Κωνσταντίνος Μούσσας: Αγαπητέ Νίκο, σε καλωσορίζω στο Vérité και ξεκινώ κατευθείαν με μια ερώτηση που αφορά την πρώτη σου ατομική έκθεση η οποία εγκαινιάστηκε στις 4 Φεβρουαρίου στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Μίλησε μας για αυτή την ενότητα έργων η οποία περιλαμβάνει μορφές ανθρώπων, ζώων, μυθολογικά μοτίβα, σκηνές και αφηγήσεις του χρόνου και τις απουσίας του.
Νίκος Κανόγλου: Πριν από δύο ακριβώς χρόνια μου ανατέθηκε μια μεγάλη εικαστική ανάθεση, να πλαισιώσω εικαστικά το Manna Arcadia, το ιστορικό σανατόριο της Άννας Μελά. Έζησα και εργάστηκα εκεί για έξι μήνες, αναπτύσσοντας μια ενότητα έργων βασισμένη σε τεχνικές αποτοίχισης. Είχε προηγηθεί μια πολυετής έρευνα στον ευρύτερο χώρο της Αρκαδίας· με ενδιέφερε να αναδείξω τη μυθολογική της καταγωγή και το ιστορικό της βάθος, όχι εικονογραφικά αλλά οργανικά, ενσωματώνοντας τα έργα στο ίδιο το κέλυφος του κτιρίου. Μετέφερα θραύσματα επιχρισμάτων από τον φέροντα οργανισμό, σαν να αποσπούσα μνήμες από το σώμα του χώρου.
Από τις μορφές που ξεχώρισαν ήταν η «Κερυνίτις Έλαφος της Θεάς Αρτέμιδος» και το «Διονυσιακό Σύμπλεγμα του Πανός». Δούλεψα αποτοιχίσεις, χρυσό 22Κ σε βαμβακερό κάμποτο και οργανικά χρώματα, κόκκινη άργιλο, σέπια και γραφίτη. Ήταν υλικά που δεν τα επέλεξα μόνο αισθητικά αλλά βιωματικά.
Επέλεξα συνειδητά πρώτες ύλες που συνομιλούν με τη βυζαντινή ζωγραφική, τα ψηφιδωτά, τον χρυσό των ταφικών κτερισμάτων και την τεχνική του φρέσκο. Με ενδιέφερε να αποδοθεί μια δωρικότητα μαζί με την ένταση των αρχετυπικών μορφών. Ο γραφίτης, δουλεμένος σαν εγχάρακτο αποτύπωμα, σχεδόν σαν σφραγιδόλιθος, έκανε τα έργα να στέκονται ένθετα μέσα στο πρώην σανατόριο και να αφηγούνται την ιστορία του ως αυτόνομο καλλιτεχνικό γεγονός.
Η ενότητα αυτή, με τίτλο «Arcadia Dreaming», τίτλος εμπνευσμένος από το California Dreaming, ένα τραγούδι που κουβαλώ χρόνια, αποτελεί πλέον μόνιμη συλλογή του ξενοδοχείου. Τα έργα βρίσκονται τόσο στις σουίτες όσο και στους κοινόχρηστους ιστορικούς χώρους. Περιλαμβάνουν ανθρώπινες μορφές, ζώα, μυθολογικά μοτίβα, σκηνές και αφηγήσεις του χρόνου και της απουσίας.
Συνδέομαι με τους ανθρώπους κάτω από το βάρος μιας αναγκαιότητας, και είναι ωμό, σχεδόν παράξενο συναίσθημα να κρατώ μόνο τη σκιά τους καθώς φεύγουν.

Επί δέκα συνεχόμενα χρόνια επισκέπτομαι μουσεία της Φλάνδρας, νιώθοντας μια ανεξήγητη συγγένεια με το Βέλγιο. Θυμάμαι την πρώτη φορά που αντίκρισα, σε περιοδική έκθεση στις Βρυξέλλες, βραχογραφίες από τα σπήλαια της Αλταμίρα και του Λασκώ. Με συγκλόνισε ότι ο πρώτος άνθρωπος δημιουργεί τέχνη με κάρβουνο, με άνθρακα, με ένα υλικό άρρηκτα δεμένο με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ίσως γι’ αυτό επιμένω τόσο στην έννοια της ύλης, στο να δημιουργώ με το ελάχιστο, ακόμη και μόνο με γραφίτη. Στην ενότητα αυτή συνυπάρχουν και άλλα υλικά, ορυκτές σκόνες χωρίς νερό ως συνεκτικό μέσο, κόλλα ζαρντέν, σινική μελάνη, κόκκινη άργιλος, αποτοιχίσεις από σοβάδες παλαιών σπιτιών.
