Ο Πέτρος Τατσόπουλος είναι από τους λίγους Έλληνες συγγραφείς που συνδυάζουν ωμή εξομολόγηση, πολιτική οξύτητα, χιούμορ και κοινωνική παρατήρηση σε ένα ενιαίο σώμα έργου. Από την Καρδιά του Κτήνους μέχρι την Καλοσύνη των Ξένων, τους Ανήλικους και τώρα το Παιδί του Διαβόλου, η ζωή του μοιάζει να διαπερνά τα βιβλία του σαν υπόγειο ρεύμα.
Η παρακάτω συνέντευξη επιχειρεί να ενώσει τον άνθρωπο, το τραύμα, τη λογοτεχνία και την τέχνη σε μια διαδρομή που ξεκινά από ένα ίδρυμα ΠΙΚΠΑ και φτάνει στο δημόσιο βίο.
Κ. Μούσσας: Θα ξεκινήσω φέροντας στην παρέας μας έναν παλιό σου γνώριμο ποιητή, από τους σπουδαιότερους της γενιάς του. «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες. Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα». Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς». Μανόλης Αναγνωστάκης.
Πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί ακόμα να ταρακουνήσει μια κοινωνία ή έχουμε γίνει απλώς θεατές των αντιδράσεων; -Στο Παιδί του Διαβόλου περιγράφεις γλαφυρά μια κοινωνία σε βαθύ πνευματικό, ιδεολογικό και καλλιτεχνικό κώμα. Τι θα μπορούσε να αφυπνίσει έναν τέτοιο λαό που ερωτοτροπεί με τα άκρα και γελάει με τη σοβαρότητα;
Π. Τατσόπουλος: Θα στεκόμουν σε δυο σημεία: Κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τους ανθρώπους. Ξέρεις, δεν μου αρέσει η λέξη «μάζες». Έχει συμβεί το εξής παράδοξο: την εποχή που έγραφε ο Μανόλης (και το λέω με συγκίνηση γιατί τον είχα γνωρίσει σε ένα φεστιβάλ που διοργάνωναν τότε οι κομματικές νεολαίες, ήταν και θείος ενός πολύ φίλου συγγραφέα, του Θανάση Χειμωνά, ο οποίος μητέρα είχε όπως ξέρεις τη Λούλα Αναγνωστάκη, αδερφή του Μανόλη) συνέβαινε λοιπόν το εξής: Από τη μια έβγαιναν πολύ λιγότερα βιβλία και ο κύκλος όσων διάβαζαν ειδικά ποίηση ήταν περιορισμένος, από την άλλη όμως αυτά τα λίγα βιβλία ήταν στο επίκεντρο της πολιτιστικής πραγματικότητας της εποχής κι εξαιτίας μελοποιήσεων Θεοδωράκη-Χατζιδάκι είχαν περάσει στα χείλη του κόσμου. Θυμίζω ότι τον καιρό που ο Σεφέρης έπαιρνε το Νόμπελ πουλούσε μόλις κάποιες εκατοντάδες αντίτυπα. Τότε λοιπόν ίσως αυτό το ότι «ο στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες» δεν ίσχυε απόλυτα. Σήμερα όμως έχουμε περάσει σε ένα εξαιρετικά παράδοξο φαινόμενο γενικευμένου λειτουργικού αναλφαβητισμού. Και λέω παράδοξο διότι, παρότι σήμερα οι περισσότεροι έχουν πρόσβαση και μπορούν να διαβάσουν, τελικά δεν το κάνουν. Όταν ήμουν κάποτε αντιπρόεδρος στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, μου είχαν φέρει κάποιες στατιστικές, όπου ανέφεραν μεταξύ άλλων ότι ο ένας στους δυο απόφοιτους της βασικής εκπαίδευσης δεν διαβάζει ποτέ κανένα βιβλίο στην υπόλοιπη ζωή του. Ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Πώς λοιπόν να κινητοποιηθεί ο λαός από έναν στίχο; Ρωτούν κάποιοι γιατί δεν μιλάνε οι πνευματικοί άνθρωποι. Μα και να μιλούσαν, τους ξέρετε; -θα ρωτήσω εγώ. Θα καταλάβετε ποιοι μιλάνε;
Κ. Μούσσας: Αυτός ο περίφημος στίχος του Αναγνωστάκη καταλήγει: «Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς». Είσαι άνθρωπος που κρίνεις και κρίνεσαι διαρκώς. Θα ήθελα να μου πεις κατά πόσο αυτή η ανάγκη σου είναι και ένα είδος αναπηρίας;
Π. Τατσόπουλος: Δεν ξέρω, δεν μπορώ να σου πω. Μπορεί και να ‘ναι. Είναι πάντως ένα στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας μου. Είναι κάτι το οποίο φέρω και δεν μπορώ να απαλλαγώ από αυτό. Όπως κάποτε μου είπε ένας φίλος ότι έχω πολύ χιούμορ. Μα δεν υπάρχει πολύ ή λίγο χιούμορ. Είτε το έχεις είτε όχι. Το χιούμορ είναι μια λοξή ματιά στις φαιδρές πλευρές της πραγματικότητας. Ε, το ίδιο συμβαίνει και με την κριτική. Και πάλι όμως στην εποχή μας αυτό λειτουργεί παραμορφωτικά. Αυτό το «κρίνε για να κριθείς συνέβαινε και παλιότερα. όμως τότε η κακοπιστία ή τα λεγόμενα fake news δεν μπορούσαν να φτάσουν σε τέτοιο μαζικό βαθμό και με τόση ταχύτητα, όπως το μπορούν σήμερα. Κάποτε, ακόμα κι αν κάποιος σου ασκούσε την πιο σκληρή κριτική, ήξερες ότι είχες απέναντί σου ένα πραγματικό πρόσωπο, είχες τον Κωνσταντίνο για παράδειγμα, όχι έναν fake λογαριασμό, είχες ένα πραγματικό πρόσωπο όχι ένα ψεύτικο προφίλ. Είναι φοβερή αυτή η στρέβλωση. Ξέρεις έχει κατά τη γνώμη μου επέλθει συνολικά μια απενεχοποίηση της αποβλάκωσης. Και εννοώ δηλαδή το να μη νιώθεις άσχημα με το να λες βλακείες. Ο Umberto Eco το είχε ονομάσει «η εισβολή των ηλιθίων», αναφερόμενος στα social media.
