Λίγο πριν την έλευση του νέου έτους, η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ (Χάρης Αναγνωστάκης), ξεκαθαρίζει ότι το δημογραφικό τίθεται στην κορυφή της ατζέντας για το 2026. Το περιγράφει ως πρόβλημα που δεν είναι «μακρινό», αλλά ήδη επηρεάζει κρίσιμους πυλώνες: την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, την αναπτυξιακή πορεία, το ασφαλιστικό και, τελικά, την ικανότητα της Πολιτείας να διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για όλους. Στο ίδιο πλαίσιο, συνδέει τη μείωση των γεννήσεων με την ανασφάλεια για το μέλλον, τονίζοντας την ανάγκη «να ξαναχτιστεί ένα αίσθημα σταθερότητας και προοπτικής» στην ελληνική κοινωνία.
Στέγη και οικογένεια
Η υπουργός τοποθετεί τη στέγη στο κέντρο της δημογραφικής εξίσωσης, επισημαίνοντας ότι όταν η κατοικία γίνεται απρόσιτη, «η δημιουργία οικογένειας αναβάλλεται επ’ αόριστον». Όπως εξηγεί, γι’ αυτό προκρίνεται η ενίσχυση του στεγαστικού αποθέματος, αλλά και προγράμματα που διευκολύνουν τη δανειοδότηση. Την ίδια στιγμή, υπενθυμίζει ότι η απόφαση για απόκτηση παιδιών δεν εξαρτάται μόνο από τα οικονομικά, αλλά και από το αν μια κοινωνία στηρίζει τους γονείς «από την πρώτη μέρα», με υπηρεσίες φροντίδας, πρώιμη παιδική παρέμβαση και ένα εργασιακό περιβάλλον που δεν «τιμωρεί» τη γονεϊκότητα.
Παράλληλα, εντάσσει στον ίδιο ορίζοντα πολιτικές που αφορούν τους παππούδες και τις γιαγιάδες, αλλά και τα άτομα με αναπηρία, υπογραμμίζοντας ότι καμία δημογραφική πολιτική δεν αποδίδει χωρίς καθολική πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Σε αυτό το πεδίο αναφέρει ως αιχμή νέες παρεμβάσεις όπως η Κάρτα Αναπηρίας, ο Προσωπικός Βοηθός και η Προσβασιμότητα κατ’ οίκον, με στόχο ένα περιβάλλον ισότητας και αυτόνομης διαβίωσης.
Στεγαστικό
Απαντώντας στην κριτική ότι μέτρα και προγράμματα, όπως το «Σπίτι μου 1 & 2», δεν αποδίδουν ή πιέζουν τα ενοίκια, η κ. Μιχαηλίδου σημειώνει ότι η στεγαστική κρίση δεν είναι ελληνική εξαίρεση, αλλά πανευρωπαϊκή πρόκληση, που χτυπά ιδιαίτερα όσους ζουν στο ενοίκιο. Υποστηρίζει όμως ότι, «για πρώτη φορά», έχει διαμορφωθεί ένα πλήρες και συνεκτικό πλαίσιο: «ένα σχέδιο 43 μέτρων, συνολικού ύψους περίπου 7 δισ. ευρώ», το οποίο κινείται ταυτόχρονα σε δύο άξονες, δηλαδή στη διευκόλυνση της ζήτησης και στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Στον άξονα της ζήτησης, αναφέρει ότι τα «Σπίτι μου Ι και ΙΙ» έχουν ήδη επιτρέψει σε περισσότερους από 20.000 νέους και νέες οικογένειες να αποκτήσουν κατοικία «με δόση χαμηλότερη από το ενοίκιο», με αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων. Στο ίδιο σκεπτικό εντάσσει και την επιστροφή ενός ενοικίου ετησίως, η οποία, όπως λέει, στηρίζει περίπου ένα εκατομμύριο νοικοκυριά, ενώ σημειώνει ότι οι αλλαγές στα εισοδηματικά όρια του «Σπίτι μου ΙΙ» έχουν στόχο την πλήρη απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων.
