Ένα από τα πιο εμβληματικά projects αστικής ανάπλασης στα Ιωάννινα είναι η κεντρική πλατεία. Και ακριβώς επειδή πρόκειται για την «καρδιά» της πόλης, το έργο δεν περνά ποτέ αθόρυβα. Τροφοδοτεί συζητήσεις στην κοινωνία, φουντώνει αντιπαραθέσεις στο Δημοτικό Συμβούλιο και κυρίως, δοκιμάζει την αξιοπιστία όσων το διαχειρίζονται.
Η ιστορία του ξεκινά το 2017 και, οκτώ χρόνια μετά, παραμένει ανοιχτή. Το βέβαιο είναι πως και το 2026 θα εξακολουθήσει να απασχολεί τους Γιαννιώτες – όχι μόνο για το τελικό αποτέλεσμα, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε.
Το 2017 άνοιξε ο κύκλος με «Διεθνή Διαγωνισμό» για την Πλατεία Πύρρου
Τον Ιούλιο του 2017, το Δημοτικό Συμβούλιο Ιωαννίνων, επί δημαρχίας Θωμά Μπέγκα, αποφάσισε τη διεξαγωγή Διεθνούς Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού Προσχεδίων για την «Ανάπλαση της Πλατείας Πύρρου». Τότε είχε τονιστεί πως η πλατεία είχε «ταλαιπωρηθεί και βανδαλιστεί» και ότι η νέα μελέτη θα στόχευε στη δημιουργία ενός χώρου κοινωνικής αναφοράς, αντάξιου της πόλης.
Ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε λίγους μήνες αργότερα, με πρώτο βραβείο τη μελέτη που σήμερα εφαρμόζεται, με μία κομβική αλλαγή. Η πρόβλεψη για μαύρο κιβόλιθο αντικαταστάθηκε από γκρι χρωματισμό ύστερα από έντονες αντιδράσεις. Η μελέτη παραδόθηκε στον Δήμο το 2019 και εντάχθηκε στο Σχέδιο Βιώσιμης Αστικής Ανάπλασης.
Όμως εδώ αρχίζει και το πρώτο ερώτημα ευθύνης. Από το 2017 ως το 2019 υπήρχε μια καθαρή θεσμική διαδρομή. Αυτό που δεν υπήρξε – ενώ θα έπρεπε – ήταν ένα αντίστοιχα καθαρό πλαίσιο ενημέρωσης και πολιτικής συνέχειας, ώστε μια τόσο κεντρική παρέμβαση να μην μετατραπεί σε έργο-ορόσημο της καθυστέρησης.
Εκλογές, επανεξέταση και μια πορεία που άλλαξε χωρίς να «κλείσει» τα ερωτήματα
Οι δημοτικές εκλογές του 2019 έφεραν νέα διοίκηση στον Δήμο Ιωαννιτών, η οποία επανεξέτασε το έργο. Παρότι αρχικά εξετάστηκε η αποφυγή υλοποίησης της συγκεκριμένης μελέτης, η κατάσταση της πλατείας – με συνεχείς φθορές στα πλακίδια και αδυναμία συντήρησης – οδήγησε στην απόφαση να προχωρήσει τελικά η πλήρης ανάπλαση, με τροποποιήσεις στην αρχική μελέτη.
Το έργο δεν είχε ενταχθεί ποτέ στο ΕΣΠΑ, άρα δεν υπήρξε απώλεια χρηματοδότησης. Αντίθετα, εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Αντώνης Τρίτσης».
Κι εδώ όμως προκύπτει το κρίσιμο ζήτημα. Η αλλαγή πορείας και οι τροποποιήσεις είναι θεμιτές όταν τεκμηριώνονται και υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Αυτό που οι τοπικές αρχές οφείλουν να απαντήσουν είναι αν υπήρξε πραγματικά συνεκτικός σχεδιασμός ή αν το έργο οδηγήθηκε από απόφαση σε απόφαση, ανάλογα με τις πιέσεις της συγκυρίας. Η πλατεία δεν είναι «ένα ακόμη εργοτάξιο». Είναι το κέντρο της πόλης και κάθε διοικητική αστοχία πληρώνεται σε καθημερινή ταλαιπωρία, εικόνα και οικονομική δραστηριότητα.
Προϋπολογισμός, μελέτη και ανάδοχος
Ο προϋπολογισμός του έργου είναι 5.200.000 ευρώ με ΦΠΑ, με καθαρή δαπάνη 4.193.548 ευρώ. Η μελέτη εκπονήθηκε από την ομάδα που κέρδισε τον Διεθνή Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό, παραλήφθηκε από την Τεχνική Υπηρεσία και εγκρίθηκε αρμοδίως.
Την Οριστική Μελέτη, τη Μελέτη Εφαρμογής και τα Τεύχη Δημοπράτησης συνέταξε, όπως ανατέθηκε από τη Δημοτική Αρχή, ομάδα που αποτελείται από τους Γιαννιώτες αρχιτέκτονες Παύλο Βλαστό (Αρχιτέκτονα ΕΜΠ και Πολιτικό Μηχανικό ΔΠΘ) και Γιωργίνα Παπαγεωργίου (Αρχιτέκτονα ΕΜΠ).
