Η χειραφέτηση της γυναίκας δεν είναι αυτό που συνήθως πιστεύουμε. Δεν εξαντλείται στην είσοδο στην αγορά εργασίας, ούτε στην κατάκτηση δικαιωμάτων που παραχωρήθηκαν μέσα σε ένα ήδη διαμορφωμένο κοινωνικό πλαίσιο. Όπως επισημαίνει η Emma Goldman, η γυναίκα μπορεί να απέκτησε φωνή, αλλά πολύ συχνά συνεχίζει να μιλά μέσα σε όρια που δεν όρισε η ίδια. Η εξωτερική ελευθερία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την εσωτερική απελευθέρωση και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η «τραγωδία» που περιγράφει.
Για την Goldman, η χειραφέτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε νομικές ή κοινωνικές κατακτήσεις. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εσωτερική διαδικασία: η αποδέσμευση από φόβους, ενοχές και ρόλους που έχουν εσωτερικευτεί. Η γυναίκα, ακόμη και όταν θεωρείται «ελεύθερη», συχνά παραμένει δεσμευμένη σε προσδοκίες που αφορούν την ηθική της, τη θηλυκότητά της, τη θέση της μέσα στις σχέσεις. Έτσι, η νέα της ταυτότητα κινδυνεύει να γίνει απλώς μια πιο σύγχρονη εκδοχή ενός παλιού περιορισμού.
Η σκέψη της ξεπερνά τα όρια ενός απλού φεμινιστικού αιτήματος. Ως αναρχική στοχάστρια, αμφισβητεί συνολικά τις δομές εξουσίας και τους ίδιους τους θεσμούς που υποτίθεται ότι προστατεύουν την ελευθερία. Υποστηρίζει ότι καμία πραγματική χειραφέτηση δεν μπορεί να υπάρξει όσο το άτομο εξακολουθεί να ορίζεται μέσα από εξωτερικά πρότυπα. Η ελευθερία, για εκείνη, δεν είναι κάτι που απονέμεται, είναι κάτι που κατακτάται εσωτερικά και βιώνεται έμπρακτα.
Ιδιαίτερα ριζοσπαστική για την εποχή της ίσως ακόμα και σήμερα, η συγγραφέας υπερασπίστηκε την αυτονομία του σώματος, την ελεύθερη αγάπη και την ανάγκη η γυναίκα να υπάρξει πέρα από τον ρόλο της συζύγου ή της μητέρας. Δεν ζητούσε απλώς ισότητα με τους άντρες, αλλά μια πλήρη αναθεώρηση του ίδιου του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη ελευθερία. Αυτή η ρήξη και όχι μια απλή διεκδίκηση δικαιωμάτων, είναι που δίνει στο έργο της τη διαχρονική του δύναμη.
Η γνωριμία μου με τον σπουδαίο Στέφανο Ληναίο, έγινε όπως όλα τα σπουδαία της ζωής, απροσδόκητα. Ακολούθησαν πολλές συζητήσεις για το θέατρο, τη λογοτεχνία, την πολιτική, με αποκορύφωμα μια εκδήλωση την οποία διοργάνωσα το 2018 στην Π.Ε.Λ με αφορμή την επέτειο της άλωσης της Πόλης και την κυκλοφορία τότε, του βιβλίου μου «Κωνσταντίνος ΙΑ΄Παλαιολόγος». Τότε ο Στέφανος Ληναίος ως κεντρικός ομιλητής αναφέρθηκε στη σχέση του με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, για την ενσάρκωση του κρητικού συγγραφέα στη βιογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή αλλά και για την ακριβή του σύντροφο Έλλη Φωτίου.
Κ.Μ: Κύριε Ληναίε, η παρουσία σας στο ελληνικό θέατρο είναι πολυετής και ουσιαστική. Ποιο νήμα ενώνει τις επιλογές σας;
Στέφανος Ληναίος:Η πίστη στο κείμενο και στον άνθρωπο. Από το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ»;, που αποτέλεσε σταθμό για μένα, μέχρι πιο σύγχρονες παραστάσεις, αναζητώ πάντα την υπαρξιακή ένταση. Το κείμενο είναι το βασικότερο. Εσύ ως συγγραφέας με καταλαβαίνεις. Αν το κείμενο δεν στέκεται και καταρρέει, μαζί του θα συμπαρασύρει αναπόφευκτα θίασο και θεατές. Πώς το λέει ο Σεφέρης σε εκείνο το ποίημα του, το ωραίο;
«Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε /στήνουμε θέατρα και σκηνικά, /όμως η μοίρα μας πάντα νικά/και τα σαρώνει και μας σαρώνει/ και τους θεατρίνους και το θεατρώνη /υποβολέα και μουσικούς /στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς…»**
Κ.Μ: Έχετε συνδεθεί με σπουδαία έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Ποιες ερμηνείες σας θεωρείτε κομβικές;
Στέφανος Ληναίος:Το έργο «Ο Θάνατος του Εμποράκου» ήταν μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία. Επίσης, ο «Γυάλινος Κόσμος» με έφερε αντιμέτωπο με εύθραυστους χαρακτήρες που απαιτούν εσωτερική σιωπή. Βέβαια να πούμε ότι τα έργα δεν θα σήμαιναν τίποτα χωρίς το όλο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι εκείνης της ταραγμένης ιστορικά περιόδου. Η χούντα για παράδειγμα ήταν καταλυτική εποχή από την οποία προέκυψε η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα με όλα τα θετικά και αρνητικά της.
Κ.Μ: Η πολυετής καλλιτεχνική συνεργασία σας με τη σύζυγό σας, την Έλλη Φωτίου, πρέπει να υπήρξε καθοριστική για την πορεία σας.
Στέφανος Ληναίος:Μαζί δημιουργήσαμε έναν, ας μου επιτραπεί να πω, δικό μας θεατρικό πυρήνα. Παραστάσεις όπως το «Οι Δούλες» ή το «Το Παιχνίδι της Σφαγής» σφράγισαν αυτή τη διαδρομή. Αλλά το βασικότερο ζήσαμε το όνειρο της ζωής. Αυτό δεν είναι η ζωή, όπως το λέει και ένας αρχαίος σοφός; Ένα όνειρο. Έ, εμείς το ζήσαμε.
Κ.Μ: Πέρα από το θέατρο, αφήσατε έντονο αποτύπωμα και στην τηλεόραση.
Στέφανος Ληναίος:Η τηλεόραση είχε άλλες απαιτήσεις, τουλάχιστον στην εποχή μου. Συμμετοχές σε σειρές όπως το «Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο» ή «Ο Εφιάλτης» με έφεραν πιο κοντά στο ευρύ κοινό, χωρίς να εγκαταλείψω τη θεατρική μου ταυτότητα. Και βέβαια δεν ξεχνώ τον κινηματογράφο. Άλλη μαγική διάσταση αυτή. 16- 17 ταινίες αν θυμάμαι καλά. Δεν είναι και λίγες. Τώρα δεν μπορώ να σου πω τι γίνεται. Ζούμε μια μεταβατική εποχή. Θα δούμε.
Κ.Μ: Η επιρροή του Νίκου Καζαντζάκη είναι εμφανής στη σκέψη σας. Πείτε μου σχετικά. Νομίζω το διαπιστώσαμε και στην προχθεσινή μας εκδήλωση.
Στέφανος Ληναίος:Ο Καζαντζάκης είναι μια συνεχής πρόκληση. Το πνεύμα του διαπερνά κάθε προσπάθεια να προσεγγίσεις τον άνθρωπο επί σκηνής. Θα πρέπει να το γνωρίζεις και εσύ άλλωστε φίλε μου Κωνσταντίνε, αφού αναμετρήθηκες και μάλιστα με αξιοσημείωτη επιτυχία στην έμμετρη διασκευή του όχι και τόσο γνωστού θεατρικού του, «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος». Τα είπα και δημοσίως: σου αξίζουν πραγματικά συγχαρητήρια. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά και μάλιστα από κάποιον που δεν είναι φιλόλογος.
Κ.Μ: Πώς βλέπετε τους νεότερους καλλιτέχνες να προσεγγίζουν τα κλασικά έργα;
Στέφανος Ληναίος:Με τόλμη, και αυτό είναι ελπιδοφόρο. Ειδικά τα νέα παιδιά. Έχουμε να δούμε θαύματα. Σε έργα όπως ο Άμλετ βλέπουμε νέες αναγνώσεις από ηθοποιούς όπως ο Άρης Σερβετάλης, ενώ η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη συνεχίζει να δίνει παραδείγματα υψηλής υποκριτικής.
Κ.Μ: Πρόσφατα τιμηθήκατε ως βασικός καλεσμένος σε εκδήλωση της Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
Στέφανος Ληναίος:Ήταν μια ουσιαστική συνάντηση τέχνης και λόγου. Μια ωραία βραδιά που απέδειξε ότι η πνευματική ζωή του τόπου παραμένει ενεργή. Και βέβαια αντάμωσα παλιούς φίλους, βρέθηκα στα γνωστά μου λογοτεχνικά λημέρια.
Κ.Μ: Αν έπρεπε να συνοψίσετε τη θεατρική σας πορεία σε μια εικόνα;
Στέφανος Ληναίος:Θα ήταν μια σκηνή άδεια, λίγο πριν ανοίξει η αυλαία. Όπως στον Βυσσινόκηπο – όλα είναι ακόμη πιθανά. Χωρίς σκηνικά, χωρίς ηθοποιούς, μόνο με σκιές μιας κάποιας περασμένης ζωής.
Υπάρχουν κάποιες απουσίες που καταλαμβάνουν πολύ περισσότερο χώρο από οποιαδήποτε φυσική παρουσία. Είναι εκείνες οι σιωπές που αντηχούν εκκωφαντικά. Όταν, τα ξημερώματα των γενεθλίων του το 1970, το νήμα της ζωής του πρωτοπόρου συνθέτη Γιάννη Χρήστου κόπηκε βίαια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, δεν σίγησε απλώς ένας σπουδαίος δημιουργός στην απόλυτη ακμή του. Έμεινε μετέωρο ένα ολόκληρο, αχαρτογράφητο σύμπαν, όπου η μουσική, η φιλοσοφία, η ψυχανάλυση και ο μυστικισμός ενώνονταν σε κάτι σχεδόν τρομακτικά οικείο.
Για δεκαετίες, το έργο του έμοιαζε σαν μια από εκείνες τις συλλογικές αναμνήσεις που τις κουβαλάμε δίχως να το σκεφτόμαστε, σαν ένας μύθος που ψιθυρίζεται στους κύκλους της αβανγκάρντ. Μέχρι που ξαφνικά, ο μύθος αποκτά σώμα, απλώνεται στον χώρο και μας καλεί να τον περπατήσουμε.
Αυτήν ακριβώς την αίσθηση του ετεροχρονισμένου σοκ και της βαθιάς εσωτερικής αποκάλυψης βιώνει κανείς στην έκθεση «Εναντιοδρομία», που φιλοξενείται στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), σε μια ιστορική και σπάνια σύμπραξη με το Ωδείο Αθηνών.
Ο τίτλος της έκθεσης δεν είναι τυχαίος. Δανείζεται το όνομά της από το ομώνυμο εμβληματικό μουσικό έργο του Χρήστου (γραμμένο το 1968), το οποίο με τη σειρά του αντλεί την ουσία του από την ηρακλείτεια έννοια της σύγκρουσης των αντιθέτων. Στην εναντιοδρομία, κάθε δύναμη που φτάνει στο απόγειό της μετατρέπεται αναπόφευκτα στο αντίθετό της. Το φως γίνεται σκοτάδι, η γέννηση φέρει τη φθορά, η τάξη γεννά το χάος. Και ο Χρήστου, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον, συνέλαβε αυτή την κοσμική τραγωδία και την έκανε ήχο.