Νιώθω πως συνδέομαι περισσότερο με τους Φλαμανδούς ζωγράφους παρά με την ιταλική Αναγέννηση. Πάντα με συγκινούσε η καυστική ανθρώπινη ένταση στα έργα του Μπος, του Μπρύγκελ, του βαν Άικ, του Ρούμπενς, του Ρέμπραντ. Όλα αυτά κατακάθισαν μέσα μου για να επιστρέψω σήμερα σε αυτό που με απασχολεί διαρκώς, τη σκιά των πραγμάτων
Κωνσταντίνος Μούσσας: Φθορά, μνήμη, διάρκεια, απουσία. Πώς μετέχει ο θεατής της έκθεσης στις έννοιες αυτές και πώς τις «μεταχειρίζεσαι» στη σύλληψη και τη δημιουργία των έργων σου.
Νίκος Κανόγλου: Φθορά, μνήμη, διάρκεια, απουσία. Είναι έννοιες που δεν τις προσεγγίζω ως θεματικές κατασκευές αλλά ως βιωμένες καταστάσεις που διαπερνούν την ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας. Το θέμα της έκθεσης είναι η απουσία των πραγμάτων και το επιδραστικό τους ίχνος. Πέρα από τις γενικές αρχές που με κινητοποιούν, τα θέματα που επιλέγω να εμψυχώσουν αυτές τις αρχές είναι, ενδεικτικά, η κοινωνία των μελισσών και η σοφία που τη διέπει, θεολογικά και μυθολογικά ζητήματα, καθώς και η θέση του ατόμου απέναντι σε φιλοσοφικά ερωτήματα όπως η θυσία, η συγχώρεση, η απληστία, η ματαιοδοξία, η λαγνεία και η τιμωρία. Τα θέματα αυτά δεν με απασχολούν ως αφηγήσεις αλλά ως δομές σκέψης που επιβιώνουν μέσα στον χρόνο. Η μεσαιωνική και προνεωτερική φαντασία οργανώνεται γύρω από συμβολικά σχήματα που δεν εξαντλούνται στην ιστορική τους στιγμή αλλά λειτουργούν ως μνήμη μακράς διάρκειας, ως τρόποι κατανόησης του κόσμου και της ανθρώπινης πράξης. Μέσα από αυτή τη λογική, τα μοτίβα που επανέρχονται στο έργο μου επιδιώκουν μια βαθύτερη, σχεδόν υπόγεια συνέχεια.

Νομίζω πως αυτή είναι μια δύσκολη απάντηση και ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση για έναν καλλιτέχνη από το να συνδεθεί ουσιαστικά ο θεατής με το έργο του. Δεν κρύβω ούτε φοβάμαι να ομολογήσω πως αν αυτή η σύνδεση επιτευχθεί τότε πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική υπόθεση, από όπου κι αν προέρχεται. Η μεγαλύτερη ελπίδα μου είναι ο θεατής να σταθεί απέναντι στο έργο με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία, απαλλαγμένος από κάθε κριτική διάθεση που συχνά μας επιβάλλει η μόρφωση, η διάνοια και η προσωπική αρέσκεια. Ίσως αυτό που ζητώ από τον εκάστοτε θεατή είναι μια στιγμή σιωπής χωρίς ερμηνείες.
