Category: ΑΠΟΨΕΙΣ

  • Η υπόθεση Castillo και η ευθανασία στην Ευρώπη: Aνάμεσα στο δικαίωμα και στο όριο

    Η υπόθεση Castillo και η ευθανασία στην Ευρώπη: Aνάμεσα στο δικαίωμα και στο όριο

    *Της Πόπης Μυλωνάκη

    Η πρόσφατη υπόθεση της Noelia Castillo επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση σχετικά με την ευθανασία στην Ευρώπη, αναδεικνύοντας τα νομικά, ηθικά και ιατρικά ζητήματα που τη συνοδεύουν. Η επιλογή της να τερματίσει τη ζωή της υπό τους δικούς της όρους και με ιατρική βοήθεια, μια επιλογή για την οποία πάλεψε επί σειρά ετών, ανέδειξε αφενός τη δυσκολία εφαρμογής του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου, και αφετέρου την αδυναμία πλήρους εφαρμογής του δικαιώματος στον αυτοκαθορισμό. Και καθώς η περίπτωση της Castillo δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, δημιουργούνται προβληματισμοί για το μέλλον, τόσο σε νομικό, όσο και σε ηθικό επίπεδο.

    Η Noelia Castillo υπήρξε από παιδί μέλος μιας δυσλειτουργικής οικογένειας. Είχε τεθεί υπό την επιμέλεια κοινωνικών υπηρεσιών και από τα 13 της έτη βρισκόταν υπό ψυχιατρική παρακολούθηση, καθώς αντιμετώπιζε διάφορες ψυχικές διαταραχές. Όπως ανέφερε η ίδια στην τελευταία της συνέντευξη στην ισπανική τηλεόραση, είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον πρώην σύντροφο της, ενώ επίσης είχε υπάρξει δύο φορές θύμα ομαδικού βιασμού. Το 2022, μετά από μια ήδη αποτυχημένη απόπειρα, επιχείρησε να αυτοκτονήσει, ωστόσο κατέληξε να αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα υγείας, με μη αναστρέψιμες συνέπειες, παραπληγία και χρόνιους πόνους. Η ήδη επιβαρυμένη ψυχική υγεία της, σε συνδυασμό με τα νέα δεδομένα στη σωματική της κατάσταση, την οδήγησαν στην απόφαση να αιτηθεί ευθανασία, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό τον Ιούλιο του 2024 από την Επιτροπή Εγγυήσεων και Αξιολόγησης της Καταλανικής Κυβέρνησης, αλλά καθυστέρησε να πραγματοποιηθεί για 20 ολόκληρους μήνες εξαιτίας της δικαστικής διαμάχης με τον πατέρα τη

    Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ

  • Το διάβασμα ως αντίσταση στην εποχή της απόσπασης

    Το διάβασμα ως αντίσταση στην εποχή της απόσπασης

    Είναι αυταπόδεικτο πλέον, και άλλωστε ευθαρσώς διατυπωμένο από όλες τις αλγοριθμικές εταιρείες, πως κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους προκειμένου να κρατήσουν την προσοχή μας για όσο περισσότερο μπορούν. Ενώ έχει πολλές αναγνώσεις όλο αυτό, μια από τις χειρότερες είναι ότι μας μαθαίνουν / εκπαιδεύουν πως να χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, με πολλές και διαφορετικές συνέπειες…

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-proedros-tis-dimokratias-konstantinos-tasoylas-sto-verite/

    Κάθε φορά που πιάνουμε το κινητό «για λίγο», κάτι μέσα μας κόβεται στα δύο. Μια σκέψη που πήγαινε να ολοκληρωθεί, μια ιδέα που πήγαινε να πάρει μορφή, διαλύεται πριν καν προλάβουμε να τη δούμε καθαρά. Να τη σκεφτούμε, να την επεξεργαστούμε πριν τη συλλάβουμε ακόμα.
    Και το έχουμε συνηθίσει τόσο, που δεν μας φαίνεται πια περίεργο.

    Μας φαίνεται φυσιολογικό, και με αυτό τον τρόπο φτάσαμε στο ότι το βιβλίο δεν είναι φυσιολογικό πια.
    Σε κοιτάνε παράξενα αν διαβάζεις, σου λένε «μα καλά δεν βαριέσαι;»
    Αναρωτιούνται ακόμα και για τη φυσιολογικότητά σου, επειδή άκουσον άκουσον…διαβάζεις.

    Γιατί συμβαίνει αυτό;

    Το βιβλίο είναι αργό. Δεν μας διακόπτει. Δεν μας κυνηγάει. Δεν μας ανταμείβει κάθε δέκα δευτερόλεπτα. Δεν μας χαϊδεύει. Μας αφήνει μόνους μας με τον εαυτό μας και αυτό, για πολλούς, είναι το πιο δύσκολο σημείο. Γιατί εκεί δεν υπάρχει scroll, διαφυγή.
    Υπάρχεις μόνο εσύ.

    Και αυτό είναι που αποφεύγουμε.
    Όχι το διάβασμα. Την επαφή με εμάς. Με τη σκέψη μας. Με την ανία μας. Με την αδυναμία μας να μείνουμε ακίνητοι, χωρίς κάτι να μας τραβάει από το μανίκι.

    Γι’ αυτό το διάβασμα σήμερα, δεν είναι χόμπι. Είναι αντίσταση.

    Αντίσταση σε έναν κόσμο που θέλει την προσοχή μας σπασμένη σε κομμάτια. Που μας θέλει να αντιδρούμε πριν σκεφτούμε. Να καταναλώνουμε πριν καταλάβουμε.
    Να προχωράμε πριν σταθούμε.

    Το να διαβάζεις ένα βιβλίο σημαίνει πως επιλέγεις να πας κόντρα σε αυτό.
    Σημαίνει ότι λες:
    «Δεν θα βιαστώ.»
    «Δεν θα διασπαστώ.»
    «Δεν θα σας δώσω όλο τον εαυτό μου.»
    Είναι μια ήσυχη απόφαση, αλλά έχει και βάθος. Γιατί ο άνθρωπος που διαβάζει, δεν συμμορφώνεται στις εκάστοτε απαιτήσεις, δεν εντυπωσιάζεται εύκολα, δεν πείθεται γρήγορα, δεν ξεχνάει τόσο εύκολα.

    Και έτσι, φτάσαμε στο σήμερα, όπου το να κρατάμε μία σκέψη περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα, ειναι σχεδόν επαναστατικό. Δεν θα σου πω ότι είναι εύκολο. Στην αρχή, θα βαρεθείς. Θα εκνευριστείς. Θα θες να σηκωθείς, να ανοίξεις το κινητό, να δεις «κάτι γρήγορο». Θα νιώσεις ότι δεν μπορείς να συγκεντρωθείς. Δεν είναι ότι δεν μπορείς. Θέλει προσπάθεια, θέλει δέσμευση, θέλει προπόνηση. Ξεκινά απλά… Μία σελίδα. Μία πρόταση. Μία σκέψη που δεν σου δίνει άμεση ανταμοιβή, αλλά αρχίζει να σου δίνει κάτι βαθύτερο. Πραγματικά αξίζει.

    Το διάβασμα, πέρα από τη γνώση, σε επιστρέφει στον εαυτό σου, και τότε, αν καταφέρεις να συγκεντρωθείς ξανά, να σκεφτείς ξανά, να σταθείς ξανά, τότε δεν είσαι πια τόσο εύκολα ελέγξιμος. Και αυτό, είτε το καταλαβαίνεις είτε όχι, είναι μια μορφή ελευθερίας.

  • Κάτω από τα ραντάρ: Όταν η δικαιοσύνη κλείνει τον φάκελο

    Κάτω από τα ραντάρ: Όταν η δικαιοσύνη κλείνει τον φάκελο

    Η Δικαιοσύνη δεν μιλά συχνά. Όταν όμως μιλά, το κάνει οριστικά. Η απόφαση του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών – με το σκεπτικό ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία για περαιτέρω διερεύνηση – επιχειρεί να βάλει ένα τέλος σε μια υπόθεση που σημάδεψε τη δημόσια ζωή. Αλλά το τέλος μιας διαδικασίας δεν είναι πάντα το τέλος ενός ερωτήματος.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-proedros-tis-dimokratias-konstantinos-tasoylas-sto-verite/

    Τυπικά, η υπόθεση ολοκληρώνεται. Δεν διατάσσεται νέα έρευνα. Δεν ανοίγει νέος κύκλος. Και όμως, η ίδια η πραγματικότητα δείχνει κάτι πιο σύνθετο. Γιατί ενώ το δικαστήριο είχε αφήσει περιθώριο για περαιτέρω διερεύνηση, η ανώτατη εισαγγελική κρίση έκρινε ότι δεν προκύπτουν νέα στοιχεία.

    Και κάπου εκεί δημιουργείται ένα κενό:
    ανάμεσα στο «νομικά έκλεισε» και στο «ουσιαστικά απαντήθηκε». Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από το αν ακολουθεί τον νόμο. Κρίνεται και από το αν γίνεται κατανοητή. Όταν μια υπόθεση με τόσο μεγάλο δημόσιο βάρος κλείνει χωρίς να έχει πειστεί το σύνολο της κοινωνίας ότι εξαντλήθηκε, τότε το ζήτημα μετατοπίζεται.
    Δεν είναι πια μόνο νομικό. Είναι θεσμικό.

    Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν – από νομικούς κύκλους μέχρι πολιτικά κόμματα – δεν είναι απλώς πολιτική αντιπαράθεση. Είναι ένδειξη ότι η υπόθεση δεν έκλεισε στη συνείδηση. Ότι παραμένει ένα ερώτημα ανοιχτό: αν εξαντλήθηκαν όλα όσα μπορούσαν να ερευνηθούν.

    Σε τέτοιες υποθέσεις, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η τυπική ολοκλήρωση. Είναι η εμπιστοσύνη. Γιατί η Δικαιοσύνη δεν χρειάζεται μόνο να αποφασίζει. Χρειάζεται να πείθει ότι η απόφαση είναι πλήρης.
    Και αυτή η διαφορά – ανάμεσα στην απόφαση και στην αποδοχή – είναι που καθορίζει το κύρος της.

