Στις αρχές Απριλίου, πριν από το Πάσχα, αναμένεται να ανακοινωθεί η επόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού, όπως δήλωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ.
Η επικείμενη αναπροσαρμογή εντάσσεται στη σειρά αυξήσεων των τελευταίων ετών, κατά τις οποίες ο κατώτατος μισθός διαμορφώθηκε από τα 650 στα 880 ευρώ μηνιαίως. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στην 11η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ που διαθέτουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό.
Παράλληλα, ο κ. Χατζηδάκης υπενθύμισε ότι ήδη αποτυπώνονται στα καθαρά εισοδήματα μισθωτών και συνταξιούχων τα οφέλη από τη μείωση της φορολογίας εισοδήματος, μέσω της χαμηλότερης μηνιαίας παρακράτησης. Όπως ανέφερε, «εξαντλούνται τα δημοσιονομικά περιθώρια», επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν «μαγικές λύσεις», αλλά σταδιακές παρεμβάσεις με άξονα την ανάπτυξη, τη στήριξη της επιχειρηματικότητας, τις φοροελαφρύνσεις και την ενίσχυση αποδοχών και συντάξεων στο πλαίσιο των αντοχών του προϋπολογισμού.
Η επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Απαντώντας σε ερώτηση για τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και την προοπτική της επόμενης προγραμματικής περιόδου, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης απέρριψε το σενάριο σημαντικής μείωσης της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης μετά το 2027.
Όπως εξήγησε, στην τρέχουσα περίοδο τα διαθέσιμα κεφάλαια από ΕΣΠΑ, αγροτικές ενισχύσεις, δανειακά εργαλεία και το Ταμείο Ανάκαμψης ανέρχονται σε 75–77 δισ. ευρώ. Για την περίοδο 2028–2034, η πρόταση της ΕΕ προβλέπει περίπου 50 δισ. ευρώ, στα οποία θα προστεθούν δάνεια και πόροι από το νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, συνολικού ύψους 400 δισ. ευρώ για τα κράτη-μέλη. Ακόμη και περιορισμένη συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτό το πακέτο, όπως σημείωσε, θα συνιστά ουσιαστική ενίσχυση.
Τόνισε ότι η πρόκληση για τη χώρα είναι ο συνδυασμός δημοσιονομικής πειθαρχίας και μεταρρυθμιστικών πολιτικών που ενισχύουν την ανάπτυξη.
Αναφερόμενος στο πολιτικό κλίμα ενόψει των εκλογών του 2027, ο κ. Χατζηδάκης υποστήριξε ότι η βασική διαχωριστική γραμμή δεν είναι πλέον ιδεολογική, αλλά αφορά την αντιπαράθεση μεταξύ «ορθολογισμού» και «ανορθολογισμού».
Όπως ανέφερε, η Νέα Δημοκρατία εφαρμόζει πολιτικές με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και μετρήσιμα αποτελέσματα, ενώ απέναντί της —κατά την εκτίμησή του— διαμορφώνεται ένα μέτωπο που χαρακτηρίζεται από δημαγωγία, υπερβολές και θεωρίες συνωμοσίας. Για το ΠΑΣΟΚ, σημείωσε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κινείται σε πιο θεσμική κατεύθυνση, αλλά συχνά διολισθαίνει σε υπερβολικούς τόνους.
Πρόσθεσε ότι το ζητούμενο δεν είναι η ανανέωση της κυβερνητικής θητείας, αλλά η αποφυγή πολιτικών που θα οδηγούσαν —όπως είπε— σε οπισθοδρόμηση. Επέκρινε επίσης την αντιπολίτευση για αδυναμία συνεργασίας, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποδυναμώνει την αξιοπιστία της ως εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Κριτική σε Κωνσταντοπούλου για τη στάση στη Βουλή
Σχολιάζοντας τη στάση της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωής Κωνσταντοπούλου, εντός της Βουλής, έκανε λόγο για συμπεριφορές που εντείνουν την ένταση και δυσχεραίνουν τον κοινοβουλευτικό διάλογο.
Υποστήριξε ότι οι συνεχείς διακοπές και οι οξείς χαρακτηρισμοί δεν συμβάλλουν σε ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση, επισημαίνοντας ότι η πολιτική οφείλει να διατηρεί παιδευτικό χαρακτήρα και θεσμικό επίπεδο. Κατά τον ίδιο, η στρατηγική της έντασης μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρη δημοσιότητα, αλλά δεν εξασφαλίζει μακροχρόνια πολιτική παρουσία.

Leave a Reply