Όταν βρέθηκα στη Ρώμη ένα βράδυ, μου κέντρισε το ενδιαφέρον η σκιά μιας γλυπτικής μορφής. Σκέφτομαι σήμερα πόσο παράδοξο ήταν ότι δεν έδωσα σχεδόν καμία σημασία στη μαρμάρινη αμεσότητά της, ούτε στην ειλικρίνεια του γλύπτη να αποδώσει τη γυναικεία υπόσταση μιας θεάς. Το τηλέφωνό μου είχε κλείσει από μπαταρία και χωρίς δεύτερη σκέψη ζήτησα από έναν περαστικό να φωτογραφίσει τη σκιά της και να μου στείλει την εικόνα. Αναλογίζομαι ακόμη το θράσος αυτής της πράξης ή ίσως μια εσωτερική αναγκαιότητα, μια άρρητη παρόρμηση να συγκρατήσω όχι την παρουσία αλλά την απουσία των πραγμάτων του παρόντος.
Έτσι συνέχισα να δημιουργώ, αποτυπώνοντας τη σκιά του παρόντος όχι ως σύμβολο αλλά ως γεγονός. Ζητώντας από τον θεατή να σταθεί κι εκείνος δίπλα χωρίς βεβαιότητες και ίσως να δει για λίγο με τα δικά μου μάτια το πολυτιμότερο όλων, τη σκιά τους. Εκεί όπου η παρουσία δεν αξιώνει τίποτα. Είναι σχεδόν βέβαιο πως η σκιά δεν υπόσχεται τίποτα, δεν επιζητεί παραμονή, υπάρχει μόνο όσο υπάρχει φως και χάνεται αμέσως μόλις νομίσουμε πως την κατέχουμε. Ίσως γι’ αυτό να είναι πιο ειλικρινής από τη μορφή, γιατί δεν προσποιείται την πληρότητα ούτε την αιωνιότητα. Φέρει το μέτρο του ανθρώπινου, την επίγνωση ότι ο κόσμος δεν μας ανήκει και ότι το παρόν δεν συγκρατείται.
Κι ακόμη και μια θεότητα όταν απομένει ως σκιά παύει να εξουσιάζει και απλώς συνυπάρχει. Και ίσως εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συνύπαρξη, η τέχνη να βρίσκει το μόνο της νόημα, να σταθεί απέναντι στον κόσμο νηφάλια καθώς αυτός περνά.

Κωνσταντίνος Μούσσας: Συνεχίζοντας την προηγούμενη ερώτηση θα ήθελα να μας μεταφέρεις για λίγο στο εργαστήριο σου, και να μας πεις δυο λόγια για τις τεχνικές, τα υλικά και τη διαδικασία που ακολουθείς από τη στιγμή που έχεις μια κεντρική ιδέα για μια δημιουργία ως την υλοποίησή της.
Νίκος Κανόγλου: Οφείλω να σημειώσω πως ως καλλιτέχνης έχω ανάγκη το σκοτάδι. Τα έργα αυτά έχουν γεννηθεί μέσα σε ένα σκοτεινό εργαστήριο, με μια ελάχιστη πηγή φωτός, σχεδόν ανεπαρκή για να υπηρετήσει την ίδια την πράξη της ζωγραφικής. Πιστεύω βαθιά πως μόνο έτσι μπορεί κανείς να βρει το πηγαίο φως, μέσα από την επιμονή και την επιτακτική ανάγκη να εισχωρήσει στην ίδια την ύλη, να τη δοκιμάσει όχι ως επιφάνεια αλλά ως βάθος. Το φως που με ενδιαφέρει δεν είναι αυτό που λούζει τα πράγματα, αλλά εκείνο που αναδύεται όταν έχεις ήδη παραμείνει αρκετή ώρα στο σκοτάδι ώστε να το αξιώσεις.
Είναι πάντοτε παράξενο όταν μιλώ με ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την εργασία μου. Τους λέω πως δουλεύω από την πίσω πλευρά του καμβά, πως επιλέγω να ζωγραφίζω στην αθέατη όψη, και σχεδόν πάντα βλέπω εκείνη τη μικρή παύση στο βλέμμα τους, σαν να προσπαθούν να καταλάβουν αν πρόκειται για τεχνική επιλογή ή για κάποια άρνηση. Κι όμως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, ή ίσως είναι και τα δύο μαζί. Είναι ένα συναίσθημα δύσκολο να διατυπωθεί και ακόμη περισσότερο μια επιτακτική ανάγκη να κινηθώ αντίθετα στη φθαρτότητα της ύλης, αντίθετα στη βεβαιότητα ότι όλα όσα φαίνονται θα καταρρεύσουν κάποτε μέσα στην ίδια τους τη φανέρωση.