Κ. Μούσσας: Στο νέο σου βιβλίο περιγράφεις τα όσα συμβαίνουν στην εκκλησία και σε αυτό που εσύ ονομάζεις κύκλωμα συμφερόντων και εξουσίας που χειραγωγεί τους πιστούς. Θα ήθελα λοιπόν πριν κάνουμε μια πιο αναλυτική αναφορά σε όσα αναφέρεις στο «Παιδί του διαβόλου», να σε ρωτήσω αν έχεις γνωρίσει ένα πρόσωπο ή έχεις βιώσει μια κατάσταση που να σε έκανε να αμφιβάλεις για τον χώρο της εκκλησίας, την πίστη και τους ιερωμένους; Κάτι που να σε έκανε να πεις, «βρε μήπως κάνω λάθος; Μήπως είμαι υπερβολικός;»
Π. Τατσόπουλος: Για να είμαι ειλικρινής, όχι. Δεν υπάρχει κάτι που να με έκανε να αμφιβάλω. Αντίθετα αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι το παρανοϊκό έχει περάσει ως κανονικότητα. Γι’ αυτό αναφέρομαι συχνά στο βιβλίο μου σε εκείνο το περίφημο παραμύθι του Άντερσεν «Τα καινούργια ρούχα του Βασιλιά». Όπου το παιδί βλέπει ότι ο Βασιλιάς είναι γυμνός, το φωνάζει και οι άλλοι αντί να κοιτάξουν τον Βασιλιά, κοιτάνε το παιδί. Αυτό το αίσθημα ότι το εξωφρενικό έχει περάσει ως κανονικότητα με εξοργίζει.Πάω για παράδειγμα σε μια εκπομπή, όπου λέω πως αν ο Παϊσιος όντως είχε πει ότι σ’ ένα διάλογό του με έναν άθεο είχε ρωτήσει μια σαύρα αν υπάρχει θεός, η σαύρα όχι μόνο κούνησε καταφατικά το κεφάλι της αλλά απάντησε και σε άπταιστα ελληνικά: «ναι, υπάρχει». Αν όντως έγιναν έτσι τα πράγματα, τότε μάλλον ο Παϊσιος ήταν άτομο διαταραγμένο και θα έπρεπε να παίρνει φαρμακευτική αγωγή, σύμφωνα με την ψυχιατρική ρήση που λέει ότι «αν προσεύχεσαι στον Θεό, είσαι θρησκευόμενος. Αν όμως ο Θεός σού απαντάει, τότε είσαι ψυχωτικός». Για να μην πω για τα «θαύματα» που έδειχναν σε εκείνο το σίριαλ του Mega. Αυτή η κανονικότητα λοιπόν, έχει οδηγήσει κάποιους να λένε δημόσια ό,τι μαλακίες θέλουν, χωρίς να απορεί κανείς. Όπως όταν βγαίνει ο Εφραίμ που κουβαλάει από δω κι από ‘κει εκείνο το ύφασμα, το οποίο προέρχεται από τον 11ο ή τον 12ο αιώνα, τη λεγόμενη Αγία Ζώνη που τάχα θεραπεύει τα πάντα, καρκίνους κλπ. –ε, δεν μπορώ να μην εξοργιστώ. Λένε τερατώδη ψέματα, με ποιο τρόπο δηλαδή βρέθηκε στα χέρια του Αποστόλου Θωμά, στον οποίο λέει την έδωσε η Παναγία όπως ανέβαινε στα σύννεφα αεροπορικώς. Όλο αυτό το παραμύθι που θα είχε πρόβλημα και ο Άντερσεν να το πλασάρει, αυτός (ενν. ο Εφραίμ) το βάζει στα δελτία τύπου. Είναι δηλαδή αυτό που έλεγε ο Γκαίμπελς: «πείτε όσο μεγαλύτερο ψέμα μπορείτε για να γίνετε πιστευτοί». Από την άλλη είναι και αυτή η μεγάλη πλάνη ότι χάνεις το δίκιο σου όταν εκνευρίζεσαι. Ε, εγώ αυτό δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω στο πλαίσιο μιας σοβαρής, μειλίχιας συζήτησης. Θα εκραγώ. Και θεωρούν ότι αυτή η έλλειψη ψυχραιμίας είναι απόδειξη άδικου. Λάθος. Όταν ήμουν στη Βουλή είδα απίστευτα καθάρματα που δεν έχαναν ποτέ την ψυχραιμία τους. Δεν σημαίνει ότι είχαν δίκιο. Αυτό το θράσος θα ήταν αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια.
Κ. Μούσσας: Πέτρο, τι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει τώρα;
Π. Τατσόπουλος: Έχει επέλθει αυτή η «εισβολή των ηλιθίων» που λέγαμε πριν λίγο. Να σου πω εδώ όμως κάτι άλλο, με αφορμή και το τελευταίο μου βιβλίο. Όπως δεν πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού, δεν πιστεύω και στην ύπαρξη του Διαβόλου. Και ο τίτλος του βιβλίου είναι δανεικός από μια εφημερίδα, την «Ελεύθερη Ώρα», την οποία έχω ονομάσει την αγαπημένη εφημερίδα των απανταχού διαταραγμένων. Η εφημερίδα αυτή λοιπόν αφού μου κότσαρε και μια μήνυση, σε πρωτοσέλιδό της με βάφτισε «το παιδί του Διαβόλου». Το οποίο είναι και μια ειρωνεία, αφού εγώ είμαι παιδί «Αγνώστου Πατρός», οπότε σκεφτόμουν γιατί να μην είναι ο διάβολος ο πατέρας μου. Και από την άλλη, η εκκλησία που υποτίθεται είναι το αντίπαλο δέος και με αυτήν ασχολούμαι και τις απάτες της και το άρμεγμα των πιστών στο βιβλίο μου, επειδή δεν μπορεί να σε εξοντώσει, να σε κάψει, το πολύ εύκολο και έξυπνο που κάνει είναι να σε βάλει απέναντι και να πει «ορίστε, αυτός εκφράζει τις απόψεις του Διαβόλου. Είναι αντίχριστος».
Κ. Μούσσας: «Ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που πληγώνεται πιο εύκολα και θεραπεύει πιο αργά» λέει ο Χένρι Μίλερ. Εσύ γράφεις για να θεραπεύσεις ή για να εξηγήσεις τον εαυτό σου στον κόσμο;
Π. Τατσόπουλος: Αν σκεφτείς ότι το πρώτομου βιβλίο το έγραψα στα 18 και τώρα είμαι 66, δηλαδή μιλάμε για 48 χρόνια που γράφω. Εκείνο που είναι παγίδα στη δουλειά αυτή είναι να προσπαθείς να αρέσεις στο κοινό σου. Βέβαια υπάρχει και το δεδομένο ότι πολλά πράγματα που σ’ αρέσουν δεν θα καταφέρεις ποτέ να γράψεις για πολλούς και διάφορους λόγους. Πάντως αν γράψεις για να αρέσεις τελικά θα αποτύχεις.
Κ. Μούσσας: Θα φέρω στην παρέα μας τώρα έναν μεγάλο συγγραφέα, τον οποίο ξέρω ότι κι εσύ εκτιμάς: «Η αλήθεια δεν γράφεται· αντέχεται», Φραντζ Κάφκα.
Π. Τατσόπουλος: Ναι, πράγματι τον έχω σε τεράστια εκτίμηση. Ξέρεις ο Κάφκα δημιούργησε ένα ολόκληροποιητικό σύμπαν μέσα από προτάσεις που θα μπορούσε να τις είχε γράψει και ένας απλός λογιστής. Τόσο ξερό και στακάτο ήταν το ύφος του. Δεν χρησιμοποίησε μεταφορές ή τα συνηθισμένα λογοτεχνικά σχήματα. Γι’ αυτό άλλωστε απέδωσε με τόσο εξαιρετικό τρόπο το φαινόμενο του εσωτερικού ολοκληρωτισμού.
Κ. Μούσσας: «Κάθε άνθρωπος κουβαλά έναν μυστικό εαυτό, που θα τον τρομάξει αν τον συναντήσει», Ντοστογιέφσκι.
Θα ήθελα ένα σχετικό σχόλιο για κλείσιμο.
Π. Τατσόπουλος: Για να σου πω σε παραλλαγή μια ρήση που αρέσει σε πολιτικούς και ειδικά σε αυτούς που φλερτάρουν με την εξουσία: αυτό το γνωστό «αρχή άνδρα δείκνυσι». Αυτό όμως να το δεις λίγο ευρύτερα. Ότι δηλαδή η πράξη και η ευκαιρία είναι το δοκιμαστήριο για τον χαρακτήρα σου. Τα βιώματα είναι που θα δείξουν τι πραγματικά είσαι. Οι δοκιμασίες δείχνουν τον αληθινό χαρακτήρα σου, όχι βέβαια με την ηλίθια χριστιανική έννοια, όπου η δοκιμασία συχνά εξοντώνει τους πάντες, ακόμη κι εκείνους που υποτίθεται ότι δοκιμάζει. Περιμένω λοιπόν κάθε φορά τη δοκιμασία για να δω αν έχω κάποιο άλλο εαυτό πέρα από αυτόν που ήδη ξέρω.
Η Κριτική του Μεταπολέμου συγκεντρώνει αιχμηρά κριτικά κείμενα του Ρένου Αποστολίδη, γραμμένα κατά την πρώτη περίοδο του περιοδικού Νέα Ελληνικά, που κυκλοφόρησε από το 1952 έως το 1959. Σ’ αυτά τα χρόνια ο Αποστολίδης παρακολουθεί την Ελλάδα να παλεύει να ανασυγκροτηθεί μετά τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο και απαντά με λόγο άτεγκτο, απέναντι σε κάθε μορφή πνευματικής στασιμότητας. Κρίνει αμείλικτα το εκπαιδευτικό κατεστημένο, την απονεκρωτική λειτουργία των θεσμών, τη μετριότητα της δημόσιας ζωής και τη συμβιβασμένη λογοτεχνία της εποχής.
Η λεγόμενη «Γενιά του ’30» ( Βενέζης, ο Θεοτοκάς και ο Καραγάτσης κ.α) – γίνεται για εκείνον σύμβολο μιας δημιουργικής και ηθικής ανεπάρκειας που δεν μπορεί να εμπνεύσει τη μεταπολεμική ανανέωση. Μακριά από κομματικές γραμμές, ο Ρένος υπερασπίζεται ένα μόνο κριτήριο: την υψηλή ποιότητα και την αλήθεια.