Ωστόσο, όπως τονίζει, «το μεγάλο ζητούμενο» παραμένει η πλευρά της προσφοράς. Εκεί εντάσσει παρεμβάσεις όπως η κοινωνική αντιπαροχή, η αξιοποίηση δημοσίων ακινήτων και η ενεργοποίηση ανενεργών στρατοπέδων ως ζωνών κοινωνικής κατοικίας, ώστε να δημιουργηθεί νέο απόθεμα διαμερισμάτων, ειδικά σε περιοχές με οξύ στεγαστικό πρόβλημα. Στόχος, όπως περιγράφεται, είναι να μετατραπεί ανεκμετάλλευτη δημόσια περιουσία σε νέες κατοικίες για κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτους πολίτες.
Έξι νέες δράσεις για γρήγορη αύξηση της προσφοράς
Στο ήδη διαμορφωμένο πλέγμα, η υπουργός εντάσσει και έξι νέες παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν από τον Πρωθυπουργό, με κοινό στόχο «να αυξηθεί γρήγορα η προσφορά κατοικιών». Κεντρικό ρόλο έχει ένα ενισχυμένο πρόγραμμα ανακαίνισης κλειστών και παλαιών κατοικιών, με επιδότηση που φτάνει «το 90%» και ποσό έως «36.000 ευρώ», ώστε να ενεργοποιηθούν χιλιάδες ακίνητα που σήμερα παραμένουν εκτός αγοράς, με στόχευση σε εισοδηματικά κριτήρια που καλύπτουν ευρύτερες κατηγορίες νοικοκυριών.
Για τους δημόσιους λειτουργούς που υπηρετούν στην περιφέρεια (εκπαιδευτικούς, γιατρούς, νοσηλευτές), προβάλλεται ως μέτρο ανακούφισης η επιστροφή δύο ενοικίων τον χρόνο, ώστε να διευκολύνεται η παραμονή τους σε περιοχές αυξημένων αναγκών. Παράλληλα, Δήμοι και Περιφέρειες προβλέπεται να μπορούν να αναβαθμίζουν δημοτικά ή κρατικά κτίρια για να δημιουργούν κατοικίες για δημόσιους υπαλλήλους, με πρόβλεψη να κατευθύνεται το 1,5% του προϋπολογισμού των περιφερειακών προγραμμάτων αποκλειστικά σε αυτή την προσπάθεια.
Στο ίδιο «πακέτο» περιγράφονται νέοι περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, ειδικά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με στόχο περισσότερα ακίνητα να επιστρέφουν στη μακροχρόνια αγορά, ενώ αναφέρεται και η αυτόματη διαγραφή από το μητρώο όταν ένα τέτοιο ακίνητο μεταβιβάζεται. Επιπλέον, παρουσιάζεται νέο πλαίσιο κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις στην προσιτή κατοικία: όταν εταιρεία κατασκευάζει ή μετατρέπει κτίρια αποκλειστικά για μίσθωση 10ετίας, τα μισθώματα προβλέπεται να εκπίπτουν από τον φόρο εισοδήματος, ως θεσμική παρέμβαση προσέγγισης ευρωπαϊκών μοντέλων κοινωνικής κατοικίας. Τέλος, γίνεται αναφορά σε επικείμενη πολεοδομική ρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος που επιτρέπει ταχύτερη μετατροπή υφιστάμενων μη οικιστικών ακινήτων (όπως παλιές βιομηχανικές εγκαταστάσεις) σε νέες κατοικίες, ώστε να απελευθερώνεται άμεσα πρόσθετο απόθεμα.
Στο ευρωπαϊκό σκέλος, η κ. Μιχαηλίδου σημειώνει ότι η Ελλάδα συμμετέχει στον σχεδιασμό του ευρωπαϊκού Affordable Housing Plan και επιδιώκει να αξιοποιήσει εργαλεία όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ και το νέο Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το οποίο μπορεί να χρηματοδοτήσει δράσεις όπως η αξιοποίηση στρατοπέδων για κοινωνική κατοικία.

Leave a Reply