    Η απόφαση του Αρείου Πάγου μπορεί να κλείνει τον φάκελο των υποκλοπών σε θεσμικό επίπεδο. Δεν κλείνει όμως απαραίτητα τη συζήτηση. Γιατί σε υποθέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της δημοκρατίας και των θεσμών, το ζητούμενο δεν είναι μόνο τι κρίθηκε.
    Είναι αν έγινε κατανοητό γιατί κρίθηκε έτσι.
    Και αυτή η απάντηση δεν δίνεται με μια πράξη. Δίνεται με τον χρόνο. Και μένει – όπως συμβαίνει συχνά – όχι στα έγγραφα, αλλά στην αίσθηση που αφήνει,
    κάτω από τα ραντάρ.

  • Περισκόπιο: Η Γερμανία επανεξοπλίζεται αλλά μπορεί να αναλάβει ηγετικό ρόλο;

    Περισκόπιο: Η Γερμανία επανεξοπλίζεται αλλά μπορεί να αναλάβει ηγετικό ρόλο;

    Ο όρος «Zeitenwende» – αυτός ο σκόπιμα βαρύγδουπος όρος που επινόησε ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία – περιγράφει μια εποχή-σταθμό. Δεν πρότεινε μια απλή προσαρμογή της πολιτικής, αλλά μια πραγματική ρήξη στη στρατηγική στάση της Γερμανίας. Ωστόσο, μόνο τον τελευταίο χρόνο, υπό την ηγεσία του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, έγινε πλήρως σαφές το πλήρες εύρος των συνεπειών που αυτό συνεπάγεται.

    Δεν πρόκειται απλώς για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες. Πρόκειται για έναν επαναπροσδιορισμό της θέσης της Γερμανίας στην Ευρώπη και της εξάρτησης της Ευρώπης από τη Γερμανία.

    Το Zeitenwende δεν αφορούσε ποτέ μόνο προϋπολογισμούς ή ταξιαρχίες. Απαιτούσε από τη Γερμανία, που είχε συνηθίσει από καιρό να ασκεί επιρροή μέσω της οικονομικής της δύναμης, να αναλάβει τα βάρη της στρατηγικής δράσης στην Ευρώπη και να μετατρέψει τη λανθάνουσα δύναμή της σε στρατηγική ηγεσία.

    Αυτό αποτελεί μια σχεδόν ψυχολογική πρόκληση για μια χώρα της οποίας η πολιτική κουλτούρα έχει διαμορφωθεί από μια παράδοση αυτοσυγκράτησης, ειδικά όσον αφορά τη χρήση του στρατού της.
    Το μέγεθος, η δημοσιονομική ικανότητα και η κεντρική θέση της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή οικονομία οδηγούν όλα προς μία κατεύθυνση: αν η Ευρώπη θέλει να αποκτήσει τη στρατηγική συνοχή που απαιτείται για την άμυνά της, το Βερολίνο θα αποτελέσει έναν αναπόφευκτο και ολοένα και πιο δυναμικό παράγοντα.

    Η Γερμανία έχει ήδη αρχίσει να κινείται. Έχει δημιουργηθεί ένα ειδικό ταμείο ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη Bundeswehr (τις ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας). Προμηθεύονται αεροσκάφη F-35 για να αντικαταστήσουν τα Tornado στο πλαίσιο του ρόλου της Γερμανίας στο πρόγραμμα κοινής πυρηνικής κάλυψης του ΝΑΤΟ, με τις πρώτες παραδόσεις να έχουν προγραμματιστεί για το 2026. Οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται σταθερά πέραν του 2%. Όλα αυτά σηματοδοτούν μια στροφή που θα ήταν πολιτικά αδιανόητη πριν από μια δεκαετία.Η δύναμη δεν μπορεί απλώς να συσσωρευτεί· πρέπει να μεταφραστεί – σε δόγμα, χρησιμοποιήσιμη δύναμη και κουλτούρα λήψης αποφάσεων.

    Εδώ, η πορεία της Γερμανίας παραμένει αβέβαιη. Το Βερολίνο δεν έχει ακόμη διατυπώσει μια συνεκτική στρατιωτική στρατηγική που να ανταποκρίνεται στις οικονομικές του δεσμεύσεις. Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Άμυνας έχει αναπτύξει μια Στρατιωτική Στρατηγική για τις Ένοπλες Δυνάμεις, για να συμπληρώσει την Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας του 2023.

    Ωστόσο, τα έγγραφα αυτά παραμένουν ένα πλαίσιο και όχι μια δογματική θέση. Σηματοδοτούν πολιτική πρόθεση, αλλά δεν επιλύουν τις αντιπαραθέσεις μεταξύ εδαφικής άμυνας, δεσμεύσεων για αποστολές στο εξωτερικό και βιομηχανικής κινητοποίησης. Στην πράξη, η Γερμανία συνεχίζει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον σχεδιασμό του ΝΑΤΟ και στους αμερικανούς υποστηρικτές – μια εξάρτηση που αποκαλύπτεται ως πολιτικά εύθραυστη εν μέσω ανανεωμένων εντάσεων με τον Λευκό Οίκο υπό τον Ντόναλντ Τραμπ.

    Ο επανεξοπλισμός, υπό αυτή την έννοια, κινδυνεύει να ξεπεράσει τη στρατηγική – όχι επειδή η στρατηγική απουσιάζει, αλλά επειδή βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης, και μάλιστα υπό συνθήκες εξαιρετικής γεωπολιτικής πίεσης.
    Η Bundeswehr καταδεικνύει το χάσμα που υπάρχει μεταξύ των διαθέσιμων πόρων και της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Παρά τη νέα χρηματοδότηση, εξακολουθούν να υπάρχουν ελλείψεις όσον αφορά τη διαθεσιμότητα εξοπλισμού, τα αποθέματα πυρομαχικών και την ταχύτητα των προμηθειών.
    Η πρόκληση δεν αφορά μόνο τον αριθμό, αλλά και τη λειτουργικότητα. Η Γερμανία έχει δεσμευτεί να διαθέσει στο ΝΑΤΟ μονάδες έτοιμες για μάχη, ωστόσο η πρόοδος στη συγκρότηση πλήρως εξοπλισμένων και έτοιμων για ανάπτυξη ταξιαρχιών είναι αργή και προβληματική.

    Οι προσπάθειες για τη μόνιμη στάθμευση μιας ταξιαρχίας στη Λιθουανία ασκούν επιπλέον πίεση στις ήδη επιβαρυμένες μονάδες της Bundeswehr στο εσωτερικό της χώρας. Και οι καθυστερήσεις στην παράδοση όλων των υλικών, από συστήματα επικοινωνιών έως θωρακισμένα οχήματα, υποδηλώνουν βαθιά θεσμική αδράνεια.
    Θα ήταν όμως λάθος να αντιμετωπίσουμε τον επανεξοπλισμό ως ένα απλό δημοσιονομικό επεισόδιο. Πρόκειται για μια δέσμευση που αφορά ολόκληρη τη γενιά και αναλαμβάνεται στο πλαίσιο ενός πολιτικού τοπίου που κατακερματίζεται με ταχείς ρυθμούς.

    Πράγματι, η πολιτική της γερμανικής συνασπιστικής κυβέρνησης σπάνια έχει φανεί πιο εύθραυστη. Η δημοτικότητα του Merz έχει υποχωρήσει με ασυνήθιστα γρήγορο ρυθμό για έναν νέο καγκελάριο. Η κυβέρνησή του αγωνίζεται να διατηρήσει τη συνοχή της, ενώ το AfD σημειώνει ιστορικά υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις και φαίνεται έτοιμο για περαιτέρω σημαντικές επιτυχίες στις περιφερειακές εκλογές. Η άμυνα εμπλέκεται όλο και περισσότερο σε ιδεολογικές συζητήσεις.

    Η προσπάθεια αποστολής γερμανικών αρμάτων μάχης Leopard 2 στην Ουκρανία το 2023 είναι διδακτική: αυτό που θα μπορούσε να είναι μια απλή απόφαση μετατράπηκε σε παρατεταμένες εσωτερικές και διπλωματικές διαπραγματεύσεις, με το Βερολίνο να συμβαδίζει τελικά με την Ουάσιγκτον. Κάθε χώρα που πρέπει να επαναδιαπραγματεύεται συνεχώς τη στρατηγική της κατεύθυνση κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι ο χρόνος γίνεται εχθρός της.

    Η ομοσπονδιακή, αποκεντρωμένη κυβερνητική δομή της Γερμανίας – που συνέβαλε καθοριστικά στο μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα της χώρας – αποτελεί μέρος του προβλήματος, δημιουργώντας καθυστερήσεις όταν απαιτείται ταχύτητα και συνοχή.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι μια μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας στο Βερολίνο θα οδηγούσε, από μόνη της, σε πιο ορθές αποφάσεις· η γαλλική προεδρία έχει δείξει ότι η συγκέντρωση εξουσίας δεν αποκλείει την εσφαλμένη κρίση.

    Αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα: μια υπερδύναμη δεν ορίζεται από το πόσα ξοδεύει, αλλά από το πόσο γρήγορα και συνεκτικά μπορεί να μετατρέψει τους πόρους της σε στρατιωτικά μέσα έτοιμα για ανάπτυξη. Η Γερμανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες σε αυτή τη μετατροπή.
    Πίσω από αυτό κρύβεται ένας βαθύτερος περιορισμός: η κατάσταση του γερμανικού οικονομικού μοντέλου. Το βιομηχανικό σύστημα που στήριξε τη μεταπολεμική επιτυχία της χώρας – με γνώμονα τις εξαγωγές, ενεργοβόρο και βασισμένο στη σταδιακή βελτίωση της ποιότητας – αντιμετωπίζει πλέον πιέσεις που δεν είχε σχεδιαστεί να αντέξει.

    Το τέλος του φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου έχει επιβάλει μια απότομη και δαπανηρή αναπροσαρμογή του ενεργειακού εφοδιασμού.

    Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν εντεινόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα στην εγχώρια αγορά, ενώ οι ζωτικής σημασίας εξαγωγές προς την Κίνα βρίσκονται σε πτώση. Μόνο μια υπομονετική και στρατηγική διαφοροποίηση θα μπορούσε να αμβλύνει αυτό το πλήγμα.
    Η Γερμανία επίσης δεν κατάφερε να αξιοποιήσει την ψηφιακή καμπή, με την SAP να αποτελεί τη μόνη πραγματικά παγκοσμίως ηγετική εταιρεία τεχνολογίας της. Αυτό υποδηλώνει την ανάγκη για μια πιο στοχευμένη κρατική πρωτοβουλία: κινητοποίηση κεφαλαίων σε μεγάλη κλίμακα, εμβάθυνση των δεσμών μεταξύ βιομηχανίας και τεχνολογίας, καθώς και δημιουργία των συνθηκών για ταχεία ψηφιακή ανάπτυξη.
    Η προσπάθεια του Merz να χαλαρώσει τον κανονισμό της ΕΕ για τη βιομηχανική τεχνητή νοημοσύνη κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση – μια προσπάθεια να ελαφρυνθούν οι περιορισμοί στην καινοτομία και να ανακτηθεί μέρος της ευελιξίας που έχασε η Γερμανία κατά το πρώτο κύμα της ψηφιοποίησης.

    Ωστόσο, για να αναζωογονήσει την οικονομία της και να ανταγωνιστεί σε παγκόσμιες αγορές όπου ο ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και πιο έντονος, η Γερμανία χρειάζεται όχι μόνο αποδοτικότητα, αλλά και προσαρμοστικότητα, κλίμακα και ταχύτητα. Μπορεί ακόμα να παράγει εξαιρετικά καλά· το ερώτημα είναι αν μπορεί να προσαρμοστεί με επαρκή ταχύτητα, ενώ παράλληλα υποστηρίζει μια διαρκή αμυντική προσπάθεια.

    Η οικονομική κουλτούρα θα αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο. Το εταιρικό μοντέλο της Γερμανίας – που καλύπτει τις μεσαίες επιχειρήσεις (Mittelstand) και τμήματα του εισηγμένου τομέα της, και χαρακτηρίζεται από μακροπρόθεσμη και συχνά οικογενειακή ιδιοκτησία – προτιμά τη συνέχεια από την αναστάτωση, τη σύνεση από τον κίνδυνο.

    Η μεταμόρφωση του τομέα της άμυνας, αντίθετα, τείνει να ευνοεί ακριβώς εκείνες τις ιδιότητες που ο γερμανικός καπιταλισμός έχει ιστορικά μετριάσει: τη μεγάλη κλίμακα, ταχεία ενσωμάτωση και τις στενές σχέσεις μεταξύ κράτους και βιομηχανίας.
    Καθώς η Γερμανία αναλαμβάνει τον ρόλο της, θα αναδιαμορφώσει αναπόφευκτα την ευρωπαϊκή ισορροπία λόγω της ίδιας της βαρύτητάς της. Οι εταίροι θα στρέφονται προς το Βερολίνο αναζητώντας κατεύθυνση, ενώ ταυτόχρονα θα αντιστέκονται στην κυριαρχία του. Η εξουσία στην Ευρώπη σπάνια εδραιώνεται χωρίς να δημιουργεί αντιδράσεις: η Γερμανία δεν θα ξεφύγει από αυτό το μοτίβο.
    Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει επιδιώξει να εντάξει τη Γερμανία σε ένα πιο ρητά ευρωπαϊκό στρατηγικό πλαίσιο, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι γαλλικές δυνατότητες θα παραμείνουν απαραίτητες. Τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης θα συνεχίσουν να καλωσορίζουν τους πόρους του Βερολίνου, ενώ θα προφυλάσσονται από τυχόν δισταγμούς της Γερμανίας. Και οι ΗΠΑ θα ενθαρρύνουν τον επανεξοπλισμό, αλλά θα παραμείνουν επιφυλακτικές απέναντι σε κινήσεις που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τη διατλαντική συνοχή.
    Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Γερμανία είναι έτοιμη να επανεξοπλιστεί. Προφανώς είναι. Το ερώτημα είναι αν η Γερμανία μπορεί να μετατρέψει την υλική της ικανότητα σε πολιτική αποφασιστικότητα. Το αν αυτό ισοδυναμεί με μια ευρωπαϊκή «υπερδύναμη» είναι ένα άλλο ζήτημα…

    Σε ομιλία του με αφορμή την 40ή επέτειο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ρίχαρντ φον Βάιζσάκερ αναφέρθηκε στην 8η Μαΐου 1945 όχι ως ήττα, αλλά ως απελευθέρωση – μια στιγμή που επέβαλε στη Γερμανία μια διαρκή ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο θα συμπεριφερόταν στον κόσμο. Αυτή η ευθύνη εκφράστηκε, για δεκαετίες, μέσω μιας πολιτικής που βασιζόταν στην αυτοσυγκράτηση.

    Το παράδοξο σήμερα είναι ότι η ίδια ιστορική συνείδηση μπορεί πλέον να απαιτεί κάτι διαφορετικό: όχι την εγκατάλειψη της αυτοσυγκράτησης, αλλά τη μεταμόρφωσή της. Μια Γερμανία που αρνείται εντελώς την εξουσία θα αθετούσε τις ευθύνες της έναντι της Ευρώπης. Αλλά μια Γερμανία που αγκαλιάζει την εξουσία χωρίς την πειθαρχία της δικής της ιστορίας θα διακινδύνευε να ανατρέψει την ίδια την τάξη που επιδιώκει να διατηρήσει.

  • Κάτω από τα ραντάρ: Οι άριστοι και η σκιά τους

    Κάτω από τα ραντάρ: Οι άριστοι και η σκιά τους

    Η λέξη «άριστος» ακούγεται συχνά στη δημόσια ζωή. Συνοδεύει πρόσωπα, αποφάσεις, επιλογές. Λειτουργεί ως εγγύηση. Και όμως, κάθε φορά που μια υπόθεση έρχεται στο φως – είτε αφορά βιογραφικά, είτε συμπεριφορές, είτε διαχείριση εξουσίας – η λέξη αυτή δοκιμάζεται. Όχι θεωρητικά. Στην πράξη.

    Στην επικαιρότητα, η αριστεία συχνά ορίζεται με όρους μετρήσιμους. Σπουδές, τίτλοι, επαγγελματική πορεία. Είναι το προφανές επίπεδο. Αυτό που φαίνεται.
    Αλλά η φιλοσοφία δεν στάθηκε ποτέ εκεί.

    Για τον Αριστοτέλη, η αριστεία δεν ήταν τίτλος. Ήταν «ἕξις» – μια σταθερή στάση χαρακτήρα. Κάτι που διαμορφώνεται μέσα από τη συνήθεια και εκδηλώνεται στην πράξη. Δεν αρκεί να γνωρίζεις το σωστό.
    Πρέπει να το πράττεις. Και αυτό δεν φαίνεται στο βιογραφικό. Φαίνεται στη συμπεριφορά.

    Κάθε κρίση, κάθε σκάνδαλο, κάθε αμφισβήτηση κάνει το ίδιο πράγμα: αφαιρεί το περίβλημα. Και τότε, αυτό που μένει δεν είναι η εικόνα. Είναι η στάση. Πώς αντιδρά κάποιος όταν εκτίθεται. Πώς διαχειρίζεται την ευθύνη. Πώς στέκεται όταν τα πράγματα δεν είναι ελεγχόμενα. Εκεί, η αριστεία παύει να είναι ισχυρισμός. Γίνεται δοκιμασία.

    Κάθε έννοια που χρησιμοποιείται πολύ, φθείρεται. Και η «αριστεία» δεν αποτελεί εξαίρεση. Όταν γίνεται ταμπέλα, χάνει το περιεχόμενό της. Όταν λειτουργεί ως άλλοθι, αποδυναμώνεται. Και τότε, αντί να περιγράφει ποιότητα, αρχίζει να καλύπτει κενά.

    Οι πραγματικά άριστοι δεν είναι απαραίτητα αυτοί που προβάλλονται περισσότερο. Είναι αυτοί που διατηρούν το ίδιο μέτρο, ανεξάρτητα από τις συνθήκες.
    Που δεν αλλάζουν στάση όταν αλλάζει το περιβάλλον. Που δεν χρειάζονται επιβεβαίωση για να λειτουργήσουν σωστά.
    Και κυρίως, είναι αυτοί που δεν χρειάζεται να δηλώνουν ότι είναι άριστοι.

    Η επικαιρότητα φέρνει στο φως πρόσωπα και καταστάσεις. Η φιλοσοφία, όμως, θέτει το πλαίσιο για να τα κατανοήσουμε. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αριστεία δεν είναι αυτό που φαίνεται. Είναι αυτό που αντέχει. Αυτό που δεν αλλάζει όταν δοκιμάζεται. Αυτό που δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, γιατί ήδη φαίνεται. Και αυτό είναι που, τελικά, ξεχωρίζει. Όχι στον θόρυβο της επικαιρότητας, αλλά στις στιγμές που όλα αποκαλύπτονται, κάτω από τα ραντάρ.

  • Περισκόπιο: Πώς μπορούν η Κίνα και η Ρωσία να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο στο Ιράν;

    Περισκόπιο: Πώς μπορούν η Κίνα και η Ρωσία να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο στο Ιράν;

    Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν έχει προσφέρει στη Ρωσία και την Κίνα μια σημαντική ευκαιρία. Τόσο η Μόσχα όσο και το Πεκίνο βλέπουν τη σύγκρουση ως ευκαιρία να υπονομεύσουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και αλλού. Και οι δύο επιθυμούν να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο για να αποδυναμώσουν τις ΗΠΑ, να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τα αμερικανικά στρατιωτικά συστήματα και να υπονομεύσουν την τάξη πραγμάτων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Και οι δύο βλέπουν μια ευρεία ποικιλία πιθανών επιλογών για να το επιτύχουν αυτό, διπλωματικών και στρατιωτικών, φανερών και μυστικών. Και μέχρι στιγμής, και οι δύο χώρες επιτυγχάνουν τον στόχο τους.

    Το τέλμα στο οποίο έχουν περιπέσει οι ρωσικές δυνάμεις στην Ουκρανία αποτελεί πρότυπο για το είδος της ζημίας που η Μόσχα και το Πεκίνο ελπίζουν να προκαλέσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει το Κίεβο Η κυβέρνηση Μπάιντεν είδε επίσης τη στήριξη της Ουκρανίας ως έναν τρόπο να επιβεβαιώσει τη θέση της Ουάσιγκτον ως ηγέτη μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες. Το αμερικανικό αφήγημα ότι η Ρωσία είχε ξεκινήσει έναν πόλεμο επιθετικότητας στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με τον φόβο ότι μια ενθαρρυνμένη Μόσχα θα εμπλακεί ξανά σε εδαφικές κατακτήσεις στο μέλλον, επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες να συγκεντρώσουν δυνάμεις με παρόμοια νοοτροπία για να βοηθήσουν στην απομόνωση της Ρωσίας.