Περνώντας την πόρτα του Project Room 2, συνειδητοποιείς αμέσως πως δεν πρόκειται για μια στεγνή μουσειακή αρχειοθέτηση. Δεν καλείσαι απλώς να διαβάσεις την ιστορία ενός ανθρώπου πίσω από προστατευτικά τζάμια, αλλά να εισέλθεις κυριολεκτικά μέσα στις διακλαδώσεις του νου του.
Ο εξαιρετικός εκθεσιακός σχεδιασμός της αρχιτέκτονος Θάλειας Μέλισσα έχει καταφέρει το ακατόρθωτο: μετατρέπει τον ίδιο τον χώρο σε μια τεράστια, ανοιχτή παρτιτούρα. Είναι σαν ο χρόνος να έχει παγώσει και εσύ, ως επισκέπτης, να γίνεσαι η νότα που κινείται, διστάζει και επιταχύνει ανάμεσα στις γραμμές. Η διαδρομή δεν είναι γραμμική, γιατί ούτε η σκέψη του Χρήστου υπήρξε ποτέ τέτοια. Λειτουργεί ως ένα αμφίδρομο χρονολόγιο, όπου οπτικά γραφήματα, χειρόγραφες σημειώσεις και σελίδες με σύμβολα που θυμίζουν καρδιογραφήματα της ψυχής, αιωρούνται γύρω σου.
Ο μουσικολόγος και επιμελητής της έκθεσης, Κωστής Ζουλιάτης, έχοντας στα χέρια του τον θησαυρό του Αρχείου Γιάννη Χρήστου (που διασώζεται στο Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών), έστησε με ευλάβεια μια αφήγηση από θραύσματα. Σπάνιες φωτογραφίες, πρωτότυπες -σχεδόν εικαστικές- παρτιτούρες, προσωπική αλληλογραφία, βιβλία και φιλοσοφικά δοκίμια μαρτυρούν τον συνεχή, αγωνιώδη αγώνα του δημιουργού να ξεπεράσει τα όρια της ίδιας της τέχνης. «Φιλοσοφώ και το αποτέλεσμα γίνεται μουσική», έλεγε ο ίδιος, και εδώ, τα λόγια του γίνονται απτή πραγματικότητα.
Όμως, το πραγματικό επίτευγμα της έκθεσης δεν είναι τα αντικείμενα αυτά καθαυτά, αλλά η σκιά που ρίχνουν μέσα μας. Ο χώρος ανασαίνει μέσα από ένα υποβλητικό ηχητικό περιβάλλον. Η φαινομενική σιωπή του αρχειακού υλικού «σπάει» από οπτικοακουστικά αποσπάσματα και ακροάσεις ολόκληρων έργων του. Ακούς τον ήχο να γεννιέται από το τίποτα, να γιγαντώνεται, να γίνεται κραυγή και έπειτα να επιστρέφει στο κενό.
Για όσους από εμάς γοητευόμαστε από τις ρωγμές της ανθρώπινης εμπειρίας, η «Εναντιοδρομία» δεν είναι απλώς μια σπουδαία εικαστική και μουσική πρόταση. Είναι μια ενδοσκόπηση. Σε έναν κόσμο εφήμερο, η τέχνη του Γιάννη Χρήστου απαιτεί την απόλυτη παρουσία μας. Μας θυμίζει πως τίποτα δεν είναι μόνιμο, αλλά και πως η δημιουργία έχει τον τρόπο να νικά τη φθορά του χρόνου, αφήνοντας πίσω της ένα ίχνος που αρνείται πεισματικά να σβήσει.
Ίσως, τελικά, όπως έλεγε και ο Ηράκλειτος, ο ανήφορος και ο κατήφορος να είναι όντως ο ίδιος δρόμος. Το μόνο που αλλάζει είναι η δική μας θέση μέσα στον χώρο, καθώς στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στο μεγαλείο ενός ανθρώπου που έκανε το άπειρο, μουσική.
Ο «Μυστικός Δείπνος» του Λεονάρντο ντα Βίντσι παραμένει ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της παγκόσμιας τέχνης, καθώς αποτυπώνει με μοναδική ένταση τη στιγμή που ο Ιησούς ανακοινώνει στους Αποστόλους ότι ένας από αυτούς θα τον προδώσει. Η τοιχογραφία δημιουργήθηκε στον μεγάλο τοίχο της τραπεζαρίας του μοναστηριού Σάντα Μαρία ντέλε Γκράτσιε στο Μιλάνο, έπειτα από παραγγελία του δούκα Λουντοβίκο Σφόρτσα, και ξεχωρίζει για τον τρόπο με τον οποίο αποδίδονται τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις των 13 μορφών.
Η αναζήτηση των προσώπων για τον Ιησού και τον Ιούδα
Για να φτάσει στο τελικό αποτέλεσμα, ο Λεονάρντο αναζήτησε ανθρώπινα μοντέλα που θα ταίριαζαν στα πρόσωπα του έργου. Όπως αναφέρεται, χρειάστηκε να εξετάσει πολλούς νέους μέχρι να επιλέξει έναν 19χρονο για την απεικόνιση του Ιησού, ενώ για τον Ιούδα φέρεται να χρησιμοποίησε έναν φυλακισμένο εγκληματία. Αυτή η προσεκτική επιλογή συνέβαλε καθοριστικά στην ένταση και στον ρεαλισμό της σύνθεσης, δίνοντας στον πίνακα μια σχεδόν θεατρική ζωντάνια.
Η ένταση των μορφών και η δύναμη της λεπτομέρειας
Το πρόσωπο του Ιησού αποδίδεται καθαρό και γαλήνιο, σε έντονη αντίθεση με τις μορφές των μαθητών, που εκφράζουν έκπληξη, ανησυχία και οργή. Ο Ιούδας, τοποθετημένος τρίτος εξ δεξιών του Ιησού, εμφανίζεται πιο σκοτεινός και ταραγμένος, κρατώντας το πουγκί με τα 30 αργύρια. Η δύναμη του έργου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δραματική αντίθεση, αλλά και στο γεγονός ότι κάθε φιγούρα λειτουργεί με τη δική της ξεχωριστή εκφραστική ένταση, στοιχείο που κάνει τη σκηνή να μοιάζει σχεδόν ζωντανή.
Οι ατελείωτες ώρες δουλειάς πίσω από το αριστούργημα
Η ολοκλήρωση του έργου απαίτησε πολλά χρόνια επίμονης εργασίας, με τον Λεονάρντο να αφιερώνει αμέτρητες ώρες πάνω στη σκαλωσιά, άλλοτε δουλεύοντας ασταμάτητα και άλλοτε απομακρυνόμενος όταν ένιωθε ότι δεν είχε την αναγκαία έμπνευση. Μαρτυρίες της εποχής τον περιγράφουν συχνά άγρυπνο και νηστικό, απολύτως αφοσιωμένο στο καλλιτεχνικό του όραμα. Αυτή η εξαντλητική προσήλωση, μαζί με το σπάνιο ταλέντο του, είναι που χάρισαν στον «Μυστικό Δείπνο» τη θέση ενός έργου που παραμένει αξεπέραστο μέσα στους αιώνες.
Κ. Μούσσας: Στην πιο πρόσφατη δουλειά σου “The Spaces in Between”, η οποία παρουσιάζεται στην Alma Gallery, δίνεις χώρο σε κάτι που μοιάζει μεταβατικό, αβέβαιο. Μυστικισμός, ανιμισμός και φυσικά έντονος συμβολισμός. Θα ήθελα τη δική σου ματιά για το έργο σου.
Μ. Κιούσης: Το “The Spaces in Between” γεννήθηκε από μια ανάγκη να σταθώ σε αυτό που δεν είναι πλήρως ορατό ή ορισμένο. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ενδιάμεση κατάσταση, εκεί όπου το γνώριμο αρχίζει να χάνει τη σταθερότητά του και ανοίγεται σε κάτι πιο διαισθητικό. Ο μυστικισμός και ο ανιμισμός δεν εμφανίζονται ως αναφορές με την κλασική έννοια, αλλά περισσότερο σαν τρόποι αντίληψης του κόσμου σαν μια αίσθηση ότι τα πράγματα έχουν παρουσία πέρα από αυτό που φαίνεται.Είναι στοιχεία που μπήκαν στη δουλειά μου κυρίως μέσα από εμπειρίες και όχι απαραίτητα ως θεωρητικές αναφορές. Ο συμβολισμός προκύπτει σχεδόν αυθόρμητα, σαν ανάγκη να δοθεί μορφή σε κάτι που είναι πιο βιωματικό παρά αφηγηματικό, σαν μια προσπάθεια να δοθεί μορφή σε κάτι που δύσκολα λέγεται με λέξεις.
Κ. Μούσσας: Οι φιγούρες σου μοιάζουν «ενδιάμεσες», σαν να μην ανήκουν απόλυτα κάπου – άλλοτε υπονοούνται και άλλοτε μοιάζουν ενδεχόμενες. Είναι ένα συναίσθημα που σε αφορά και προσωπικά;
Μ. Κιούσης: Ναι, είναι κάτι που με αφορά βαθιά. Νομίζω ότι όλοι, σε κάποιο επίπεδο, βιώνουμε αυτή την αίσθηση του ‘’μη ανήκειν’’ απόλυτα. Οι φιγούρες λειτουργούν σαν φορείς αυτής της εμπειρίας , δεν είναι ποτέ σταθερές, αλλά σε μια διαρκή μετατόπιση. .Έχοντας ζήσει και δουλέψει σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ένιωσα αρκετές φορές αυτή τη μη σταθερή ταυτότητα, να είσαι ταυτόχρονα μέσα και έξω από ένα πλαίσιο. Με ενδιαφέρει αυτή η ρευστότητα της ταυτότητας, το πώς κάτι μπορεί να είναι ταυτόχρονα παρόν και απόν, οικείο και ξένο.
Κ. Μούσσας: Η περίοδος που πέρασες στην Αφρική (Σενεγάλη, Μοζαμβίκη, κλπ), αλλά και στη Ρεϊνιόν δείχνει να σε έχει σημαδέψει. Υπάρχει κάτι πολύ συγκεκριμένο από εκεί που κουβαλάς ακόμα μέσα σου όταν δουλεύεις;
Μ. Κιούσης: Δεν ξέρω αν είναι κάτι συγκεκριμένο με τη μορφή ανάμνησης ή εικόνας. Περισσότερο είναι μια αίσθηση που έχει μείνει μέσα μου. Στη Ρεϊνιόν , αλλά και όπου ταξίδεψα και πέρασα χρόνο στην Αφρική ένιωσα έναν διαφορετικό τρόπο να βιώνεται ο χρόνος και η καθημερινότητα, λιγότερο γραμμικό, πιο παρόν. Υπήρχε μια εγγύτητα με το φυσικό περιβάλλον, αλλά και μια σχέση με το άυλο που δεν δηλωνόταν, απλώς υπήρχε. Αυτό που κουβαλάω στη δουλειά μου είναι κυρίως αυτή η αίσθηση, ότι τα πράγματα έχουν μια εσωτερική ζωή, ακόμη κι όταν δεν φαίνεται. Ότι ο χώρος δεν είναι ποτέ άδειος και ότι η σιωπή έχει βάρος. Ίσως αυτό περνάει στα έργα μου όχι τόσο θεματικά, αλλά στον τρόπο που στήνονται, στις παύσεις, στον ρυθμό, στις σχέσεις των μορφών με τον χώρο, σε αυτή την αίσθηση ότι κάτι υπάρχει, ακόμα κι αν δεν μπορείς να το ορίσεις ακριβώς.
