Category: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

  • Η Τέχνη στην εποχή του Αλγορίθμου

    Η Τέχνη στην εποχή του Αλγορίθμου

    Αποτελεί γεγονός πως τους τελευταίους μήνες τα βιντεάκια και οι αναρτήσεις στις δημοφιλέστερες πλατφόρμες κοινωνικές δικτύωσης (είτε μιλάμε για το Instagram, είτε το TikTok, είτε την επόμενη viral πλατφόρμα που, λογικά, προβλέπεται ότι θα δημιουργηθεί)  επικεντρώνονται στην δημιουργία ψηφιακών εικόνων μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Αρκεί ένα αίτημα στον αλγόριθμο, λίγες λέξεις κοφτές και συνοπτικές, ένα «ζωγράφισε μου» για να δημιουργήσει ό,τι επιθυμεί ο χρήστης, να το αναρτήσει και να νιώσει λίγα δευτερόλεπτα εντυπωσιασμού ή παροδικής χαράς βλέποντας τον εαυτό του και τους αγαπημένους του ως Anime ή ρεαλιστικά textures με έντονη εκφραστικότητα και δυναμικά φωτισμένα περιβάλλοντα. Ο Χαγιάο Μιγιαζάκι, ένας από τους δημιουργούς του Ghibli Style, έχει εκφράσει δημόσια την δυσαρέσκεια του για αυτή τη νέα τάση, λέγοντας χαρακτηριστικά πως: «Είμαι εντελώς αηδιασμένος. Αν πραγματικά θέλετε να φτιάχνετε ανατριχιαστικά πράγματα, μπορείτε να το κάνετε. Εγώ δεν θα ήθελα ποτέ να ενσωματώσω αυτή την τεχνολογία στη δουλειά μου», αλλά μεγάλη ήταν και η αντίδραση του κόσμου θεωρώντας τις δημιουργημένες εικόνες προσβολή προς τον διαπρεπή σκηνοθέτη.

    Το νέο αυτό trend σίγουρα στο άμεσο μέλλον θα έχει αντικατασταθεί από κάποιο άλλο πιο δημοφιλές και ακόμα ίσως πιο επικίνδυνο. Ωστόσο δεν αποτελεί απλώς προσβολή προς τους σκηνοθέτες, τους γραφίστες και τους animators, αλλά άμεση προσβολή προς την Τέχνη. Εύλογα θα αναρωτηθείτε, πώς ακριβώς θα συμβεί αυτό; Περιγράφοντας ιδανικούς συντρόφους, φανταστικά τοπία και ζητώντας προβλέψεις για τον εαυτό μας σε λίγα χρόνια; Ή ζητώντας από την τεχνητή νοημοσύνη να γράψει κείμενα και να επινοήσει ιδέες; Πώς μπορεί αυτή η παγκόσμια τάση για δημιουργία να βλάψει την Τέχνη και τον Πολιτισμό, αντί να τα ενισχύσει αφού ο κόσμος απευθύνεται στις συγκεκριμένες πλατφόρμες για δική του προσωπική ικανοποίηση και βοήθεια; Οι απόψεις διίστανται ακόμα και μεταξύ διεθνώς αναγνωρισμένων καλλιτεχνών. Για παράδειγμα ο γνωστός ηθοποιός, Nicolas Cage, εξέφρασε την άποψη πως η τεχνητή νοημοσύνη υπονομεύει την αλήθεια και την αυθεντικότητα της τέχνης, ενώ η τραγουδίστρια Grimes ανέφερε πως τώρα οι καλλιτέχνες είναι πιο σημαντικοί από ποτέ, με την ίδια να έχει υιοθετήσει την τεχνητή νοημοσύνη στη μουσική της.

    Σαφώς και πάντα υπάρχει ο αντίλαλος της άλλης όψης, τίποτα δεν καθίσταται επικίνδυνο με τη σωστή χρήση, όμως η προσβολή προς τον Πολιτισμό και την Τέχνη είναι κάτι πραγματικό και χρίζει την προσοχή όλων, όχι μόνο όσων βάλλονται μέσω της τεχνητής νοημοσύνης όπως πολύ πρόσφατα ο Μιγιαζάκι, αλλά και των απλών χρηστών που την χρησιμοποιούν αλόγιστα, άκριτα και ανεξελέγκτα. Η δημιουργική σκέψη, προσόν λίγων μόνο ανθρώπων, χάνεται όπως χάνεται και η πρωτοτυπία, το ταλέντο και η ικανότητα. Ποιος ο λόγος να σκεφτούμε όταν τις απαντήσεις τις έχουμε έτοιμες με το πάτημα ενός μόνο κουμπιού; Και γιατί να δημιουργήσουμε όταν ο κόσμος ενθουσιάζεται με ένα ψέμα φτιαγμένο από Ai και αγνοεί τους πραγματικούς καλλιτέχνες, που παραμένουν στην σκιά όσο αυτό λάμπει και θαμπώνει; Φυσικά δεν είναι μόνο η εικαστική τέχνη που κινδυνεύει, αλλά όλες οι μορφές της όπως η μουσική, το θέατρο, η λογοτεχνία… οτιδήποτε εμπεριέχει την σύλληψη, την επινόηση και καταληκτικά την δημιουργία. Άτομα χωρίς ουσιαστικό καλλιτεχνικό υπόβαθρο ντύνονται με την μάσκα της «αυθεντικής έκφρασης» χωρίς να γίνεται διάκριση της αξίας με τον εντυπωσιασμό. Έχουμε καταλήξει σε μία εποχή που η απουσία πραγματικού ταλέντου καλύπτεται με επιφανειακές και ψευδής δηλώσεις αυθεντικότητας, ο κόσμος αποφασίζει ποιον θα προωθήσει όχι επειδή θα το αξίζει, αλλά επειδή η κατακραυγή για την αντίθετη γνώμη στην εποχή μας παίρνει διαστάσεις κύματος και κανένας δεν θέλει αυτό να τον συμπαρασύρει.