Σήμερα, δεκαετίες μετά, ο λόγος του παραμένει επίκαιρος (και πάντα θα μένει), γιατί λέει τα πράγματα χωρίς φόβο, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς διάθεση να γίνει αρεστός. Γιατί θυμίζει ότι η κριτική δεν υπάρχει για να μας παρηγορεί, αλλά για να μας ξυπνά. Και γιατί μας προκαλεί να μην αποδεχόμαστε μετριότητες ούτε στη λογοτεχνία ούτε στην κοινωνία. Μίλα χωρίς να λογαριάζει ποιον θα ενοχλήσει πάντα με Λόγο.
Ο Ρένος διαβάζεται σήμερα για τον ίδιο λόγο που σόκαρε τότε: επειδή απαιτεί καθαρότητα, συνέπεια και πνευματικό θάρρος – αρετές που παραμένουν αναγκαίες.
Οι Εκδόσεις Δαιδάλεος και ο συγγραφέας Τάσος Χαλιός σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του, με τίτλο «Η ακροβασία του Ατομικισμού», έναν διάλογο για το πέρασμα από το ανθρώπινο στο ανθρωπινότερο.
Μια εισαγωγή στον φιλοσοφικό ατομικισμό, απαλλαγμένη από ιδεολογικά στερεότυπα και θεωρητικές επιδείξεις. Μια πρόκληση σκέψης, χωρίς διδακτισμό, με μόνο ζητούμενο την ελευθερία της συνείδησης.
Τρεις συγγενείς, ευρισκόμενοι κάτω από μεγάλη ψυχολογική πίεση, θα συναντηθούν σε ένα θερινό εξοχικό για ένα διήμερο. Το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης του σπιτιού θα αποκαλύψει έναν γνωστικό θησαυρό που προκαλεί ίλιγγο με την πρώτη ματιά. Ένα βιβλίο για τη φιλοσοφία του ατομικισμού, που διαβάζει ο μεγαλύτερος της παρέας, θα κινήσει το ενδιαφέρον των δύο νεαρών ανιψιών του, οι οποίοι θα επιδοθούν από κοινού σε έναν βομβαρδισμό ερωτήσεων σχετικά με τη φιλοσοφία που εκφράζει ο θείος τους. Θα εκφράσουν τις αντιστάσεις και τις αμφιβολίες τους, τις αγωνίες και τους φόβους τους για την ενδεχόμενη στροφή του ανθρώπου στον εαυτό του και την εγκατάλειψη των προτάσεων συλλογικής έκφρασης της ηθικής και των αξιών. Θα παλέψουν για την υπεράσπιση των ιδεολογιών τους, θα επιστρατεύσουν τους στοχαστές και τα ιστορικά πρόσωπα που τις γέννησαν και θα τρομοκρατηθούν μπροστά στην αμφισβήτησή τους. Θα εμπιστευτούν την πρόταση του θείου τους για την ανάπτυξη της ηθικής τους αποκλειστικά και μόνο από τη συνείδησή τους; Είναι ικανός ο άνθρωπος να ορίσει μόνος του το καλό και το κακό για τον εαυτό του και τους γύρω του; Είναι η στροφή προς το άτομο μια φίλαυτη ή φιλάλληλη διαδικασία; Μέσα από την πλοκή της ιστορίας και των διαλόγων, ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει την παρέλαση τριών ηθικών εκφράσεων των τελευταίων αιώνων και θα έρθει αντιμέτωπος με τη σύγκρουσή τους. Θα αποδειχθεί ο ατομικισμός μια πρόταση για την οικοδόμηση ελεύθερων και αυτόνομων προσωπικοτήτων; Ή μήπως είμαστε ανήμποροι από μόνοι μας να αλλάξουμε τον ρου της ιστορίας και χρειαζόμαστε φωτεινούς ηγέτες να μας οδηγήσουν; Υπάρχει κάτι να μας οδηγήσει από το ανθρώπινο… στο ανθρωπινότερο
Εκτός από τα βιβλία που σου προσφέρουν απλώς πληροφορίες υπάρχουν και αυτά που σου υπονομεύουν βεβαιότητες. Τούτο το βιβλίο, «Ο Νέρωνας και η Ελλάδα – Το παιχνίδι των ρόλων» κάνει κάτι τέτοιο.
Διαβάζοντάς το, αντιλαμβάνεσαι πως η Ιστορία δεν είναι μια σταθερή αφήγηση, αλλά ένας καθρέφτης που θολώνει και καθαρίζει ανάλογα με το είδος του βλέμματος που επιλέγεις να της ρίξεις. Κάποια στιγμή , όσο μεγαλώνεις ξεφεύγεις – ελπίζω – από το άσπρο ή μαύρο, από το να “δικαιώσεις” ή να “κατηγορήσεις” τον Νέρωνα. Σκέφτεσαι και άλλα χρώματα, πώς ένας άνθρωπος – ή ένας αυτοκράτορας – μπορεί να γίνει ταυτόχρονα μύθος, παρεξήγηση, θέατρο και πολιτική πράξη. Και πώς η Ελλάδα, με τα δικά της σύμβολα και αγώνες, έγινε για εκείνον μια σκηνή όπου δοκίμασε ρόλους και μάσκες.
Το όμορφο με αυτά τα βιβλία είναι ότι η κριτική σκέψη δεν γεννιέται από μεγάλα συμπεράσματα, αλλά από τις μικρές ρωγμές στην ιστορία που νομίζαμε πως ξέρουμε. Αρχίζεις να ρωτάς “γιατί;”,“μήπως όχι έτσι;”, “τι άλλο δεν είδα;”. Κι αυτή η μετατόπιση, αυτή η αθόρυβη εγρήγορση, είναι ο ανεκτίμητη.
Για πρώτη φορά μετά την καθοριστική τομή της νεωτερικότητας τίθεται εκ νέου με τόσο επείγοντα τρόπο το οντολογικό ερώτημα: «Τι είναι ο άνθρωπος;». Όχι μόνο τι συγκροτεί την ανθρωπινότητά μας αλλά και τι θα θέλαμε να τη συγκροτεί. Όχι μόνο τι είναι και πώς λειτουργεί εντέλει η τεχνητή (γενική) νοημοσύνη αλλά και τι θα θέλαμε εμείς να είναι και πώς να λειτουργεί, ώστε να υπηρετήσει τον μετασχηματισμό μας από αυτό που είμαστε σε αυτό που θα θέλαμε να γίνουμε. Αποφεύγοντας τόσο την τεχνοφοβία όσο και την τεχνολατρεία, ακολουθώντας μια εκδημοκρατιστική και εξανθρωπιστική τεχνοφιλία, να μην δημιουργήσουμε ναρκισσιστικά μια έτερη νοημοσύνη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή μας που θα οδηγήσει σε ομογενοποιημένη μοναδικότητα. Αντιθέτως, να μεριμνήσουμε, μέσω της ποικιλότητας και της πληθυντικότητάς μας, για ένα πρωτοποριακό όραμα αυτοποίησης, ώστε η ΤΝ να κάνει πράγματα για εμάς και όχι σε εμάς.
Στην αυγή της νοόκαινου εποχής, ανάμεσα στη φυσική πραγματικότητα και την ψηφιακή υπερπραγματικότητα, η δυσκολία της συνομιλίας και της συνάντησης βαθαίνει. Διασπαστικός θόρυβος, άσκοπη ταχύτητα, κενό θέαμα και ασήμαντη επιφάνεια εν μέσω πολυανισοτήτων, πολυκρίσεων και πολυμετασχηματισμών. Η νοηματοδότηση δεν αρκεί πλέον, απαιτείται νοηματοποίηση. Όσα επέμειναν να καίνε μέσα μας χαρτογραφούν μία αίσθηση κέντρου. Από όσα φαίνονται σε όσα είναι, ένα σημείο τομής επικύκλων στοχασμού, ποιητικής και πρακτικής αναδύεται ως προοπτική ευτοπίας – το όποιο τέλος κρύβεται στη σύζευξη, και ένα ριζικά νέο άνοιγμα ελευθερίας-ως-ισοαυτονομίας, αυθεντικότητας-ως-συνδημιουργικότητας και ομορφιάς-ως-σωτηρίας μάς περιμένει μπροστά.