Κ. Μούσσας: Νιώθεις ότι εκεί άλλαξες περισσότερο ως καλλιτέχνης ή ως άνθρωπος – ή τελικά αυτά τα δύο δεν ξεχωρίζονται;
Μ. Κιούσης: Δεν νομίζω ότι μπορώ να τα διαχωρίσω. Ό,τι αλλάζει μέσα μου ως άνθρωπος, επηρεάζει άμεσα τον τρόπο που βλέπω και δουλεύω. Και αντίστροφα, η ίδια η καλλιτεχνική διαδικασία λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός κατανόησης του εαυτού. Είναι μια συνεχής ανταλλαγή.
Κ. Μούσσας: Υπάρχει μια στιγμή μέσα στη διαδικασία της δημιουργίας που νιώθεις πιο εκτεθειμένος; Που το έργο «μπορεί να σε πάει οπουδήποτε»;
Μ. Κιούσης: Νομίζω πως η στιγμή που νιώθω πιο εκτεθειμένος είναι εκείνη όπου βρίσκομαι αντιμέτωπος με το κενό χαρτί ή τον καμβά, η αρχή της αναμέτρησης με την επιφάνεια.Είναι μια στιγμή που δεν ξέρεις αν αυτό που κάνεις θα σταθεί ή θα καταρρεύσει, αλλά είναι και η πιο ειλικρινής. Έπειτα υπάρχουν οι στιγμές μέσα στη δημιουργική διαδικασία που μπορούν να σε οδηγήσουν οπουδήποτε από την αρχική ιδέα. Θεωρώ πως εκείνη η στιγμή των αποφάσεων και των ‘’δρόμων’’ που καλείσαι να πάρεις ως δημιουργός είναι και οι πιο σημαντικές καθώς καλείσαι να βρεις λύσεις. Τα πράγματα άλλωστε συνεχώς αλλάζουν μέσω της δημιουργικής διαδικασίας και πρακτικής και μόνο μέσα από αυτά μπορείς να ανακαλύψεις περισσότερα.
Κ. Μούσσας: Τι είναι αυτό που νιώθεις ότι κυνηγάς ακόμα στη ζωγραφική και δεν το έχεις βρει; Και θα ήθελα δυο λόγια για τη σχέση σου και με τις άλλες τέχνες: λογοτεχνία, μουσική, θέατρο κλπ.
Μ. Κιούσης: Αυτό που συνεχίζω να κυνηγάω είναι η απόλυτη ελευθερία στη ζωγραφική, να αφήνω τον εαυτό μου να πειραματίζεται, να εξερευνά τη φαντασία και να δημιουργεί χωρίς περιορισμούς. Θέλω να μπορώ να ξεκινάω από το βιωμένο αλλά να φτάνω σε εικόνες που δεν υπήρχαν πριν μέσα μου.
Η σχέση μου με άλλες τέχνες είναι πολύ ζωντανή και άμεση. Η λογοτεχνία με βοηθά να σκέφτομαι αφηγήσεις και κενά, να οργανώνω τον χρόνο και τη ροή μέσα στο έργο. Η μουσική είναι για μένα κάτι ακόμα πιο προσωπικό: μελετώ αφρικανικά κρουστά εδώ και πολλά χρόνια, παίζω ενεργά και συνοδεύω μαθήματα χορού, οπότε τη βιώνω και την ενσωματώνω συνεχώς στη ζωή μου. Αυτή η πρακτική εμπειρία επηρεάζει τον ρυθμό, την ένταση και τη διάθεση των έργων μου. Επίσης καταναλώνω πολύ μουσική καθημερινά καθώς πάντοτε ακούω κάτι στο εργαστήριο μου. Πολλές φορές εμπνέομαι και από κομμάτια και αποτελούν έναυσμα δημιουργίας ενός έργου. Το θέατρο και ο χορός με διδάσκουν την κίνηση, τη σωματικότητα και την παρουσία στο χώρο ,στοιχεία που μεταφέρονται στις φιγούρες και στον τρόπο που οργανώνω τους καμβάδες μου.
Κ. Μούσσας: Επιστρέφω και πάλι στα εικαστικά: Σου έχει τύχει ποτέ κάποιος να δει κάτι στο έργο σου που εσύ δεν είχες συνειδητοποιήσει;
Μ. Κιούσης: Βεβαίως είναι κάτι που συμβαίνει συνέχεια, και το βρίσκω από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια! Κάποιος μπορεί να δει κάτι που δεν είχα συνειδητά σκεφτεί, αλλά που παρ’ όλα αυτά υπάρχει στο έργο. Νομίζω ότι εκεί φαίνεται πως το έργο ξεφεύγει από τον δημιουργό του και αρχίζει να ζει μια δική του ζωή. Η στιγμή της έκθεσης είναι για μένα η πλέον κατάλληλη για να ειπωθούν όλες αυτές οι παρατηρήσεις, είτε θετικές είτε αρνητικές, οι οποίες είναι πάντα καλοδεχούμενες και συχνά με οδηγούν σε νέες κατευθύνσεις.
Κ. Μούσσας: Υπάρχει κάτι που σε «φοβίζει» στη διάρκεια της δημιουργίας;
Μ. Κιούσης: Θα έλεγα πως υπάρχει κυρίως ο φόβος της επανάληψης. Να μείνω σε κάτι που ήδη γνωρίζω. Αλλά προσπαθώ να τον χρησιμοποιώ σαν ένδειξη ότι πρέπει να προχωρήσω πιο βαθιά, όχι να κάνω πίσω.
Κ. Μούσσας: Δυο λόγια για την καλλιτεχνική πραγματικότητα στην Αθήνα. Μουσεία, Εθνική Πινακοθήκη, ΕΜΣΤ και δεκάδες γκαλερί. Υπάρχει μια απίστευτη ποσότητα πληροφορίας. Πιστεύεις όλος αυτός ο όγκος μηνυμάτων αφομοιώνεται, γίνεται αντιληπτός από το κοινό κάθε τέχνης;
Μ. Κιούσης: Η Αθήνα έχει μια έντονη και ζωντανή καλλιτεχνική ενέργεια. Υπάρχει πράγματι μια υπερπληθώρα ερεθισμάτων, που δεν είναι πάντα εύκολο να αφομοιωθούν. Ίσως όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, ο καθένας βρίσκει τελικά τις δικές του διαδρομές μέσα σε αυτό το τοπίο. Το ζητούμενο δεν είναι να καταναλωθούν όλα, αλλά να υπάρξει μια ουσιαστική σχέση με ό,τι μας αγγίζει.
Κ. Μούσσας: Ολοκληρώνοντας αυτή την κουβέντα μας θα ήθελα μια μικρή αναφορά στην επικαιρότητα. Ζούμε σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας, με συγκρούσεις όπως ο πόλεμος ανάμεσα σε Ιράν και Ισραήλ-ΗΠΑ να κυριαρχούν στην επικαιρότητα με απρόβλεπτες συνέπειες. Πιστεύεις ότι η ζωγραφική μπορεί να «συνομιλήσει» με τέτοιες πραγματικότητες ή παραμένει ένας χώρος εσωτερικής αναζήτησης; Υπάρχει ευθύνη ή υποχρέωση του καλλιτέχνη να τοποθετείται σε τέτοιες συγκυρίες ή η σιωπή είναι κι αυτή μια στάση;
Μ. Κιούσης: Η γεωπολιτική αστάθεια που βιώνουμε, ιδιαίτερα εν καιρώ πολέμου, μας επηρεάζει όλους άμεσα ως πολίτες, προκαλώντας πολιτική αβεβαιότητα και οικονομική πίεση. Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, η ζωγραφική μπορεί και οφείλει να συνομιλήσει με την πραγματικότητα, όπως ακριβώς έκανε διαχρονικά καταγράφοντας την τραγωδία του πολέμου. Άλλωστε από το παρελθόν μέχρι το σήμερα, η τέχνη υπήρξε ο διαχρονικός μάρτυρας τέτοιων κρίσεων, καταγράφοντας τη φρίκη και την τραγωδία του πολέμου άλλοτε ως φωνή του αγωνιστή και άλλοτε ως μέσο προπαγάνδας.
Ταυτόχρονα όμως, η τέχνη παραμένει ένας βαθύς δρόμος εσωτερικής αναζήτησης. Μέσα από αυτήν, η συλλογική αγωνία μετατρέπεται σε προσωπικό στοχασμό, δίνοντας στον δημιουργό τη δυνατότητα να πάρει θέση με τον δικό του τρόπο.
Ο καλλιτέχνης είναι εδώ για να δει και να πει αυτό που οι υπόλοιποι δεν βλέπουν. Η παρέμβαση του δεν χρειάζεται να είναι άμεσα πολιτική ή εικονογραφική για να έχει σημασία. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μία ενιαία στρατευμένη υποχρέωση. Κάθε δημιουργός βρίσκει τον δικό του τρόπο να τοποθετηθεί, είτε μέσα από τη φωνή είτε μέσα από τη σιωπή. Και η σιωπή μπορεί να είναι στάση, αρκεί να είναι συνειδητή και όχι αποφυγή.
Συχνά πιστεύουμε ότι η ζωή μας ξεκινά από εμάς. Ότι οι σκέψεις, οι φόβοι και οι επιλογές μας είναι αποκλειστικά δικά μας. Η Prophecy Coles έρχεται να αμφισβητήσει ακριβώς αυτή την ιδέα.
Με απλή, λιτή, κατανοητή γλώσσα αλλά και διεισδυτική ματιά, η συγγραφέας εξετάζει ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια απασχολεί όλο και περισσότερο την ψυχολογία, το διαγενεακό τραύμα.
Τι είναι το «διαγενεακό τραύμα» θα μου πεις τώρα.
Πολύ γενικά , είναι η ιδέα ότι εμπειρίες έντονου πόνου -όπως πόλεμοι, απώλειες, βία ή βαθιές οικογενειακές συγκρούσεις- δεν σταματούν σε αυτούς που τις έζησαν. Αντίθετα όμως,μεταφέρονται, συχνά ασυνείδητα, στα παιδιά και στα εγγόνια, επηρεάζουν τον τρόπο που νιώθουμε, σκεφτόμαστε και σχετιζόμαστε και εμφανίζονται χωρίς να γνωρίζουμε πάντα την αιτία τους – Ένα«αόρατο φορτίο» που περνά από γενιά σε γενιά.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια πολύ εύστοχη εικόνα: το παρελθόν λειτουργεί σαν ένας απρόσκλητος επισκέπτης.
Δεν τον καλείς. Δεν τον βλέπεις πάντα. Αλλά επηρεάζει ό,τι συμβαίνει μέσα στο “σπίτι” σου – δηλαδή μέσα σου.
Αυτός ο «επισκέπτης» μπορεί να εμφανιστεί ως: • ανεξήγητο άγχος • επαναλαμβανόμενα λάθη στις σχέσεις • φόβοι χωρίς σαφή αιτία • έντονα συναισθήματα που δεν “ταιριάζουν” με την πραγματικότητα.
Το βιβλίο συνδυάζει ψυχανάλυση με λογοτεχνία , μου άρεσε πολύ που χρησιμοποιεί παραδείγματα από διάφορες «τραγωδίες» (αρχαίες και Σαίξπηρ) αλλά και ιστορικά πρόσωπα θέλοντας να μας δείξει πώς τα μοτίβα επαναλαμβάνονται μέσα στον χρόνο. Κάπως έτσι το σύνθετο θέμα, για εμάς τους αναγνώστες γίνεται πιο κατανοητό, πιο «ανθρώπινο».