    Στο Ιράν, η Ρωσία και η Κίνα βλέπουν τη δυνατότητα να αντιστρέψουν την κατάσταση εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Και οι δύο χώρες πιστεύουν ότι μια αμερικανική κυβέρνηση εμπλεκόμενη σε ατέρμονους πολέμους στη Μέση Ανατολή θα τους δημιουργούσε πολύ λιγότερα προβλήματα. Πράγματι, η διεθνής θέση της Κίνας βελτιώθηκε σημαντικά τα 20 χρόνια μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απορροφημένες από τους πολέμους στη Μέση Ανατολή. Όπως σημείωσε εύστοχα ο Ινδός υπουργός Εξωτερικών Σ. Τζαϊσάνκαρ: «Για δύο δεκαετίες, η Κίνα κέρδιζε χωρίς να πολεμά [στη Μέση Ανατολή], ενώ οι ΗΠΑ πολεμούσαν χωρίς να κερδίζουν».

    Η Μόσχα και το Πεκίνο θέλουν τώρα να καρπωθούν τα οφέλη της εμπλοκής της Ουάσιγκτον στην περιοχή. Οι Ρώσοι και οι Κινέζοι έχουν κάθε συμφέρον να βυθίσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν πόλεμο χαμηλής έντασης που καταναλώνει τους πόρους των ΗΠΑ και υπονομεύει τη διεθνή τους θέση. Και οι δύο χώρες διαθέτουν τα εργαλεία για να επιτύχουν αυτόν τον στόχο μέσω της υποστήριξής τους προς το Ιράν.
    Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η Ρωσία και η Κίνα έχουν παράσχει στο Ιράν εικόνες και πληροφορίες από ηλεκτρονική κατασκοπεία, προκειμένου να το βοηθήσουν τόσο στον εντοπισμό στόχων όσο και στην εκτίμηση των ζημιών. Η Ρωσία και η Κίνα παρακολουθούν επίσης τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, μελετώντας τον αμερικανικό στρατό μέσω του πολέμου στο Ιράν, ακριβώς όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιολογούν τον ρωσικό στρατό μέσω του πολέμου στην Ουκρανία. . Παρά την δολοφονία ιρανών ηγετών και τη σφοδρή επίθεση εναντίον ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, οτιδήποτε μοιάζει με νίκη έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής αόριστο.
    Ο πόλεμος έχει ωφελήσει τη Ρωσία με διάφορους τρόπους. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει άρει τις κυρώσεις επί του ρωσικού πετρελαίου, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, δημιουργώντας έτσι ένα απροσδόκητο οικονομικό κέρδος για τη Μόσχα. Επιπλέον, το ιρανικό drone «Shahed» έχει αποδειχθεί ανθεκτικό έναντι των αμερικανικών αμυντικών συστημάτων, χάρη στα διδάγματα που αντλήθηκαν από την εμπειρία της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης. Η Μόσχα έχει αναβαθμίσει τον αρχικό ιρανικό σχεδιασμό του drone, βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητά του για τη δική της εκστρατεία, και αξιωματούχοι των ΗΠΑ και της Ευρώπης αναφέρουν ότι τώρα μοιράζεται λεπτομέρειες σχετικά με αυτές τις βελτιώσεις με την Τεχεράνη, ενισχύοντας τη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.

    Οι βαθιές επιφυλάξεις της Ευρώπης σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράν (τον οποίο αρκετές ευρωπαϊκές χώρες χαρακτήρισαν κατηγορηματικά παράνομο), που επιδεινώθηκαν από την ανησυχητική απειλή του Τραμπ στις 7 Απριλίου ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε», θα αφήσουν ένα μόνιμο σημάδι στη διατλαντική συμμαχία – δίνοντας σε ορισμένους Ευρωπαίους ηγέτες ένα πρόσχημα για να απορρίψουν την ηθική ηγεσία των ΗΠΑ τώρα και στο μέλλον. Η Ευρώπη μπορεί να ενωθεί για να αντισταθεί στη Ρωσία τα επόμενα χρόνια, αλλά η σύνδεσή της με τη μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική δύναμη του κόσμου δεν θα είναι ποτέ ξανά τόσο στενή όσο ήταν κάποτε. Στα μάτια της Ρωσίας, ένας παρατεταμένος πόλεμος στο Ιράν θα εντείνει μόνο τις εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης και θα εδραιώσει αυτή την τάση.

    Ο πόλεμος δεν έχει προσφέρει στην Κίνα το είδος της απροσδόκητης άνθησης που έχει προσφέρει στη Ρωσία —ακόμη και αν ο ενεργειακός κλονισμός που προκάλεσε ο πόλεμος έχει οδηγήσει πολλά κράτη να δείξουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον τομέα της ενέργειας χωρίς εκπομπές άνθρακα της Κίνας. Από οικονομική άποψη, η Κίνα έχει επικεντρωθεί στην αποφυγή των δυσχερειών. Προβλέποντας εδώ και χρόνια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να επιδιώξουν να εμποδίσουν την πρόσβασή της στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής, έχει πραγματοποιήσει από καιρό στρατηγικές επενδύσεις στην περιοχή, προκειμένου να προστατευθεί από πιθανές αναταραχές εκεί. Έχει δημιουργήσει μεγάλα αποθέματα πετρελαίου, μετριάζοντας τις επιπτώσεις των υψηλότερων τιμών. Έχει ηλεκτροδοτήσει μεγάλο μέρος της οικονομίας της, συμπεριλαμβανομένου του περισσότερου από το ήμισυ του νέου στόλου αυτοκινήτων της, μειώνοντας την εξάρτησή της από το εισαγόμενο πετρέλαιο. Έχει επίσης ενισχύσει την ικανότητά της να παράγει πετροχημικά από άνθρακα, απελευθερώνοντάς την περαιτέρω από τους υδρογονάνθρακες της Μέσης Ανατολής.

    Τα οφέλη για την Κίνα από τη σύγκρουση με το Ιράν είναι κυρίως πολιτικά και διπλωματικά. Η Κίνα έχει επιμελώς παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπεύθυνη παγκόσμια δύναμη, ωθώντας όλες τις πλευρές προς τη διαπραγμάτευση και την επίλυση. Οι δηλώσεις της ήταν μετρημένες και η διπλωματία της σίγουρη. Καθώς τα ευρωπαϊκά και ασιατικά κράτη ταράζονταν από τις απρόβλεπτες κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, η Κίνα υιοθέτησε τον τόνο και τη γλώσσα της παραδοσιακής διπλωματίας, προς ανακούφιση πολλών.

    Η Κίνα προβάλλει όλο και περισσότερο στους συμμάχους των ΗΠΑ τον εαυτό της ως έναν ψύχραιμο εταίρο για την ειρήνη, αξιοποιώντας την επιτυχία της πριν από τρία χρόνια, όταν προήδρευσε μιας προσέγγισης μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας. Στην τρέχουσα σύγκρουση, ώθησε τον στενό εταίρο της, το Πακιστάν, να μεσολαβήσει για μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, αποδεικνύοντας την αξιοπιστία της ως παγκόσμιας ενδιαφερόμενης πλευράς, σε μια εποχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπεριφέρονται σαν μια ασταθής ηγεμονική δύναμη.

    Η Κίνα έχει παράσχει στο Ιράν στρατιωτική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων χημικών συστατικών για τους βαλλιστικούς πυραύλους στερεού καυσίμου, και ενδέχεται τώρα να προχωρήσει στην ενίσχυση της υποστήριξής της παρέχοντας προηγμένα συστήματα ραντάρ και υπερηχητικούς πυραύλους κρουζ κατά πλοίων. Παρόλα αυτά, παρουσιάζεται στις δυνάμεις της Μέσης Ανατολής ως αποστασιοποιημένη από τις συγκρούσεις της περιοχής και ως εναλλακτική λύση έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες γίνονται όλο και λιγότερο αξιόπιστες. Για τις χώρες που επιδιώκουν να εξισορροπήσουν τις σχέσεις τους προκειμένου να μειώσουν τον κίνδυνο, η Κίνα φαίνεται να αποτελεί έναν εξαιρετικά καλό εταίρο.
    Ίσως όμως η πιο καταστροφική συνέπεια του πολέμου στο Ιράν, και το σημαντικότερο όφελος για τη Ρωσία και την Κίνα, είναι ο τρόπος με τον οποίο υπονομεύει την ιδέα μιας διεθνούς τάξης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Από τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να αυτοπαρουσιάζονται ως «ηγέτης του ελεύθερου κόσμου» στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, η οικοδόμηση και η επέκταση αυτής της τάξης αποτελούσε βασική προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Επανειλημμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πρόθυμες να δείξουν δυσανάλογη γενναιοδωρία προς τους συμμάχους και τους εταίρους τους σε αντάλλαγμα για την υποστήριξή τους. Το έκαναν αυτό με την πεποίθηση ότι ένας πιο στενά συνδεδεμένος κόσμος ομοϊδεατών δυνάμεων θα ενίσχυε την ευημερία και την οικονομική ολοκλήρωση, θα μείωνε την πιθανότητα διακρατικών πολέμων και θα απέφερε οφέλη που θα υπερέβαιναν κατά πολύ οποιαδήποτε επένδυση είχε γίνει.
    Ήταν η τάση για τη δημιουργία και την επέκταση αυτών των συμμαχιών που ώθησε την κυβέρνηση του Τζορτζ Χ. Γ. Μπους να ηγηθεί μιας συμμαχίας 41 χωρών, η οποία εκδίωξε το Ιράκ από το Κουβέιτ το 1991. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Γ. Μπους ακολούθησε το παράδειγμά του, οργανώνοντας μια συμμαχία 51 χωρών για να εκδιώξει τους Ταλιμπάν από την εξουσία στο Αφγανιστάν το 2001. Ο διάδοχός του, Μπαράκ Ομπάμα, ένωσε αργότερα 85 χώρες στην Παγκόσμια Συμμαχία για την Καταπολέμηση του ISIS (Ισλαμικό Κράτος), σε μια διαδικασία που ξεκίνησε το 2014.