Τους εξηγώ επίσης πως ενώ τα έργα, φαινομενικά, αποπνέουν γαλήνη και ηρεμία, στην πραγματικότητα γεννιούνται κάτω από συνθήκες βαθιάς εξάντλησης για μένα. Έρχονται από μια πραγματική πάλη. Είναι η μορφή που παίρνει η αντοχή όταν επιμένει να μη διαλυθεί. Η γαλήνη που βλέπουν δεν είναι δώρο, είναι αποτέλεσμα. Είναι κάτι που κερδήθηκε με κόπο, σχεδόν με ενοχή, σαν να μη δικαιούται κανείς να δείχνει φως αν δεν έχει πρώτα περάσει από το σκοτάδι του σώματος.
Και ύστερα τους μιλώ για τη βία που ενυπάρχει μέσα στη διαδικασία. Τους λέω πως τρίβω μανιωδώς το κάμποτο με συρμάτινες βούρτσες, πως δεν πρόκειται για απλό τρίψιμο αλλά για χάραξη. Και πως μόνο μέσα από τη χάραξη μαθαίνει κανείς το σκληρό, το όριο, τον έλεγχο. Η ύλη δεν σε δέχεται με ευγένεια. Σου αντιστέκεται. Και χρειάζεται να την πλησιάσεις σαν να δοκιμάζεις κάτι που μπορεί να σε πληγώσει, κάτι που όμως οφείλεις να αγγίξεις μέχρι τέλους.
Μόνο τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως ό,τι χαράζει, χαράζεται. Πως η πράξη δεν αφήνει σημάδι μόνο πάνω στο έργο αλλά επιστρέφει και γίνεται χαρακιά μέσα σου. Και καθώς επιμένεις αντιλαμβάνεσαι πως αυτό που κυνηγάς δεν είναι το ωραίο, αλλά μια ειλικρινής ισορροπία απέναντι στην απώλεια, μια σιωπηλή συμφωνία με το αναπόφευκτο.

Ακόμη και όταν επιλέγω να φωτογραφίσω το εξώφυλλο ενός βιβλίου και η σκιά μου πέφτει επάνω του, δεν αποτραβιέμαι. Αντιθέτως επιμένω να καθρεφτίζεται εκεί η σκιά μου, ακόμη κι όταν μου λένε πως είναι λάθος. Γιατί δεν με ενδιαφέρει η καθαρότητα της εικόνας αλλά η αλήθεια της παρουσίας, ακόμη κι όταν αυτή εμφανίζεται μόνο ως ίχνος.
Και στο τέλος, εκεί που όλα μοιάζουν να αδειάζουν, αντιλαμβάνομαι κάτι ακόμη πιο παράδοξο, πως η απουσία είναι η ύψιστη μορφή της παρουσίας. Όχι επειδή εξιδανικεύεται, αλλά επειδή είναι η μόνη αλήθεια που δεν μπορεί να υποκριθεί, η μόνη που στέκει χωρίς να διεκδικεί διάρκεια, χωρίς να υπόσχεται τίποτα πέρα από το γεγονός ότι υπήρξε.
Όπως επίσης με ενδιαφέρει βαθιά το σχέδιο ως πρόγραμμα. Όχι το σχέδιο ως προκαταρκτική πράξη, αλλά ως αυτόνομο πεδίο σκέψης και πειθαρχίας. Με απασχολεί κάθε εκλέπτυνση, κάθε αφαιρετική απόδοση, κάθε δημιουργία νέου συμπλέγματος σχεδιαστικού τόνου και βάθους που γεννιέται μέσα από τον τόνο και όχι μέσα από το σημείο προοπτικής. Η έννοια του βάθους δεν με αφορά ως οπτική ψευδαίσθηση αλλά ως αντιληπτική εμπειρία που αναδύεται από τη διαστρωμάτωση των επιφανειών. Αναζητώ έναν χώρο που δεν περιγράφεται αλλά υποβάλλεται, που δεν οργανώνεται από τη γραμμή αλλά από τη συσσώρευση της τονικής έντασης.
