Ράμα, Πλάτων και η νέα πολιτική ρητορική
Τι σημαίνει όταν ο πρωθυπουργός μιας γειτονικής χώρας λέει δημοσίως ότι «οι σύγχρονοι Έλληνες δεν είναι απόγονοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη»; Δεν πρόκειται για μια απλή ατάκα σε πάνελ διεθνούς συνόδου. Πρόκειται για μια επιδότηση δημόσιου λόγου που ανακατεύει πολιτισμό, ταυτότητα και πολιτική πρόθεση.
Διαβάστε επίσης:
Σε πάνελ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, απευθυνόμενος σε Έλληνα δημοσιογράφο, ο Αλβανός πρωθυπουργός Έντι Ράμα χαρακτήρισε με σαρκαστικό τόνο την αντίληψη ότι οι Έλληνες κατέχουν «μονοπώλιο στη φιλοσοφία» και προσέθεσε ότι θεωρούν ότι είναι «άμεσοι κληρονόμοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη – αλλά δεν είναι». Η αντίδραση ήταν άμεση: πολιτικοί και ΜΜΕ σε Αθήνα και Λευκωσία κατήγγειλαν την τοποθέτηση ως απαξιωτική και προσβλητική για την ελληνική πολιτιστική ταυτότητα. Υπουργοί έχουν ζητήσει ακόμη και επίσημο διάβημα για «ζήτηση συγγνώμης» από τον Ράμα.
Ο ίδιος ο Ράμα επιχείρησε εκ των υστέρων να αποδομήσει τις αντιδράσεις, χαρακτηρίζοντας την αρχική του τοποθέτηση ως «χιούμορ» που παρερμηνεύτηκε από ΜΜΕ και πολιτικούς με «εθνικιστικό πάθος». Όμως το πρόβλημα δεν ήταν ένας αδέξιος αστεϊσμός. Ήταν η δημόσια χρήση πολιτιστικής ταυτότητας ως πηγή διπλωματικού πλεονεκτήματος, με σαφή στόχευση στο πώς η Ελλάδα κατανοεί και υπερασπίζεται την ιστορία της.
Ο σχολιασμός δεν περιορίστηκε στην αρχαία φιλοσοφία. Ο Ράμα συνέδεσε ελαφριά και την οικονομική συμπεριφορά των Ελλήνων («Όταν μιλάτε για τα δικά σας λεφτά, προσθέτετε μηδενικά· όταν μιλάτε για τα λεφτά των άλλων, τα αφαιρείτε»). Αυτά τα δικά του «χιούμορ» μετατράπηκαν σε διπλωματική πρόκληση – όχι μόνο απέναντι στη σύγχρονη Ελλάδα, αλλά και στην ίδια τη σχέση με την ιστορία και την αυτοαντίληψη του ελληνικού κράτους.
Η αντίδραση από την ελληνική πλευρά παγίως έφερε στο προσκήνιο την αξία που αποδίδει η ίδια η Ελλάδα στην κληρονομιά της. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, η Αρχαία Ελλάδα ως «κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού» δεν είναι απλώς σχολικά ονόματα – είναι εργαλεία συνεκτικής εθνικής ταυτότητας. Όμως η χρήση τους ως όρων «ιδιοκτησίας» πολιτισμού σε διεθνές επίπεδο – και μάλιστα από πολιτικό ηγέτη μιας άλλης χώρας – δείχνει κάτι ευρύτερο: την επιστροφή του πολιτισμού στην γεωπολιτική ρητορική. Όχι ως γέφυρα κατανόησης, αλλά ως μέσο «προσήλωσης» του άλλου στην εικόνα που θέλω εγώ να έχει για τον εαυτό του.
Αυτή η στρατηγική δεν είναι νεόφαντη. Σε περιφερειακές συγκρούσεις συχνά χρησιμοποιούνται συμβολικά στοιχεία για να ανασχηματιστούν αφηγήσεις ταυτότητας. Σε μια στιγμή που τα Βαλκάνια, η ΕΕ και οι σχέσεις με την Τουρκία και άλλες γειτονικές χώρες βρίσκονται σε διαρκή επαναπροσδιορισμό, τέτοιου είδους δηλώσεις είναι πολύ περισσότερο από τυχαία «παιχνίδια με λέξεις».
Αντί να θεωρηθεί μια μεμονωμένη ατάκα, αξίζει να εξεταστεί ως κόστος και όφελος στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, ως ένα μέτρο που εισάγει νέα δυναμική στη συζήτηση για πολιτιστική κληρονομιά, ηγεμονία εντυπώσεων και πολιτικό στίγμα στην περιοχή. Η αντιπαράθεση για το αν οι σύγχρονοι Έλληνες είναι ή δεν είναι άμεσοι «κληρονόμοι» των αρχαίων φιλοσόφων δεν αφορά απλώς ιστορικά γονιδιώματα ή δυτικό πολιτισμό. Αφορά το ποιος ελέγχει την αφήγηση – και πώς αυτή χρησιμοποιείται στις διεθνείς σχέσεις.
Όταν ένας πρωθυπουργός επιλέγει να φέρει τέτοιες ιδέες στο προσκήνιο, δεν μιλά απλώς για ιστορία.Μιλά για σύγχρονη πολιτική στρατηγική. Και αυτή – κάτω από τα ραντάρ – έχει σοβαρό πολιτικό κόστος και πολιτιστικό αντίκτυπο.

Leave a Reply