    Συμμαχικά εγχειρήματα όπως αυτά είναι ανάθεμα για τη Μόσχα και το Πεκίνο. Οι Ρώσοι και οι Κινέζοι δεν αντιτίθενται μόνο στο ΝΑΤΟ. Αυτό που δεν τους αρέσει είναι η γενική ιδέα των έτοιμων συμμαχιών με νομικές δεσμεύσεις για αμοιβαία άμυνα. Τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα είναι ισχυρές χώρες χωρίς συμμάχους. Προτιμούν έντονα έναν πιο κατακερματισμένο κόσμο διμερών σχέσεων, στον οποίο μπορούν να είναι ανεξάρτητες και κυρίαρχες δυνάμεις. Πιστεύουν ότι ένας κόσμος συμμαχιών τους θέτει πάντα σε μειονεκτική θέση σε οποιαδήποτε σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι σύμμαχοί τους θα είναι σε θέση να τους βλάψουν με τρόπους που οι εταίροι τους, όπως είναι, δεν μπορούν να βλάψουν τις Ηνωμένες Πολιτείες.

    Ωστόσο, ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν έχει πλέον υπονομεύσει την αρχή που από καιρό αποτελούσε τη νομιμοποιητική βάση των αμερικανικών συμμαχιών: τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως ηγέτη μιας τάξης πραγμάτων βασισμένης σε κανόνες. Εάν η Ουάσιγκτον διατηρεί το δικαίωμα να ξεκινά πολέμους της επιλογής της χωρίς πραγματικές αποδείξεις για επικείμενη απειλή ή άλλη νόμιμη δικαιολογία, δεν μπορεί να αντιταχθεί με αξιοπιστία στην επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας ή στην όλο και πιο επιθετική επιδίωξη της Κίνας για ό,τι θεωρεί ζωτικά εθνικά συμφέροντά της.

    Επειδή η Ρωσία και η Κίνα έχουν σχέσεις με κράτη γύρω από τον Περσικό Κόλπο, καμία από τις δύο χώρες δεν επιθυμεί να δει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο που θα καταστρέψει το Ιράν και θα προκαλέσει διαρκή ζημιά στα κράτη του Κόλπου. Ταυτόχρονα, ένα αποτέλεσμα που θα αφήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σαφώς θριαμβευτικές στην περιοχή θα υπονόμευε τη θέση της Κίνας και της Ρωσίας εκεί. Το καλύτερο αποτέλεσμα για αυτές είναι μια χαμηλής έντασης σύγκρουση που συνεχίζει να καταναλώνει πόρους και την προσοχή των ΗΠΑ, που ανησυχεί μεγάλο μέρος του κόσμου και που καταδεικνύει τα όρια της αμερικανικής δύναμης.

    Δεν είναι τυχαίο ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ταίριαζε και στην τρέχουσα ιρανική κυβέρνηση. Οι εξουσίες στην Τεχεράνη πιθανώς υποθέτουν ότι η επίλυση των εντάσεων με τις ΗΠΑ είναι απίθανη. Σε αυτή την περίπτωση, μια σύγκρουση χαμηλής έντασης ή κυκλική σύγκρουση, συνοδευόμενη από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις που επιτρέπουν στο Ιράν να αποσπάσει οικονομικές παραχωρήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες -είτε ρητά μέσω της άρσης των κυρώσεων είτε σιωπηρά μέσω των θαλάσσιων διοδίων– μπορεί να αποτελεί επιτυχία για την ιρανική κυβέρνηση. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε επίσης να προσφέρει στο Ιράν περισσότερη υποστήριξη από τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες επιθυμούν να δουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να βυθίζονται στον Κόλπο και να απομακρύνονται από τις δικές τους γειτονιές.

    Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως της έκβασης του πολέμου, αυτό που διαφαίνεται είναι ότι υπάρχει ανακατανομή δυνάμεων και σφαιρών επιρροής, νέοι και παλαιότεροι παίχτες της γεωπολιτικής σκακιέρας ανταγωνίζονται στο παιχνίδι της εξασφάλισης πόρων και ενέργειας.
    Το τελικό αποτέλεσμα απέχει πολύ, καθώς οι διεργασίες αυτές είναι χρονοβόρες και ασφαλώς θα πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψη τον αστάθμητο παράγοντα.
    Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι κάτι που δεν λαμβάνεται ποτέ υπόψη είναι η βούληση των λαών, παρά (όπως συνέβαινε ανέκαθεν άλλωστε) το συμφέρον των ολίγων.

  • Κάτω από τα ραντάρ: Δεν ήταν μόνο μια κακή νύχτα

    Κάτω από τα ραντάρ: Δεν ήταν μόνο μια κακή νύχτα

    Δεν είναι η πρώτη φορά που μια είδηση σοκάρει την κοινή γνώμη. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που δεν σοκάρουν μόνο για αυτό που συνέβη, αλλά κυρίως για το πώς συνέβη. Η υπόθεση της 19χρονης Μυρτούς στο Αργοστόλι δεν είναι απλώς ένα τραγικό περιστατικό. Είναι μια αλληλουχία γεγονότων που αναδεικνύει κάτι βαθύτερο: την απουσία αντίδρασης τη στιγμή που αυτή ήταν απολύτως αναγκαία.

    Τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά δεν περιγράφουν μόνο μια κατάρρευση. Περιγράφουν κυρίως όσα ακολούθησαν. Την καθυστέρηση, την έλλειψη άμεσης βοήθειας, την επιλογή να μη γίνει το αυτονόητο. Και ακριβώς εκεί μετατοπίζεται το βάρος της υπόθεσης: από το ίδιο το συμβάν, στη διαχείρισή του.

    Κάθε κρίσιμη στιγμή έχει ένα σημείο καμπής. Όχι όταν συμβαίνει το λάθος, αλλά όταν κάποιος καλείται να αντιδράσει. Εκεί κρίνεται η ευθύνη. Εκεί δεν υπάρχουν περιθώρια παρερμηνειών. Όταν η αντίδραση δεν έρχεται, τότε το γεγονός παύει να είναι απλώς ατυχές. Αποκτά άλλη διάσταση. Γίνεται υπόθεση που αφορά τη Δικαιοσύνη.

    Η εξέλιξη της υπόθεσης επιβεβαιώνει αυτή τη διάσταση. Οι εμπλεκόμενοι κρίθηκαν προφυλακιστέοι, γεγονός που δείχνει ότι οι αρχές αντιμετωπίζουν την υπόθεση με τη σοβαρότητα που της αναλογεί και εξετάζουν όχι μόνο το τι συνέβη, αλλά και το τι δεν έγινε όταν έπρεπε.

    Η Δικαιοσύνη καλείται τώρα να δώσει απαντήσεις. Να εξετάσει πράξεις και παραλείψεις, να αποδώσει ευθύνες, να ξεκαθαρίσει τι συνέβη και ποιος φέρει την ευθύνη. Ωστόσο, για την κοινωνία το ζητούμενο δεν είναι μόνο η νομική κατάληξη. Είναι το μήνυμα που θα προκύψει. Αν η αδιαφορία θα θεωρηθεί αμέλεια ή αν θα αναγνωριστεί ως κάτι πολύ πιο σοβαρό.

    Το ερώτημα όμως δεν εξαντλείται εκεί. Γιατί κάθε τέτοια υπόθεση φέρνει στην επιφάνεια και ένα δεύτερο επίπεδο ευθύνης: αυτό της πολιτείας. Τι υπάρχει πριν από ένα τέτοιο περιστατικό; Πόσο επαρκής είναι η πρόληψη, η ενημέρωση, η προστασία; Και κυρίως, τι αλλάζει μετά;
    Γιατί αν η απάντηση περιορίζεται μόνο στη διερεύνηση και την απόδοση ευθυνών, τότε το πρόβλημα παραμένει. Η ουσία βρίσκεται στο αν η εμπειρία αυτή οδηγεί σε αλλαγές που μειώνουν την πιθανότητα επανάληψης.

    Η υπόθεση της Μυρτούς δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που εμπλέκονται. Αφορά τη στάση μιας κοινωνίας απέναντι στην ευθύνη. Όταν η αποφυγή γίνεται ένστικτο, όταν η σκέψη «να μην μπλέξω» υπερισχύει της ανάγκης για βοήθεια, τότε το πρόβλημα ξεπερνά το μεμονωμένο περιστατικό. Αποκτά συλλογικά χαρακτηριστικά.

    Δεν ήταν μόνο μια κακή νύχτα. Ήταν μια σειρά στιγμών όπου η ευθύνη μπορούσε να αναληφθεί και δεν αναλήφθηκε. Και τώρα, η συνέχεια ανήκει τόσο στη Δικαιοσύνη όσο και στην πολιτεία. Η πρώτη καλείται να αποδώσει ευθύνες. Η δεύτερη να αποδείξει ότι τέτοιες υποθέσεις δεν κλείνουν απλώς, αλλά αφήνουν πίσω τους κάτι ουσιαστικό.

    Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μόνο να αποδοθεί το δίκαιο. Είναι να διασφαλιστεί ότι το επόμενο περιστατικό δεν θα συμβεί με τον ίδιο τρόπο. Και αυτό είναι που τελικά δείχνει αν μια κοινωνία μαθαίνει ή απλώς συνεχίζει. Αυτό είναι που μένει, πέρα από τις λεπτομέρειες,
    κάτω από τα ραντάρ.

  • Μεταρρυθμίσεις για ένα πραγματικά σύγχρονο κράτος

    Μεταρρυθμίσεις για ένα πραγματικά σύγχρονο κράτος

    Ας ξεκινήσουμε με μία παραδοχή. Ρουσφέτια γινόντουσαν ανέκαθεν και δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιος πρακτικός τρόπος για να εξαλειφθούν άμεσα. Αυτό δε μπορεί όμως -σε καμία περίπτωση- να αποτελεί επιχείρημα της κυβέρνησης για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ιδίως όταν προεκλογικά το βασικό αφήγημα του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ο εκσυγχρονισμός του κράτους. Με την πρόσφατη εισήγησή του για το ασυμβίβαστο υπουργού/βουλευτή -που ουσιαστικά δεν διορθώνει τίποτα- φάνηκε για ακόμη μια φορά το πόσο φοβικό παραμένει το πολιτικό σύστημα απέναντι στις ουσιαστικές τομές. Το θετικό της όλης υπόθεσης είναι πως άνοιξε ξανά η συζήτηση για τις γενικότερες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται ώστε να αλλάξει σελίδα η χώρα και να φτάσουμε πράγματι στο σημείο να «ανήκομεν εις την Δύσιν».