Ο Νίκος Ερηνάκης [Αθήνα, 1988] είναι επίκουρος καθηγητής κοινωνικής & πολιτικής φιλοσοφίας και φιλοσοφίας του πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ενώ παράλληλα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Ε.Α.Π. Είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου ξεκίνησε τη διατριβή του ενώ τη συνέχισε και ολοκλήρωσε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης [πλήρη υποτροφία ΙΚΥ]. Έχει σπουδάσει οικονομικά [ΟΠΑ], φιλοσοφία & λογοτεχνία [Warwick] και φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών [LSE], και είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών [‘05]. Δραστηριοποιείται επίσης ως επιστημονικός διευθυντής και αντιπρόεδρος Δ.Σ. του think tank ENA, ενώ έχει διατελέσει μέλος του Δ.Σ. του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και του Διεθνούς Φεστιβάλ Κέρκυρας. Είναι μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων και του Δ.Σ. της Ελληνικής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων. Για το πρώτο του βιβλίο φιλοσοφίας με τίτλο Αυθεντικότητα και Αυτονομία: από τη Δημιουργικότητα στην Ελευθερία (Κείμενα, 2020) τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Έχουν εκδοθεί τρία βιβλία ποίησής του [Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου, Ροές 2009· Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά, Γαβριηλίδης 2013, Κείμενα 2021· Ακόμα Βαφτιζόμαστε, Κείμενα 2022· δύο εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στη Γαλλία], δύο βιβλία καθοριστικών Ευρωπαίων ποιητών σε μετάφρασή του [Georg Trakl, Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς, Γαβριηλίδης 2011, Κείμενα 2021 και Paul Celan, Βόρεια του μέλλοντος, Γαβριηλίδης 2017] και τρεις συλλογικοί τόμοι φιλοσοφικών δοκιμίων σε επιμέλειά του. Δοκίμια, άρθρα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ποικίλα διεθνή περιοδικά, συλλογικούς τόμους, ανθολογίες και πρακτικά συνεδρίων με κριτές. Αυτήν την περίοδο διδάσκει και αρθρογραφεί εκτενώς αναφορικά με ζητήματα φιλοσοφίας της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακότητας.
Με αφορμή την Παγκόσμια ημέρα ατόμων με αναπηρία, η εταιρεία συμπεριληπτικών τεχνών Starthands και οι εκδόσεις Κάκτος παρουσιάζουν στην Πάτρα την ποιητική συλλογή της Σοφίας Δευτερίγου με τίτλο «Εκ Βαχχείας Μονογένεση» η συμπεριληπτική, την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου, στις 18:30, στην Αγορά Αργύρη. Την εκδήλωση θα χαιρετίσουν πολιτικά και θεσμικά πρόσωπα, εκπρόσωποι οργανισμών και ωφελουμένων μελών, μεταξύ των οποίων, η Υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη και ο Υφυπουργός Πολιτισμού Ιάσονας Φωτήλας.
Για το βιβλίο και την ψηφιακή προσβασιμότητα με καθολική προσέγγιση θα μιλήσουν: • Κεντρική ομιλήτρια η Ποιήτρια – Σύμβουλος Ανάπτυξης Επιχειρήσεων – Δημιουργός περιεχομένου προσβασιμότητας Σοφία Δευτερίγου, • Η Αντιπρύτανης Φοιτητικής Μέριμνας και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Πατρών Άννα Αλπανάτη, • Η Εκπαιδευτικός – Φιλόλογος Αντιγόνη Συρηκοπούλου, M.Sc Εκπαιδευτικός Κωφών-Βαρηκόων, Προϊσταμένη Ειδικού Δημοτικού Σχολείου Κωφών-Βαρηκόων Πάτρας, • Αγγελική Νικολούλου, η και C.E.O της Victorious Network, Διευθύντρια Marketing της Hanson Robotics – ρομπότ Σοφία, με εξειδίκευση στην τεχνητή νοημοσύνη, Ανδριανή Μανέττα.
Συντελεστές εκδήλωσης: Συντονίστρια: η δημοσιογράφος Ευτυχία Λαμπροπούλου Ρεσιτάλ ποίησης και όπερας: η σοπράνο Άννυ Φασέα, σολίστ ο Ηλίας Ίων Λιβιεράτος και πιανίστρια η Κυριακή Κουντούρη Απαγγελίες ποιημάτων: οι ηθοποιοί Κ. Σαββιδάκης, Ελ. Σαλαμπάση, Θ. Σιάρκου, Γ. Σκαβδής Εκφραστής του κοινωνικού μηνύματος προσβασιμότητας: ο ηθοποιός Γρηγόρης Βαλτινός Σκηνοθέτης: ο Κώστας Κιμούλης
Η εκδήλωση θα μεταδοθεί ζωντανά σε HD, με παράλληλη διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα, από την εταιρεία Hands Up.
Χορηγός επικοινωνίας: Περιοδικό Πατρινόραμα Μέρος των εσόδων θα διατεθεί για κοινωνικές σκοπούς
Ο Αναρχικός των δύο κόσμων από τις εκδόσεις parsec είναι ένα βιβλίο που σίγουρα θα σε βάλει σε σκέψεις. Σε μπόλικες σκέψεις. Η συγγραφέας μας δείχνει δύο κόσμους, δύο πλανήτες που έχουν διαφορετικό πολιτικό σύστημα. Ο μεν ας τον πούμε ότι στηρίζεται στην Αναρχία και ο άλλος στον Καπιταλισμό. Και οι δύο είναι δοσμένοι με πολλές υπερβολές για να τονίσει νομίζω περισσότερο τα αρνητικά τους σημεία.
Αν και οι περισσότεροι που το διάβασαν λένε ότι δεν παίρνει θέση και δεν μας δείχνει ένα δρόμο εγώ πάλι θα πω ότι το κάνει σχεδόν ξεκάθαρα.
Όμορφη ιστορία, ωραία δοσμένη με ένα γράψιμο που μου ήταν αρκετά οικείο και ένιωσα αν και πρώτο βιβλίο της που διαβάζω πολύ άνετα. Η πλοκή είναι άρτια, δεν βρήκα πουθενά κάτι που να γίνεται και να μην δικαιολογείται.
Ο ήρωας μας είναι ένας φυσικός που φεύγει από τον έναν κόσμο για να πάει στον άλλο (κάτι που γενικά ας πούμε ότι απαγορεύεται ωστόσο εδώ υπάρχει ανωτέρα βία).
Με έχασε που έμπλεξε μυστικισμό και φυσική, μου θύμισε λίγο new age κουλτούρα. Επίσης κάπου η χρησιμοποίηση της λέξης “αναρχίας” έχανε το νόημα της, λίγο πολύ όπως συμβαίνει και σήμερα από ανθρώπους που την οικειοποιούνται χωρίς να έχουν ιδέα τι και πως. Φυσικά είναι και μια ταμπέλα που τους βάζει η κοινωνία πάλι χωρίς να έχει ιδέα τι και πως.
Όπως και να έχει στο σύνολο του είναι ένα καλό βιβλίο που θα σε ταξιδέψει σε κάτι διαφορετικό. Έχω όμως αρκετά ναι μεν αλλά.
Το Κέντρο Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων (ΚΕΔΙΣΑ) συνδιοργανώνει με το Universal Philosophical Community-The White Tower διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου του συγγραφέα Δρ. Δημητρίου Γκίκα με τίτλο: «Η Ελλάδα στον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο: Ο ρόλος των Συμμάχων και των Δυνάμεων του Άξονα» από τις Εκδόσεις ΚΟΥΡΟΣ την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025 και ώρα 19.00-21.00 στην πλατφόρμα Zoom.
Μπορείτε να συμμετάσχετε δωρεάν στο Webinar στον παρακάτω σύνδεσμο στην πλατφόρμα Zoom χωρίς προεγγραφή
Ο εκδοτικός οίκος Gutenberg έδωσε στη δημοσιότητα το εξώφυλλο του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα με τίτλο «Ιθάκη», το οποίο αναμένεται να βρίσκεται στις προθήκες μέχρι το τέλος Νοεμβρίου. Το δελτίο Τύπου προαναγγέλλει ένα έργο που συνδυάζει πολιτική μαρτυρία και προσωπική αφήγηση.
Η κρίσιμη τετραετία ως «πολιτικό θρίλερ»
Στην «Ιθάκη» ο Τσίπρας καταγράφει τα γεγονότα 2015–2019 με έμφαση στην ωμότητα των δανειστών, τα σχέδια εξόδου από την ΕΕ, τις κλειστές τράπεζες, το δημοψήφισμα, αλλά και τις συναντήσεις με ηγέτες όπως Μέρκελ, Ολάντ, Πούτιν. Η ένταση της περιόδου αποδίδεται με ρυθμό «πολιτικού θρίλερ», ενώ οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και οι κυβερνητικές προσπάθειες για απεμπλοκή από το σπιράλ των μνημονίων αποτελούν κεντρικούς άξονες.
