Ποιο είναι το παλιότερο σπίτι στην Αθήνα; Περπατώ την Πλάκα ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, το φως γλιστράει από τα γείσα και οι σκιές παίζουν ανάμεσα στα καλντερίμια, κι εκεί που ο δρόμος στενεύει σηκώνω το βλέμμα και βλέπω ένα διώροφο με τοξωτές στοές και πολεμίστρες, όχι απλώς ένα σπίτι αλλά ένα σώμα από πέτρα και ξύλο που αναπνέει αιώνες στέκομαι, γιατί ξέρω πως βρίσκομαι μπροστά στο Αρχοντικό των Μπενιζέλων, το παλαιότερο σωζόμενο σπίτι της Αθήνας, με ρίζες γύρω στο 1500, και αναρωτιέμαι, πόσες γενιές αρχιτεκτόνων χρειάζονται για να μάθεις να ακούς έναν τοίχο να σου μιλάει;
Ανεβαίνω το κατώφλι κι αφήνω την πόλη έξω, μέσα με υποδέχεται ένας μικρός κόσμος με φρουριακό χαρακτήρα, η κάτοψη πυκνή σαν ύφανση, οι μάντρες ψηλές για να κρατούν όχι μόνο τους εχθρούς αλλά και τον χρόνο σε απόσταση, και πάνω τους προβάλλει το σαχνισί που κοιτά την Ακρόπολη σαν παλιός γείτονας που ανταλλάσσει νεύματα με τον ιερό βράχο, τι άλλο είναι ένα σαχνισί αν όχι μια δήλωση ότι το σπίτι θέλει να πετάξει χωρίς να ξεκολλήσει από τα θεμέλιά του;
Στο Αρχοντικό των Μπενιζέλων, στις γωνιές βλέπω πιθάρια, βαθειά όσο και η μνήμη της πόλης, πατητήρια που μυρίζουν σταφύλι και κόπο, καφασωτά που κοσκινίζουν το φως, μυστικά περάσματα που υπόσχονται διαφυγή αλλά και παιχνίδι, υπόγεια που δροσίζουν τον αέρα, αυλές που φυτεύουν τη μέρα μέσα στο κτίριο, ξυλόγλυπτα που χαϊδεύεις και νιώθεις την υπομονή του τεχνίτη, δεν είναι αυτά τα υλικά της αρχιτεκτονικής όσο είναι τα υλικά της ζωής;
Κι ύστερα, το σπίτι ανοίγει σαν βιβλίο και μου συστήνει την ηρωίδα του, την Αγία Φιλοθέη, τη Ρεγούλα Μπενιζέλου, κόρη του μπας-κοτζαμπάση Άγγελου Μπενιζέλου και της Συρίγης Παλαιολόγου, μεγαλωμένη σε δωμάτια που άκουγαν βυζαντινούς ψιθύρους και οθωμανικά βήματα, νιόπαντρη στα δεκατέσσερα για να γλιτώσει μια αρπαγή, χήρα στα δεκαεπτά που διάλεξε τον δρόμο της αφιέρωσης, πώς χωράει τόση απόφαση σε τόσο λίγα χρόνια και πόσοι τοίχοι στηρίζουν μια τέτοια απόφαση;
Βγαίνω στην εσωτερική αυλή και σκέφτομαι τη Μονή του Αγίου Ανδρέα που εκείνη ίδρυσε, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Αρχιεπισκοπή, μοναστηριακός μικρόκοσμος που έγινε σχολείο για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, ορφανοτροφείο για να βρίσκουν τα χαμένα ρίζες, νοσοκομείο για να επουλώνονται σώματα αλλά και φιλόξενο για να ανασαίνουν οι περαστικοί, δεν είναι άραγε αυτή η ουσία του κτιστού περιβάλλοντος, να πλάθει κελύφη που γιατρεύουν;

Θυμάμαι τη λέξη «ψυχικό», όχι σαν μύθο αλλά σαν πράξη, εκείνη άνοιξε πηγάδι και πότισε μια ολόκληρη γειτονιά, κι από την πράξη πήρε όνομα ένας τόπος, το Ψυχικό, γιατί μερικές φορές η γεωγραφία βαφτίζεται από μια χειρονομία.
