Στην πρώτη του συνέντευξη μετά την εκκίνηση της δημόσιας συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «ψεύτικο» το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι υπάρχει θυμός στην κοινωνία. Το βασικό του μήνυμα ήταν πως, σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας, απαιτείται σταθερότητα και μια κυβέρνηση που «αντιλαμβάνεται τους διεθνείς συσχετισμούς».
Στο πεδίο των εκλογικών κανόνων, ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει σε αλλαγή εκλογικού νόμου, λέγοντας χαρακτηριστικά «δεν πειράζω τους κανόνες του παιχνιδιού». Για την προοπτική κάλπης και κυβερνησιμότητας, εμφανίστηκε βέβαιος ότι η αυτοδυναμία είναι εφικτή, λέγοντας: «Θεωρώ ότι είναι ένας στόχος εφικτός. Σίγουρα είναι πιο εφικτός αυτός ο στόχος από το να ισχυρίζεται το ΠΑΣΟΚ ότι θα είναι πρώτο κόμμα -το λέω σε αντιδιαστολή».
Ελληνοτουρκικά, Χάγη και NAVTEX χωρίς «διαμεσολαβητές»
Ο πρωθυπουργός τοποθέτησε στο διάστημα έως τις 15 Φεβρουαρίου τη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, απορρίπτοντας την ιδέα «επιδιαιτητών ή διαμεσολαβητών στα ελληνοτουρκικά». Άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο διεθνούς δικαιοδοτικού δρόμου προς τη Χάγη, αλλά υπογράμμισε ότι όσο παραμένουν στο τραπέζι ζητήματα όπως η «θεωρία των γκρίζων ζωνών», όσο αμφισβητείται έστω εμμέσως η κυριαρχία στο Αιγαίο και όσο υφίσταται απειλή πολέμου, είναι δύσκολο να φτάσουν τα πράγματα εκεί.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε ότι κρατά τη δήλωση του Χακάν Φιντάν ως «μια θετική αναγνώριση» πως η Τουρκία μπορεί να μην αναδεικνύει ορισμένα πάγια θέματα με την ίδια ένταση όπως παλαιότερα, σημειώνοντας ωστόσο ότι ακολούθησαν οι πάγιες θέσεις του τουρκικού υπουργείου Άμυνας. Για τη διετούς διάρκειας τουρκική NAVTEX δήλωσε πως η Ελλάδα έχει «την πάγια θέση μας για τον παράνομο νομικό χαρακτήρα τους» και επανέλαβε τη γραμμή ότι «η Ελλάδα δεν χρειάζεται να πάρει άδεια από κανέναν για ένα έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης στο Αιγαίο».
Αναφερόμενος στο σκηνικό που δημιουργήθηκε στην Κάσος, είπε ότι «δεν υπήρξε κάποια εκκρεμότητα, ούτε κάποιο τετελεσμένο», ενώ, ερωτηθείς για το αν υπήρξαν χαμένες ευκαιρίες για συμφωνία με την Τουρκία, παραδέχθηκε ότι «σε εποχές μικρότερης έντασης ίσως υπήρχαν ευκαιρίας να λύσουμε τη μία και μόνη μεγάλη διαφορά».
Εξωτερική πολιτική, Ισραήλ και πόλεμος στην Ουκρανία
Ο πρωθυπουργός επέμεινε ότι η ελληνική διπλωματία δεν κινείται με λογική αδράνειας, τονίζοντας: «δουλειά μου είναι να ενισχύω τη διαπραγματευτική θέση της πατρίδας μας» και προσθέτοντας ότι «δεν επενδύσαμε ποτέ στη στασιμότητα». Στο ίδιο σκεπτικό ενέταξε και την επιλογή εξοπλισμών, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα ενισχύεται όχι για «αντιδιαστολή» με την Τουρκία, αλλά επειδή οι Ένοπλες Δυνάμεις υπηρετούν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής πολιτικής, υπογραμμίζοντας: «Δεν αναμέναμε να δούμε παράθυρο ευκαιρίας με την Τουρκία χωρίς να επενδύουμε στη δική μας ισχύ».