    Αποκομματικοποίηση δημοσίου

    Είναι αλήθεια πως σήμερα βρισκόμαστε σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Το ΑΣΕΠ έχει παίξει καθοριστικό ρόλο και οι προσλήψεις στο δημόσιο γίνονται με αξιοκρατικό τρόπο. Ωστόσο, τα υψηλόβαθμα στελέχη των υπουργείων και των δημόσιων υπηρεσιών, αυτοί δηλαδή που διοικούν στην πράξη το κράτος και όχι μέσα από τηλεοπτικά πάνελ, αποτελούν «πολιτικές επιλογές» των εκάστοτε υπουργών. Υπουργών που εναλλάσσονται συνεχώς με αποτέλεσμα καμία διοικητική στρατηγική να μην προλαβαίνει να αποκτήσει συνέχεια. Τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του κράτους θα πρέπει να διορίζονται μέσα από ένα σύστημα που θα αξιολογεί την προϋπηρεσία τους και τα προηγούμενα αποτελέσματά τους. Η αξιολόγησή τους όμως δεν θα πρέπει να σταματά με την πρόσληψη. Σε ετήσια βάση θα πρέπει να αξιολογείται η απόδοσή τους και ο βαθμός επίτευξης των στόχων που τους έχουν ανατεθεί.

    Οικονομία και ανάπτυξη  

    Ο τομέας της οικονομίας είναι ίσως εκείνος που έχει ανάγκη από τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις μιας και όλες οι κυβερνήσεις φοβούνται να τον «αγγίξουν» λόγω της επίδρασης που θα είχε μια λάθος κίνηση στις ζωές των ψηφοφόρων. Μία πρώτη βασική παρέμβαση θα ήταν η δημιουργία κινήτρων για συγχωνεύσεις μικρών επιχειρήσεων, η πλειοψηφία των οποίων αγωνίζεται κάθε μήνα για να παραμείνει βιώσιμη. Μέσα από τις συγχωνεύσεις θα τους δοθεί η δυνατότητα να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους βάση και την παραγωγική τους ικανότητα.

    Μία ακόμη πρόταση που θα ευνοούσε την επιχειρηματικότητα είναι η δημιουργία ενός φορολογικού πλαισίου που θα επιβραβεύει την ανάπτυξη και την φορολογική νομιμότητα των επιχειρήσεων αντί να λειτουργεί αποτρεπτικά. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ως εξής:

    1. Ταχύτερη επιστροφή φόρων και προτεραιότητα σε προγράμματα χρηματοδότησης, όταν μια επιχείρηση αυξάνει το προσωπικό της ή τις εξαγωγές της.
    2. Μειωμένη φορολόγηση όταν το κέρδος επανεπενδύεται στην επιχείρηση με σκοπό την ανάπτυξή της.

    Τέλος, μια ακόμη κρίσιμη παρέμβαση που θεωρώ βασική για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, είναι η μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας. Δηλαδή, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τους μισθούς που καταβάλλει στο κράτος μια επιχείρηση. Έτσι θα μπορέσει η επιχείρηση και να αυξήσει τους ήδη υπάρχοντες μισθούς αλλά και να παραμείνει μισθολογικά ανταγωνιστική ώστε να περιορίζεται η διαρροή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού προς το εξωτερικό.

    Δημόσιες δαπάνες

    Για το τέλος άφησα μια από τις πιο βαθιές παθογένειες του ελληνικού κράτους. Αναφέρομαι, φυσικά, στο φαινόμενο διαφθοράς πολιτικών προσώπων που διαχειρίζονται κρατικά κονδύλια. Σύμφωνα με τον δείκτη διαφθοράς (CPI) της Transparency International η Ελλάδα βρίσκεται 56η. Θέση εμφανώς βελτιωμένη από το 2012 όπου η χώρα βρισκόταν 94η. Παρ’ όλα αυτά το πρόβλημα δεν έχει εκλείψει. Για να εξαλειφθεί ή τουλάχιστον να μειωθεί δραστικά, είναι αναγκαία η δημιουργία μίας ανοιχτής ψηφιακής πλατφόρμας όπου ο κάθε πολίτης θα μπορεί να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο που πηγαίνει το κάθε ευρώ του κρατικού προϋπολογισμού με τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα.

    Μήνυμα αισιοδοξίας

    Γνωρίζω καλά πως η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό του κράτους έχει ανοίξει πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτή τη φορά θέλω να ελπίζω πως το πολιτικό αδιέξοδο και η απογοήτευση των πολιτών από το ευρύτερο πολιτικό σύστημα θα οδηγήσει -αν όχι σε ριζική αλλαγή- σε κάποιες βασικές μεταρρυθμίσεις που μέχρι σήμερα φοβόμασταν να παραδεχτούμε ότι χρειαζόμαστε.  

  • Περισκόπιο: Θεία βούληση, γήινες συνέπειες – Η αφήγηση του «ιερού πολέμου»

    Περισκόπιο: Θεία βούληση, γήινες συνέπειες – Η αφήγηση του «ιερού πολέμου»

    Υπάρχει μια στιγμή στον πόλεμο που ο μηχανισμός της κρατικής πολιτικής καταφεύγει σε κάτι παλαιότερο από τη γλώσσα του εθνικού συμφέροντος και της αποτροπής. Στην αντιπαράθεση της κυβέρνησης Τραμπ με το Ιράν, αυτή η στροφή δεν προέκυψε από απόρρητες εκτιμήσεις των μυστικών υπηρεσιών ή από τις αίθουσες του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Αντίθετα, ήρθε στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης Τύπου τη Δευτέρα του Πάσχα. Εκεί, ο Αμερικανός Υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ συνέδεσε μια στρατιωτική επιχείρηση διάσωσης των ΗΠΑ στο Ιράν με την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Δεν ήταν λάθος στη γλώσσα ή μια διακοσμητική μεταφορά. Ήταν μια δημόσια έκφραση ενός θεολογικού πλαισίου που έχει γίνει όλο και πιο ορατό στη γλώσσα που περιβάλλει την αμερικανική πολεμική δραστηριότητα.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/metarrythmiseis-gia-ena-pragmatika-sygchrono-kratos/

    Λίγο αργότερα, ο Τραμπ πρόσφερε τη δική του θεϊκή υποστήριξη στην εκστρατεία: «Ο Θεός υποστηρίζει τον πόλεμο», είπε, «επειδή ο Θεός είναι καλός και ο Θεός θέλει να βλέπει τους ανθρώπους να φροντίζονται». Η παρατήρησή του εκφράστηκε σχεδόν άνετα. Αυτή η άνεση είναι ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να ανησυχεί όποιον μελετά τη σχέση μεταξύ γλώσσας και εξουσίας. Υποδήλωνε ότι το θεολογικό πλαίσιο της αμερικανικής πολεμικής δράσης είχε μετακινηθεί από τα περιθώρια του πολιτικού λόγου πολύ πιο κοντά στο κέντρο. Αυτή δεν είναι μια ασήμαντη ρητορική μετατόπιση. Μπορεί να αποδειχθεί μία από τις πιο σημαντικές και λιγότερο εξετασμένες εξελίξεις στη σύγχρονη αμερικανική πολεμική ρητορική.
    Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επανειλημμένα χρησιμοποιήσει θρησκευτική ρητορική για τους σκοπούς της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό, φυσικά, δεν αποτελεί νέα παρατήρηση. Μελετητές όπως ο Άντριου Πρέστον, του οποίου το έργο Sword of the Spirit, Shield of Faith (Το Ξίφος του Πνεύματος, η Ασπίδα της Πίστης) ανατρέχει στη στενή σχέση μεταξύ του αμερικανικού χριστιανισμού και της αμερικανικής πολιτικής τέχνης σε τέσσερις αιώνες, έχουν δείξει πόσο βαθιά έχει διαμορφώσει η θρησκεία τον πολιτικό σκοπό των ΗΠΑ. Ο Γουόλτερ Ράσελ Μιντ, στο God’s Country? (Η Χώρα του Θεού;), επίσης, χαρτογράφησε τα ευαγγελικά και τζάκσονικά ρεύματα που υποκρύπτονται στη στρατηγική σκέψη των ΗΠΑ. Συνολικά, αυτά τα έργα τεκμηρίωσαν πόσο βαθιά οι θρησκευτικές πεποιθήσεις διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται τον ρόλο της χώρας τους στον κόσμο. Αυτή η παράδοση δεν παρέμεινε περιορισμένη στο πολιτισμικό υπόβαθρο ή στις ιδιωτικές πεποιθήσεις. Αντίθετα, έχει επανειλημμένα αναδυθεί στη γλώσσα μέσω της οποίας οι Αμερικανοί ηγέτες έχουν ερμηνεύσει τον πόλεμο, την τάξη και τον εθνικό σκοπό.

    Ο Γούντροου Γουίλσον εμπότισε το όραμά του για τη Φιλελεύθερη Διεθνή Τάξη με ένα διακριτά καλβινιστικό χριστιανικό ήθος. Ομοίως, ο Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ παρουσίασε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια καθοριστική μάχη μεταξύ των δυνάμεων του χριστιανικού πολιτισμού και της ειδωλολατρικής βαρβαρότητας. Το 1983, ο χαρακτηρισμός της Σοβιετικής Ένωσης ως «αυτοκρατορίας του κακού» από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, που εκφωνήθηκε μπροστά σε ακροατήριο ευαγγελικών χριστιανών, ήταν τόσο θεολογικός όσο και γεωπολιτικός. Η θρησκεία έχει από καιρό στηρίξει τη δομή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά συνήθως παρέμενε πίσω από την πρόσοψη. Αυτό που είναι διαφορετικό τώρα είναι ότι έχει προωθηθεί, ως βασικός πυλώνας και ορατή, στην επίσημη αιτιολόγηση για θανατηφόρες στρατιωτικές ενέργειες.