«Δεν ζούμε μόνο τη δική μας ζωή. Ζούμε και κομμάτια από ζωές που προηγήθηκαν».
Ίσως για να βρούμε τον πραγματικό μας εαυτό να πρέπει να κοιτάξουμε λίγο πιο πίσω από όσο πιστεύουμε.
Ωστόσο δεν έχουμε εδώ εύκολες λύσεις. Δεν είναι οδηγός αυτοβελτίωσης.
Όμως διαβάζοντας το, δεν γίνεται να μην αναρωτηθείς: • Από πού έρχονται όσα νιώθω; • Πόσα από αυτά είναι πραγματικά δικά μου;
Για όποιον λοιπόν θέλει να δει τον εαυτό του λίγο πιο βαθιά -και λίγο πιο ειλικρινά- είναι μια ανάγνωση που αξίζει.
“Λοιπόν, τώρα, είπε ο Πέρεζ, όταν είδε τον Γιασίντο να μπαίνει, είναι όλα συμφωνημένα. Να, μέτρα τα χρήματα. Ο Γιασίντο δεν κάθισε. Είπε ήρεμα: Η Ρόζα Μπλάνκα δεν πουλιέται. Και δεν πρόκειται να πουληθεί ακόμα κι αν βάλεις δέκα φορές τόσα πάνω στο τραπέζι. Αυτά εκεί τα χρήματα δεν έχουν καμιά χρησιμότητα για μένα. Στ’ αλήθεια, η γη δεν ανταλλάσσεται με χρήματα. Αντίθετα, όλη η γη ανταλλάσσεται ή πουλιέται για χρήμα, αντέτεινε ο σενιόρ Πέρεζ, έτσι για νά ‘χει να πει κάτι. Ο Γιασίντο, πάντα όρθιος, αποκρίθηκε: Η γη είναι αιώνια. Το χρήμα όχι! Γι’αυτό η γη δεν μπορεί ν’ανταλλαχθεί με το χρήμα”
Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο του Μπ. Τράβεν, «Το Λευκό Ρόδο». Ο Τράβεν πέθανε στις 26 Μαρτίου του 1969 στην Πόλη του Μεξικού. Η ανακοίνωση για το θάνατό του έλεγε πως πέθανε ο μεταφραστής Χάλ Κρόουβς, όμως η χήρα του παραδέχτηκε αργότερα κάτι που και η ίδια και ο Τράβεν αρνιόταν κατηγορηματικά. Ότι ο Κρόουβς ήταν στην πραγματικότητα ο Τράβεν. Παρόλο που τα βιβλία του γνώρισαν τεράστια επιτυχία και μάλιστα ένα από αυτά μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Τζον Χιούστον (Ο θησαυρός της Σιέρα Μάντρε),ο Τράβεν αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του λογοτεχνικού κόσμου. Ο ίδιος απέφευγε συστηματικά καθόλη τη διάρκεια της ζωής του την έκθεση και τη φήμη. Λέγεται μάλιστα πως η αινιγματική αυτή μορφή παρέστη στα γυρίσματα της ταινίας χωρίς ποτέ κανείς να μάθει ποιος ήταν. Αργότερα από φωτογραφίες που είχαν τραβηχτεί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων επιβεβαιώθηκε η παρουσία του στο πλατό.
Με τη βιογραφία που κυκλοφόρησε το 1987 από τον Κάρλ Γκούτκε και η οποία βασιζόταν σε προσωπικά έγγραφα του ίδιου του Τράβεν και σε συνομιλίες που είχε με τη χήρα του, Ρόζα Έλενα Λουχάν, κάποια πράγματα μπήκαν στη θέση τους, κάποιοι μύθοι κατέρρευσαν (όπως το ότι πίσω από το ψευδώνυμο Τράβεν κρυβόταν ο Τζακ Λόντον ή ακόμα και ο πρώην πρόεδρος του Μεξικού Αντόλφο Λόπεζ Ματέο). Σύμφωνα με τον Γκούτκε λοιπόν,ο Μπρούνο Τράβεν ήταν στην πραγματικότητα ο Ρετ Μαρούτ. Ποιος ήταν όμως ο Μαρούτ; Ο Μαρούτ ήταν περιοδεύων ηθοποιός μικρών ρόλων και συγγραφέας με βάση το Μόναχο. Είχε συμμετάσχει στη Δημοκρατία των Συμβουλίων της Βαυαρίας το 1919 κατά τη διάρκεια της γερμανικής επανάστασης. Ο Γκούτκε αναφέρει πως ο Μαρούτ φυλακίστηκε λόγω της επαναστατικής του δράσης και καταδικάστηκε σε θάνατο από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Με τη βοήθεια των συντρόφων του δραπέτευσε κι έφτασε στο Μεξικό. Η ίδια ιστορία ισχύει και για τον Τράβεν, αν θεωρήσουμε πως πρόκειται για ξεχωριστό πρόσωπο. Για τον Μαρούτ όμως μια άλλη εκδοχή αναφέρει πως με τη βοήθεια της Σύλβια Πάνκχερστ, μιας σουφραζέτας και αντικοινοβουλευτικής κομμουνίστριας, φυγαδεύτηκε στο Λονδίνο. Υπάρχουν αναφορές ότι συνελήφθη από τη βρετανική αστυνομία και κατέληξε στη φυλακή του Μπρίξτον.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο Will Wyatt, ένας παραγωγός του BBC, γύρισε ένα ντοκιμαντέρ κι έγραψε ένα βιβλίο με βάση την έρευνά του για τον Τράβεν. Παρουσίασε πειστικά – όπως φάνηκε σε πολλούς – στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο Τράβεν και ο Μαρούτ ήταν στην πραγματικότητα κάποιος Όττο Φάιγκε, με καταγωγή από οικογένεια της εργατικής τάξης της κωμόπολης του Σβάιμπους. Το όνομα Όττο Φάιγκε ήταν ένα από τα ονοματεπώνυμα που ο Τράβεν είχε δώσει στην αστυνομία ενώ ανακρινόταν στο Λονδίνο. Ο Wyatt είχε ερευνήσει φακέλους και αρχεία τα οποία το οδήγησαν στα ηλικιωμένα αδέλφια του Όττο, έναν αδελφό και μια αδελφή που επιβεβαίωσαν μέσα από αναμνηστικά και φωτογραφίες ότι ο Μαρούτ/Τράβεν ήταν ο αδελφός τους, ο οποίος είχε εξαφανιστεί σε νεαρή ηλικία λόγω της συμμετοχής του στη ριζοσπαστική πολιτική. Τελευταία φορά που είχαν νέα του ήταν όταν έλαβαν ένα γράμμα του λίγο μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο,με το οποίο τους ενημέρωνε ότι επρόκειτο να διωχθεί από την Αγγλία. Διάφορα στοιχεία αντιστοιχούν με τα περιστατικά του οικογενειακού υποβάθρου του Όττο, όπως το γεγονός ότι ο πατέρας του εργαζόταν σε εργοστάσιο που παρήγαγε πλίνθους άνθρακα,μια πιθανή συσχέτιση με τον τίτλο του αναρχικού περιοδικού που εξέδιδε ο Μαρούτ,το Der Zeigelbrenner, «Ο πλινθοποιός».
Ο ίδιος ο Τράβεν προσπάθησε πολύ καθόλη τη διάρκεια της ζωής του να αποφύγει οποιαδήποτε έκθεση ή φήμη. Τα βιβλία του, όλα με ταξικό πρόσημο, εκφράζουν τις πολιτικές του θέσεις. Έξι από τα έργα του συνθέτουν τον Κύκλο της Ζούγκλας και λαμβάνουν χώρα την περίοδο της διακυβέρνησης του δικτάτορα Πορφίριο Ντίαζ, μια μελανή σελίδα στην ιστορία του Μεξικού. Η καταστροφική διακυβέρνηση του Ντίαζ σημαδεύτηκε από τη σκληρή δίωξη των αντιφρονούντων και τις εν λευκώ παραχωρήσεις στο ξένο κεφάλαιο με αποτέλεσμα το σύνολο σχεδόν του εθνικού πλούτου της χώρας να ελέγχεται από τους φεουδάρχες.
Τα μυθιστορήματα του Τράβεν εστιάζουν στην άγρια εκμετάλλευση του ιθαγενούς πληθυσμού. Δύο βιβλία του, οι νουβέλες The Cotton Pickers και το The Death Ship, εμπνέονται από τις δικές του εμπειρίες. Η πρώτη διηγείται τις περιπέτειες ενός μέλους του IWW, την οργάνωση Βιομηχανικών Εργατών του κόσμου, ένα επαναστατικό συνδικάτο με έδρα τις ΗΠΑ, στο Μεξικό.
Η δεύτερη αφορά έναν ναυτικό που μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, χάνει τα χαρτιά του και καμιά χώρα δέχεται να του δώσει νέα ταυτότητα. Τότε μπαίνει σ’ ένα από τα πλοία του θανάτου. Τα πλοία του θανάτου ήταν προορισμένα να βυθιστούν ώστε οι ιδιοκτήτες τους να διεκδικήσουν τα χρήματα της ασφάλειας. Ήταν το μόνο μέσο με το οποίο μπορούσε να ταξιδέψει κάποιος χωρίς έγγραφα. Αυτό ακριβώς έκανε και ο Τράβεν, όταν φυγάς, το έσκασε από την Ευρώπη με προορισμό το Μεξικό.
Ας γυρίσουμε όμως πίσω από κει που ξεκινήσαμε. Από Το Λευκό Ρόδο. Δεκαετία του 1920. Η Ρόζα Μπλάνκα είναι μια φάρμα στο Μεξικό όπου ζουν ντόπιοι ιθαγενείς. Ο Γιασίντο, διαχειριστής της φάρμας, λέει πως η φάρμα δεν του ανήκει, σύμφωνα με την παράδοση του λαού του, η γη ανήκει σ’ αυτούς που θα είναι ζωντανοί όταν ο ίδιος θα έχει φύγει. Άρα δεν μπορεί να την πουλήσει στον επίδοξο λευκό αγοραστή. Η Ρόζα Μπλάνκα έχει ένα ολέθριο μειονέκτημα. Βρίσκεται σε γη που έχει πετρέλαιο. Το βιβλίο παρακολουθεί τον άγριο, ανελέητο τρόπο με τον οποίο οι πετρελαϊκές εταιρείες διαλύουν τα πάντα, καταστρέφουν τη γη, εκτοπίζουν τους ντόπιους πληθυσμούς και μετατρέπουν τους ανθρώπους σε σκλάβους.
Ο Τράβεν καταδικάζει την κοινωνική αδικία, το ρατσισμό, την οικολογική καταστροφή, την εμπλοκή των κυβερνήσεων με οικονομικούς ολιγάρχες, την καταστολή, τον αδηφάγο καπιταλισμό και μας εφιστά την προσοχή στους μηχανισμούς κυριαρχίας. Η ματιά του αναρχική, μιλάει πάντα από τη σκοπιά των αποκάτω, των προλετάριων και των ιθαγενών, με τους οποίους έζησε και εργάστηκε στις ίδιες χειρωνακτικές εργασίες. Την επικαιρότητα του έργου του Τράβεν καταδεικνύει η τελευταία φράση από το Λευκό Ρόδο.
“Τι μας νοιάζουν οι άνθρωποι; Το μόνο που έχει σημασία είναι το πετρέλαιο”.