Η δημοπράτηση έγινε στις 15 Φεβρουαρίου 2022, με ανάδοχο την Τρίπυλος ΑΤΕΒΕ, με έκπτωση 31,73%. Το συμφωνητικό υπογράφηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2022 και η αρχική προθεσμία ολοκλήρωσης ορίστηκε για τον Ιούνιο του 2024.
Σε αυτό το σημείο, το θέμα δεν είναι αν «υπάρχουν στοιχεία». Υπάρχουν. Το θέμα είναι αν οι αρχές διαχειρίστηκαν το έργο με τρόπο που να προλαμβάνει κρίσιμες εμπλοκές. Γιατί σε ένα έργο τέτοιας κλίμακας – και τέτοιας σημασίας – δεν αρκεί να επικαλείσαι διαδικασίες. Πρέπει να αποδεικνύεις διοικητική επάρκεια.
Το 35% και το αίτημα για παράταση έως 31 Ιουλίου 2026
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σήμερα έχει ολοκληρωθεί περίπου το 35% των εργασιών. Η εργοληπτική εταιρεία έχει αιτηθεί παράταση έως τις 31 Ιουλίου 2026, επικαλούμενη:
- Δυσμενείς καιρικές συνθήκες από τον Δεκέμβριο 2024 έως τον Απρίλιο 2025, με συνεχείς βροχοπτώσεις και χαμηλές θερμοκρασίες.
- Καθυστερήσεις στις τροποποιήσεις των αρχιτεκτονικών σχεδίων, ειδικά στα σημεία σύνδεσης με το συγκρότημα της «Όασης» και τον δρόμο.
- Πολύμηνες καθυστερήσεις λόγω αναθεώρησης της μελέτης πυρασφάλειας του υπόγειου χώρου στάθμευσης, που εμπόδισαν τη συνέχιση των εργασιών.
- Τροποποιήσεις στα κλιμακοστάσια του πάρκινγκ ώστε να εναρμονιστούν με τις στατικές συνθήκες του φέροντος οργανισμού.
Η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου αποδέχεται ότι οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του αναδόχου, αλλά σε εξωτερικούς παράγοντες.
Αυτό, όμως, είναι ακριβώς το σημείο όπου οι τοπικές αρχές οφείλουν να δεχθούν την κριτική. Όταν μιλάμε για «εξωτερικούς παράγοντες», μιλάμε συχνά για ζητήματα που όφειλαν να έχουν προβλεφθεί νωρίτερα στο επίπεδο του σχεδιασμού και του συντονισμού. Ο καιρός δεν είναι έκπληξη, ειδικά σε έργο με χρονικό ορίζοντα ετών. Οι αλλαγές σε σχέδια σύνδεσης με κομβικά σημεία (όπως η «Όαση») και οι αναθεωρήσεις πυρασφάλειας για υπόγειο πάρκινγκ δεν εμφανίζονται από το πουθενά: είναι ακριβώς οι «τεχνικές λεπτομέρειες» που όφειλαν να έχουν θωρακιστεί πριν το έργο μετατραπεί σε ανοιχτή πληγή στο κέντρο της πόλης.
Και όσο οι αρχές περιορίζονται στο να καταγράφουν αιτίες, χωρίς να εξηγούν γιατί δεν υπήρξε έγκαιρος προγραμματισμός, η πραγματική συνέπεια πέφτει στον πολίτη και στην αγορά. Κυκλοφοριακή πίεση, εικόνα εργοταξίου, υποβάθμιση της καθημερινότητας, επιβάρυνση της τοπικής οικονομίας. Αυτά δεν είναι «παράπλευρες απώλειες». Είναι η ουσία του προβλήματος.
Η κεντρική πλατεία δεν αντέχει να γίνει «σύνηθες δημόσιο έργο»
Ναι, καθυστερήσεις συμβαίνουν. Αλλά δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως κανονικότητα όταν πρόκειται για την κεντρική πλατεία, την πιο συμβολική και πιο λειτουργική υποδομή της πόλης. Η σύγκριση με «άλλα δημόσια έργα» δεν αποτελεί δικαιολογία· αποτελεί παραδοχή χαμηλών προσδοκιών.
Αν αυτή είναι η τρίτη παράταση, τότε η τοπική διοίκηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να εγγυηθούν – όχι επικοινωνιακά, αλλά με σαφές σχέδιο και λογοδοσία – ότι θα είναι και η τελευταία. Γιατί στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι οι διακηρύξεις περί «σύγχρονου δημόσιου χώρου», αλλά η διαχείριση μιας οκταετούς περιπέτειας που δεν επιτρέπεται να συνεχίσει να σέρνεται σε βάρος της πόλης.

Leave a Reply