    Κάπως δυσοίωνη, αλλά όχι τόσο ουτοπική πρόβλεψη, είναι πως στα επόμενα χρόνια οι καλλιτέχνες θα παρουσιάζουν έργα με όλο και λιγότερη φαντασία, κάπως κοινά με όλους τους υπολοίπους σύμφωνα με τις προσταγές της τεχνητής νοημοσύνης και όχι τις προσταγές του μυαλού τους που μέχρι πρότινος ήταν φωτεινό και αντισυμβατικό όπως αρμόζει σε έναν καλλιτέχνη. Άλλωστε, γιατί να σπαταλήσουν πολύτιμες ώρες ενώ απλώς μπορούν να περιγράψουν την ιδέα τους και το αργότερο μέσα σε δέκα λεπτά να είναι έτοιμη; Η τάση αυτή δεν θα αφήσει προφανώς αλώβητες ούτε την λογοτεχνία, ούτε την μουσική, ούτε καμία άλλη μορφή έκφρασης. Για παράδειγμα, τα βιβλία και τα θεατρικά κείμενα, ο κόσμος των μεγάλων ιδεών, θα πάψει να είναι ιδιαίτερος, να υποκινεί ιδέες και ιδανικά που αφυπνίζουν τον αναγνώστη, αλλά θα παρουσιάζονται με γραφή απλή, κοφτή, καθόλου ιδιαίτερη και χαρακτηριστική των συγγραφέων, καθώς θα είναι γραμμένα από προγραμματισμένα ρομπότ και όχι από ανθρώπους με σκοπό να τραντάξουν τις βεβαιότητες του κοινού τους. Άξιο σχολιασμού είναι πως ήδη την μουσική βιομηχανία χαρακτηρίζει η ωμή γραφή στίχων, χωρίς ίχνος λυρικότητας, που σοκάρoυν και ξεσηκώνουν αντιδράσεις, αλλά και η απουσία ταλέντου καθώς το Auto-Tune διορθώνει οτιδήποτε «εκτός τόνου».

    Άραγε, υπάρχει περιθώριο αντιστροφής αυτού του τρομαχτικού πλάνου ή οδηγούμαστε όλοι σε μία εποχή με έλλειψη φαντασίας, αυθεντικότητας και ταλέντου, καλλιτεχνικών έργων σχεδιασμένων από ρομπότ και πολίτες βαθιά υπνωτισμένους; Γιατί ποιος θα ταράξει τα νερά της σκέψης μας αν οι μελλοντικοί συγγραφείς του πλανήτη μας, οι μελλοντικοί στιχουργοί, οι μελλοντικοί καλλιτέχνες μας πέφτουν λανθασμένα στην τάση της εποχής για το γρήγορο, το εύκολο και πάνω από όλα το κοινότυπο αποτέλεσμα; 

  • Ρένος Χαραλαμπίδης: “Ψάχνε τον εαυτό σου κοντά στα δικά σου πλαίσια”

    Ρένος Χαραλαμπίδης: “Ψάχνε τον εαυτό σου κοντά στα δικά σου πλαίσια”

    *Στον Ηρακλή Μίγδο και την Ωραία Σπαρτσή

    Ο Ρένος Χαραλαμπίδης είναι από εκείνες τις προσωπικότητες του ελληνικού σινεμά που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Με μια πορεία που ξεκινά σκηνοθετικά το 1997, όταν μας σύστησε το «No Budget Story» –μια ασπρόμαυρη ρομαντική ιστορία χαμηλού κόστους αλλά υψηλής ευαισθησίας–, ο Χαραλαμπίδης κατάφερε να αφήσει το στίγμα του από την πρώτη κιόλας εμφάνιση. Το 2000 ήρθαν τα «Φτηνά Τσιγάρα», που έκτοτε απέκτησαν φανατικό κοινό, ενώ το 2005 μετέφερε στον κινηματογράφο το μυθιστόρημα του Πέτρου Τατσόπουλου «Η Καρδιά του Κτήνους», δίνοντάς του τη δική του σκοτεινή ματιά.

    Ακολούθησαν τα «4 Μαύρα Κουστούμια» το 2010, και πιο πρόσφατα –πριν από έναν χρόνο– η πέμπτη του ταινία, «Νυχτερινός Εκφωνητής». Έργα διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά όλα φέρουν τη σφραγίδα του: έναν συνδυασμό λογοτεχνικού βάθους, χιούμορ και μελαγχολίας.

    Στην πορεία του απέσπασε σημαντικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το Κρατικό Βραβείο Ποιότητας Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη και το Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου για τον Γιώργο Βουλτζάτη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθώς και το FIPRESCI στο Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης.

    Ηρακλής Μίγδος: Και για την τελευταία σας ταινία, Ο Νυχτερινός Εκφωνητής, όπως και για τα «Φθηνά Τσιγάρα» δεχτήκατε πολύ σκληρή κριτική. Πιστεύετε πως υπάρχει αδυναμία των κριτικών να αντιληφθούν τα νοήματα των ταινιών σας ή τα αίτια είναι άλλα;

    Ρένος Χαραλαμπίδης: Όχι, δε πιστεύω πως οι κριτικοί δε μπορούν να πιάσουν τα νοήματα των ταινιών μου, απλώς τα νοήματα αυτά τότε δεν είχαν κάποια αξία. Πιστεύω πως οι κριτικοί έχουν χάσει την επαφή τους με τον κόσμο και πια κινούνται μόνο στο επίπεδο της δημοσιογραφίας και όχι της κριτικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε ούτε έναν κριτικό κινηματογράφου που να έχει σπουδάσει θεωρεία. Σε γενικές γραμμές είναι δημοσιογράφοι. Βέβαια είμαι ανοιχτός στην κριτική, μου αρέσει να διαβάζω κριτικές. Δεν είμαι από αυτούς που είναι θυμωμένοι με τους κριτικούς παρόλο που δεν έχουν γράψει καλά για εμένα. Τους βλέπω με συμπάθια αλλά δε τους παίρνω και πολύ στα σοβαρά.

    Ηρακλής Μίγδος: Οι πρωταγωνιστές των ταινιών σας χαρακτηρίζονται από ρομαντισμό και από μια ερημίτικη/φιλοσοφική διάθεση. Πόσο σχέση έχουν με εσάς;

    Ρένος Χαραλαμπίδης: Είναι όλοι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Άλλοτε μικρότερο, άλλοτε μεγαλύτερο. Οι ταινίες μου είναι ημι-αυτοβιογραφικές και όχι απόλυτα αυτοβιογραφικές. Ασφαλώς υπάρχουν στιγμές της ζωής μου που εντάσσονται αλλά στη μεγάλη πλειοψηφία τους είναι δραματουργικά έργα. Δε κάμω ντοκιμαντέρ για εμένα.