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της εργασίας αποτελεί η εικαστική μελέτη με τίτλο «Κεφαλή Αθηνάς». Το έργο προέκυψε ως στοχασμός πάνω στην κεφαλή της θεάς Αθηνάς όπως αυτή αποτυπώνεται στη χαρακτική σύνθεση του ελληνικού χαρτονομίσματος των 100 δραχμών, έκδοση του 1978, έργο του διακεκριμένου Έλληνα χαράκτη Λάμπρου Ορφανού. Η συγκεκριμένη χάραξη συνιστά για μένα μια συμπυκνωμένη έκφραση γραμμικής πειθαρχίας, υψηλής τεχνικής ακρίβειας και μορφολογικής σταθερότητας, ενταγμένη σε ένα αυστηρά οργανωμένο σύστημα εικονογράφησης που υπηρετεί ταυτόχρονα την αισθητική και τη λειτουργική ασφάλεια του νομισματικού αντικειμένου.
Σε συνειδητή αντίστιξη προς αυτή τη γραμμική και περιγραφική λογική επιχείρησα έναν μετασχηματισμό της μορφής χωρίς τη χρήση περιγράμματος ή γραμμής. Η κεφαλή της Αθηνάς συγκροτήθηκε αποκλειστικά μέσω τονικών σχέσεων, επάλληλων στρώσεων διαφάνειας και διαβαθμίσεων φωτεινότητας. Ο όγκος και ο χώρος δεν περιγράφονται αλλά αναδύονται ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης επιφανειών. Κάθε επίπεδο διατηρεί μία και μόνη όψη χωρίς περιμετρική οριοθέτηση, επιτρέποντας στη μορφή να παραμένει ανοιχτή, διαπερατή και σε διαρκή μεταβολή.
Η χωρική αντίληψη του έργου συνομιλεί άμεσα με αρχές που συναντώ στον κονστρουκτιβισμό και ειδικότερα με τη θεωρητική διατύπωση του Alexander Rodchenko σχετικά με τη σχέση δύο επιπέδων ως επαρκούς συνθήκης για την παραγωγή αίσθησης βάθους. Το βάθος εδώ δεν είναι προοπτικό αλλά τονικό και αντιληπτικό. Προκύπτει από τη διασταύρωση επιφανειών και όχι από τη γραμμική περιγραφή της μορφής.
Το έργο εκτελέστηκε σε βελούδινο χαρτί από εκατό τοις εκατό βαμβάκι, με χρήση ξηρών ορυκτών σκονών και γραφίτη χωρίς την προσθήκη νερού. Η χρωματική επίστρωση επιτεύχθηκε μέσω πολλαπλών επαναληπτικών περασμάτων και επίμονης διαδικασίας τριβής κατά τη φορά του προσώπου. Η κατεύθυνση των κινήσεων παρέμεινε καθοριστική, γιατί ακόμη και σε ένα φαινομενικά τονικό έργο οι αόρατες χαράξεις εξακολουθούν να οργανώνουν τις αντιληπτικές εντάσεις.
Καθοριστική υπήρξε και η αντιστροφή της συνθήκης του φωτός. Ενώ η Αθηνά του Ορφανού συγκροτείται εντός καθεστώτος φωτεινής σαφήνειας, εδώ η μορφή αποδίδεται σε έντονο αντιθετικό φωτισμό και λειτουργεί ως αχνό, αποσυρόμενο σχέδιο. Το ανώτερο τμήμα της κεφαλής παραμένει λευκό και αποκομμένο, επιτρέποντας στη μορφή να διαφεύγει προς τα άνω. Η αναγωγή στο λευκό, ως έννοια που συναντάται στη βυζαντινή αγιογραφία στην απόδοση του ακτίστου φωτός, λειτουργεί για μένα ως ιστορικό και θεωρητικό σημείο αναφοράς. Στην παρούσα περίπτωση όμως η συνθήκη αυτή αντιστρέφεται. Το φως αντικαθίσταται από τον σκοτεινό προπλασμό, αποδυναμώνοντας την αναγνωρισιμότητα της φυσιογνωμίας. Το πρόσωπο δεν προσλαμβάνεται πλέον ως ατομική μορφή αλλά ως αρχέτυπο και σύμβολο.