Προσωπική, εξομολογητική και αυτοκριτική ματιά
Η αφήγηση «χρωματίζεται» από την προσωπική και αυτοκριτική σκοπιά του συγγραφέα. Η στρατηγική της διαπραγμάτευσης, οι εσωτερικοί κραδασμοί και τα κρίσιμα διλήμματα παρουσιάζονται χωρίς ωραιοποιήσεις, προσδίδοντας στο βιβλίο χαρακτήρα ιστορικού ντοκουμέντου.
Από τα πρώτα χρόνια έως το Μαξίμου
Με λογοτεχνική ενάργεια περιγράφονται τα παιδικά και εφηβικά χρόνια, η ριζοσπαστική πολιτικοποίηση στην ΚΝΕ και την Αριστερά την εποχή της πτώσης του Τείχους, η ανάδειξη στην ηγεσία του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, και η είσοδος στο Μαξίμου.
Δομή, τεκμηρίωση και «η αλήθεια των πρακτικών»
Το βιβλίο αρθρώνεται σε 11+1 κεφάλαια, με εκτενή τεκμηρίωση: ντοκουμέντα, πρακτικά συνεδριάσεων και δραματικούς διαλόγους με ηγέτες της εποχής. Στόχος είναι ο αναγνώστης να συναντήσει τεκμηριωμένη αλήθεια, να κατανοήσει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του τότε πρωθυπουργού και τη σημερινή κριτική ματιά, πέρα από την παραμόρφωση της αλήθειας που -όπως αναφέρεται – προκάλεσε η προπαγάνδα των τελευταίων ετών.
Μετά το 2019: Η κρίση και οι αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ
Ο συγγραφέας υπόσχεται απαντήσεις και για τη μετα-2019 πορεία: πώς ένα μικρό κόμμα διαμαρτυρίας έγινε κόμμα εξουσίας, πώς κέρδισε τη μάχη για την απελευθέρωση από τους καταναγκασμούς της χρεοκοπίας αλλά έχασε απέναντι σε εσωτερικές παθογένειες.
«Όχι μόνο τι κάναμε, αλλά τι να κάνουμε»
Η «Ιθάκη» παρουσιάζεται ως διακήρυξη ελπίδας και προοπτικής: κάθε γεγονός, αποκάλυψη ή αυτοκριτική αξιοποιείται ως εργαλείο προβληματισμού για το σήμερα και το αύριο, προσθέτοντας «την ενέργεια του χτες στον κινητήρα του σήμερα». Η ματιά στο μέλλον διατρέχει όλο το κείμενο: οι Πρέσπες, η εξωτερική πολιτική κυριαρχίας και ειρήνης, οι μικρές και μεγάλες μάχες – κερδισμένες και χαμένες – συνδέονται με την ανάγκη ενός κινήματος «από τα κάτω», ικανού να δώσει υλική υπόσταση σε μια προοπτική δικαιοσύνης και προόδου.
Όραμα για την Αριστερά και τη χώρα
Στο εκτενές τελευταίο κεφάλαιο συνοψίζεται ένα όραμα για την Αριστερά και την Ελλάδα. Ο Τσίπρας κλείνει με τη φράση: «ένας λαός που σταματά να ονειρεύεται το καλύτερο, είναι έτοιμος να αποδεχτεί το χειρότερο».
Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του ιστορικού βιβλίου του Δρ. Δημητρίου Γκίκα, με τίτλο: «Η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: Ο ρόλος των Συμμάχων και των Δυνάμεων του Άξονα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΚΟΥΡΟΣ, με την ευγενική υποστήριξη του ΚΕΔΙΣΑ. Η εκδήλωση διεξήχθη στο Amalia Hotel, την Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025. Ομιλητές ήταν: ο Σπυρίδων Κονιδάρης, (Αντιναύαρχος ε.α.), ο Δρ Κωνσταντίνος Γρίβας (Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), ο Δρ Διονύσιος Τσιριγώτης (Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς) και ο Συγγραφέας Δρ Δημήτριος Γκίκας. Συντονιστής της εκδήλωσης ήταν ο κ.Δημήτρης Τζιβελέκης, (Δημοσιογράφος και Διευθυντής Ενημέρωσης του Ρ/Σ ΑΘΗΝΑ 9.84).
Η ΥφυπουργόςΤουρισμού και Βουλευτής Ν.Δ. Νοτίου Τομέα Αθηνών, κ. Άννα Καραμανλή, η οποία έχει προλογίσει το βιβλίο απεύθυνε τον χαιρετισμό της τονίζοντας την σημαντική συμβολή του έργου του Δρ. Γκίκα στην διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης. Επίσης, τόνισε τη μεγάλη σημασία της ιστορικής γνώσης η οποία μπορεί να μας ενώσει και να μας καθοδηγήσει για το μέλλον.
Η Συγγραφέας και Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων των Εκδόσεων ΚΟΥΡΟΣ, κ.Σταυρούλα Βενιέρη στον χαιρετισμό της μίλησε για το έργο και την προσφορά του Δρ Γκίκα, τονίζοντας την ιστορική του ακρίβεια, το βάθος της έρευνάς του και τον τρόπο με τον οποίο ζωντανεύει μέσα από τις σελίδες του τα γεγονότα, κάνοντάς τα προσιτά στον αναγνώστη.
Στον χαιρετισμό του, ο Ιδρυτής και Πρόεδρος Δ.Σ. του Κέντρου Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων – ΚΕΔΙΣΑ,Δρ. Ανδρέας Μπανούτσος μίλησε για τον Δρ Δημήτριο Γκίκα και το σημαντικό του έργο. Στην ομιλία του ανέδειξε την συμβολή του συγγραφέα στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της εθνικής αυτογνωσίας. Ανέφερε επίσης ότι το έργο του συγγραφέα είναι επετειακό καθώς συμπίπτει με τα 80 χρόνια από την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με τα 85 χρόνια από την είσοδο της Ελλάδος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ τόνισε ότι το ΚΕΔΙΣΑ υποστήριξε την συγγραφή και την έκδοση του βιβλίου με στόχο την ανάδειξη της συμβολής της Ελλάδας στη Νίκη των Συμμάχων κατά του Ναζισμού και του Φασισμού.
Η παρουσίαση ξεκίνησε με τον Αντιναύαρχο ε.α. Σπυρίδωνα Κονιδάρη, ο οποίος τόνισε ότι το βιβλίο του Δρ. Δημήτρη Γκίκα είναι πολύ σημαντικό καθώς ξαναθυμίζει την συμβολή της Ελλάδας στη νίκη των Συμμαχικών Δυνάμεων κατά του ολοκληρωτισμού, του ρατσισμού και του σκότους. Το βιβλίο ανέφερε καταπιάνεται με μεγάλη αντικειμενικότητα τόσο αναφορικά με τις Δυνάμεις του Άξονα αλλά και με τον ρόλο των Συμμάχων μας πριν, κατά και μετά τον πόλεμο. Αναλύει τις ενέργειες διπλωματικών υπηρεσιών και την δράση των μυστικών υπηρεσιών των Μεγάλων Δυνάμεων, φίλων και εχθρών. Περιγράφει την ηρωική άμυνα κατά της Ιταλικής και της Γερμανικής εισβολής και την δοξασμένη Εθνική Αντίσταση στην κατοχή αλλά και τον αιματηρό εμφύλιο. Υπενθυμίζει το ΟΧΙ του δικτάτορα αλλά πατριώτη Μεταξά, ο οποίος δεν πήγε με τους ομοϊδεάτες του δικτάτορες αλλά με το συμφέρον της πατρίδας του.
Όπως τόνισε ο κ. Κονιδάρης, το βιβλίο καλύπτει αντικειμενικά τα αίτια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμεου, την αδυναμία της Κοινωνία των Εθνών, την παθητική στάση της Γαλλίας πριν τον πόλεμο και τις αναστολές της λόγω των όσων βίωσε η χώρα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο συγγραφέας αναφέρεται στην στάση της Βρετανίας έναντι της Σοβιετικής Ένωσης που οδήγησε στην οριστικοποίηση της προσέγγισης Γερμανίας – Σοβιετικής Ένωσης με το Σύμφωνο Ρίμπεντροφ – Μολότωφ, με την Γερμανία να εισβάλει στην Πολωνία 8 μέρες αργότερα και τη Σοβιετική Ρωσία να έχει 22 μήνες να προετοιμαστεί μέχρι την Γερμανική εισβολή τον Ιούνιο 1941.