    Ωραία Σπαρτσή: Πολλοί νέοι σήμερα, βλέποντας και τις ταινίες σας, νοσταλγούν εποχές που δεν έζησαν. Πώς εξηγείτε αυτή τη ρομαντικοποίηση του παρελθόντος;  

    Ρένος Χαραλαμπίδης: Συμβαίνει σε όλες τις γενιές αυτό. Συνέβη και στη δική μου. Όλες οι εποχές είναι μαγικές όπως επίσης και το παρόν είναι υπέροχο. Εμένα προσωπικά δε μου αρέσει η νοσταλγία του παρελθόντος. Θέλω να ζω το εδώ και το τώρα γιατί η νοσταλγία κρύβει και αυταπάτες… θυμάσαι μόνο τα καλά και ποτέ τα κακά. Νομίζω πως η νοσταλγία μιας άλλης εποχής δηλητηριάζει το παρόν.

    Ηρακλής Μίγδος: Οι ταινίες σας αγγίζουν τον έρωτα με έναν ιδιαιτέρως ρομαντικό τρόπο. Έχει αλλάξει σήμερα ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι νέοι τον έρωτα;

    Ρένος Χαραλαμπίδης: Δυστυχώς δε ξέρω τους νέους τόσο καλά. Έχω απομακρυνθεί από τη νέα γενιά. Πάντα όμως υπήρχαν και κυνικοί και ρομαντικοί και ποιητές. Θέλω να πιστεύω πως η νέα γενιά δεν είναι ένα πράγμα. Είναι πολλά πράγματα, όπως και κάθε ηλικιακή ομάδα.

    Ηρακλής Μίγδος: Έχετε δηλώσει στο παρελθόν πως δε καβαλήσατε ποτέ το καλάμι καθώς εξ αρχής είχατε βάλει πολύ ψηλά τον πήχη. Κοιτώντας πίσω, νοιώθετε περήφανος για την καλλιτεχνική σας πορεία;

    Ρένος Χαραλαμπίδης: Περήφανος ναι είμαι, δεν είμαι τρελός όμως. Δεν ανακάλυψα την πενικιλίνη. Εντάξει, έκανα ταινίες, θέατρο και τηλεόραση. Ήταν ένα κομμάτι της δουλειάς μου. Ξέρεις Ηρακλή, όταν κάτι είναι προϊόν μεγάλου κόπου και ρίσκου δε μπορείς να καβαλήσεις το καλάμι γιατί ξέρεις πως πίσω από όλα αυτά κρύβεται πολύ οδύνη.

    Ηρακλής Μίγδος: Σήμερα, ποια είναι η σχέση των νέων με τον κινηματογράφο;

    Ρένος Χαραλαμπίδης: Την νέα γενιά η αλήθεια είναι πως την βλέπω πολύ σινεφίλ και ενημερωμένη. Ο κινηματογράφος από την άλλη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Δεν είναι αυτό που ήταν σαν τέχνη. Όπως και η όπερα που ξεκίνησε σαν λαϊκό τραγούδι.       

    Ωραία Σπαρτσή: Μέσα από τις ταινίες σας βλέπουμε μια συνεχή αναζήτηση του εαυτού σας. Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο που ψάχνει τον εαυτό του;

    Ρένος Χαραλαμπίδης: Η αναζήτηση του εαυτού δε τελειώνει ποτέ. Η συμβουλή που θα έδινα λοιπόν είναι η εξής. Ψάχνε τον εαυτό όχι όμως μακριά από τον εαυτό σου. Ψάξε κοντά στις ρίζες σου με βάση τα δικά σου όνειρα και όχι κάποιου άλλου. Ψάχνε τον εαυτό σου κοντά στα δικά σου πλαίσια.

    Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στον Ηρακλή Μίγδο και την Ωραία Σπαρτσή, για την εκπομπή «Το Τέταρτο» του Ραδιοφωνικού Σταθμού του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.  

  • Ανακάλυψη στην Ουγγαρία: Πάνω από 900 Μεταλλικά Αντικείμενα 3.400 Ετών Φέρνουν στο Φως Μυστικά της Προϊστορικής Ευρώπης

    Ανακάλυψη στην Ουγγαρία: Πάνω από 900 Μεταλλικά Αντικείμενα 3.400 Ετών Φέρνουν στο Φως Μυστικά της Προϊστορικής Ευρώπης

    Μια εντυπωσιακή αρχαιολογική ανακάλυψη ήρθε στο φως στην Ουγγαρία, όπου ερευνητές εντόπισαν πάνω από 900 μεταλλικά αντικείμενα ηλικίας έως και 3.400 ετών στον ηφαιστειογενή λόφο Σόμλο, στη δυτική πλευρά της χώρας. Η ανασκαφή αποκάλυψε ευρήματα από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1450–800 π.Χ.) και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (800–450 π.Χ.), προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για μια ελάχιστα κατανοητή περίοδο της ευρωπαϊκής προϊστορίας.

    Τα ευρήματα

    Η ομάδα των αρχαιολόγων, χρησιμοποιώντας ανιχνευτές μετάλλων, επιφανειακές έρευνες και χαρτογράφηση με λέιζερ (LiDAR), εντόπισε έξι θησαυρούς που περιείχαν κοσμήματα, όπλα, στρατιωτικά διακοσμητικά και εργαλεία μεταλλουργίας. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα είναι ο Θησαυρός V, μια συλλογή αντικειμένων που είχαν τοποθετηθεί μέσα σε κεραμικό αγγείο — το πρώτο του είδους του που ανακαλύπτεται στη δυτική Ουγγαρία από αυτήν την περίοδο.

    Εκτός από τα μεταλλικά αντικείμενα, οι αρχαιολόγοι βρήκαν χάντρες από κεχριμπάρι, υπολείμματα υφασμάτων και δέρματος, καθώς και χαυλιόδοντες αγριόχοιρου και οικόσιτων χοίρων, υποδεικνύοντας την ύπαρξη μιας πολιτισμικά πλούσιας κοινότητας. Αν και δεν εντοπίστηκε εργαστήριο μεταλλουργίας, ανακαλύφθηκαν τμήματα κτηρίων, ενισχύοντας την υπόθεση ότι ο λόφος Σόμλο αποτελούσε σημαντικό κέντρο εξουσίας για φυλετικές ή κλανικές κοινωνίες υπό την ηγεσία ελίτ πολεμιστών.

