Με το ερώτημα «Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι, πώς φτάσαμε να βιώνουμε δύο τόσο διαφορετικές Ελλάδες; Δύο τόσο διαμετρικά διαφορετικές Ελλάδες;» άνοιξε την τοποθέτησή του για τον προϋπολογισμό του 2026 στη Βουλή ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ και βουλευτής Α’ Αθηνών, Παύλος Γερουλάνος. Στο ίδιο πλαίσιο περιέγραψε, όπως είπε, μια διπλή πραγματικότητα που «φαίνεται» ακόμη και μέσα από την καθημερινή ειδησεογραφία: από τη μία γεγονότα με ισχυρό συμβολισμό, από την άλλη εικόνες που γεννούν απογοήτευση για τη λειτουργία των θεσμών.
Eurogroup και «Φραπές»
Ο Παύλος Γερουλάνος αντιπαρέβαλε δύο στιγμιότυπα που, κατά την άποψή του, αποτυπώνουν το χάσμα: «Γύριζες, προχθές, κανάλι και έβλεπες την εκλογή ενός Έλληνα στην Προεδρία του Eurogroup, κάτι με μεγάλη συμβολική σημασία για τον Ελληνικό Λαό και τις θυσίες που έκανε, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Γύριζες πάλι το κανάλι και σε έπιανε απελπισία. Ένας κύριος “Φραπές”, να συμπεριφέρεται προς το Κοινοβούλιο των Ελλήνων με απόλυτη απαξίωση. Γιατί μπορεί. Γιατί έχει πλάτες».
Στάθηκε, επίσης, στο πώς αυτή η αντίθεση μπορεί να εκληφθεί από νέους που ζουν εκτός χώρας, λέγοντας ότι αναρωτήθηκε «τι θα σκεφτόταν ένα Ελληνόπουλο στο εξωτερικό» και «πώς να το πείσεις ότι σε τούτο τον τόπο τα καταφέρνεις με την αξία σου».
«Ο κ. Μητσοτάκης πιστεύει στις δύο Ελλάδες»
Σύμφωνα με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ, η εξήγηση είναι πολιτική και αφορά τον τρόπο άσκησης εξουσίας. Όπως ανέφερε, «η απάντηση στο ερώτημα “γιατί υπάρχουν δύο Ελλάδες;” είναι απλή: Όταν σκέφτεσαι δύο Ελλάδες, δημιουργείς δύο Ελλάδες. Επενδύεις στη μία και εγκαταλείπεις την άλλη». Αντίθετα, υποστήριξε ότι όταν η στόχευση είναι «μία Ελλάδα», τότε «εμπνέεις, αγωνίζεσαι και ενώνεις», αποδίδοντας το ζήτημα σε θέμα ηγεσίας και ισχυριζόμενος ότι «ο κ. Μητσοτάκης πιστεύει στις δύο Ελλάδες», προβάλλοντας όσα θεωρεί ότι πηγαίνουν καλά και «βάζοντας κάτω από το χαλί» ό,τι δεν θέλει να αντιμετωπίσει.
Στο ίδιο σχήμα, περιέγραψε μια σειρά από αντιφάσεις που, κατά την εκτίμησή του, συνοδεύουν το κυβερνητικό αφήγημα: μίλησε για την προβολή ανάπτυξης πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά με αναφορά ότι δαπανήθηκαν 100 δισ. ευρώ με «πενιχρά αποτελέσματα» και χωρίς επαρκή προετοιμασία για την περίοδο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Αναφέρθηκε στην επίκληση μειώσεων φόρων, αντιπαραβάλλοντας ότι πολλοί πολίτες «γονατίζουν» από έμμεσους φόρους, ενώ στάθηκε στην προβολή δημοσιονομικών επιδόσεων την ώρα που, όπως είπε, «εκατομμύρια» πιέζονται από ακρίβεια και φόρους ώστε να επιτυγχάνονται πλεονάσματα.
Έκανε ακόμη αναφορά στη μείωση της ανεργίας, σημειώνοντας ότι, στην καθημερινότητα, πολλοί χάνουν αγοραστική δύναμη, εργάζονται περισσότερο για λιγότερα ή αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό. Για τις επενδύσεις, τόνισε ότι η χώρα εξακολουθεί να επιβαρύνεται από κρατική γραφειοκρατία και από τραπεζικό σύστημα που, όπως είπε, δεν χρηματοδοτεί αποτελεσματικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, παρά τα διαθέσιμα κονδύλια. Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, του ενεργειακού κόστους που επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις και, τέλος, της «ευρωπαϊκής κανονικότητας», υποστηρίζοντας ότι χωρίς ισχυρούς θεσμούς «δεν υπάρχει καμία ευρωπαϊκή κανονικότητα».
Το πολιτικό δίλημμα και το κάλεσμα για τον προϋπολογισμό
Ο Παύλος Γερουλάνος συνέδεσε τη «θεωρία των δύο Ελλάδων», όπως είπε ότι εκφράζεται «στο μυαλό του κ. Μητσοτάκη», με έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε «Έλληνες των προνομίων» και «Έλληνες των υποχρεώσεων». Υποστήριξε πως «μία είναι η Ελλάδα» και ότι «τις δύο Ελλάδες… τις δημιουργεί το κράτος» και «η λειτουργία του πολιτικού συστήματος», περιγράφοντας ένα περιβάλλον «των μέσα και των έξω», εκείνων που έχουν πρόσβαση στην εξουσία και εκείνων που «ψάχνουν πρόσβαση» για να βρουν το δίκιο τους.
Κλείνοντας, έθεσε το δίλημμα της ψήφου στη Βουλή, λέγοντας ότι «όποιος πιστεύει στις δύο Ελλάδες… μπορεί να ψηφίσει τον προϋπολογισμό», ενώ όσοι πιστεύουν ότι «η Ελλάδα είναι μία» και ότι πρέπει να μη μένει κανείς πίσω, να στείλουν «καθαρό μήνυμα» και να «καταψηφίσουν τον προϋπολογισμό», ώστε «η θεωρία των δύο Ελλάδων» να απορριφθεί πολιτικά και να αναδειχθεί «η μία Ελλάδα… που μας αφορά όλους».

Leave a Reply