Τις τελευταίες ημέρες η πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα έχει επικεντρωθεί σε μια φράση που προκάλεσε μεγαλύτερη αναταραχή από πολλές νομοθετικές προτάσεις: η δήλωση «το τζάμπα πέθανε» από τη βουλευτή Αχαΐας της Νέας Δημοκρατίας, Χριστίνα Αλεξοπούλου, σε τηλεοπτική εκπομπή.
Σε συζήτηση για τα δυσθεώρητα ενοίκια που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί στα νησιά – όπου μισθοί περί τα 800 € και ενοίκια των 400 € είναι συχνό φαινόμενο – η βουλευτής χαρακτήρισε ως «τελειωμένη υπόθεση» την ιδέα ότι οι λειτουργοί της εκπαίδευσης μπορούν να ζήσουν ή να εργαστούν σε τέτοιες συνθήκες λέγοντας ότι «το τζάμπα πέθανε». Οι αντιδράσεις ήταν ακαριαίες – όχι μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και από μέλη της ίδιας της κυβέρνησης, που προσπάθησαν να αποστασιοποιηθούν από τη φράση, χαρακτηρίζοντάς την τουλάχιστον άστοχη.
Το πρόβλημα δεν είναι η λέξη – είναι η νοοτροπία. Σε μια χώρα όπου εκατοντάδες εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να βρουν προσιτή στέγη στις απομακρυσμένες περιοχές και πληρώνουν το κόστος της εργασίας τους με ένα μισθό που καταβροχθίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το ενοίκιο, η φράση αυτή δεν είναι πρακτική περιγραφή ενός οικονομικού φαινομένου. Είναι πολιτικό στίγμα για το πώς αρκετοί πολιτικοί αντιλαμβάνονται τη ζωή της πλειονότητας των πολιτών.
Δεν ήταν απλώς μια «υπέρβαση» της τηλεοπτικής στιγμής. Ήταν μια δημόσια έκφραση που δεν άγγιξε μόνο το θέμα των ενοικίων, αλλά πυροδότησε ευρεία κοινωνική ένταση και προκάλεσε ακόμη και την αντιπολίτευση να μιλήσει για έλλειψη μέτρου. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι η ίδια η φράση, αλλά η αντίληψη που αποκαλύπτει. Οι εκπαιδευτικοί που ανταποκρίνονται σε ένα κοινωνικό καθήκον, που κρατούν τα σχολεία όρθια σε αντίξοες συνθήκες, αντέδρασαν με σφοδρότητα, λέγοντας ότι δεν είναι «επαίτες» αλλά άνθρωποι που παλεύουν να διατηρήσουν τη δημόσια εκπαίδευση.
Ακόμη και οι τοπικοί σύλλογοι εκπαιδευτικών μίλησαν για μια δήλωση που «αγνοεί πλήρως την αξιοπρέπεια και το έργο των εκπαιδευτικών», υπενθυμίζοντας πως πολλοί εκπαιδευτικοί επιβιώνουν με ετήσιες αποδοχές συγκρίσιμες με δύο μισθούς βουλευτή – και ξοδεύουν σχεδόν τα μισά μόνο για ενοίκιο.
Η δημόσια ζωή χρειάζεται σκληρές συζητήσεις για τη φορολογία, τη στέγαση, την ακρίβεια και τον κοινωνικό ιστό. Αλλά ο δημόσιος λόγος που επιλέγει να απλοποιεί πολύπλοκα ζητήματα ως «το τζάμπα πέθανε» – όχι μόνο δεν φωτίζει τα πραγματικά προβλήματα, αλλά ενισχύει και την εικόνα ότι οι πολιτικοί απέχουν από την καθημερινότητα των πολιτών.
Όταν οι εκπαιδευτικοί, οι νέοι γονείς, τα ζευγάρια χωρίς περιουσία και οι εργαζόμενοι στα νησιά παλεύουν να τα βγάλουν πέρα, ο πολιτικός λόγος δεν πρέπει να εξαντλείται σε φράσεις αποξένωσης. Διαφορετικά, η πολιτική δεν υπηρετεί την κοινωνία – την εγκαταλείπει.

Leave a Reply