    Ιστορική σημασία

    Η ανακάλυψη αυτή ρίχνει φως στην περίοδο μετάβασης από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, μια εποχή που χαρακτηρίζεται από σημαντικές κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές. Η πρακτική της απόκρυψης μεταλλικών αντικειμένων σε θησαυρούς υποδηλώνει τελετουργικές ή κοινωνικές πρακτικές που σχετίζονται με την αποθήκευση ή την απόθεση πολύτιμων αγαθών.

    Η τοποθεσία του λόφου Σόμλο, με την ηφαιστειογενή του προέλευση και την κυρίαρχη θέση του στο τοπίο, πιθανόν να είχε ιδιαίτερη σημασία για τις αρχαίες κοινότητες της περιοχής. Η ανασκαφή συνεχίζεται, με στόχο την περαιτέρω κατανόηση της πολιτισμικής και ιστορικής σημασίας της περιοχής.

    Η ανακάλυψη αυτή ενισχύει τη σημασία της Ουγγαρίας ως κέντρου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και προσφέρει νέες προοπτικές για την κατανόηση των προϊστορικών κοινωνιών της Ευρώπης.

  • Μέσα στην Αγριότητα: Ο Άνθρωπος και η Γέννηση της Εξουσίας

    Μέσα στην Αγριότητα: Ο Άνθρωπος και η Γέννηση της Εξουσίας

    Ο Τόμας Χομπς, φιλόσοφος της ταραγμένης εποχής του 17ου αιώνα, προσπαθεί να ανιχνεύσει το βαθύτερο νήμα που υφαίνει την ανθρώπινη φύση και να κατανοήσει τη γένεση της κοινωνίας και του κράτους. Μέσα από τα σκοτεινά μονοπάτια της φυσικής κατάστασης, εκεί όπου δεν υπάρχουν νόμοι ούτε θεσμοί, ο άνθρωπος πορεύεται έρμαιο των παθών και της αχόρταγης επιθυμίας του για κυριαρχία και επιβίωση. Ο Χομπς ζωγραφίζει μια ερημιά πρωτόγονη, όπου η ζωή είναι «μοναχική, φτωχή, άσχημη, κτηνώδης και σύντομη».

    Στην κατάσταση αυτή της απόλυτης φυσικής ελευθερίας, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι όχι λόγω αρετών ή ικανοτήτων, αλλά διότι όλοι έχουν τη δύναμη να σκοτώσουν ή να απειλήσουν ο ένας τον άλλον. Κανένας δεν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχος, διότι η ιδιοκτησία, η τιμή και η ζωή του κρέμονται από μία κλωστή, έρμαια των αυθόρμητων και βίαιων ορμών του άλλου. Η ισότητα στην ευαλωτότητα και ο κοινός φόβος για τον θάνατο θεμελιώνουν μια αδιάκοπη σύγκρουση.

    Ο Χομπς εντοπίζει τρεις βασικούς λόγους που οδηγούν τον άνθρωπο σε πόλεμο: τον ανταγωνισμό για τα αγαθά, τη δυσπιστία που γεννάται από την αβεβαιότητα της πρόθεσης του άλλου και την ανάγκη για δόξα και αναγνώριση. Όταν κάθε άνθρωπος διεκδικεί την ασφάλεια και την υπεροχή του εις βάρος του άλλου, τότε ο πόλεμος όλων εναντίον όλων γίνεται η φυσική κατάσταση της ανθρωπότητας. Εδώ δεν υπάρχει αδίκημα, διότι δεν υπάρχει νόμος· δεν υπάρχει δικαιοσύνη, διότι δεν υπάρχει κριτής.

    Όμως ο ίδιος ο άνθρωπος, έλλογο όν, αναζητεί τη διέξοδο. Ο τρόμος του θανάτου και η ελπίδα για μια ασφαλέστερη και πιο άνετη ζωή τον ωθούν να συνάψει ένα κοινωνικό συμβόλαιο: να παραιτηθεί από την απεριόριστη ελευθερία του και να τη μεταβιβάσει σε έναν ισχυρότερο, που θα έχει την εξουσία να προστατεύει όλους. Έτσι γεννιέται ο «Λεβιάθαν», το κράτος-τέρας, η απόλυτη ενσάρκωση της δύναμης και της τάξης.

    Στην πολιτική σκέψη του Χομπς, η ανάγκη για σταθερότητα και ειρήνη γεννά το κράτος, και το τίμημα είναι η εθελούσια υποταγή. Ο φόβος και η λογική πλέκουν το νήμα της κοινωνικής συμβίωσης, και εκεί, στην καρδιά του φόβου, ανθεί η πρώτη σπορά του πολιτισμού.

  • Καβάφης: Ο ποιητής που πολεμήθηκε και έπειτα δοξάστηκε

    Καβάφης: Ο ποιητής που πολεμήθηκε και έπειτα δοξάστηκε

    Μπορεί σήμερα κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του να λέει πως ο αγαπημένος του ποιητής είναι ο Καβάφης ή πως επηρεάστηκε από αυτόν, όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Σήμερα, αναγνωρίζουμε την αξία του και τον έχουμε τοποθετήσει στο βάθρο που του αξίζει, όμως πώς τον υποδέχτηκαν οι σύγχρονοί του και ειδικότερα το λογοτεχνικό σινάφι του;

    Η ζωή του

    Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1863. Ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί του μεγαλέμπορου Πέτρου Καβάφη και της Χαρίκλειας Φωτιάδη, που κατάγονταν κι οι δύο από φαναριώτικες οικογένειες.

    Το 1872, η οικογένεια του Κ. Καβάφη μετακινείται στο Λίβερπουλ της Αγγλίας όπου ο ποιητής πραγματοποιεί μεγάλο μέρος των γυμνασιακών σπουδών του.