    Η τελευταία φορά που ένας πρόεδρος των ΗΠΑ επέτρεψε στη γλώσσα του ιερού πολέμου να διαρρεύσει στο κοινό με τόσο γυμνό τρόπο ήταν τις ημέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, όταν ο Τζορτζ Μπούς περιέγραψε την επερχόμενη αντίδραση ως «σταυροφορία». Οι βοηθοί του έσπευσαν μέσα σε λίγες ώρες να το ανακαλέσουν. Η λέξη, κατάλαβαν, έφερε μαζί της αιώνες συγκεκριμένης και καταστροφικής σημασίας σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Ήταν μια μικρογραφία διπλωματικής καταστροφής. Η διόρθωση ήταν άμεση, επειδή η κυβέρνηση κατάλαβε τι επικοινωνούσε η λέξη στον μουσουλμανικό κόσμο, όπου οι Σταυροφορίες δεν είναι κάτι μακρινό, αλλά ένα ιστορικό τραύμα.
    Δυστυχώς, αυτή τη φορά δεν έγινε καμία τέτοια διόρθωση. Αυτό που κάποτε έπρεπε να αποκηρυχθεί ως διπλωματικό εμπόδιο, τώρα φαίνεται να έχει υιοθετηθεί ως κυρίαρχη ρητορική του πολέμου.
    Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι απλώς η αφήγηση· είναι η θεσμική πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από αυτήν. Ο Πιτ Χέγκσεθ δεν είναι μια τυχαία φιγούρα. Εδώ και χρόνια εκφράζει ανοιχτά τις πεποιθήσεις του, συμπεριλαμβανομένου του οράματός του για τον αμερικανικό στρατό ως μια χριστιανική μαχητική δύναμη. Στο βιβλίο του του 2024, The War on Warriors: Behind the Betrayal of the Men Who Keep Us Free, απεικονίζει το Πεντάγωνο ως έναν θεσμό που έχει διαφθαρεί από κοσμικές και προοδευτικές αξίες, έναν θεσμό που πρέπει να ανακτηθεί για χάρη ενός πολεμικού χριστιανισμού. Ο διορισμός του ερμηνεύτηκε τόσο από τους υποστηρικτές όσο και από τους επικριτές του ως μια ιδεολογική δήλωση σχετικά με το ποιος, κατά την άποψη της κυβέρνησης Τραμπ, είναι ο ρόλος του στρατού.

    Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να ερμηνευθεί η μεταφορά του για την ανάσταση. Δεν ήταν μια απλή φιγούρα. Σήμανε σε ένα συγκεκριμένο εκλογικό σώμα ότι ο πόλεμος φέρει θεϊκή έγκριση, ότι οι Αμερικανοί στρατιώτες κάνουν το έργο του Θεού και ότι ο εχθρός, κατά συνέπεια, βρίσκεται στη λάθος πλευρά μιας κοσμικής τάξης. Αυτό είναι κάτι πραγματικά επικίνδυνο να επικοινωνηθεί, για λόγους που ξεπερνούν κατά πολύ τη διπλωματική ευαισθησία.
    Ο κίνδυνος του «ιερού πολέμου» ως πολιτικής έννοιας δεν έγκειται μόνο στον ενθουσιασμό που προκαλεί, αλλά και στο πόσο λίγο περιθώριο αφήνει για αμφιβολία, αυτοσυγκράτηση ή αναθεώρηση. Όταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ενσωματώνονται σε μια ιερή αφήγηση, τα συνήθη εργαλεία της πολιτικής τέχνης, της αναπροσαρμογής και της αξιολόγησης κόστους-οφέλους αρχίζουν να υπονομεύονται.

    Δεν πρόκειται για θεωρητικό ζήτημα. Οι ιστορικοί των Σταυροφοριών έχουν από καιρό επισημάνει πώς η θεολογία του δίκαιου πολέμου, μόλις συγχωνεύθηκε με τη θεολογία της ιερής αποστολής, οδήγησε σε εκστρατείες εξαιρετικής βίας που συνεχίστηκαν πολύ πέρα από κάθε λογική στρατηγική λογική, ακριβώς επειδή οι συμμετέχοντες τις αντιλαμβάνονταν ως συμμετοχή στη θεία ιστορία. Η λεηλασία της Ιερουσαλήμ το 1099, για την οποία ο χρονογράφος Ραϋμόνδος του Αγκιλέρ έγραψε ότι οι σταυροφόροι έτρεχαν μέσα σε αίμα που έφτανε μέχρι τα χαλινάρια των αλόγων τους, δεν θεωρήθηκε από τους δράστες ως φρικαλεότητα. Θεωρήθηκε ως εκπλήρωση προφητείας.

    Μόλις η στρατιωτική δράση χαρακτηριστεί ως ιερή υποχρέωση, ενέχει κινδύνους που τα κοσμικά στρατηγικά πλαίσια δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένα για να περιορίσουν. Οι ιερές υποχρεώσεις δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Είτε εκπληρώνονται είτε αποτυγχάνουν.
    Υπάρχει μια βαθιά ειρωνεία σε αυτή την αλλαγή. Αυτή η θρησκευτική διατύπωση της αμερικανικής στρατιωτικής δράσης εμφανίζεται ακριβώς μετά από δύο δεκαετίες κατά τις οποίες οι Ηνωμένες Πολιτείες επέμεναν απέναντι στις χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία ότι οι συγκρούσεις τους δεν ήταν θρησκευτικοί πόλεμοι. Για χρόνια, το επιχείρημα ήταν ότι ο εχθρός ήταν μια συγκεκριμένη εξτρεμιστική ιδεολογία, όχι το ίδιο το Ισλάμ, και ότι η Αμερική σέβεται τον μουσουλμανικό λαό.

    Αυτό το επιχείρημα, που βρισκόταν πάντα υπό πίεση λόγω της πραγματικής αμερικανικής πολιτικής, τώρα υπονομεύεται από μέσα. Όταν ο υπουργός Άμυνας πλαισιώνει μια επιχείρηση στο Ιράν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της ανάστασης του Ιησού, δεν μιλάει στο κενό. Οι δηλώσεις του αντηχούν σε όλο το παγκόσμιο σύστημα των μέσων ενημέρωσης και μεταφράζονται αμέσως στα αραβικά, τα περσικά, τα ουρντού, τα τουρκικά και τα ινδονησιακά. Σε αυτές τις περιοχές, η ιστορική μνήμη των χριστιανικών ιεραποστολικών προσπαθειών ως μέρος του ευρύτερου πλαισίου του ευρωπαϊκού αποικιοκρατισμού είναι ακόμα πολύ ζωντανή.

    Ομάδες όπως το ISIS και η Αλ Κάιντα έχουν χρησιμοποιήσει τον ισχυρισμό ότι η Δύση διεξάγει μια «Σταυροφορία» εναντίον του Ισλάμ ως κεντρικό στοιχείο των μηνυμάτων στρατολόγησής τους. Για χρόνια, αξιωματούχοι των ΗΠΑ και δυτικοί αναλυτές έχουν προσπαθήσει να διαψεύσουν αυτή την αφήγηση, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια παρανοϊκή παραμόρφωση σχεδιασμένη να υποκινήσει τη βία. Η γλώσσα του Hegseth δείχνει το αντίθετο: έναν αξιωματούχο του αμερικανικού υπουργικού συμβουλίου που χρησιμοποιεί τη διαλεκτική του χριστιανικού Ιερού Πολέμου για να περιγράψει μια στρατιωτική επιχείρηση.

    Η έρευνα σχετικά με τη ριζοσπαστικοποίηση έχει δείξει με συνέπεια ότι η αντίληψη της πολιτισμικής επιθετικότητας, το αίσθημα ότι η πίστη και η κοινότητα κάποιου δέχονται υπαρξιακή επίθεση, είναι ένας από τους ισχυρότερους κινητήριους μοχλούς του βίαιου εξτρεμισμού. Το θρησκευτικό πλαίσιο που προέρχεται από την Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αγνοηθεί.

    Όταν ο πόλεμος παρουσιάζεται ως πράξη θείας βούλησης, οι εσωτερικοί πολιτικοί περιορισμοί που διαφορετικά θα μπορούσαν να μετριάσουν τη διεξαγωγή του αποδυναμώνονται. Η κριτική παύει να αποτελεί πολιτική διαφωνία και μετατρέπεται σε κάτι που μοιάζει με ασέβεια. Οι σύμμαχοι που εκφράζουν επιφυλάξεις παρουσιάζονται ως εμπόδιο σε ένα θεϊκό σχέδιο. Οι διπλωματικές διέξοδοι καθίστανται ηθικά αβάσιμες· δεν συμβιβάζεται κανείς με τους εχθρούς του Κυρίου.

    Δεν πρόκειται για υποθετικές δυναμικές. Είναι τα προβλέψιμα αποτελέσματα της ιερής σκέψης, ένα μοτίβο ορατό από τους Ευρωπαϊκούς Θρησκευτικούς Πολέμους του 16ου και 17ου αιώνα έως τις θρησκευτικές συγκρούσεις της μετα-αποικιακής εποχής. Είναι ευθύνη της αναλυτικής κοινότητας να ονομάσει αυτό το φαινόμενο όπως ακριβώς είναι. Αντιπροσωπεύει έναν τρόπο σκέψης για τον πόλεμο που τοποθετεί τον εαυτό του πέρα από τα κοσμικά εργαλεία της διπλωματίας, του δικαίου και της στρατηγικής λογικής, στα οποία βασίζεται η διεθνής τάξη για τη διαχείριση της βίας μεταξύ κρατών.
    Υπάρχει μια εκδοχή αυτής της ιστορίας που αντιμετωπίζει τη θεολογική γλώσσα ως πολιτικό θέατρο — «τροφή» για την εγχώρια ευαγγελική βάση, όχι ως πραγματικό οδηγό πολιτικής. Ίσως. Όμως, η διάκριση μεταξύ ειλικρινούς πίστης και πολιτικής παράστασης είναι λιγότερο σημαντική από το γεγονός ότι η ίδια η παράσταση διαμορφώνει το περιβάλλον στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις. Αυτό συμβαίνει καθώς οι σύμμαχοι αναπροσαρμόζουν τη σχέση τους με την Ουάσιγκτον με βάση τα μηνύματα της αμερικανικής ηγεσίας σχετικά με την εθνική ταυτότητα, και καθώς οι αντίπαλοι ερμηνεύουν τι θέλει και σκοπεύει να κάνει η Ουάσιγκτον.