Έχοντας υπόψη την ευρύτητα και το βάθος της παιδείας του Δημήτρη Καταλειφού αλλά και μετά την τυχαία γνωριμία μας με αφορμή ένα σύντομο κριτικό σημείωμά μου για την πρώτη του ποιητική συλλογή, θέλησα να του ζητήσω να διαβάσει και κατόπιν να ηχογραφήσουμε μερικά αποσπάσματα από το περίφημο Collectanea του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Είχαν προηγηθεί αρκετές συζητήσεις σχετικά με το βιβλίο μου «Δυο Ψίθυροι μέσα στη Θύελλα», το οποίο μόλις είχε κυκλοφορήσει και αφορούσε έναν πρωτότυπο διάλογο ανάμεσα στον Ρένο Αποστολίδη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Θα ήθελα να παραθέσω λοιπόν για τους αναγνώστες του Verite κάποια από τα σημαντικότερα σημεία αυτών των συζητήσεων τα οποία αποκαλύπτουν μια μοναδική προσωπικότητα των τεχνών και των γραμμάτων. Θα παρακαλούσα μόνο τον αναγνώστη να «ακούσει» προσεκτικά μέσα του την «ανθρώπινη φωνή» του σπουδαίου Δημήτρη Καταλειφού και τον δικό του «ήχο του μυστικού θιάσου» και να αναζητήσει τους δημιουργούς που αναφέρονται εδώ. Το ζητούμενο δεν είναι ο άχρηστος θόρυβος, αλλά η δημιουργική ησυχία. Τέλος αφού τον ευχαριστήσω για την εμπιστοσύνη, την άψογη συνεργασία και την υπομονή: να αναφέρω εδώ χαρακτηριστικά ότι κατά την ηχογράφηση των αποσπασμάτων από τα Collectanea του Λορεντζάτου, με ρωτούσε συνεχώς προς μεγάλη μου έκπληξη αν ήταν σωστή η ανάγνωση ή αν έπρεπε να την επαναλάβει! Αυτό σημαίνει απαράμιλλο ήθος και επαγγελματισμός που σπανίζει πλέον στον καλλιτεχνικό κύκλο.
Κ. Μούσσας: Διάβασα και συγκινήθηκα ιδιαίτερα-ίσως πλέον γιατί συνάντησα τον εαυτό μου- με έναν στίχο σας: «Σήμερα το πρωί που ξύπνησα, σκέφτηκα πως στη ζωή μου τα ήθελα όλα. Και πως τώρα πρέπει να αρκεστώ στο «σχεδόν τίποτα»1. Όμως μήπως από αυτό το «σχεδόν τίποτα» προκύπτουν οι ιδέες, αυτό το κάτι, που τελικά είναι βασική προϋπόθεση της ποίησης; Με άλλα λόγια μήπως «οι ιδέες μαστόρεψαν όλες τις εκδοχές του Τίποτα σαν Κάτι»2;
Δ. Καταλειφός: Το «σχεδόν τίποτα» μου το έφερε ο Χρόνος. Το φέρω βαρέως που γερνάω. Ήταν μια μεγάλη τομή όταν το συνειδητοποίησα. Υπήρχε η πριν ζωή, όπου μπορούσα να τα περιμένω ακόμη όλα και η μετά ζωή, όπου κυριαρχεί το σχεδόν τίποτα: περιορισμένες δυνατότητες, περιορισμένες επιλογές. Άλλοτε- όσο έχω ακόμη την υγεία μου- τις δέχομαι με συνετή ευγνωμοσύνη, άλλοτε -στις πιο άσχημες στιγμές μου- ακόμη κι αυτές οι λίγες δυνατότητες δεν καταφέρνουν να με παρηγορήσουν. Πάντως από αυτό το «σχεδόν τίποτα», όπως σωστά λέτε, άρχισα να γράφω ποιήματα. Έγινε το σημείο εκκίνησης, η αφετηρία για ένα ταξίδι που εδώ και τέσσερα χρόνια με πηγαίνει. Ούτε ξέρω ποια θα είναι η κατάληξη. Όταν γράφω κάτι που μου αρέσει, το «σχεδόν τίποτα», έστω και για λίγο, μεταμορφώνεται σε «κάτι σημαντικό», τουλάχιστον για μένα. Γενικότερα πιστεύω, για την τέχνη, η στέρηση, αποτελεί ένα πανίσχυρο κίνητρο. Το σχεδόν τίποτα ή και το απολύτως τίποτα, πολύ συχνά, έχουν συνεισφέρει σε πολλά θαυμαστά έργα τέχνης.
Κ. Μούσσας: Ας συνεχίσω κατά κάποιον τρόπο την προηγούμενη ερώτηση, στην ποιητική συλλογή σας «Πίσω από τζάμια θολά» διαβάζω:
«Στο πατρικό μας/ ζει πια ο αδερφός μου./ Θέλω να ξαναπηγαίνω/ τις μέρες της μεγάλης θλίψης./ Να μυρίσω λίγο μαμά και μπαμπά. Φυσικά υπερτερεί/ μόνο άοσμη ορφάνια./ Τις μέρες όμως της μεγάλης θλίψης/ εγώ θα συνεχίσω να πηγαίνω./Και το τίποτα είναι κάτι»3.
Αναφέρεστε συχνά στα ποιήματά σας στους γονείς σας. Σας λείπουν. Περισσότερο προσδιόρισε την ψυχοσύνθεση σας η παρουσία ή η απουσία τους; Αληθεύει ότι η μόνη φορά που από τον πατέρα σας ακούσατε «μπράβο από καρδιάς»4 ήταν όταν στα δεκαεφτά σας κάνετε με λεωφορείο τη διαδρομή Πειραιάς- Κηφισιά;
Δ. Καταλειφός: Το 2017 έχασα και τη μητέρα μου. Τότε ήμουν 63 ετών. Άρχισα να πενθώ και να γερνώ ταυτόχρονα. Επειδή δούλευα τότε στο θέατρο, κατά κάποιο τρόπο η ζωή με παρέσυρε σε ενέργεια και δράση. Στην καραντίνα του 2020, όπου έκλεισαν τα θέατρα και βρέθηκα μόνος μου στο σπίτι, άρχισα να επιστρέφω ασυνείδητα όλο και συχνότερα στην παιδική ηλικία, τους γονείς και την απώλειά τους. Ξαφνικά είχα χρόνο να επιστρέφω. Έτσι άρχισα για πρώτη ουσιαστικά φορά, να γράφω ποιήματα. Ούτε μου περνούσε από το μυαλό η ιδέα ότι θα εκδοθούν κάποτε. Τα έγραφα μάλιστα στο κινητό και τα έστελνα σε μια φίλη, την κυρία Θάλεια Μελλή Χωλ που έχει στενή σχέση με την ποίηση και τη μετάφραση. Εκείνη με ενθάρρυνε να συνεχίσω. Φαίνεται πως είχα ανάγκη μιας αποτίμησης της έως τότε ζωής μου. Σε μια τέτοια αποτίμηση είναι αδύνατον να απουσιάζουν οι γονείς σου, είτε ως παρουσία είτε ως απουσία. Οι γονείς μου είναι συνδεδεμένοι με αυτή την περίοδο, για την οποία έγραφα και παραπάνω, την περίοδο δηλαδή που τα περιμένεις όλα από τη ζωή. Επομένως συνδέονται και με πολλές ευτυχισμένες στιγμές. Με την ορφάνια και το γέρασμα ξεκίνησε και το «σχεδόν τίποτα» που λέγαμε. Ο πατέρας μου που ήταν ένας πολύ γλυκός άνθρωπος και με χιούμορ, μου είπε αρκετές φορές μπράβο, όμως πιστεύω πως το πιο αυθεντικό του μπράβο ήταν αυτό που μου είχε πει τότε, γιατί αφορούσε μια επιθυμία του για μένα, εφ’ όλης της ύλης: να πιάσω δηλαδή τη ζωή από τα κέρατα, να γίνω μαχητικός, να διεκδικήσω τη ζωή. Νομίζω πως εντέλει έπεσε έξω, αλλά τι να κάνουμε;
Κ. Μούσσας: «Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση/ κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη»5, γράφει ο Ασλάνογου, ο Νίκος Καρούζος λέει ότι η «ποίηση είναι ασκητεία με το λόγο»6 ενώ ο Μανόλης Αναγνωστάκης πως η «ποίηση δεν είναι τρόπος να μιλήσουμε/ αλλά ο καλύτερος τρόπος να κρύψουμε το πρόσωπό μας»7. Συμφωνείτε με κάποιον από τους τρεις «ορισμούς»; Θα ήθελα τη δική σας άποψη.
Δ. Καταλειφός: Και οι τρεις ποιητές που αναφέρετε ανήκουν στους πολύ αγαπημένους μου. Περισσότερο ωστόσο μου ταιριάζει ο στίχος του Αναγνωστάκη. Νομίζω πως κι εγώ με έναν τρόπο έγραψα ποιήματα για να κρύψω το πρόσωπό μου και ταυτόχρονα να το αποκαλύψω. Πολλά από τα ποιήματά μου είναι γραμμένα στο τρίτο πρόσωπο. Πηγαινοέρχομαι ανάμεσα στο εγώ και στο αυτός. Κατά ένα περίεργο τρόπο αυτό μοιάζει και με την ηθοποιία. Ο ρόλος καταλήγει ένα πρόσχημα για να αναδύεται – συχνά ερήμην σου- ο πραγματικός εαυτός σου. Το να γράψω σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο είναι σχεδόν πάντοτε ενστικτώδες. Σπανίως το έχω μετατρέψει σε άλλο πρόσωπο από αυτό με το οποίο πρωτοξεκίνησα το ποίημα.
Κ. Μούσσας: Ο PeterBrook στο περίφημο βιβλίο του ο «Άδειος Χώρος» διακρίνει το θέατρο σε 4 κατηγορίες Νεκρό (όπερα), Ιερό (τραγωδία), Τραχύ (λαϊκό), Άμεσο (σύγχρονο). Εσείς πώς θα ορίζατε το θέατρο ως τέχνη αλλά και κοινωνική δραστηριότητα; Στο ίδιο βιβλίο αναφέρει: «Πρέπει να παραδεχτούμε την τρομακτική δυσκολία που έχει το να κάνεις θέατρο: είναι ή, θα ήταν, αν το κάναμε σωστά, ίσως το δυσκολότερο εκφραστικό μέσο απ’ όλα: είναι ανελέητο, δεν υπάρχει περιθώριο για λάθη, ούτε για περιττά πράγματα. Ένα μυθιστόρημα μπορεί να επιβιώσει. Να κρατήσει τον αναγνώστη που πηδάει σελίδες ή ολόκληρα κεφάλαια. Το κοινό όμως μπορεί να κατρακυλήσει από την απόλαυση στην πλήξη σε μια στιγμή και η επαφή να χαθεί ανεπιστρεπτί». Είναι πράγματι έτσι; Μετά από δεκαετίες θεατρικής παρουσίας τι είναι τελικά για εσάς η «σκηνή», η «αυλαία», η «πρόβα» και πως αντιδράτε όταν νιώσετε ότι «χάσατε» το κοινό σας κατά τη διάρκεια μιας παράστασης; Παραθέτω σχετικά ένα στίχο σας, από ποίημα που μάλιστα αφιερώνετε στον Τεννεσσί Ουίλιαμς: «Στον έρωτα ελλοχεύει η καταχνιά/ και τελικά επικρατεί το γκρίζο./ Στο θέατρο πάλι, βασιλεύει κόκκινο. /Ένα βαθύ κόκκινο»8.
