μόνο τότε η αυτονομία αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο. Μόνο τότε το ΠΑΣΟΚ μπορεί να επιστρέψει ως κόμμα εξουσίας, όχι ως ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά ως απάντηση στο παρόν. Να αντικατοπτρίζει τις ηθικές ανησυχίες της εποχής, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την ενσωμάτωση, την ευθύνη απέναντι στις κοινωνίες. Να αντλήσει ερείσματα από τον λαό, ώστε να καταστεί πιο έντιμο και ώριμο ως προς το όραμα, το βάθος κι εύρος της νέας σύνθεσης που συντελείται.

Leave a Reply