    Το 1885 ο Καβάφης με τη μητέρα του και δύο αδελφούς του επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια. Εργάζεται αρχικά ως δημοσιογράφος και έπειτα ως μεσίτης στο Χρηματιστήριο Βάμβακος. Το 1889 εργάζεται ως άμισθος υπάλληλος της Υπηρεσίας Αρδεύσεων, με Άγγλους προϊσταμένους και το 1892 προσλαμβάνεται ως έκτακτος γραφέας. Από το 1899 ως το 1903, χάνει τη μητέρα του και δύο αδέλφια του. Το 1901, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Αθήνα και το 1903 για δεύτερη. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1910, αρχίζει να γράφει. Το 1922 παραιτήθηκε από την Υπηρεσία Αρδεύσεων για να αφοσιωθεί απερίσπαστος στην ποίηση. Το 1932, πάσχοντας από καρκίνο του λάρυγγα, ήρθε στην Αθήνα όπου υποβλήθηκε σε τραχειοτομία. Παρέμεινε 4 μήνες στη πρωτεύουσα και γνωρίστηκε με πολλούς Έλληνες λογοτέχνες. Πέθανε στην Αλεξάνδρεια στις 29 Απριλίου του 1933.

    Το ποιητικό του έργο

    Το ποιητικό του έργο, αποτελείται από 270 ποιήματα, που χωρίζονται σε τρεις ενότητες: τα «Αναγνωρισμένα», τα «Αποκηρυγμένα» και τα «Κρυμμένα». Από αυτά μόνο τα 153 εξέδωσε ο ίδιος όσο ζούσε.

    Η αντιμετώπιση του Καβάφη από τους λογοτεχνικούς κύκλους

    Τα πρώτα του ποιήματα τα τύπωνε ο ίδιος και τα μοίραζε σε μερικούς φίλους του. Αργότερα μερικά από αυτά άρχισαν να δημοσιεύονται σε περιοδικά της εποχής. Έτσι ξεκίνησε να έχει τους πρώτους του θαυμαστές. Τα ποιήματά του έγιναν της… μόδας και διαβάζονταν από τους καταξιωμένους λογοτέχνες.

    Ωστόσο, γύρω στο 1923-1924 άρχισαν να εμφανίζονται και πολέμιοι του Καβάφη. Ο Γιάννης Ψυχάρης, ο Φώτος Πολίτης και κυρίως ο Κωστής Παλαμάς, έγραψαν ιδιαίτερα καυστικά και αρνητικά σχόλια για την ποίηση του, ξεπερνώντας κάποιες φορές τα όρια της λογοτεχνικής κριτικής. Έτσι δεν άργησε να διαιρεθεί για άλλη μια φορά ο πνευματικός κόσμος, αυτή τη φορά σε Παλαμιστές και Καβαφιστές.

    Ο Γ. Ψυχάρης, χαρακτήρισε τον Καβάφη «καραγκιόζη της δημοτικής» και ο Γ. Θεοτοκάς, έλεγε πως σε δικογραφία διαζυγίου, υπήρχε περισσότερη «ψυχή» απ’ ότι σε ολόκληρο το καβαφικό έργο. Οι καβαφικοί από την άλλη χαρακτήριζαν τον Παλαμά πομπώδη και φλύαρο.

    Η μοναδική επίσημη αναγνώριση του Καβάφη

    Για το έργο του, ο Καβάφης τιμήθηκε με τον «Φοίνικα» το 1926, από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου.

    Ο Παλαμάς από την άλλη έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και διετέλεσε μάλιστα πρόεδρός της (1930). Ο Καβάφης, ίσως και λόγω του ότι διέμενε στην Αλεξάνδρεια, δεν έγινε ποτέ μέλος του Ανώτατου Πνευματικού Ιδρύματος της χώρας.

    Για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, δεν προτάθηκε ποτέ από κανέναν ο Καβάφης. Βέβαια, πολλοί λογοτέχνες που επηρεάστηκαν από αυτόν ήταν υποψήφιοι τα επόμενα χρόνια. Αντίθετα ο Παλαμάς, ήταν αρκετές φορές υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας μεταξύ 1926 και 1940, ποτέ  όμως δεν κατάφερε να το κερδίσει. Ένας από αυτούς που πολέμησαν την υποψηφιότητά του ήταν και ο Ψυχάρης που προσδοκούσε να το πάρει για τον εαυτό του.

  • Ο Ηλίας Πετρόπουλος για το Ρεμπέτικο

    Ο Ηλίας Πετρόπουλος για το Ρεμπέτικο

    Ένας από τους σημαντικότερους λαογράφους της χώρας μας υπήρξε ο Ηλίας Πετρόπουλος. Ένας άνθρωπος που διάβαζε, έγραφε και στο τέλος κατέληγε στη φυλακή. Τα βιβλία του πολλά και οι θεματολογίες τους ποικίλες. Από μελέτες για την φασολάδα μέχρι εγχειρίδια για κλέφτες. Από λεξικά της αργκό των ομοφυλοφίλων, τα λεγόμενα καλιαρντά, μέχρι μελέτες για την ιστορία της φουστανέλας.  Ένας τόσο βαθύς γνώστης της ελληνικής παράδοσης δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, παρά να ασχοληθεί και με το Ρεμπέτικο. Ένα είδος μουσικής που αγαπούσε πολύ και ο ίδιος. Ένα είδος μουσικής που άκουγαν οι περιθωριοποιημένοι, αυτοί δηλαδή που πάντα γοήτευαν τον Ηλία Πετρόπουλο. Ένα είδος μουσικής που κυνηγήθηκε και από την δεξιά και από την επίσημη αριστερά. Όπως ακριβώς και ο Ηλίας Πετρόπουλος. Ας διαβάσουμε λοιπόν ένα από τα πολλά κείμενα του για το Ρεμπέτικο. 

    Βραδιές Ρεμπέτικου Τραγουδιού, του Ηλία Πετρόπουλου.