Δ. Καταλειφός: Το κόκκινο είναι το χρώμα του πάθους που απαιτεί αυτή η τέχνη. Δεν γίνεται να συνεχίσεις δίχως αυτό. Η σκηνή είναι και ιερή και τραχιά. Απαιτεί τα πάντα από τον ηθοποιό. Να είναι μαχητικός, τολμηρός, γενναίος, άφοβος, αληθινός, να πείθει, να συγκινεί, να ενδιαφέρει και ένα σωρό άλλα πράγματα δύσκολο να διατυπωθούν. Αν δεν τα πετύχει, κατά κάποιο τρόπο καταποντίζεται. Το αποτέλεσμα επίσης μιας παράστασης δεν είναι ατομικό. Το θέατρο πάνω από όλα είναι μια συλλογική τέχνη. Αυτό το κάνει συγκινητικό και πολύ δύσκολο ταυτόχρονα. Γιατί οι άνθρωποι στο θέατρο μπορούν να συνεννοηθούν πολύ δύσκολα. Είναι μια ριψοκίνδυνη τέχνη. Μια ακροβασία. Και το κοινό είναι διαφορετικό κάθε βράδυ. Υπάρχει καλό και κακό κοινό, και δίχως να το ξέρει συμμετέχει και καθορίζει την ποιότητα μιας παράστασης. Με τα κινητά τηλέφωνα, είτε χτυπήσουν είτε με τον φόβο ότι θα χτυπήσουν, έχει χαθεί ένα μεγάλο μέρος από τη μαγεία του θεάτρου. Οι άνθρωποι όλο και περισσότερο δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν για πολλή ώρα. Τα περισσότερα έργα κόβονται για να μην ξεπεράσουν τις δύο ώρες το πολύ. Σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο να κρατήσεις συγκεντρωμένο ένα κοινό που συνηθίζει όλο και περισσότερο στη γρήγορη αλληλουχία εικόνων. Ο λόγος ενός κειμένου κινδυνεύει να υποβιβαστεί μπροστά στην εικόνα. Ή τη δυνατή μουσική. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότερες σκηνοθεσίες χρησιμοποιούν πλέον την κάμερα μετατρέποντας τη θεατρική πράξη περισσότερο σε κινηματογραφικές εικόνες.
Κ. Μούσσας: Επανέρχομαι στον Αναγνωστάκη. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους»9. Τι είναι αγάπη για τον Δημήτρη και τι για τον Καταλειφό; Διαβάζω: «Η αγάπη όσο πάει λιγοστεύει»10. Θα περίμενε κανείς το αντίθετο… Αυτός είναι και ο λόγος που το αφιερώνεται στους «θλιμμένους»;
Δ. Καταλειφός: Κατ’ αρχάς είναι δύσκολο να δώσουμε έναν ορισμό για την αγάπη. Τι είναι τελικά αυτή η περίφημη αγάπη που όλοι αναζητούμε και ελάχιστοι την βρίσκουμε; Στο πέρασμα της ζωής μου με απογοήτευσαν και υποθέτω ότι απογοήτευσα πολλούς ανθρώπους. Όταν γράφω ότι η αγάπη όσο πάει και λιγοστεύει, κυριολεκτώ. Έχουν απομείνει πολύ λίγοι άνθρωποι που θα μπορούσα να πω ότι τους αγαπώ ή ότι με αγαπούν. Υπάρχει φυσικά ένας ευρύτερος κύκλος ανθρώπων που συμπαθώ και ελπίζω ότι με συμπαθούν, αλλά αυτό που θα λέγαμε αγάπη είναι δυστυχώς κάτι σπάνιο ή ίσως και ανύπαρκτο. Ωστόσο συνεχίζει κανείς τη ζωή του και με τη λίγη ή την καθόλου αγάπη που διαθέτει. Ίσως από εκεί να προέρχεται ουσιαστικά η θλίψη μου: είχα μεγάλη ανάγκη την αγάπη αλλά τελικά προσπαθώ να τα βγάζω πέρα και δίχως αυτήν.
Κ. Μούσσας: Είστε ένας «τεχνίτης» της σιωπής, «επιλέγω ψίθυρο αντί φωνή»11, διαβάζω στο «Επί κλίνης κρεμάμενος», δεν εκτίθεστε παρότι η δουλειά σας καμιά φορά το απαιτεί, άρα θα συμφωνούσατε με τον Καμύ: «Προς τι όλος αυτός ο θόρυβος… όταν η γαλήνη θα ήταν να αγαπάς και να δημιουργείς σιωπηλά! Χρειάζεται όμως να ξέρεις να υπομένεις»12 και προφανώς εσείς ξέρετε να υπομένετε. Πώς διδαχθήκατε την «τέχνη της υπομονής», την αισθητική του μέτρου και της σιωπηλής δημιουργίας; Ήταν αποτέλεσμα βιωματικό, εμπειρίας, επιρροών ή έμφυτης ροπής προς την ουσιαστική μοναχικότητα; Ας δούμε όμως πριν απαντήσετε, ένα ακόμα ποίημα σας ακέραιο και όχι αποσπάσματα που κι αυτά βέβαια έχουν την ερμηνευτική τους βαρύτητά:
«Σηκώθηκε μοναξιά/ σαν αέρας από τις Κυκλάδες/δεν μπορείς να σταθείς πουθενά./Χτυπάει τα μάτια σαν άμμος/και τσούζουν./ Νομίζεις πως θα κλάψεις,/μα ούτε κι αυτό δεν μπορείς/ ούτε κι αυτό δεν μπορείς»13.
Δ. Καταλειφός: Η εποχή μας έχει πολύ θόρυβο. Ίσως γι’ αυτό και να δυσφορώ. Τα ποιήματά μου είναι σαν μικρά ερημονήσια από τα οποία κάθε τόσο εκπέμπω εκκλήσεις βοηθείας. Αγαπώ τους ανθρώπους αλλά ταυτόχρονα δεν τους αντέχω. Στην ηλικία που έχω φτάσει είναι δύσκολο έως αδύνατο να ξεγελώ τον εαυτό μου. Η μοίρα του ανθρώπου είναι να καταλήγει μόνος του. Είναι ένα θλιβερό συμπέρασμα αλλά για μένα αληθινό. Αυτό που σίγουρα μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε ευγενικοί. Όμως οι περισσότεροι ούτε καν αυτό δεν μπορούμε να πετύχουμε. Οι περισσότεροι άνθρωποι περνούν τον καιρό τους προκαλώντας, λέγοντας ή γράφοντας κακίες για τους άλλους. Πώς να φυτρώσει αγάπη μέσα σε ένα τόσο άγονο τοπίο;
Κ. Μούσσας: Κάποτε σας πρόδωσαν, πετάξατε τα πάντα, «σε μια στιγμή παραφοράς/ και αλλοφροσύνης, όταν ξεχείλισε/ το άδικο και η οργή […]ούτε μια κοινή φωτογραφία/ ούτε ένα σημείωμα/ κάποιο αντικείμενο έστω»14. Τι γίνεται όμως με όλα όσα έχετε χαρίσει, όσα σας πήραν, όσα για πάντα ανήκουν αλλού;
Δ. Καταλειφός: Το παίρνεις απόφαση. Η ζωή είναι κάποιες συναντήσεις. Κάποιες από αυτές αποδεικνύονται μοιραίες. Είτε γιατί προδόθηκες, είτε γιατί πρόδωσες, είτε γιατί αδικήθηκες είτε γιατί αδίκησες. Στο ενδιάμεσο ανταλλάσσεις πράγματα, συναισθήματα, αισθάνεσαι ίσως και την περίφημη αγάπη που λέγαμε, χαίρεσαι, ζεις, δημιουργείς, συνδημιουργείς. Εν ολίγοις έρχεσαι σε επαφή. Νομίζω πως αυτό είναι το πιο σημαντικό, για το οποίο θα μπορούσαμε να μιλάμε. Η επαφή. Αυτές οι ευλογημένες στιγμές που η τύχη, η συγκυρία, η διάθεση ή δεν ξέρω τι άλλο, βοηθούν και συνεργάζονται ώστε να σπάσει αυτό το καταραμένο εγώ μας και να συναντήσει για λίγο γνήσια την ψυχή ενός άλλου ανθρώπου. Αυτές οι στιγμιαίες ενώσεις, αυτές οι στιγμιαίες συναντήσεις, αυτές οι στιγμιαίες προσδοκίες για αγάπη. Μετά έρχεται το τέλος, η οργή, η απογοήτευση, η απομυθοποίηση, η προδοσία πολλές φορές, αλλά τουλάχιστον έζησες -για όσο έζησες- την ευλογία της επαφής. Την ευλογία της ψευδαίσθησης της επαφής.
Κ. Μούσσας: Επιτρέψτε μου τώρα να σας κάνω την επόμενη ερώτηση με έναν στίχο από κάποιο ποίημα μου: «Ζωντανός ναυαγός ή πεθαμένος ήρωας;».
Δ. Καταλειφός: Ωραίος ο στίχος σας. Εγώ πηγαινοέρχομαι ανάμεσα στα δύο. Πότε παλεύω μέσα στα κύματα, πότε παραιτούμαι ηρωικά. Θεωρώ πως είναι η μοίρα του ανθρώπου όταν φτάνει στην ηλικία που έχω φτάσει. Πικροί απολογισμοί, περιορισμένες επιλογές, χρόνος που αμείλικτα τρέχει και ακυρώνει τη μια ψευδαίσθηση μετά την άλλη οδηγώντας στις βασικές αλήθειες της ζωής. Κάποιες μικρές εκπλήξεις της καθημερινότητας ωστόσο αποτελούν μια καλοδεχούμενη ανάσα.
Κ. Μούσσας: «Βλέπω τη ζωή που έζησα/κάτω από το σημάδι μιας αλήθειας άγνωστης έτσι, που όλη χάνεται/ κι όλη πάνω μου θα ξαναπέσει[…] Κι είναι ανέγγιχτη ακόμα η ζωή μου. /Ακόμα την ονειρεύομαι, τη χάνω. Ήρθα αγνός στη ζωή. Όσο περισσότερο αμάρτησα, τόσο πιο άδολος/κι άφοβος έπαιξα την παρτίδα./Χαμένη ή κερδισμένη, άλλο τόσο επιμένω».
Επιτρέψτε μου να σας αφιερώσω αυτό το ποίημα του Πιερ Πάολο Παζολίνι, τον πρωτοποριακό σκηνοθέτη και ποιητή της μεγάλης ιταλικής κινηματογραφικής «σχολής», για να περάσω από το θέατρο στον κινηματογράφο όπου ήδη από το 1978, συμμετέχετε σε διάφορες παραγωγές: «Ανατολική περιφέρεια», «Ρεπό», «Πέτρινα χρόνια» η εμβληματική ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Θεόφιλος», «Καβάφης», ως το «Έτερος εγώ» και πιο πρόσφατα το 2020 στο αφιέρωμα «Νίκος Καρούζος: Ο δρόμος για το έαρ». Ποιο χαρακτηριστικό βρίσκετε στον κινηματογράφο το οποίο δεν υπάρχει στο θέατρο; Και μια και αναφέρθηκα στο ιταλικό σινεμά, ποια κινηματογραφική «σχολή» ξεχωρίζετε;
Δ. Καταλειφός: Ευχαριστώ για την αφιέρωση του μεγάλου Παζολίνι. Η κινηματογραφική σχολή που ξεχωρίζω είναι ο ιταλικός νεορεαλισμός. Όλες αυτές οι ταινίες των Ιταλών σκηνοθετών αποτελούν σπουδαία έργα τέχνης. Ο κλέφτης των ποδηλάτων, ας πούμε, ή το Ακατόνε ή το Μάμα Ρόμα ή το Μπελίσιμα του Βισκόντι είναι από τα πιο συγκινητικά αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Εγώ αν και έχω εργαστεί ως επί το πλείστον στο θέατρο, ως θεατής προτιμώ τον κινηματογράφο. Είναι η μεγάλη μου αγάπη. Ως ηθοποιός όμως προτιμώ να παίζω στο θέατρο γιατί μου αρέσει η ροή και η συνέχεια που διαθέτει το θεατρικό παίξιμο. Ο κινηματογράφος έχει φυσικά το πλεονέκτημα να διατηρεί ακέραια την ερμηνεία ενός ηθοποιού ενώ η υποκριτική στο θέατρο είναι εφήμερη. Δεν μένει απολύτως τίποτα. Τώρα βέβαια με τις παντός είδους μαγνητοσκοπήσεις ακόμη και μια παράσταση μπορεί να διατηρηθεί στον χρόνο. Αλλά κακά τα ψέματα, η ατμόσφαιρα μιας θεατρικής παράστασης είναι αυτή η ζωντανή συνύπαρξη ηθοποιού και θεατών και η διαφορετική ατμόσφαιρα που δημιουργείται μέσα στην αίθουσα μεταξύ τους, κάθε βράδυ.