Για τις σχέσεις με το Ισραήλ είπε ότι έχουν χτιστεί από διαδοχικές κυβερνήσεις και υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για ανταγωνιστική σχέση «Ελλάδας – Τουρκίας» ή «Ισραήλ – Τουρκίας», προσθέτοντας πως η Ελλάδα επιδιώκει στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, ειδικά στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Παράλληλα, εκτίμησε ότι η Ελλάδα θα βρεθεί στο κέντρο της επόμενης ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, χωρίς να υπονομεύεται η σχέση της με τις ΗΠΑ.
Για τον πόλεμο στην Ουκρανία, απάντησε στην κριτική περί υπερβολικής στάσης απέναντι στη Ρωσία λέγοντας ότι η στήριξη της Ελλάδας στην Ουκρανία δεν στηρίζεται μόνο στην προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά και στα εθνικά συμφέροντα. «Αλίμονο εάν η Ελλάδα δεν στήριζε τον αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθέμενο» ανέφερε, επαναλαμβάνοντας την ανάγκη απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Δημόσιο, άρθρα του Συντάγματος και το «κλίμα» της κοινωνίας
Σε ερωτήσεις εσωτερικής ατζέντας, χαρακτήρισε «ορθή» τη διάταξη για τη συνεπιμέλεια, χωρίς να μπει στη χρήση της, λέγοντας ότι είναι «προσωπικό ζήτημα» και ότι «υπάρχουν παιδιά στη μέση», ενώ πρόσθεσε με νόημα πως «όταν κατέχουμε δημόσιο αξίωμα, είναι απαραίτητο να προσέχουμε και τις εντυπώσεις». Ερωτηθείς αν θα υπάρξουν συνέπειες για την Όλγα Κεφαλογιάννη, απάντησε αρνητικά.
Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ παραδέχθηκε ότι έγιναν προσπάθειες, αλλά περιέγραψε ένα σύστημα με εξαρτήσεις από ιδιωτικές εταιρείες που δημιουργούσε φόβο «στάσης πληρωμών», λέγοντας πως οι αλλαγές έγιναν όταν διαπιστώθηκε ότι «δεν μπορούσαμε πια να κάνουμε τίποτα διαφορετικό». Για τη μονιμότητα στο Δημόσιο εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι μπορεί να ανοίξει η συζήτηση άρσης της, εξηγώντας ότι «αυτή η Βουλή είναι η προτείνουσα» και ότι η επόμενη θα διατυπώσει τελικά το άρθρο 103.
Στο κεφάλαιο της αναθεώρησης, κάλεσε να φύγει ο δημόσιος διάλογος από «τη σκληρή κομματική περιχαράκωση» και να τοποθετηθούν όλοι «επί της ουσίας των διατάξεων». Για το άρθρο 86 (ευθύνη υπουργών) ανέφερε ότι, αφού έχει αλλάξει η προθεσμία παραγραφής, το βασικό πρόβλημα είναι η λειτουργία της προανακριτικής: «Δεν μπορεί να έχουμε την απαίτηση από τη Βουλή να κάνει τη δουλειά που θα έκανε ένας εισαγγελέας… Πρέπει να υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας… αλλά δεν μπορεί η Βουλή να κάνει προανάκριση και τελικά να είναι αυτή η οποία τεκμηριώνει την άσκηση δίωξης».
Επανέλαβε επίσης ότι δεν βλέπει εκλογές με δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», λέγοντας: «Όχι, δεν είναι “Μητσοτάκης ή χάος”. Είναι λάθος να το λέμε… Συγκρίνομαι με τους πολιτικούς μου αντιπάλους», ονοματίζοντας τους Νίκος Ανδρουλάκης, Ζωή Κωνσταντοπούλου και Κυριάκος Βελόπουλος. Για τον θυμό στην κοινωνία είπε καθαρά «Ναι, υπάρχει θυμός», αποδίδοντας μέρος της έντασης και στον τρόπο πολιτικής επικοινωνίας, σημειώνοντας ότι τα social media «ενθαρρύνουν τον θυμό». Αναφερόμενος στη χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς, παραδέχθηκε ότι «σίγουρα έχουμε κι εμείς σε έναν βαθμό την ευθύνη», προσθέτοντας όμως ότι δεν πρόκειται μόνο για ελληνικό ζήτημα αλλά για παγκόσμιο φαινόμενο. Τέλος, τόνισε ότι οι συστάσεις της Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το κράτος δικαίου λαμβάνονται «πάρα πολύ σοβαρά», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική πρόοδο στον συγκεκριμένο τομέα.

Leave a Reply