Έτσι η «Κεφαλή Αθηνάς» δεν αποτελεί παραλλαγή της χαρακτικής μήτρας αλλά μια αντίστροφη εικαστική πράξη, μια μετάβαση από τη γραμμή στον τόνο, από τη σαφήνεια στην αντίληψη, από το περιγραφικό στο βιωματικό. Η μορφή αποσύρεται και η ανάγνωση μεταφέρεται στο πεδίο της οπτικής εμπειρίας, εκεί όπου το σχέδιο παύει να είναι περίγραμμα και γίνεται κατάσταση.

Κωνσταντίνος Μούσσας: Είσαι ιδρυτικό μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας «Ξύλινος Ιππέας» , η οποία έχει εκτός των άλλων επιμεληθεί και την έκθεσή σου. Μίλησέ μας σχετικά καθώς και για τους υπόλοιπους συντελεστές αυτής της προσπάθειας.
Νίκος Κανόγλου: Η καλλιτεχνική ομάδα «Ξύλινος Ιππέας» ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2022 από τη Ματίνα Σταυροπούλου κι εμένα, και από την αρχή λειτούργησε ως ένα ανοιχτό σχήμα που διευρύνεται διαρκώς με τη συμμετοχή καλλιτεχνών και θεωρητικών, όχι μόνο από τον χώρο των εικαστικών αλλά και από ευρύτερα πεδία σκέψης. Στόχος μας είναι ο επαναπροσδιορισμός της θέσης του καλλιτέχνη απέναντι στην τέχνη και ταυτόχρονα η σφαιρική καταγραφή του λόγου του μέσα στον σύγχρονο πολιτισμό, με έμφαση στον κοινωνικό και δημόσιο ρόλο της καλλιτεχνικής πράξης.
Η ομάδα δρα τόσο επιμελητικά όσο και παρεμβατικά. Έχει οργανώσει εκθέσεις, performances και βιωματικές δράσεις με οικολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις, σε θεσμικούς χώρους αλλά και στον αστικό ιστό. Ενδεικτικά αναφέρω την έκθεση και performance ANIMALIA σε συνεργασία με το μουσικό σχήμα INCIRRINA στη Γκαλερί 7, δράσεις για την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος στον δημόσιο χώρο, την performance Pasiphaee Apologia στο Κόκκινο Σπίτι στη Χαλκίδα, καθώς και την performance ΝΑΞΑΙ στο φεστιβάλ της Νάξου υπό την αιγίδα της UNESCO. Παράλληλα, η ομάδα έχει επιμεληθεί εκδόσεις και εκθέσεις, όπως τη μονογραφία της Ματίνας Σταυροπούλου και την έκθεση «Τα Χρειώδη» στη Δημοτική Πινακοθήκη Νίκαιας, ενώ έχει αναπτύξει και εκπαιδευτικά προγράμματα σε συνεργασία με τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Πειραιά.
Πέρα από τις δράσεις, αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι πως ο «Ξύλινος Ιππέας» λειτουργεί ως συλλογικό σώμα σκέψης και πράξης, ένα πεδίο συνάντησης όπου η επιμέλεια, η θεωρία και η καλλιτεχνική παραγωγή συνυπάρχουν οργανικά, διαμορφώνοντας κάθε φορά τις συνθήκες μέσα στις οποίες παρουσιάζεται και η δική μου εργασία.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Μια ερώτηση που συνηθίζω να κάνω σε όλους τους συναδέλφους σου: μετά από μια πρωτόγνωρη περίοδο πανδημίας και οικονομικής κρίσης περάσαμε σε μια εποχή ανατροπής κάθε έννοιας ατομικού και κοινωνικού δικαίου, γενικευμένων πολέμων και συγκρούσεων. Πώς επηρεάζει το έργο σου η -αν το επηρεάζει η επικαιρότητα;
Νίκος Κανόγλου: Η επικαιρότητα δεν εισέρχεται στο έργο μου ως άμεσο σχόλιο ούτε ως εικονογραφική αναπαράσταση γεγονότων. Δεν με απασχολεί η επιφάνεια της είδησης αλλά το υπόγειο ίχνος που αφήνει μέσα στον άνθρωπο. Η περίοδος της πανδημίας, η οικονομική ασφυξία, η διάρρηξη της έννοιας του δικαίου, οι πόλεμοι και οι διαρκείς συγκρούσεις, δεν λειτουργούν για μένα ως θεματολογία αλλά ως συνθήκη ψυχισμού. Ως ένα πυκνό στρώμα σιωπής, φόβου και φθοράς που διαπερνά την ανθρώπινη παρουσία.