Κ. Μούσσας: Στο «Περί θανάτου και άλλων μυστηρίων» ο Φερνάντο Πεσσόα αναφέρει ίσως οπωσδήποτε επηρεασμένος από τον Ηράκλειτο: «Ο κόσμος είναι ένα όνειρο, όχι όμως λόγω υπερβολής αλλά λόγω ελλείψεως. Ο κόσμος είναι μη πραγματικός, γιατί στην πραγματικότητα βλέπουμε μέρος αυτού που στ’ αλήθεια είναι ο κόσμος»15. Ζούμε λοιπόν ένα όνειρο. Κι ο θάνατος; «Ο θάνατος δεν είναι συμβάν της ζωής, υποστηρίζει ο Βίτγκενσταϊν16, ενώ ο Tagore -ποιητής γαρ- διαφωνεί, λέγοντας ότι «ο θάνατος ανήκει στη ζωή σαν τη γέννα»17. Παραθέτω άλλο ένα ολόκληρο ποίημα σας, σχετικό με το θέμα:
«Μια ζωή, ένας αγώνας μάταιος/ να μοιάσεις στους άλλους/ για να ζήσεις ήσυχος/και να πεθάνεις/ νεκρός»18. Μιλήστε μας για το βασικότερο όλων: πώς ζει κανείς συμφιλιωμένος με τον θάνατο ειδικά στην εποχή τόσων πολέμων; Γάζα, Ουκρανία και τώρα Ιράν.
Δ. Καταλειφός: Δεν συμφιλιώνεται. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω συμφιλιωθεί. Βέβαια εκτός από τον Ένα και Μοναδικό Μεγάλο θάνατο που κανείς μας δεν μπορεί να τον αποφύγει, υπάρχουν και ένα σωρό άλλοι θάνατοι που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ζωής μας και μας καθορίζουν. Ο θάνατος αγαπημένων προσώπων, ας πούμε. Ή ένας χωρισμός που ισοδυναμεί με θάνατο. Ή ο θάνατος μιας ιδέας ή μιας ιδεολογίας που έδινε νόημα στη ζωή μας. Ή η απόσυρση από μια δουλειά ή μια τέχνη. Και με αυτούς τους θανάτους άλλοτε συμφιλιωνόμαστε και άλλοτε όχι. Το τέλος μιας κατάστασης σχεδόν πάντοτε εμπεριέχει θλίψη. Πόσο μάλλον το Τέλος με τ κεφαλαίο. Η πορεία προς αυτόν με τρομάζει. Αυτό κυρίως. Σχετικά με όσα φριχτά ζούμε τα τελευταία χρόνια, Κώστα, είναι μια παράνοια άνευ προηγουμένου, ένας εφιάλτης δίχως τέλος.
Κ. Μούσσας: Ο πιο πιστός δουλευτής του θανάτου είναι ο χρόνος. «Ο χρόνος, ο μακρός και αναρίθμητος/ φανερώνει όλα όσα δεν φανερώθηκαν και αφού φανερωθούν τα κρύβει», 19 διαβάζουμε στον «Αίαντα» του Σοφοκλή. Αυτός είναι ο λόγος που γράφετε ότι «ο χρόνος κυλάει κι εγώ κατρακυλάω», «προς το υπόγειο/ που είναι η ζωή/ […] «ξένος Έλληνας σε κάθοδο»;20
Δ. Καταλειφός: Ναι ο πιο πιστός δουλευτής του θανάτου είναι ο χρόνος. Και της τέχνης επίσης. Κάθε μορφής τέχνης. Ο χρόνος που περνάει, που πέρασε, ο χρόνος που θα έρθει, ο χρόνος που τελείωσε, ο χαμένος ή ο ξανακερδισμένος χρόνος. Τρία από τα πιο αγαπημένα μου έργα τέχνης διαπραγματεύονται τον χρόνο με απόλυτα συγκλονιστικό τρόπο: Ο έρωτας στα χιόνια του Παπαδιαμάντη, το ποίημα του Καβάφη Απ’ τες εννιά, και η Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ, του Μπέκετ. Σύντομα κείμενα που αναδεικνύουν τον χρόνο και το πέρασμά του ως το μεγαλύτερο μαράζι της ανθρώπινης ψυχής.
Κ. Μούσσας: Φτάνοντας στο τέλος αυτής της συζήτησης και αφού αναφέρθηκα σε διάφορους ποιητές, θα ήθελα στον κατά τη γνώμη μου κορυφαίο να αναφερθείτε εσείς, επιλέγοντας έναν στίχο του: τον Κ. Π .Καβάφη. Να σημειώσω κλείνοντας -και αφού σας ευχαριστήσω ξανά για την εμπιστοσύνη- ότι σε πολλά ποιήματά σας συνάντησα στίχους του.
Δ. Καταλειφός: Ο Καβάφης είναι ο μεγαλύτερος ποιητής που έχω διαβάσει. Φυσικά δεν λέω τίποτα πρωτότυπο. Για τους περισσότερους είναι ο αγαπημένος ποιητής. «Που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα», αυτόν τον στίχο θα διάλεγα. Γιατί είμαι ακριβώς σε αυτή τη φάση. Μιας σκληρής αυτοκριτικής και μιας βαθιάς απογοήτευσης. Και η πόλις με ακολουθεί, όπως λέει αυτό το θαυμάσιο ποίημα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τα ερείπια, τα σφάλματα, τις πληγές της ζωής σου. Σε καθορίζουν. Εμένα έφτασε να με κάνουν να γράψω. Φαίνεται πως η υποκριτική δεν ήταν αρκετή. Πως ήθελα να μιλήσω με τα δικά μου λόγια και όχι μόνο με τα λόγια των θεατρικών συγγραφέων που έπαιξα. Ήθελα και εξακολουθώ να θέλω να βρω την πιο αυθεντική φωνή μου. Την έπνιξα πολλές φορές μέσα στα χρόνια και στα ερείπια της ζωής. Θα ήθελα να μου δοθεί χρόνος ώστε να ψάξω κι άλλο τη δική μου φωνή και να την αποκαλύψω. Δεν είναι εύκολο. Πέραν των άλλων, γιατί υπηρετώ δύο πολύ απαιτητικές τέχνες ταυτόχρονα. Η μία, το θέατρο, επί μισό ακριβώς αιώνα. Η άλλη, η ποίηση, για δυο- τρία χρόνια, με το θράσος της άγνοιας και την ορμή τού νεοφώτιστου. Αναρωτιέμαι συχνά: θα μπορέσω άραγε να ξαναγράψω; Ή θα μπορέσω άραγε να ξαναπαίξω; Θα τελειώσω τη συνομιλία μας με κάποιους από τους σπουδαίους στίχους του ποιήματος του Καβάφη, Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ :
Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Τα φάρμακά σου φέρε τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε-για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή.
Κάπως έτσι εύχομαι κι εγώ για τον εαυτό μου και την μελαγχολία του, να έχω τη δύναμη και τη διαύγεια ώστε να προστρέχω- για λίγο ακόμη -σε αυτές τις δυο σπουδαίες τέχνες.
Η Αγγελική Παπούλια, τα Φαντάσματα του “Arcadia” και η Ψυχολογία της Σύγχρονης Αποξένωσης
Βρισκόμαστε στον Μάρτιο του 2026. Καθώς το Greek Film Festival in Berlin ετοιμάζεται να ανοίξει τις πόρτες του (25-29 Μαρτίου), με κεντρικό τιμώμενο πρόσωπο την Αγγελική Παπούλια και κεντρικό μότο της φετινής διοργάνωσης το «We are what we feel» («Είμαστε αυτό που νιώθουμε»), μια ειρωνική αντίφαση πλανάται στον αέρα. Ζούμε στην εποχή της απόλυτης συναισθηματικής απονέκρωσης. Η γενιά μας (Millennials και Gen Z) έχει εκπαιδευτεί να αναλύει τα συναισθήματά της με κλινική ακρίβεια, αλλά δυσκολεύεται τρομακτικά να τα βιώσει. Και ίσως γι’ αυτό, το λεγόμενο «Greek Weird Wave» , το οποίο πολλοί βιάστηκαν να κηρύξουν νεκρό την προηγούμενη δεκαετία, όχι απλώς επιβιώνει, αλλά έχει μετατραπεί στο απόλυτο ψυχογράφημα της σύγχρονης κοινωνικής μας παράλυσης. Δεν μιλάμε πια για μια απλή κινηματογραφική τάση. Μιλάμε για την οπτικοποίηση του συλλογικού μας τραύματος.
Η Αγγελική Παπούλια ως Σύμβολο της «Κοινωνικής Αλεξιθυμίας» Αν το σύγχρονο ελληνικό σινεμά είχε πρόσωπο, θα ήταν αναμφίβολα αυτό της Αγγελικής Παπούλια. Από τις δυστοπικές, κλειστοφοβικές μέρες του Κυνόδοντα και των Άλπεων, μέχρι το πρόσφατο, στοιχειωτικό Arcadia του Γιώργου Ζώη, η Παπούλια δεν «παίζει» απλώς ρόλους. Ενσαρκώνει μια ολόκληρη κοινωνιολογική συνθήκη. Το χαρακτηριστικό, «νεκρό» (deadpan) βλέμμα της, η ρομποτική εκφορά του λόγου, η σωματική ακαμψία ,στοιχεία που συχνά ξενίζουν τον mainstream θεατή, είναι στην πραγματικότητα η πιο ακριβής αναπαράσταση της αλεξιθυμίας. Στην ψυχολογία, η αλεξιθυμία είναι η αδυναμία του ατόμου να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του, ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι σε ένα περιβάλλον που βιώνεται ως απειλητικό. Το 2026, πόσο απέχει άραγε αυτή η κινηματογραφική σύμβαση από την πραγματικότητά μας; Σε μια Ελλάδα (και μια Ευρώπη) του ατελείωτου gentrification, της στεγαστικής κρίσης, της εργασιακής επισφάλειας και της ψηφιακής απομόνωσης, το σώμα «παγώνει». Η υποκριτική μανιέρα της Παπούλια είναι ο καθρέφτης μιας γενιάς που έχει υποστεί τόσο πολύ συσσωρευμένο burnout, που πλέον αδυνατεί να αντιδράσει. Οι ηρωίδες της δεν κλαίνε, δεν ουρλιάζουν, δεν έχουν μελοδραματικά ξεσπάσματα. Απλώς υπάρχουν, στέκονται στον χώρο σαν ξένα σώματα, σαν glitch στο σύστημα. Και αυτό είναι τρομακτικά οικείο.