    Από το πρόγραμμα του Κέντρου ΚΥΤΤΑΡΟ, 1972

    Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι τραγούδια τῆς καρδιάς. Καὶ μόνον ὅποιος τὰ πλησιάζει μὲ ἁγνὸ αἴσθημα τὰ νιώθει καὶ τὰ χαίρεται. Γιατὶ ἡ καρδιὰ μὲ καρδιὰ μετριέται. Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια τὰ ἀγάπησε πολὺ ὁ ἑλληνικὸς λαός. Ὅμως τὰ ρεμπέτικα τραγούδια παραμένουν ἡ ἄγνωστη γῆ τῆς λαογραφίας μας — ἀφοῦ ἐγράφησαν τόσο λίγα γιὰ τὰ σπουδαῖα καὶ ὄντως ὡραῖα αὐτὰ ἄσματα, ὥστε τὸ θέμα νὰ εἶναι καὶ σήμερα οὐσιαστικὰ παρθένο. Ἡ συζήτηση γιὰ τὰ ρεμπέτικα τραγούδια ἄρχισε πρὶν εἴκοσι πέντε χρόνια ἀπὸ τὶς στήλες τοῦ Ριζοσπάστη, ἀλλὰ τότε ἐλάχιστοι δέχονταν τὴν ἀξία καὶ τὴν ὡραιότητά τους. Οἱ ἐχθροὶ τους ἦταν πανίσχυροι. Τὸ 1948 πρῶτος ὁ Μάνος Χατζιδάκις εἶχε τὸ κουράγιο νὰ δώσει μιὰ διάλεξη, ὅπου μὲ λόγια ἐγκάρδια ὑποστήριξε τὸ ρεμπέτικο τραγούδι.

    Κάπως ἄλλιως εἶναι τὰ πράγματα σήμερα. Οἱ νέοι συνθέτες ἐδιδάχθησαν οὐκ ὀλίγα ἀπὸ τὸ λιτὸ ἐκφραστικὸ πάθος τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν καὶ τὸν κρυστάλλινο ἦχο τῶν μπουζουκιῶν. Ἀλλὰ, γιατί τὸ ἀποτέλεσμα προηγήθηκαν δεινὲς μάχες, καὶ γιὰ μιὰ εἰσιὲτὶ φορὰ ἀπεδείχθη πόσον ἐπιφανειακὲς εἶναι οἱ συζητήσεις καὶ οἱ ἄμυνες τῶν γενναίων στὴν ψυχή. Ὁ Φοίβος Ἀνωγειανάκης ἔγραψε μία μονογραφία γιὰ τὸ ρεμπέτικο τραγούδι. Εἶχαν προηγηθῆ οἱ “Ἕξι Λαϊκὲς Ζωγραφιὲς” τοῦ Μάνου Χατζιδάκι. Ὁ Κ.Σ. Κώστας ἀπέδειξε ὅτι ὁ ταμπουράς (ἀδελφὸς τοῦ μπουζουκιού) εἶναι ἑλληνικώτατο μεσαιωνικὸ ὄργανο. Ἄλλες μελέτες γιὰ τὸ λαϊκὸ τραγούδι ἐδημοσίευσαν ὁ Τάσος Βουρνάς, ὁ Ντίνος Χριστιανόπουλος καὶ ὁ Ἐ. Μαχαίρας, ἐνῶ σχετικοὶ καθαρὲς ὑπῆρξαν ἀρκετὰ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες. Παράλληλως, ὁ Μίκης Θεοδωράκης ξεκίνησε νὰ ἐκτελῇ ρεμπέτικα τραγούδια, ὁ δὲ Κώστας Ταχτσῆς ἔγραψε ἕνα κείμενο γιὰ τὸ ζεϊμπέκικο, τὸν ὁποῖον ὁ Γιάννης Τσαρούχης ἀποκαλεῖ Χορὸ τῶν Χορῶν.

     Σιγὰ-σιγά, ὅλοι θυμήθηκαν τὶς παλιὲς χαλκογραφίες, ποὺ ἔδειχναν τὰ κλεφτόπουλα τοῦ 1821 νὰ παίζουν ταμπουρᾶ, καὶ τοὺς Ἕλληνες ζωγράφους τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ποὺ συχνὰ ζωγράφιζαν ἁπλοὺς ἀνθρώπους νὰ κρατοῦν μπουζούκι. Ἀκόμη θυμήθηκαν τὸ μπουζούκι τοῦ Ρῆγα Φεραίου καὶ τὸ μπουζούκι τοῦ στραηγοῦ Μακρυγιάννη, ποὺ ἀτόφιο σώζεται στὸ Ἐθνολογικὸ Μουσεῖο.

    Πάντως οἱ λόγιοι ἦταν οἱ τελευταῖοι ποὺ κατενόησαν τὴν σημασία τοῦ ρεμπέτικου τραγουδιοῦ, γιατί αὐτὸ ἦταν ἀρκούντως λαϊκὸ, ὥστε μόνον οἱ λαϊκοὶ νὰ τὸ νιώθουν καὶ νὰ τὸ τραγουδοῦν καὶ νὰ τὸ ἀγαποῦν. Ὅσο γιὰ τοὺς μουσικολόγους καὶ τὴν περίφημη γενιὰ τοῦ ’30 ἔδειξαν, καὶ δείχνουν, μίαν ἀδιαφορία γιὰ τὸ ρεμπέτικο ποὺ κυρίως χαρακτηρίζει αὐτούς, παρὰ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.

    Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι τὰ τραγούδια τῶν πληγωμένων ψυχῶν, τῶν ἁπλῶν, τῶν φτωχῶν, τῶν αἰσθαντικῶν, τῶν χωρὶς ἀνταπόκριση ἐρωτευμένων. Βέβαια τὰ ρεμπέτικα τραγούδια ἀνήκουν πιά στὸ παρελθόν. Ὑπῆρξαν ὅμως κάποτε ἡ παρηγορία μας. Ἦταν οἱ λευκοὶ ἄσπασμοι τῶν παραγκουπόλεων. Καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ φαντάζουν σὰν μαγικὸς Λουλουδότοπος, θαμένος κάτω ἀπὸ σαράντα χρόνια πικρίας. Εἶθε, σύντομα τὰ ἑλληνόπουλα νὰ διδάσκονται στὸ σχολεῖο τὴν ἀπαράμιλλη ὡραιότητα τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν.

  • Η αληθινή καταγωγή της τυπογραφίας (πριν τον Γουτεμβέργιο)

    Η αληθινή καταγωγή της τυπογραφίας (πριν τον Γουτεμβέργιο)

    Η εφεύρεση της τυπογραφίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της ανθρώπινης επικοινωνίας και της διάδοσης της γνώσης. Ωστόσο, το ερώτημα για το ποιο υπήρξε το πρώτο τυπωμένο βιβλίο δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Αν και πολλοί θεωρούν τη Βίβλο του Γουτεμβέργιου ως την αρχή της τυπογραφικής επανάστασης, υπάρχουν ενδείξεις που αμφισβητούν αυτή την πεποίθηση, προτείνοντας πως οι ρίζες της έντυπης γραφής εκτείνονται πιο βαθιά στον χρόνο και πιο μακριά γεωγραφικά.