Για τον πόλεμο του 1940, ο συγγραφέας παραθέτει τις επιφυλάξεις των Ιταλών Στρατηγών για την επίθεση, λόγω ανεπαρκών δυνάμεων (είχαν 8, ζητούσαν 20 μεραρχίες) για την ορεινή Ήπειρο και μάλιστα χειμώνα. Όμως ο Ντούτσε άκουγε τους “σφουγκοκωλάριους” του. Αυτό όμως ουδόλως μετριάζει την δόξα που αρμόζει στο “ΌΧΙ” και τον Ελληνικό Στρατό που πολέμησε και νίκησε απέναντι στην τεράστια στρατιωτική ισχύ της Ιταλίας. Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η μεγάλη συνεισφορά του Ναυτικού, Πολεμικού και Εμπορικού με την μεταφορά στην Ήπειρο και την Μακεδονία των περισσοτέρων επιστράτων, εφεδρειών και εφοδίων και τον ανεφοδιασμό των νησιών του Αιγαίου όταν στα Δωδεκάνησα οι Ιταλοί είχαν πλοία, υποβρύχια και αεροπορία. Επίσης, αξιοσημείωτος ήταν ο αγώνας της μικρής Ελληνικής Αεροπορίας στην υποστήριξη του μαχόμενου Στρατού Ξηράς.
Η Γραμμή Μεταξά, αν και υποστελεχωμένη, άντεξε και έγραψε σελίδες δόξας. Αξίζει κανείς να ανατρέξει πως τα οχυρά έγιναν με επιστασία των στρατιωτικών διοικητών με μηδενική ανοχή στην διασπάθιση δημοσίου χρήματος με τα σχέδια τους να παραμένουν απόρρητα. Μεγάλη τιμή αξίζει και σε όλα τα στελέχη του Σ.Ξ., του Π.Ν. και της Π.Α. που με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους διέφυγαν στην Μ. Ανατολή και στελέχωσαν τις Ελληνικές Ε.Δ. που συνέχισαν τον Πόλεμο για την τελική νίκη και την απελευθέρωση της Πατρίδας, αφήνοντας πίσω τις οικογένειες και τις περιουσίες τους.
Η Γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδος ήταν αναπόφευκτη λόγω της σχεδιαζόμενης Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Χίτλερ δεν μπορούσε να αφήσει την Βαλκανική ή έστω την άκρη της, την Ελλάδα, υπό Βρετανική επιρροή και πρόσβαση, ανοιχτή στα πλευρά του. Οι Βρετανοί αρχικά πίεσαν την Ελλάδα για μη αντίδραση κατά των Ιταλών. Μετά την Ιταλική επίθεση, οι Βρετανοί έδωσαν μικρή βοήθεια στην Ελλάδα με ένα αδύναμο εκστρατευτικό σώμα δίνοντας έτσι άλλοθι στους Γερμανούς ότι η Ελλάδα δεν τήρησε την ουδετερότητα. Οι Βρετανοί υποσχέθηκαν αργότερα (1943-44) στην Τουρκία τα Ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα εάν έβγαιναν τελικά στον πόλεμο με τους συμμάχους. Περίεργη ήταν η συμπεριφορά τους στην υπόθεση του Ελληνικού χρυσού λέγοντας πως πλήρωναν για την εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση στο Κάιρο και τους Έλληνες Αντάρτες. Όπως γράφει στο βιβλίο ο συγγραφέας, από τους 870.000 Έλληνες στην περιοχή Κομοτηνή – Χαλκιδική έως ανατολικά Θες/νίκης 200.000 πέθαναν, εκτοπίστηκαν ή εξαφανίστηκαν, με 30.000 εκτελεσμένους από τη δράση Βουλγάρων εισβολέων.
Στο βιβλίο περιγράφεται με αντικειμενικότητα η Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών αλλά και οι αιτίες, οι αφορμές και ο ρόλος των ξένων δυνάμεων που οδήγησαν στην ρήξη και στον αλληλοσπαραγμό. Στο βιβλίο επίσης περιέχεται ακριβής καταγραφή των σφαγών και των θηριωδιών των Γερμανών. Αναλύονται τα θέματα των πολεμικών αποζημιώσεων που μας οφείλονται και των φαιδρών δικαιολογιών της Γερμανίας στις Ελληνικές διεκδικήσεις.
Συνολικά, το βιβλίο του Δρ. Δημήτρη Γκίκα είναι ένα πλήρες και συνάμα διδακτικό πόνημα και ελπίζω το Υπουργείο Παιδείας να δώσει την δέουσα προσοχή και να το εντάξει στα βιβλία που διδάσκονται στην Μέση εκπαίδευση. Προκειμένου οι Έλληνες μαθητές να είναι υπερήφανοι για τους προγόνους μας και να το συνδυάσουν με το Σπαρτιατικό «Άμμες δε γ΄ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες».
Στη συνέχεια, ο Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας ξεκίνησε την ομιλία του λέγοντας ότι το βιβλίο του Δρ. Γκίκα παρέχει μια συμπυκνωμένη ιστορική γνώση με μεγάλη συμβολή στην σύγχρονη ιστοριογραφία. Το βιβλίο είναι αντικειμενικό και δεν χαρίζεται σε κανέναν, εσωτερικό ή εξωτερικό παράγοντα. Το βιβλίο λέει τα πράγματα όπως είναι και περιγράφει τα τρομακτικά δεινά που υπέστη η Ελλάδα κατά την τριπλή κατοχή. Ο Δρ. Γρίβας τόνισε ότι είναι πολύ σημαντικό ότι ο συγγραφέας πιστεύει ότι οι Έλληνες είναι πολεμικός λαός και όχι πολεμοχαρής ή πολεμοκάπηλος. Το ΟΧΙ δεν το είπε μόνο ο Μεταξάς αλλά μαζί του ο λαός και ο στρατός. Ο Μεταξάς εναρμονίστηκε με το λαϊκό αίσθημα. Η πολεμική ετοιμότητα του Ελληνικού λαού και η αντίσταση του σε κάθε ξένη επιβουλή, μας ενώνει με το ιστορικό μας παρελθόν και το μέλλον. Οι Έλληνες είναι ιστορικός λαός με σημαντικό γεωπολιτικό αποτύπωμα λόγω στρατηγικής θέσης. Ο λόγος που αμφισβητείται η ιστορική συνέχεια του Ελληνικού λαού είναι ακριβώς επειδή οι Μεγάλες Δυνάμεις θέλουν να μας απαξιώνουν. Ο Ελληνικός ηρωισμός βγάζει πάντα τη συγγένεια με το παρελθόν. Το 1940 όταν ξεκίνησε η αντίσταση οι άνθρωποι πίστευαν ότι ξεκινά ένα νέο 1821. Σήμερα υπάρχει μια τάση στην ιστοριογραφία ότι κακώς μπήκαμε στον πόλεμο το 1940 και ότι θα έπρεπε να μην υποστούμε τις συνέπειες της κατοχής και να περιμένουμε το τέλος του Χίτλερ. Αυτή η στάση θα ήταν μία άρνηση της ιστορικής πορείας του Ελληνισμού που χαρακτηρίζεται από ηρωισμό. Σύμφωνα με τον Δρ. Γρίβα, η μεγάλη συνεισφορά του βιβλίου συνίσταται στο ότι τοποθετεί το ΟΧΙ μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι του Ελληνισμού. Το 1940 δεν είναι μόνο ιστορία αλλά είναι ζωντανό κομμάτι της Ελληνικής γεωπολιτικής ταυτότητας. Το ΟΧΙ στη Ιταλική εισβολή μαζί με την μετέπειτα αντίσταση κατά των Γερμανών συνιστούν κομβικό κομμάτι της Ελληνικής ιστορίας το οποίο δεν είναι ξεκομμένο από την ιστορική πορεία της Ελλάδας ανά τους αιώνες. Το βιβλίο του Δρ. Γκίκα συμπυκνώνει την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού και αναλύει το πώς η Ελλάδα συνέβαλε καθοριστικά στην νίκη κατά του Ναζισμού.
O Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πειραιώς Δρ. Διονύσης Τσιριγώτης τόνισε ότι το έργο του Δρ. Δημητρίου Γκίκα αποτελεί μια συστηματική, τεκμηριωμένη και στοχαστική προσέγγιση της εμπειρίας του πολέμου από την ελληνική σκοπιά. Ο συγγραφέας υπερβαίνει την απλή καταγραφή γεγονότων, εντάσσοντας την ελληνική πραγματικότητα στο ευρύτερο στρατηγικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής, αναδεικνύοντας την αλληλεξάρτηση ανάμεσα στις τοπικές εξελίξεις και τις διεθνείς ισορροπίες. Κεντρικό σημείο του έργου είναι η διαπίστωση ότι η Ελλάδα δεν υπήρξε απλώς «πεδίο μάχης» ή «θύμα» των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά ενεργός παράγων που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του πολέμου. Η συμβολή αυτή αναλύεται με επιστημονική αυστηρότητα, εστιάζοντας στη σημασία της εθνικής αντοχής, του φρονήματος και της στρατηγικής αντίστασης απέναντι στις υπέρτερες δυνάμεις του Άξονα.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου αναλύει τα αίτια του πολέμου, την άνοδο των ολοκληρωτικών καθεστώτων, την πολιτική του κατευνασμού και τις στρατηγικές των Μεγάλων Δυνάμεων. Προσφέρει στον αναγνώστη μια συνολική θεώρηση των διεθνών σχέσεων της εξεταζόμενης ιστορικής περιόδου, με ιδιαίτερη αναφορά στο Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ, στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και στη σταδιακή εμπλοκή τους μετά το Περλ Χάρμπορ.
