Η πρόταση για άρση της ασυλίας του Δημήτρης Κουτσούμπας καταψηφίστηκε από την Βουλή των Ελλήνων, με τον γ.γ. του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας να έχει ήδη περάσει σε ευθεία επίθεση κατά του Κωνσταντίνος Πλεύρης, ο οποίος υπέβαλε τη μήνυση. Ο ίδιος χαρακτήρισε την υπόθεση πολιτικά υποκινούμενη, σημειώνοντας πως δεν συναινεί στην άρση της ασυλίας του, καθώς –κατά την εκτίμησή του– το αίτημα «υποκρύπτει σαφώς και μόνον πολιτική σκοπιμότητα». Στο ίδιο πλαίσιο, υποστήριξε ότι «δεν θα είχε νόημα να ασχοληθούμε σοβαρά» με τον μηνυτή, χρησιμοποιώντας βαρείς χαρακτηρισμούς, ενώ έθεσε ερωτήματα για το πώς η μήνυση και η σχετική κατηγορία έφτασαν να διαβιβαστούν στη Βουλή, λέγοντας ότι «βρέθηκε εισαγγελέας» να αποστείλει μια κατηγορία που, κατά τη θέση του, είναι «ψευδής και ανυπόστατη», κάνοντας λόγο για «απαράδεκτη απόπειρα πολιτικής δίωξης» και για «σοβαρά ερωτηματικά» ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης.
Παράλληλα, ο κ. Κουτσούμπας επιχείρησε να αποδομήσει την ουσία του σκεπτικού που –όπως υποστηρίζει– συνδέεται με τα οικονομικά του κόμματος, τονίζοντας ότι το ΚΚΕ ακολουθεί τις προβλέψεις της νομοθεσίας. Ανέφερε ότι δηλώνονται κανονικά τα έσοδα από συνδρομές, εισφορές και δωρεές ή κληρονομιές, ότι τα στοιχεία δημοσιοποιούνται στον ετήσιο ισολογισμό, ενώ –όπως είπε– υφίσταται έλεγχος από ορκωτούς ελεγκτές και από την αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής, στην οποία συμμετέχουν και μέλη ανώτατων δικαστηρίων. Επέμεινε, επίσης, ότι το κόμμα διαθέτει αυστηρές εσωτερικές διαδικασίες οικονομικού ελέγχου, ότι είναι συνεπές στις φορολογικές του υποχρεώσεις και ότι εξυπηρετεί κανονικά τα δάνειά του, επιχειρώντας να αποκρούσει υπαινιγμούς περί αδιαφάνειας.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον ίδιο στο ζήτημα των προσωπικών δεδομένων. Ο γ.γ. του ΚΚΕ άφησε αιχμές για την «ευαισθησία» που –κατά τον ίδιο– επικαλούνται κατά καιρούς τα κόμματα, μιλώντας για υποχρέωση που θεωρεί ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί: την παροχή λιστών με ονόματα και στοιχεία μελών, φίλων ή υποστηρικτών του κόμματος, ώστε να μη γίνονται «φέιγ-βολάν» τα προσωπικά δεδομένα ανθρώπων που συνεισφέρουν, «οι περισσότεροι από το υστέρημά τους». Υποστήριξε ότι η σχετική διάταξη πρέπει να καταργηθεί, καθώς βρίσκεται –όπως ανέφερε– σε αντίθεση με το πλαίσιο προστασίας δεδομένων και την επίκληση του GDPR, ενώ σημείωσε ότι το κόμμα έχει δεχθεί πρόστιμο γι’ αυτή τη στάση, χωρίς –όπως είπε– να υπαναχωρεί, παραπέμποντας μάλιστα και σε ιστορικές περιόδους όπου η οικονομική ενίσχυση του ΚΚΕ χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο δίωξης. Στο ίδιο σημείο κατέθεσε στα πρακτικά φύλλο του Ριζοσπάστης, αναφέροντας ότι δημοσιεύονται δωρεές «στη μνήμη αγωνιστών» με στοιχεία και ποσά, υπονοώντας ότι η δημόσια εικόνα της οικονομικής στήριξης είναι ορατή μέσα από τις ίδιες τις εκδόσεις και τη δράση του κόμματος.
Στη δευτερολογία του, ο Δημήτρης Κουτσούμπας ανέβασε περαιτέρω τους τόνους ιδεολογικά, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή δημοκρατία λειτουργεί στην πράξη ως «δικτατορία του κεφαλαίου», περιγράφοντας μια σύγκρουση ανάμεσα σε εργατικά και λαϊκά στρώματα και, από την άλλη, σε οικονομικά ισχυρά συμφέροντα, με την κυβέρνηση –όπως είπε– να δρα ως «όργανο-υπηρέτης» τους. Παράλληλα, έκανε αναφορά σε οδηγίες της Ευρωπαϊκή Ένωση για κρατική παρέμβαση στα εσωτερικά των κομμάτων, «με όχημα τα οικονομικά» ή με ελέγχους καταστατικών και προγραμμάτων από τα δικαστήρια, συνδέοντας τη συζήτηση με τον τρόπο που, κατά την άποψή του, θωρακίζεται η κυριαρχία οικονομικών κέντρων. Κλείνοντας, επέκρινε θέσεις που –όπως είπε– συγχέουν την κατάργηση του βουλευτικού ακαταδίωκτου με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια λογική θα άνοιγε τον δρόμο ώστε βουλευτές, κυρίως της αντιπολίτευσης, να «σέρνονται» στα δικαστήρια με ανυπόστατες μηνύσεις κάθε φορά που ενοχλείται κάποιος από τη δράση τους.

Leave a Reply