    Η παραδοσιακή άποψη υποστηρίζει πως η πρώτη τυπωμένη έκδοση ήταν η Βίβλος του Γουτεμβέργιου, η οποία εκδόθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1455. Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι απολύτως ακριβής. Ο ίδιος ο Γουτεμβέργιος φαίνεται πως είχε πραγματοποιήσει προηγούμενα πειράματα με διαφορετικά έντυπα έργα, κυρίως στα λατινικά, για να δοκιμάσει την αποτελεσματικότητα της νέας του μεθόδου.

    Παράλληλα, στην Ασία – και ιδιαίτερα στην Κίνα και την Κορέα – η τυπογραφία είχε ήδη αναπτυχθεί αρκετά πριν από τον 15ο αιώνα. Οι Κινέζοι είχαν ξεκινήσει την εκτύπωση κειμένων πάνω σε χαρτί από τον 8ο αιώνα, χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως η ξυλογραφία. Προς τα μέσα του 11ου αιώνα, ο Πι Σενγκ, Κινέζος αλχημιστής, δημιούργησε ένα σύστημα κινητών χαρακτήρων από ένα μείγμα ψημένου πηλού και κόλλας. Στην Κορέα, μεταλλικοί κινητοί χαρακτήρες χρησιμοποιήθηκαν για την εκτύπωση του Jikji, μιας συλλογής βουδιστικών διδαγμάτων, ήδη από το 1377, σχεδόν 80 χρόνια πριν από το έργο του Γουτεμβέργιου.

    Είναι πιθανό ο Γουτεμβέργιος να είχε λάβει γνώση για τις ασιατικές τεχνικές μέσω του Νικόλαου Κουζάνου, ενός διανοούμενου με επαφές στην Κωνσταντινούπολη – σημαντικό σταυροδρόμι μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Αν και θα ήταν δύσκολο να μεταφέρει κανείς τις ακριβείς τεχνικές λεπτομέρειες από την Ασία στην Ευρώπη, η γνώση ότι τέτοιες μέθοδοι υπήρχαν πιθανόν ενέπνευσε τον Γουτεμβέργιο να αναζητήσει αντίστοιχες λύσεις.

    Η ιστορία της τυπογραφίας δεν είναι μονοδιάστατη και σίγουρα δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με τον Γουτεμβέργιο. Η Ανατολή είχε ήδη κάνει σημαντικά βήματα στην τεχνολογία της εκτύπωσης αιώνες πριν, θέτοντας τα θεμέλια για την επανάσταση της γνώσης που ακολούθησε στην Ευρώπη. Η αναγνώριση αυτής της ιστορικής πορείας μας προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της παγκόσμιας προόδου και της αλληλεπίδρασης πολιτισμών στην εξέλιξη της ανθρώπινης δημιουργίας.

  • Τι πίστευε ο Καστοριάδης για τα κόμματα;

    Τι πίστευε ο Καστοριάδης για τα κόμματα;

    Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, φιλόσοφος και πολιτικός στοχαστής, ανέδειξε σε όλο το έργο του τη σημασία της αυτονομίας – τόσο ατομικής όσο και συλλογικής – ως θεμέλιο της δημοκρατίας. Στο παρακάτω απόσπασμα συνέντευξής του, η οποία δημοσιεύθηκε στην Μεξικάνικη πολιτική επιθεώρηση Metapolitica, στο τεύχος 8 του 1998, εκφράζει τις απόψεις του σχετικά με τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων και τη σχέση τους με την κοινωνία των πολιτών. Ο Καστοριάδης υποστηρίζει πως τα κόμματα οφείλουν να λειτουργούν ως φορείς που ενισχύουν την πολιτική συμμετοχή και όχι ως μηχανισμοί χειραγώγησης, τονίζοντας ότι χωρίς πραγματική συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια σφαίρα, η αυτονομία παραμένει κενό γράμμα.

    —Θεωρείτε ότι τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να εγκαθιδρύουν συμμαχίες με τους οργανωμένους τομείς της κοινωνίας των πολιτών; Δεν θα οδηγούσε αυτό σε μια στρέβλωση του ρόλου των ίδιων των πολιτικών κομμάτων και της ίδιας της κοινωνίας; Ποια θα όφειλε να είναι η λειτουργία καθενός εξ αυτών;

    —Πιστεύω ότι η κοινωνική και η ατομική αυτονομία, όπως η πολιτική και η αλήθεια, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου φαινομένου: είναι δημιουργήματα αυτής της ακατάπαυστης αναζήτησης στο κοινωνικό και στο ατομικό. Η κοινωνική αυτονομία –ως κριτική και αυτοκριτική την οποία ασκεί η κοινωνία στον εαυτό της– απαιτεί μια κοινωνία που οργανώνεται σε τέτοιο δίκτυο σχέσεων μεταξύ αυτόνομων ενηλίκων, ικανών να συμμετάσχουν και να αναλάβουν ευθύνη. Η απώλεια της πολιτικής διάστασης οδηγεί τον άνθρωπο σε μια οπισθοχώρηση, σε μια θέση μη αυτόνομη, υποκείμενη σε εξωτερικούς καθορισμούς, παιδική. «Εκείνος ο οποίος ζει στην κοινωνία… χωρίς πολιτική βούληση, το μόνο που κάνει είναι να αντικαθιστά τον ιδιωτικό του πατέρα με έναν ανώνυμο κοινωνικό πατέρα». Αυτή είναι, σύμφωνα με την δική μου οπτική, η σχέση που εγκαθιδρύεται μεταξύ πολιτικών κομμάτων και ψηφοφόρων –και όχι πολιτών, ως αυτόνομων υποκειμένων. Αυτό που συμβαίνει είναι μια υποκατάσταση του ιδιωτικού και κακόβουλου πατέρα από το πραγματιστικό και διεφθαρμένο κόμμα που τους χειραγωγεί.