Αυτό που μετατοπίζεται στο έργο μου δεν είναι το θέμα αλλά η ένταση. Η αίσθηση της απουσίας γίνεται βαθύτερη, η σκιά πυκνώνει, η ύλη αντιστέκεται περισσότερο. Σε περιόδους ιστορικής αστάθειας αισθάνομαι ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη να επιστρέψω στο αρχέτυπο, στη μνήμη μακράς διάρκειας, σε μορφές και σύμβολα που έχουν ήδη επιβιώσει άλλων καταστροφών. Όχι ως καταφυγή αλλά ως μέτρο σύγκρισης της ανθρώπινης μοίρας.
Η επικαιρότητα, λοιπόν, με επηρεάζει όχι ως εικόνα αλλά ως βάρος. Ως πίεση πάνω στην ύλη, πάνω στο σώμα, πάνω στη διαδικασία. Με ωθεί να αφαιρώ περισσότερο, να σιωπώ περισσότερο, να αναζητώ εκείνο το ελάχιστο ίχνος που επιμένει να υπάρχει ακόμη κι όταν όλα γύρω του καταρρέουν. Αν κάτι αλλάζει, είναι η ανάγκη για ειλικρίνεια. Σε τέτοιες εποχές δεν μπορείς να κατασκευάσεις φως, οφείλεις να το κερδίσεις.
Ίσως τελικά η σχέση μου με την επικαιρότητα να συνοψίζεται σε αυτό. Δεν την αναπαριστώ, τη διαπερνώ. Και αφήνω το έργο να κρατήσει όχι το γεγονός αλλά τη φθορά που αυτό εγγράφει μέσα μας.

Κωνσταντίνος Μούσσας: Ταξιδεύεις συχνά. Προφανώς η διαδικασία αυτή λειτουργεί βιωματικά στο έργο σου. Από την άλλη παρακολουθείς τα όσα συμβαίνουν σε εικαστικό επίπεδο στο εξωτερικό. Μίλησε μας σχετικά. Θα ήθελα να μας πεις πώς βλέπεις την καλλιτεχνική πραγματικότητα στην Ελλάδα γενικότερα. Και κλείνοντας θα ήθελα να μας «αποκαλύψεις» , κάποια από τα μελλοντικά σου καλλιτεχνικά σχέδια και στόχους.
Νίκος Κανόγλου: Ταξιδεύω συχνά και μπορώ να πω πως το ταξίδι δεν λειτουργεί για μένα ως διακοπή αλλά ως ουσιώδης προέκταση της εργασίας μου. Είναι σχεδόν βέβαιο πως κάθε χρόνο θα πραγματοποιήσω ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη και εξωευρωπαϊκά . Παλαιότερα, πριν από την περίοδο του εγκλεισμού, ταξίδευα ακόμη περισσότερο, με μια σχεδόν σωματική ανάγκη να μετακινούμαι. Πιστεύω βαθιά πως η πραγματική συνάντηση με την τέχνη βρίσκεται στα μουσεία του κόσμου, μέσα στις μεγάλες μητροπόλεις όπου τα έργα δεν αναπαράγονται αλλά υπάρχουν, φέρουν κλίμακα, υλικότητα, σιωπή. Η συνάντηση με την τέχνη προϋποθέτει τη γνωριμία της και αυτή η γνωριμία δεν μπορεί να είναι μόνο θεωρητική ή αποσπασματική.
Νιώθω πως μορφοποιήθηκα περισσότερο μέσα από τα ταξίδια μου παρά μέσα από σχολές ή πανεπιστήμια. Όταν εντοπίσω έναν προορισμό, αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε αυτόν, σαν να ακολουθώ ένα προσωπικό πρόγραμμα σπουδών. Από το πρωί μέχρι αργά κινούμαι μέσα σε μουσεία και γκαλερί, παρατηρώντας όχι μόνο τα έργα αλλά και τον τρόπο που παρουσιάζονται, τον τρόπο που συνομιλούν με τον χώρο και το κοινό. Παράλληλα με ενδιαφέρει η γαστρονομία, η κοινωνική ζωή, η καθημερινότητα της πόλης, γιατί πιστεύω πως ο πολιτισμός δεν συγκροτείται μόνο μέσα στους εκθεσιακούς χώρους αλλά διαχέεται στο σύνολο της εμπειρίας. Όλα αυτά λειτουργούν βιωματικά, συσσωρεύονται και επιστρέφουν αργότερα μέσα στο έργο ως μνήμη, ως ρυθμός, ως σιωπηλή επιρροή.