Το δεύτερο μέρος εξετάζει την ελληνική εξωτερική πολιτική πριν το 1940, την ιταλική επίθεση και την ελληνική αντεπίθεση, τη γερμανική εισβολή και τις καθοριστικές μάχες των Οχυρών και της Κρήτης. Ο συγγραφέας αναδεικνύει τη διπλωματική απομόνωση της χώρας και την αμφίθυμη στάση των Συμμάχων. Συνδυάζοντας τη στρατιωτική αφήγηση με την πολιτική ανάλυση, φωτίζει τις στρατηγικές επιλογές της ελληνικής ηγεσίας και τις στρατηγικές προτεραιότητες των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Το τρίτο μέρος αναλύει τις ζώνες κατοχής, τις οικονομικές και κοινωνικές καταστροφές, την ανάπτυξη της Αντίστασης και την εμφύλια σύγκρουση. Η αφήγηση εμπλουτίζεται με αναφορές στις διεθνείς συνδιασκέψεις της Γιάλτας και του Πότσδαμ, καθώς και στις ελληνικές διεκδικήσεις για το κατοχικό δάνειο και τις πολεμικές αποζημιώσεις. Ο επίλογος του βιβλίου είναι στοχαστικός, επισημαίνοντας τη σημασία της ιστορικής μνήμης και της αυτογνωσίας για τη σύγχρονη πολιτική κουλτούρα. Το έργο συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αρχειακά τεκμήρια και χάρτες, προσφέροντας στον αναγνώστη αίσθηση ιστορικής αμεσότητας.
Η βασική θεωρητική υπόθεση εργασίας που διατρέχει το έργο είναι ότι η Ελλάδα του 1940-1944 υπήρξε ένα «μικρό κράτος» σε έναν κόσμο που καθοριζόταν από τις συγκρούσεις των Μεγάλων Δυνάμεων – μια θέση που η διεθνής θεωρία, όπως διατυπώνεται από τους Kenneth Waltz, Stephen Walt και Randall Schweller, θα περιέγραφε ως εκείνη ενός secondaryactor σε περιβάλλον αναρχίας. Ο συγγραφέας, χωρίς να καταφεύγει σε αφηρημένη θεωρητικολογία, υποδηλώνει ότι οι ελληνικές επιλογές εκείνης της περιόδου εντάσσονται σε ένα υπόδειγμα «επιβίωσης δια της συμμαχίας» (survivalthroughalignment), το οποίο καθόρισε τόσο τη διπλωματική στάση του καθεστώτος Μεταξά όσο και τις μεταγενέστερες κινήσεις της εξόριστης κυβέρνησης. Η φιλοβρετανική κατεύθυνση, όπως τονίζει, δεν υπήρξε προϊόν ιδεολογικής ταύτισης, αλλά στρατηγικής αναγκαιότητας
Η ελληνική εμπειρία του 1940 – 1944 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της θέσης ενός μικρού κράτους σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα. Ο Δρ. Γκίκας, εντάσσοντας την Ελλάδα στο θεωρητικό πλαίσιο του δομικού ρεαλισμού, υποστηρίζει ότι η επιβίωση ενός μικρού κράτους καθορίζεται από την ικανότητά του να αξιοποιεί τις συμμαχίες και να προβλέπει τις στρατηγικές κινήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Η φιλοβρετανική πολιτική του καθεστώτος Μεταξά, παρά την διακηρυγμένη ουδετερότητα, δεν ήταν προϊόν ιδεολογικής προδιάθεσης, αλλά αποτέλεσμα στρατηγικού υπολογισμού που στηριζόταν στην αναγνώριση των περιορισμών και των ευκαιριών που δημιουργούσε η γεωγραφική θέση της Ελλάδας.
Στο θεωρητικό επίπεδο, η Ελλάδα αναγνωρίζεται ως «δευτερεύων δρών» (secondaryactor) σε ένα σύστημα όπου η ισχύς κατανέμεται άνισα. Η ελληνική στρατηγική, όπως αναλύεται από τον Δρ. Γκίκα, προέκυψε μέσα από το πρίσμα της «αναγκαστικής σύμπλευσης» (forcedalignment), μια στρατηγική λογική που επέβαλλε την προσωρινή εξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις για να διατηρηθεί η εθνική αυτονομία και η δυνατότητα ελιγμών στο μέλλον.
Ο συγγραφέας εξετάζει διεξοδικά την ιδεολογία του καθεστώτος Μεταξά, τονίζοντας τον ρόλο του εθνικισμού, του αντικομμουνισμού και της ελεγχόμενης κοινωνικής συνοχής ως καθοριστικούς παράγοντες για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Το ιδεολόγημα του Μεταξισμού επιδιώκοντας την αναγέννηση του ελληνικού έθνους και την καθιέρωση μιας σύγχρονης πολιτισμικά ομοιογενούς Ελλάδας και η θεωρία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» ενσωματώθηκαν στη στρατηγική πολιτική ως μηχανισμοί εθνικής αυτοπροστασίας, συνδυάζοντας στοιχεία αυταρχικής διακυβέρνησης με την επιδίωξη κοινωνικής ομοιογένειας.
Η στρατηγική θέση της Ελλάδας ερμηνεύεται επίσης μέσα από την ανασύνθεση της εθνικής ταυτότητας. Το ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν θεωρείται μόνο στρατιωτική αντίσταση, αλλά και πράξη συλλογικής αυτογνωσίας, που ενίσχυσε την ενότητα του έθνους και θεμελίωσε μια αφήγηση ηρωισμού και συλλογικής αξιοπρέπειας. Ο συγγραφέας συνδέει αυτή την εμπειρία με θεωρητικές προσεγγίσεις όπως εκείνες του Benedict Anderson περί «φαντασιακών κοινοτήτων», δείχνοντας πώς η ιστορική αφήγηση του πολέμου συνέβαλε στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και στη νομιμοποίηση της αυταρχικής κυβέρνησης του Μεταξά.
Η στρατηγική ανάλυση του Δρ. Γκίκα εκτείνεται στην ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση του πολέμου. Η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, ως Δυνάμεις του Άξονα, επιδίωξαν την κυριαρχία μέσω επεκτατισμού, ενώ η Βρετανία και η Γαλλία, και αργότερα οι Ηνωμένες Πολιτείες, προσπαθούσαν να διατηρήσουν τη στρατηγική ισορροπία και να επιβραδύνουν την προέλαση των Δυνάμεων του Άξονα. Η Ελλάδα, αν και μικρό κράτος, έπαιξε κρίσιμο ρόλο ως «προμαχώνας» της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Δρ. Γκίκας αναλύει τη βρετανική στρατηγική υπό το πρίσμα της θεωρίας των θαλασσίων δυνάμεων του Mahan: ο έλεγχος του Αιγαίου και της Κρήτης ήταν ουσιαστικός για τη διατήρηση της γραμμής επικοινωνίας προς τη Διώρυγα του Σουέζ και την αυτοκρατορική επικράτεια της Βρετανίας. Η Βρετανία χρησιμοποίησε την Ελλάδα ως εργαλείο επιβράδυνσης της γερμανικής προέλασης, χωρίς να παρέχει πλήρη ανεξαρτησία στην ελληνική στρατηγική, γεγονός που εξηγεί την αμφίδρομη εξάρτηση και ταυτόχρονα την αδυναμία πλήρους αυτοπροστασίας της χώρας.
Η σοβιετική στρατηγική αποτέλεσε επίσης καθοριστικό παράγοντα. Αρχικά δεσμευμένη από το Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ, η Σοβιετική Ένωση απέφευγε κάθε άμεση ανάμειξη στα Βαλκάνια, ενώ μετά την εισβολή των Γερμανών στην επικράτειά της ανέπτυξε σχέδιο έμμεσης ενίσχυσης κομμουνιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα, προετοιμάζοντας τη μεταπολεμική διαμόρφωση ζωνών επιρροής. Ο συγγραφέας συνδέει τη σοβιετική στάση με την αμφιθυμία ανάμεσα στην άσκηση πίεσης και τη διατήρηση διπλωματικών ισορροπιών, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική πολυπλοκότητα που αντιμετώπισε η Ελλάδα.