    Αν και τούτη η αυτονομία δεν έχει πλήρως πραγματοποιηθεί σε καμία κοινωνία, υπάρχει ένας ορίζοντας ως επαναστατικό πρόταγμα μετασχηματισμού της σύγχρονης κοινωνίας σε μια κοινωνία οργανωμένη και προσανατολισμένη προς την αυτονομία όλων. Η ιδέα μου για την ατομική αυτονομία η οποία θα διαχέεται στην κοινωνική αυτονομία μέσα απ’ την πραγματική συμμετοχή στο δημόσιο πολιτικό χώρο απηχεί τη ρουσσική ιδέα της συμμετοχής στο σχηματισμό της γενικής βούλησης, ως μοναδικής οδού πραγματώσης της ατομικής ελευθερίας. Η ελευθερία παραπέμπει στην ύπαρξη ατομικών δικαιωμάτων και δικαιικών εγγυήσεων, αλλά πάνω απ’ όλα στη συμμετοχή στη θέσπιση του νόμου.

    Ο άνθρωπος, επομένως, είναι ον πολιτικό κι όχι μόνο κοινωνικό. Θεωρώ, όπως η Χάνα Άρεντ, ότι ο πολιτικός στοχασμός και η πολιτική συμμετοχή είναι εγγενείς στον άνθρωπο και τον συνιστούν ως τέτοιον.

    Τα πολιτικά κόμματα θα είναι απαραίτητα εφόσον δεν υφίστανται σαφείς μηχανισμοί που να διανοίγουν στους πολίτες καθορισμένους χώρους αυτοκυβέρνησης, τόσο σε τοπική όσο και σε ευρύτερη κλίμακα. Γι’ αυτόν τον λόγο και οι συμμαχίες της κοινωνίας των πολιτών με ορισμένους υποψήφιους και κόμματα θα πρέπει να οδηγεί στην ενίσχυση της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών με τον ιδιαίτερο και συγκεκριμένο τρόπο της συμμετοχής της στη δημόσια σφαίρα. Εάν δεν συμβαίνει αυτό, νομίζω ότι αυτή η σχέση εκφυλίζεται καθώς μετατρέπεται πάλι σε σχέση ωφελιμιστική και πραγματιστική δίχως να επιτρέπει τη διεύρυνση της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας.

  • Τσαρλς Μπουκόφσκι: 5+1 συμβουλές για την συγγραφή

    Τσαρλς Μπουκόφσκι: 5+1 συμβουλές για την συγγραφή

    Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι είναι η κλασική περίπτωση του καλλιτέχνη που το έργο του ήταν περισσότερο ανάγκη έκφρασης παρά πάρεργο. Γεννημένος το 1920 στη Γερμανία και μεγαλωμένος στην Αμερική ζει μια μυθιστορηματική ζωή. Από τον ίδιο τον πατέρα του γνωρίζει τη βία και στην συνέχεια γίνεται η καθημερινότητά του μέσα από την βιοπάλη. Ζει στο περιθώριο, συναναστρέφεται τον υπόκοσμο και αποκτά… κακές συνήθειες, όπως το αλκοόλ και ο τζόγος. Αυτή η υποκοσμική καθημερινότητα εμφανίζεται στα γραπτά του με έναν αριστοτεχνικό κυνισμό. Μέσα από τα κείμενα του γίνεται αντιληπτή η ποιητικότητα και ο ρομαντισμός που κρύβεται καμιά φόρα πίσω από τον αγώνα του μέσου ανθρώπου για να επιβιώσει. Ας διαβάσουμε μερικές συμβουλές που έδωσε ο ίδιος για την συγγραφή σε επίδοξους συγγραφείς.

     1. Ο αναγνώστης δεν πρέπει να βαρεθεί

    «Όταν γράφεις, οι λέξεις σου πρέπει να πηγαίνουν κάπως έτσι: Μπιμ! Μπιμ! Μπιμ! Κάθε γραμμή πρέπει να είναι γεμάτη χυμούς, να έχει γεύση. Οι προτάσεις σου πρέπει να έχουν δύναμη, να πείθουν τον αναγνώστη να γυρίσει σελίδα».

    2. Να γράφετε με ευχαρίστηση

    «Η συγγραφή δεν είναι δουλειά… Δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους που παραπονιούνται πως η συγγραφή είναι κάτι επώδυνο, γιατί για εμένα είναι σαν να κατεβαίνεις από ένα βουνό τρέχοντας. Είναι κάτι απελευθερωτικό. Είναι απολαυστικό. Είναι ένα δώρο· πληρώνεσαι κάνοντας κάτι που αγαπάς».

    3. Αν πρόκειται να προσπαθήσεις, πήγαινε μέχρι τέλους

    «Διαφορετικά, μην ξεκινήσεις καν. Μπορεί να χρειαστεί να χάσεις φίλους, συζύγους, συγγενείς, ίσως ακόμα και το μυαλό σου. Μπορεί να χρειαστεί να μείνεις νηστικός για τρεις ή τέσσερις μέρες. Μπορεί να χρειαστεί να ξημερώσεις σε ένα παγκάκι σε κάποιο πάρκο. Μπορεί να χρειαστεί να μπεις στη φυλακή».

    4. Μην κυνηγάτε τα χρήματα ή τη φήμη

    «Πώς γράφω, πώς δημιουργώ; Όχι με αυτό τον τρόπο, τους απάντησα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό: δεν πρέπει να γράφετε για να αποκτήσετε μια Κάντιλακ ή για να είστε δημιουργικοί ή για να μείνετε στην Ιστορία. Θα χρειαστεί να κάνετε υπομονή, και αν δεν συμβεί κάτι, τότε θα χρειαστεί να κάνετε λίγη υπομονή ακόμα».

    5. Συνεχίστε να προχωράτε

    «Ξέρεις τι με ενδιαφέρει; Αυτά που θα γράψω αύριο το βράδυ. Αυτό είναι το μόνο πράγμα που με ενδιαφέρει, το επόμενο ποίημα, η επόμενη γαμημένη πρόταση. Δεν με αφορούν αυτά που ανήκουν στο παρελθόν, δεν θέλω να χρονοτριβώ, να διαβάζω, να παίζω, να διασκεδάζω με αυτά που έχω ήδη γράψει. Πέρασαν, τελείωσαν. Αν δεν μπορείς να γράψεις την επόμενη πρόταση, τότε είσαι νεκρός».

    6. Να είστε ευγνώμονες για τη δυστυχία σας

    «Είμαι ευγνώμων για την άθλια ζωή που έζησα, αυτό είναι όλο. Μια άθλια ζωή, για να μπορώ να γράφω».