«Arcadia»: Τα Φαντάσματα των Ανείπωτων Τραυμάτων Η προβολή του Arcadia του Γιώργου Ζώη επιβεβαιώνει πως το weird wave έχει περάσει στην επόμενη, πιο ώριμη (και ίσως πιο σκοτεινή) φάση του: αυτή της διαχείρισης του πένθους. Η ταινία, που φλερτάρει με το μεταφυσικό και το ψυχολογικό θρίλερ, μας μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου οι ζωντανοί και οι νεκροί συνυπάρχουν, όπου οι παραισθήσεις μπερδεύονται με την πραγματικότητα σε ένα επαρχιακό, ομιχλώδες τοπίο. Ψυχαναλυτικά, τα «φαντάσματα» στο σινεμά του Ζώη δεν είναι πνεύματα με λευκά σεντόνια. Είναι οι ανείπωτες αλήθειες μας. Είναι τα συλλογικά τραύματα της ελληνικής κοινωνίας : η βία, η απώλεια, η πατριαρχία, τα μυστικά της αγίας ελληνικής οικογένειας, τα οποία αρνούμαστε να θάψουμε κανονικά, και γι’ αυτό συνεχίζουν να στοιχειώνουν το παρόν μας. Η κοινωνιολογία του πένθους μας λέει ότι όταν μια κοινωνία δεν βρίσκει τον χώρο και τον χρόνο να θρηνήσει (είτε μιλάμε για εθνικές τραγωδίες, είτε για την απώλεια της ίδιας μας της νιότης σε διαδοχικές κρίσεις), το πένθος γίνεται τοξικό. Μετατρέπεται σε «ανοίκειο» (το φροϋδικό Unheimliche). Το οικείο γίνεται ξένο και τρομακτικό. Αυτό ακριβώς κάνει το Arcadia: παίρνει το ελληνικό καλοκαίρι, την ελληνική επαρχία, το ζευγάρι, τον έρωτα, και τα στρεβλώνει τόσο ώστε να νιώθουμε μια διαρκή, υποδόρια απειλή.
«We are what we feel»: Η Πρόκληση του 2026 Επιστρέφοντας στο μότο του Φεστιβάλ του Βερολίνου, το «Είμαστε αυτό που νιώθουμε» μοιάζει λιγότερο με διαπίστωση και περισσότερο με πρόκληση. Αν όντως είμαστε αυτό που νιώθουμε, τότε ποιοι είμαστε σήμερα; Μήπως είμαστε μουδιασμένοι; Μήπως νιώθουμε μόνο μέσα από οθόνες; Το alternative ελληνικό σινεμά, μέσα από την αποξένωση που προβάλλει, μας αναγκάζει να έρθουμε αντιμέτωποι με τη δική μας κενότητα. Όταν βλέπεις μια ταινία όπου οι χαρακτήρες δεν αντιδρούν «φυσιολογικά» σε έναν θάνατο ή σε μια τραγωδία, το δικό σου νευρικό σύστημα ως θεατή αντιδρά. Η αμηχανία που νιώθεις στην αίθουσα (ή μπροστά στην οθόνη του laptop σου) είναι η αρχή της θεραπείας. Ο κινηματογράφος αυτός δεν προσφέρει εύκολες λύσεις (catharsis) με την αριστοτελική έννοια. Δεν θα δεις το ζευγάρι να φιλιέται στο τέλος, ούτε το τραύμα να λύνεται με έναν μονόλογο. Η κάθαρση εδώ έρχεται μέσω της ταύτισης με το κενό. Καθώς παρακολουθούμε την Αγγελική Παπούλια να περιφέρεται σαν υπνοβάτης στις οθόνες του Βερολίνου ή της Αθήνας, δεν βλέπουμε απλώς μια σπουδαία ηθοποιό του auteur σινεμά. Βλέπουμε το πορτρέτο της δικής μας γενιάς. Μιας γενιάς που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξαναμάθει πώς είναι να νιώθεις κάτι, οτιδήποτε, σε έναν κόσμο που έχει γίνει υπερβολικά παράξενος για να θεωρείται αληθινός.
Ο χώρος του θεάτρου και της τέχνης αποχαιρετά τον Χρήστο Βαλαβανίδη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Τετάρτης σε ηλικία 82 ετών. Ο σπουδαίος ηθοποιός και ποιητής αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, σχετίζονταν με την καρδιά του. Ήταν παντρεμένος και είχε αποκτήσει μία κόρη.
Η ανακοίνωση για τον θάνατό του
Την είδηση του θανάτου του έκαναν γνωστή η οικογένεια της Ελένης Γερασιμίδου και του Αντώνη Ξένου, μέσα από ανάρτηση στη σελίδα «Από Κοινού Θέατρο», ενώ η πληροφορία επιβεβαιώθηκε και στο protothema.gr από στενούς συνεργάτες του. Στο αποχαιρετιστήριο μήνυμά τους έγραψαν: «Χτες το βράδυ μάθαμε, από την αγαπημένη σου Ασπασία, για το δυσβάσταχτο φευγιό σου.. Αντίο σπουδαίε μας Χρήστο.. πολυτάλαντε καλλιτέχνη! Λάμπρυνες αυτό τον τόπο με την πολυσήμαντη υποκριτική σου, την υπέροχη φωνή και ποίησή σου!! Καλή δύναμη στην Ασπασία σου, στην Κατερίνα σου και σε όλους τους οικείους. Ελένη-Αντώνης-Αγγελική».
Η μάχη με την υγεία του
Ο Χρήστος Βαλαβανίδης είχε περάσει τις ημέρες των γιορτών στο νοσοκομείο και, όταν πήρε εξιτήριο, είχε μιλήσει δημόσια για τη δύσκολη περιπέτεια που βίωνε. Όπως είχε δηλώσει στην εκπομπή «Πρωινό» του ANT1, «Καλά είμαι. Είχα κάτι το οποίο θα περάσει, είμαι σε θεραπεία. Δεν είναι τραγικό, αλλά είναι βαριά αρρώστια που πρέπει να τη φροντίσω οπωσδήποτε γιατί είμαι και μεγάλη κοπέλα. Είναι σοβαρό, αλλά δεν είναι θανατηφόρο, ακόμα τουλάχιστον. Κάποια στιγμή όλοι μας κάτι πληρώνουμε, κάποιο λάθος μας πληρώνουμε». Στη συνέχεια είχε προσθέσει: «Είναι μια περιπέτεια. Υπομονή, υπομονή και όλα θα πάνε καλά. Για να πάρω το εξιτήριο από το Λαϊκό, με κάνανε καλά. Δεν μ’ άφηναν να φύγω. Δεν σου λέω άλλες λεπτομέρειες. Τρυπήματα, ενέσεις, εμβόλια, και τα λοιπά…».
Αναφερόμενος στη στήριξη που δέχθηκε, είχε μιλήσει με θερμά λόγια για τη σύζυγό του, αλλά και για την εικόνα που αντίκρισε στο ΕΣΥ. «Ευτυχώς που έτσι είναι ο χαρακτήρας μου, να είναι συνέχεια κεφάτος. Απίστευτο, και Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, μέσα στο Λαϊκό. Έχω πάρα πολλές εντυπώσεις. Είναι πράγματα που κάποια στιγμή, εάν ο Θεός μου δώσει χρόνο, θα τα γράψω. Το νοσηλευτικό και το ιατρικό δυναμικό, άπταιστα. Το περιβάλλον, άθλιο. Ράντζα στους διαδρόμους και οι άνθρωποι να δουλεύουνε σκληρότατα. Τους λυπήθηκε η ψυχή μου. Είχα κοντά μου τη γυναίκα μου η οποία κουράστηκε πάρα πολύ για να με περιποιείται. Φοβότανε βέβαια και για μένα και για αυτή. Πέρα απ’ τη γυναίκα μου η οποία είναι φρουρός, η αγάπη του κόσμου με κράτησε όρθιο», είχε πει χαρακτηριστικά.
Η πορεία του στο θέατρο, την οθόνη και τη δημιουργία
Ο Χρήστος Βαλαβανίδης αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 1973 και στη μακρά του διαδρομή συνεργάστηκε τόσο με ιδιωτικούς θιάσους όσο και με τις δύο κρατικές σκηνές, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Υπηρέτησε σχεδόν κάθε θεατρικό είδος, από το αρχαίο δράμα και την αττική κωμωδία έως την οπερέτα, το μουσικό θέατρο, την παντομίμα και την επιθεώρηση. Στην πορεία του συμμετείχε σε πλήθος παραστάσεων, όπως οι «Μορμόλης», «Παπουτσωμένος γάτος», «Το ημέρωμα της στρίγγλας», «Άλκηστη – Κύκλωπας», «Κατζούρμπος», «Η τύχη της Μαρούλας», «Η τρελή του Σαγιό», «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» και πολλές ακόμη.
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτέλεσε η συνεργασία του με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου στην «Αυλή των θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ενώ το 1996 ίδρυσε μαζί με τη σύζυγό του, Ασπασία Κράλλη, το «Από Μηχανής Θέατρο», μετατρέποντας ένα παλιό εργοστάσιο σε έναν σύγχρονο θεατρικό χώρο. Παράλληλα, είχε έντονη παρουσία και σε άλλες σημαντικές παραγωγές, όπως οι «Φυλλωσιές», η «Αντίστροφη ψυχολογία», οι «Σιδεράδες», το «Χίτσκοκ Μπλοντ», το «Ντόγκβιλ», η «Δωδέκατη νύχτα», το «Τάνγκο», οι «Σφήκες» στο Ηρώδειο και το μιούζικαλ «Το μαγαζάκι του τρόμου». Εκτός από την υποκριτική, δοκιμάστηκε και στη σκηνοθεσία, υπογράφοντας μεταξύ άλλων τον «Παπουτσωμένο γάτο» στο ΚΘΒΕ και την «Αντίστροφη ψυχολογία», ενώ είχε αναλάβει και μουσική επιμέλεια ή ηχητική επένδυση σε θεατρικά έργα.
Στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο είχε επίσης ισχυρή παρουσία, συμμετέχοντας σε σειρές και εκπομπές μεγάλης απήχησης, όπως «Το μινόρε της αυγής», «Οι αυθαίρετοι», «Σιγά, η πατρίδα κοιμάται», «Οι άνδρες δεν υπάρχουν πια» και «Λίστα γάμου». Στον κινηματογράφο άφησε το αποτύπωμά του μέσα από ταινίες όπως η «Λούφα και παραλλαγή», «Η φωτογραφία», «Πάμπτωχοι Α.Ε.» και «Το κλάμα βγήκε απ’ τον Παράδεισο». Για την ερμηνεία του στην ταινία «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» τιμήθηκε με το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενώ συμμετείχε και σε ξένες κινηματογραφικές παραγωγές.
Ο ποιητής Χρήστος Βαλαβανίδης
Πέρα από τη θεατρική και κινηματογραφική του διαδρομή, ο Χρήστος Βαλαβανίδης υπήρξε και λογοτέχνης με σταθερή παρουσία στην ποίηση. Κυκλοφόρησαν τρεις ποιητικές συλλογές του, με την τελευταία να περιλαμβάνει ανέκδοτα ποιήματα περίπου μιας δεκαετίας, αλλά και αναδρομική ανθολόγηση από προηγούμενα έργα και δημοσιεύσεις του. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες, ενώ συνεργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά και συμμετείχε επίσης στη συγγραφή δύο τηλεοπτικών σειρών που προβλήθηκαν στην ιδιωτική τηλεόραση, των «Πλάκας Μέλαθρον» και «Οι Αθώοι της Πτέρυγας 5».