Παρακολουθώ με προσοχή όσα συμβαίνουν σε εικαστικό επίπεδο στο εξωτερικό, όχι με διάθεση σύγκρισης αλλά κατανόησης. Με ενδιαφέρει να βλέπω προς τα πού μετατοπίζεται ο λόγος της τέχνης, πού εντείνεται και πού αποδυναμώνεται, ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην εμπειρία και στο θέαμα. Τα ταξίδια αυτά λειτουργούν και ως δοκιμασία θέσης, σε βοηθούν να καταλάβεις πού στέκεσαι, τι σε αφορά πραγματικά και τι όχι.
Λυπάμαι που το λέω, αλλά το να κάνεις τέχνη στην Ελλάδα παραμένει μια δύσκολη υπόθεση που απαιτεί επιμονή και αντοχή. Οι δομές είναι περιορισμένες, οι ευκαιρίες συχνά άνισες και το πεδίο κουβαλά ακόμη βαρίδια προηγούμενων δεκαετιών. Ωστόσο κανείς δεν πρέπει να τα παρατά. Εκεί έξω διαμορφώνεται ήδη μια νέα γενιά ανθρώπων που επιχειρεί να δομήσει εκ νέου μια σύγχρονη και ουσιαστική εικαστική σκηνή. Είναι εμφανές πως πολλά από τα σχήματα, τις νόρμες και τις τάσεις του παρελθόντος έχουν αρχίσει να μετατοπίζονται.
Ως γενιά αισθάνομαι πως δεν φέρουμε τα λάθη των προηγούμενων ούτε εικαστικά ούτε ηθικά. Προσωπικά προσπάθησα να αποκοπώ από λανθασμένα πρότυπα, από επιβεβλημένες αισθητικές και από μηχανισμούς που λειτουργούσαν περισσότερο ως σύστημα παρά ως καλλιτεχνική αναγκαιότητα. Πιστεύω πως αξίζει κανείς να τολμά όταν έχει προηγουμένως ψάξει βαθιά μέσα του. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι να βρεις τον πυρήνα σου, να σκάψεις τόσο βαθιά ώστε να φτάσεις στο κουκούτσι σου, σε εκείνο το σημείο όπου η πράξη δεν μιμείται αλλά προκύπτει.
Σε ό,τι αφορά τα μελλοντικά μου σχέδια, αυτό που με απασχολεί είναι η συνέχιση αυτής της εσωτερικής έρευνας με ακόμη μεγαλύτερη προσήλωση. Με ενδιαφέρει η ανάπτυξη νέων ενοτήτων έργων που θα εμβαθύνουν περαιτέρω στη σχέση ύλης, σκιάς και μνήμης, καθώς και η παρουσίασή τους σε χώρους που διαθέτουν ιστορικό και συμβολικό βάθος, εντός και εκτός Ελλάδας. Παράλληλα επιθυμώ να ενισχύσω τη συλλογική δράση μέσα από τον «Ξύλινο Ιππέα», διευρύνοντας τις επιμελητικές και παρεμβατικές μας πρωτοβουλίες.
Ο στόχος δεν είναι η εξωστρέφεια ως αυτοσκοπός αλλά η τοποθέτηση του έργου σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό πεδίο διαλόγου. Να συνεχίσω να εργάζομαι με συνέπεια, να ταξιδεύω, να μαθαίνω και να επιστρέφω κάθε φορά στο εργαστήριο με μεγαλύτερη επίγνωση. Γιατί στο τέλος όλα δοκιμάζονται εκεί, μπροστά στην ύλη και στο φως που, αν έρθει, έρχεται πάντα αργά και με κόπο.

Leave a Reply