Με διαδοχικές αναρτήσεις στο X και στο Facebook, ο Άδωνις Γεωργιάδης παρεμβαίνει δημόσια στο θέμα των προγραμμάτων κατάρτισης, απορρίπτοντας το αφήγημα περί «γαλάζιου» σκανδάλου που συνδέεται με τη ΓΣΕΕ. Όπως αναφέρει, πρόκειται για «δήθεν “γαλάζιο” σκάνδαλο», ενώ υποστηρίζει ότι τα επίμαχα προγράμματα είχαν ρίζες σε αποφάσεις και εντάξεις της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ, με το ίδιο μοντέλο να εφαρμόζεται διαχρονικά από διαφορετικές πολιτικές ηγεσίες.
Στον πυρήνα της παρέμβασής του, τονίζει ότι συγκέντρωσε έγγραφα και στοιχεία «για να αποδείξω ότι… κτίζεται ένα αφήγημα “γαλάζιου” σκανδάλου που… ούτε “σκάνδαλο”, ούτε φυσικά “γαλάζιο” είναι», υπογραμμίζοντας παράλληλα πως οι Νίκη Κεραμέως και Νίκος Παπαθανάσης, κατά την άποψή του, κινήθηκαν «υπέρ του Δημοσίου Συμφέροντος».
Τι υποστηρίζει για το χρονοδιάγραμμα και τη χρηματοδότηση των έργων
Ο υπουργός περιγράφει ως κρίσιμο σημείο την περίοδο μετά την παράταση λόγω πανδημίας, όταν -όπως λέει- τα έργα της προηγούμενης προγραμματικής φάσης έληγαν στο τέλος του 2023. Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρει ότι ξεκίνησε διαπραγμάτευση με ευρωπαϊκές αρχές για το ποια έργα μπορούσαν να συνεχιστούν και ποια να ακυρωθούν χωρίς επιβάρυνση του φορολογούμενου. Επιμένει ότι έργα που είχαν ήδη αποκτήσει συγκεκριμένες νομικές δεσμεύσεις (με διαγωνισμούς, ελέγχους κ.λπ.) δεν ήταν εύκολο να «κοπούν» χωρίς συνέπειες, καθώς -όπως υποστηρίζει- θα μπορούσαν να γεννήσουν αποζημιωτικές αξιώσεις εις βάρος του Δημοσίου.
Σε αυτό το σκεπτικό εντάσσει και τη θέση του ότι η επιλογή χρηματοδότησης συγκεκριμένων έργων από εθνικούς πόρους (μέσω ΠΔΕ) αποτέλεσε διέξοδο, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να πληρωθούν συμβάσεις «χωρίς να γίνουν τα έργα». Παράλληλα, κάνει ειδική αναφορά στο πρόγραμμα «Δημιουργική Βιομηχανία» της ΓΣΕΕ, σημειώνοντας ότι ήταν ύψους 11 εκατ. ευρώ, ολοκληρώθηκε, ελέγχθηκε από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και -όπως υποστηρίζει- αποτέλεσε «καλό παράδειγμα», καθώς οδήγησε σε εργασία το 25% των συμμετεχόντων.
Υπεράσπιση προσώπων και μήνυμα κατά της «ανθρωποφαγίας»
Σημαντικό μέρος των αναρτήσεών του αφιερώνεται στη στήριξη στελεχών που, όπως λέει, στοχοποιούνται άδικα. Ειδικά για την Άννα Στρατινάκη, υποστηρίζει ότι η κριτική που δέχεται συνδέεται με μια πολιτική που «υπηρετήθηκε από όλες τις Πολιτικές Ηγεσίες από το 2014 έως το 2026» και ότι η στοχοποίηση έχει «πολιτικά και επικοινωνιακά κίνητρα». Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται και στον/στην κ. Γεωργίου, λέγοντας ότι εμφανίζεται ως δήθεν δικαιούχος ενώ, όπως ισχυρίζεται, «δεν έχει καν στην ιδιοκτησία του εταιρεία κατάρτισης».
Ο ίδιος θέτει το ζήτημα σε προσωπικό τόνο, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εγώ την ανθρωποφαγία και την ανθρωποθυσία δεν θα την επιτρέψω», ενώ προσθέτει ότι στο παρελθόν, όταν ο ίδιος κατηγορήθηκε, βρέθηκε «σχεδόν μόνος» να απαντά, κάτι που -όπως σημειώνει- του κόστισε βαθιά, προσωπικά και οικογενειακά. Με αυτό το σκεπτικό, καλεί τη δική του παράταξη να μη μένει σιωπηλή όταν θεωρεί ότι κατηγορείται άδικα και να μη «αφήνει τον άλλον μόνο του» όταν στοχοποιείται.
«Να μην ποινικοποιηθεί η κατάρτιση»
Ο κ. Γεωργιάδης επιχειρεί να διαχωρίσει την ανάγκη των προγραμμάτων κατάρτισης από τυχόν ποινικές πτυχές που ερευνώνται. Τονίζει ότι τα ζητήματα ροής χρημάτων «καλά κάνουν οι εισαγγελείς και ερευνούν», παραπέμποντας στην Οικονομική Εισαγγελία, αλλά υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να «ποινικοποιηθεί» ως έννοια η κατάρτιση, την οποία χαρακτηρίζει αναγκαίο εργαλείο -ιδίως ενόψει της επιτάχυνσης αλλαγών στην αγορά εργασίας λόγω τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης.
Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι «κανένας δεν μπορεί να δώσει απλά χρήματα σε κανέναν χωρίς πολλαπλό έλεγχο», κάνοντας αναφορές σε διαδικασίες μέσω διαγωνισμών, ελέγχων και εγκρίσεων, όπως ο προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικό Συνέδριο. Επικαλείται επίσης ελέγχους από εθνικούς και ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, αναφέροντας την ΕΔΕΛ και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, ενώ για την αποτίμηση αποτελεσμάτων απασχόλησης παραπέμπει στο ΕΡΓΑΝΗ. Στο κομμάτι των προγραμμάτων στην απολιγνιτοποίηση, κάνει μνεία στον ΣΔΑΜ και στον κ. Καλλίρης, επιμένοντας ότι η Δυτική Μακεδονία είναι περιοχή όπου τέτοιες δράσεις είναι κρίσιμες λόγω αλλαγής παραγωγικού μοντέλου.
Τέλος, διαμηνύει ότι -κατά την άποψή του- τα προγράμματα δεν πρέπει να «παγώσουν» εξαιτίας του θορύβου, γιατί, όπως υποστηρίζει, μπορεί να προκύψει διπλή ζημιά: αφενός απώλεια ευκαιριών για εργαζόμενους, αφετέρου οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου αν ενεργοποιηθούν αποζημιώσεις ή χαθούν χρηματοδοτήσεις.

Leave a Reply