Η ανάλυση των ελληνικών στρατιωτικών επιχειρήσεων επικεντρώνεται στη Μάχη της Ηπείρου, τη Μάχη των Οχυρών και τη Μάχη της Κρήτης. Ο Δρ. Γκίκας υποστηρίζει ότι η Ελλάδα, παρά την περιορισμένη στρατιωτική ισχύ, προκάλεσε σημαντική καθυστέρηση στην προέλαση των Δυνάμεων του Άξονα, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία του «αδυνάτου που επηρεάζει δυσανάλογα το διεθνές σύστημα». Οι στρατιωτικές νίκες απέδειξαν την ικανότητα ενός μικρού κράτους να επηρεάζει στρατηγικά γεγονότα παγκόσμιας κλίμακας, ενισχύοντας το ηθικό των Συμμάχων και ενισχύοντας την ελληνική εθνική ταυτότητα.
Η κατοχή, με τις ζώνες ελέγχου από Γερμανία, Ιταλία και Βουλγαρία, επέφερε κοινωνική ανασύνθεση, πείνα και καταστροφή των θεσμών. Ο συγγραφέας τονίζει ότι η Αντίσταση δεν ήταν μόνο στρατιωτική πράξη, αλλά και διαδικασία κοινωνικής και πολιτικής μεταμόρφωσης, κατά την οποία αναδείχθηκαν νέες μορφές πολιτικής οργάνωσης και συλλογικής ταυτότητας. Η έμφαση δίνεται στη δομή της αντίστασης και στη σημασία της για τη διαμόρφωση μεταπολεμικών πολιτικών υποκειμένων, στοιχείο που συνδέεται με τη θεωρία των «πολεμικών κοινωνιών» του Eric Hobsbawm.
Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας αναδεικνύει τη μεταπολεμική στρατηγική συνέχεια. Η εμπειρία του πολέμου και της Κατοχής διαμόρφωσε τη μεταπολεμική ελληνική στρατηγική κουλτούρα, που οδήγησε στη σταδιακή πρόσδεση στο Δυτικό στρατόπεδο και στη νομιμοποίηση του δόγματος «ανήκομεν εις την Δύσιν». Η συλλογική μνήμη του πολέμου λειτούργησε ως καταλύτης για την υιοθέτηση της φιλοδυτικής πολιτικής γραμμής, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας ως ενεργού δρώντος στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και εντός του ΝΑΤΟ.
Η συνθετική προσέγγιση του Δρ. Γκίκα, που ενσωματώνει στρατηγική ανάλυση, ιδεολογική διάσταση και διεθνή ιστοριογραφία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα υπήρξε ένα μικρό κράτος με περιορισμένη ισχύ, αλλά με σημαντική επιρροή λόγω της στρατηγικής ευφυΐας, της κοινωνικής συνοχής και της ιδεολογικής συγκρότησης. Το βιβλίο, εντός του πλαισίου της ελληνόγλωσσης και ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας, αποτελεί υπόδειγμα διεπιστημονικής σύνθεσης, όπου η ιστορική αφήγηση υπηρετεί την κατανόηση της στρατηγικής και της πολιτικής συνέχειας, και ταυτόχρονα φωτίζει την εθνική μνήμη και τη μεταπολεμική ελληνική στρατηγική ταυτότητα.
Ο Δρ. Γκίκας αφιερώνει εκτενές τμήμα στη λεπτομερή ανάλυση των ελληνικών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η Μάχη της Ηπείρου και η αντεπίθεση κατά των Ιταλών αποδεικνύουν την ικανότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τακτικές περιορισμένων δυνατοτήτων. Η μάχη των Οχυρών, αν και μικρής κλίμακας, έδειξε την αποφασιστικότητα και την πειθαρχία του ελληνικού στρατού, ενώ η Μάχη της Κρήτης ανέδειξε τη στρατηγική αξία της αεροπορικής και ναυτικής αντίστασης, καθώς και τη σημασία της συνεργασίας με τις Συμμαχικές Δυνάμεις.
Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η ελληνική εμπειρία παρουσιάζει χαρακτηριστικά «αντίστασης μικρής δύναμης με παγκόσμιο αντίκτυπο», σύμφωνα με τη θεωρία της στρατηγικής επιρροής μικρών κρατών. Παρά τη στρατιωτική υπεροχή του Άξονα, η καθυστέρηση της γερμανικής προέλασης επέτρεψε στους Συμμάχους να αναδιοργανώσουν τα μέτωπα και να επηρεάσουν τη διεθνή στρατηγική ισορροπία.
Η κατοχή δημιούργησε συνθήκες βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Ο Δρ. Γκίκας εξετάζει την επιβολή της φορολογίας αίματος, την καταστροφή υποδομών και τη δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου. Παράλληλα, η Αντίσταση, που οργανώθηκε τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, δεν υπήρξε απλώς στρατιωτική, αλλά και πολιτική και ιδεολογική διαδικασία. Ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ και άλλες οργανώσεις δημιούργησαν νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, ενισχύοντας την πολιτική συμμετοχή και την εθνική συνοχή.
Συμπερασματικά, ανέφερε ο Δρ. Τσιριγώτης, το έργο του Δρ. Γκίκα συνθέτει στρατηγική ανάλυση, ιστορική αφήγηση και ιδεολογική ερμηνεία σε ένα συνεκτικό πλαίσιο. Η Ελλάδα αναδεικνύεται ως μικρό κράτος με περιορισμένη στρατιωτική ισχύ αλλά με αποφασιστική επιρροή μέσω της στρατηγικής ευφυΐας, της συλλογικής ταυτότητας και της ικανότητας ελιγμών στο διεθνές σύστημα. Το βιβλίο συνδέει τις ελληνικές εμπειρίες με θεωρητικές προσεγγίσεις περί μικρών κρατών, αυταρχισμού και εθνικισμού, προσφέροντας πλήρη ανάλυση για τους φοιτητές, ερευνητές και κάθε αναγνώστη ενδιαφερόμενο για την ελληνική και διεθνή στρατηγική σκηνή του Βʹ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συνθετική αυτή παρουσίαση, υπερβαίνοντας τη στρατιωτική αφήγηση, φωτίζει τις σχέσεις Ελλάδας – Συμμάχων και Ελλάδας – Άξονα, αναδεικνύει τις κοινωνικές και ιδεολογικές δυναμικές της Κατοχής και της Αντίστασης, και συνδέει την εμπειρία με τη μεταπολεμική στρατηγική κουλτούρα, καθιστώντας το έργο πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση του ελληνικού ιστορικού γίγνεσθαι.
Η εκδήλωση συνεχίστηκε με την ομιλία του συγγραφέα, Δρ. Δημητρίου Γκίκα, ο οποίος παρουσίασε το έργο του και το όραμά του για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Μάλιστα, ανέφερε ότι πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι για πόλεμο ανά πάσα στιγμή καθώς οι διεθνείς εξελίξεις είναι απρόβλεπτες. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να πολεμήσουμε για τα ιδανικά μας και τις αξίες μας. Όπως τόνισε, ο ελληνικός λαός δεν είναι πολεμοχαρής αλλά είναι πολεμικός λαός με την έννοια ότι, όποτε χρειάστηκε, πολέμησε με σθένος για την άμυνα της πατρίδας του.
Ο υιός του συγγραφέα Ευστάθιος Γκίκας, πραγματοποίησε μία σύντομη παρέμβαση μετά την ολοκλήρωση των ομιλιών. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Ευστάθιος Γκίκας συνέβαλε στην εκπόνηση της σημαντικής αυτής ιστορικής μελέτης μέσω της έρευνας και της ταξινόμησης των πηγών. Το κοινό καταχειροκρότησε τον συγγραφέα και τους ομιλητές σε κλίμα συγκίνησης και εθνικής υπερηφάνειας. Μετά την ολοκλήρωση της βιβλιοπαρουσίασης ακολούθησε μία μικρή δεξίωση για τον εορτασμό των 10 χρόνων από την ίδρυση του ΚΕΔΙΣΑ (2015-2025) που υποστήριξε την συγγραφή και την έκδοση του ιστορικού αυτού πονήματος του συγγραφέα Δρ Δημητρίου Γκίκα.