    Η ανάσταση του Ιησού, στη χριστιανική θεολογία, είναι η οριστική νίκη του Θεού επί του θανάτου και του κακού. Το να την επικαλεστεί κανείς ως πλαίσιο για μια στρατιωτική επιχείρηση σημαίνει να προβάλλει έναν συγκεκριμένο και εξαιρετικά σημαντικό ισχυρισμό: ότι η επιχείρηση ακολουθεί την ίδια λογική του τελικού, θεϊκά προορισμένου θριάμβου. Δεν υπάρχει διαπραγμάτευση με την ανάσταση. Δεν υπάρχει συμβιβασμός στον άδειο τάφο.

    Αυτή είναι η συνέπεια όσων λέγονται τώρα από το εσωτερικό του Πενταγώνου. Ο κόσμος πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο τι σημαίνουν αυτά τα λόγια.

  • Ηλεία: Δεν το έκαψε μόνο το τσιγάρο, το έκαψε η υποκρισία μας

    Ηλεία: Δεν το έκαψε μόνο το τσιγάρο, το έκαψε η υποκρισία μας

    Η προφυλάκιση της μητέρας και του συντρόφου της για την κακοποίηση του 10 μηνών βρέφους στην Ηλεία προσφέρει στην κοινωνία μια πρόσκαιρη και ρηχή ανακούφιση. Η αυτονόητη νομική εξιλέωση, ωστόσο, δεν αρκεί για να κλείσει το τραύμα. Η εικόνα ενός μωρού που χρησιμοποιήθηκε συστηματικά ως σταχτοδοχείο δεν είναι απλώς άλλη μια σελίδα στο αστυνομικό δελτίο. Αποτελεί την επιτομή της απόλυτης φρίκης και τον καθρέφτη μιας βαθιάς, πολυεπίπεδης κοινωνικής και θεσμικής χρεοκοπίας.

    Απέναντι σε αυτή τη δυστοπία, ο συλλογικός μας ψυχισμός ενεργοποιεί τον πιο βολικό μηχανισμό άμυνας: την Ετεροποίηση (Othering). Χαρακτηρίζοντας τους δράστες ως «τέρατα» και «απάνθρωπους», το κοινωνικό σύνολο νίπτει τας χείρας του. Τους αποκόπτει από το ανθρώπινο είδος για να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι τέτοια εγκλήματα είναι βιολογικές εξαιρέσεις που δεν μας αφορούν. Η άβολη κλινική και κοινωνιολογική αλήθεια, όμως, είναι πως το κολαστήριο της Ηλείας δεν στήθηκε από εξωγήινους. Υπήρξε το οργανικό προϊόν μιας κοινωνίας που θρέφει την ψυχοπαθολογία, ανέχεται τη βία και εκπαιδεύεται συστηματικά να κοιτάζει αλλού.

    Η Ψυχολογία του Κακοποιητή: Το Τσιγάρο ως Εργαλείο Αποανθρωποποίησης

    Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του εγκλήματος, πρέπει να δούμε την ωμή πραγματικότητα της κακοποίησης πίσω από τις λέξεις. Το να σβήνεις ένα αναμμένο τσιγάρο πάνω στο δέρμα ενός βρέφους δεν αποτελεί μια παρορμητική πράξη, ούτε μια στιγμή ανεξέλεγκτου θυμού (Αντιδραστική Επιθετικότητα). Είναι το αποκορύφωμα της Εργαλειακής και Σαδιστικής Βίας.

    Αυτού του είδους η βία απαιτεί χρόνο, εστίαση και απόλυτη ψυχρότητα. Για να μπορέσει ο δράστης να το πράξει ξανά και ξανά, έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσει μέσα του τον μηχανισμό της Ηθικής Αποδέσμευσης (Moral Disengagement). Το 10μηνο αγοράκι υπέστη πλήρη Αποανθρωποποίηση  στο μυαλό του βασανιστή του: υποβιβάστηκε από έμβιο, πάσχον ον, σε ένα άψυχο «αντικείμενο» εκτόνωσης. Μέσω της ψυχολογικής μετάθεσης, ο δράστης βρήκε το τέλειο «δοχείο» για να ξεράσει την ανάγκη του για απόλυτη εξουσία, επιλέγοντας συνειδητά τον μοναδικό στόχο που αδυνατούσε βιολογικά να αμυνθεί, να μιλήσει ή να ζητήσει βοήθεια.

    Το Σύνδρομο της Μητέρας: Τραυματικός Δεσμός και Γνωστική Ασυμφωνία

    Η στάση της 20χρονης μητέρας προκαλεί δικαιολογημένα τη μεγαλύτερη κοινωνική οργή, καθώς ανατρέπει βίαια τον ιερό μύθο της μητρικής προστασίας. Η ψυχολογία, ωστόσο, δεν ηθικολογεί· εξηγεί τον μηχανισμό της κατάρρευσης.

    Πώς μια μητέρα γίνεται σιωπηλός συνεργός στο βασανιστήριο του παιδιού της; Μέσα σε συνθήκες συστηματικού τρόμου και κακοποίησης, το θύμα συχνά κυριεύεται από Μαθημένη Αβοηθητότητα (Learned Helplessness). Το νευρικό σύστημα, συνθλιμμένο από το χρόνιο στρες, παραλύει. Σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ενός ισχυρού Τραυματικού Δεσμού (Trauma Bond) με τον κακοποιητή όπου ο φόβος, η εξάρτηση και η διαστρεβλωμένη αντίληψη της «αγάπης» γίνονται ένα η λογική αντικαθίσταται από το πρωτόγονο ένστικτο της προσωπικής επιβίωσης.

    Για να μην καταρρεύσει ολοκληρωτικά βλέποντας το παιδί της να καίγεται, η μητέρα ενεργοποίησε μια ακραία Γνωστική Ασυμφωνία (Cognitive Dissonance). Άρχισε να παραποιεί την πραγματικότητα στο ίδιο της το μυαλό, να βαφτίζει τα εγκαύματα «ατυχήματα» και να εκλογικεύει το παράλογο. *Αυτή η κλινική εξήγηση δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση νομική ή ηθική αθώωση.* Αποτελεί όμως τον χάρτη για να δούμε πόσο βαθιά μπορεί να διαβρώσει η βία τον ανθρώπινο ψυχισμό.

     Η Ομερτά της Γειτονιάς: Το Φαινόμενο του Παρευρισκόμενου

    Το πιο εξοργιστικό στοιχείο της υπόθεσης είναι πως αυτό το μαρτύριο εκτυλίχθηκε μέσα σε κατοικημένη περιοχή. Ο πόνος ενός εγκαύματος από τσιγάρο δεν προκαλεί απλό κλάμα· παράγει μια σπαρακτική κραυγή που τρυπάει τοίχους. Η αδράνεια των γειτόνων που ενδεχομένως άκουσαν, δεν είναι απλή απάθεια. Είναι η κλασική εφαρμογή της Διάχυσης της Ευθύνης (Diffusion of Responsibility) και του Φαινομένου του Παρευρισκόμενου (Bystander Effect)

    Όσοι άκουγαν, καθησύχαζαν τη συνείδησή τους με τη σκέψη ότι «κάποιος άλλος θα πάρει την αστυνομία» ή «δεν μπορώ να είμαι σίγουρος τι συμβαίνει». Αυτή η συλλογική δειλία τρέφεται άμεσα από την παθογένεια της ελληνικής κουλτούρας περί του «άβατου» της οικογένειας. Το δόγμα «τα εν οίκω μη εν δήμω» και το «τι με νοιάζει τι κάνουν στο σπίτι τους», μετατρέπουν τη γειτονιά από δίκτυο προστασίας σε πεδίο συγκάλυψης. Η σιωπή πίσω από τις κλειστές πόρτες δεν ήταν απλή αποφυγή εμπλοκής· λειτούργησε ως άτυπη νομιμοποίηση της κτηνωδίας.

    Η Θεσμική Γύμνια και τα «Αόρατα» Παιδιά

    Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ανοιχτή πληγή. Το Κράτος, παραδοσιακά, εμφανίζεται στο τέλος, συχνά αναλαμβάνοντας ρόλο ιατροδικαστή. Έφτασε αφού το κακό είχε ήδη γίνει.

     Ο Σκοτεινός Αριθμός: Βρέφη και νήπια αποτελούν τον απόλυτο «σκοτεινό αριθμό» (dark figure) της εγκληματικότητας. Επειδή ακριβώς δεν είναι ενταγμένα σε κάποιο σχολικό περιβάλλον όπου δάσκαλοι θα μπορούσαν να εντοπίσουν τα σημάδια, παραμένουν αόρατα για το σύστημα.

     Η Απουσία Δικλείδων Ασφαλείας: Χωρίς αυστηρά, θεσμοθετημένα πρωτόκολλα Υποχρεωτικής Αναφοράς (Mandatory Reporting) από παιδιάτρους, φαρμακοποιούς και δομές υγείας, και χωρίς την ύπαρξη παρεμβατικών κοινωνικών υπηρεσιών σε επίπεδο γειτονιάς/δήμου, η Πολιτεία είναι καταδικασμένη να λειτουργεί μόνο κατασταλτικά. Το σύστημα δεν προλαμβάνει τον πόνο, απλώς μετράει τα τραύματα εκ των υστέρων.

    Η φυλάκιση των δραστών είναι το ελάχιστο κοινωνικό συμβόλαιο. Όσο, όμως, εξαντλούμε την οργή μας σε ψηφιακούς λιθοβολισμούς στο διαδίκτυο, ενώ την ίδια στιγμή χαμηλώνουμε την τηλεόραση για να ακούσουμε καλύτερα, χωρίς να αντιδράμε, στις κραυγές από το διπλανό διαμέρισμα, η ιστορία θα επαναλαμβάνεται. Το παιδί στην Ηλεία δεν κάηκε μόνο από τη σπίθα ενός τσιγάρου. Έγινε το τραγικό θύμα διεστραμμένων ατόμων, ενός ανύπαρκτου κράτους προνοίας και μιας κοινωνίας που έχει μάθει άριστα να κοιτάζει από την άλλη πλευρά.