Σκύβω πάνω από το προστατευτικό γυαλί και βλέπω το υστερορωμαϊκό τείχος να διαγράφει την υποδομή της πόλης κάτω από τα πόδια μας, να η πιο όμορφη διατομή, από το σήμερα στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο με μια ματιά, σαν να κρατάς παλάμες σε διαφορετικούς αιώνες και να νιώθεις ότι το δέρμα της Αθήνας έχει πολλαπλές στρώσεις.
Η Φιλοθέη άγιασε γιατί πρόσφερε, χωρίς να ρωτάει καταγωγές και γλώσσες, και το σκήνωμά της φυλάσσεται μέχρι σήμερα στη Μητρόπολη Αθηνών, σκέφτομαι πως οι πόλεις χρειάζονται τα ιερά τους όχι μόνο για να προσεύχονται αλλά για να θυμούνται, κι ένα σπίτι σαν κι αυτό λειτουργεί ως μνήμη σε κλίμακα ανθρώπου, τι άλλο είναι οι πέτρες αν όχι αρχείο συναισθημάτων;
Μου αρέσει να αγγίζω τα ίχνη των μεταμορφώσεων, μεταπολεμικά το αρχοντικό έγινε ακόμη και ταβέρνα, το φαντάζομαι γεμάτο φωνές, καπνό, ποτήρια που τσουγκρίζουν, τραπεζομάντηλα που μοιάζουν με προσωρινές τοιχογραφίες, κι ύστερα σιωπή, ρωγμές, ο κίνδυνος της κατάρρευσης, μέχρι που το 2008 ξεκίνησε η αποκατάσταση από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και το κτίριο ξανάβρηκε τον ρυθμό του, δεν είναι η συντήρηση ένα είδος δεύτερης δημιουργίας, μια ηθική της φροντίδας που μετατρέπει την ύλη σε υπόσχεση;
Καθώς περπατώ στα δωμάτια, σκέφτομαι την αστική τάξη της Αθήνας πριν το 1821, νιώθω τις τελετουργίες της καθημερινότητας, τη διαχείριση του φωτός και του αέρα, την οικονομία της κίνησης ανάμεσα σε εργαστήρι και οντά, τον τρόπο που η ιδιωτικότητα διαπραγματεύεται με τη γειτονιά, αν θέλεις να δεις πώς ζούσε τότε ο κόσμος της πόλης αυτό το σπίτι τα έχει όλα, κι αυτό το «όλα» δεν είναι υπερβολή.
Στο σαχνισί στέκομαι λίγο παραπάνω, κοιτώ προς την Ακρόπολη και αφήνω τη σκέψη να γλιστρήσει από κεραμίδι σε κεραμίδι, η προεξοχή τεντώνει τον χώρο σαν αναστεναγμό, με μια ξύλινη αγκαλιά που καδράρει το τοπίο, και αναρωτιέμαι, μήπως όλη η αρχιτεκτονική είναι μια επιθυμία να πιάσουμε τον ορίζοντα με ξύλο και πέτρα;
Βγαίνοντας γυρίζω και κοιτώ την πρόσοψη με τις στοές, τις πολεμίστρες, τα ίχνη από χέρια που χτίσανε και χέρια που προσευχήθηκαν, σκέφτομαι πως το παλαιότερο σπίτι της Αθήνας δεν καμώνεται την ηλικία του, αντίθετα σε καλεί διακριτικά να μπεις για να σου την αφηγηθεί, να σου πει για μια έφηβη που έγινε προστάτιδα, για ένα πηγάδι που βάφτισε μια πόλη, για ένα τείχος κάτω από γυαλί που θυμίζει ότι κάθε βήμα μας πατάει πάνω σε άλλες πορείες, δεν θα του χτυπήσεις την πόρτα; Πώς θα ξαναχτίσουμε το αύριο αν δεν μάθουμε να περπατάμε προσεκτικά μέσα στο χθες;

Leave a Reply