Από τις αρχές του 2026 καταργείται σε επίπεδο ΕΕ η τελωνειακή απαλλαγή για δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ. Πλέον, όλα τα πακέτα από τρίτες χώρες θα περνούν από κανονικές τελωνειακές διαδικασίες, με επιβολή δασμών και προβλεπόμενων τελών διαχείρισης, όπως αποφάσισε την Πέμπτη το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ (ECOFIN).
Η απόφαση συνοδεύεται από έναν ευρύτερο επανασχεδιασμό του τελωνειακού πλαισίου μέχρι το 2028, οπότε και θα εφαρμοστεί μια πλήρως αναθεωρημένη αρχιτεκτονική για τις εισαγωγές μικροδεμάτων από Κίνα και λοιπές τρίτες χώρες. Η Ελλάδα, με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, στηρίζει σθεναρά το μέτρο ως αναγκαίο για τον υγιή ανταγωνισμό, την προστασία των δημοσίων εσόδων και την ασφάλεια των προϊόντων.
Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν
Η αλλαγή φέρνει σαφείς επιπτώσεις σε επιχειρήσεις και καταναλωτές, οι οποίοι ήδη ζυγίζουν τα υπέρ και τα κατά. Για την Ελλάδα, η επιτάχυνση του μέτρου θεωρείται εργαλείο για μια πολιτική που θα εξισορροπεί τα συμφέροντα του καταναλωτή, του εγχώριου εμπορίου και των δημοσίων εσόδων, κλείνοντας παράλληλα «παράθυρα» και «κερκόπορτες» που δημιουργήθηκαν με την έκρηξη του ηλεκτρονικού εμπορίου τις δύο–τρεις τελευταίες δεκαετίες.
Στα θετικά στοιχεία καταγράφονται η μείωση του αθέμιτου ανταγωνισμού από ξένες επιχειρήσεις, η ενίσχυση των κρατικών εσόδων, η αποτροπή εισαγωγής ακατάλληλων προϊόντων που δεν συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά και περιβαλλοντικά οφέλη από την αποθάρρυνση παραγωγής και υπερκατανάλωσης ειδών αμφίβολης ποιότητας.
Στον αντίποδα, τα αρνητικά αφορούν τις αυξήσεις τελικών τιμών σε πολύ φθηνά προϊόντα από τρίτες χώρες, την πιθανή μεγαλύτερη επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων που αναζητούν τις χαμηλότερες τιμές, τον κίνδυνο καθυστερήσεων και γραφειοκρατίας στα τελωνεία, νέα κόστη και διαδικασίες για ταχυμεταφορές, ταχυδρομεία και τελωνεία, καθώς και την ανάγκη προσεκτικού σχεδιασμού στην επιβολή του «τέλους διαχείρισης» ανά πακέτο, που εκτιμάται ότι θα ξεκινά περίπου από 1,5–2 ευρώ και άνω.
Η απόφαση του ECOFIN και το νέο χρονοδιάγραμμα
Οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ συμφώνησαν στην κατάργηση της απαλλαγής δασμών για δέματα χαμηλής αξίας, επιταχύνοντας την εφαρμογή από το 2028 στις αρχές του 2026. Προβλέπεται μια μεταβατική «απλή» λύση, ώστε όλα τα δέματα να μπαίνουν σε διαδικασία τελωνείου και δασμών, χωρίς να παραλύσει το σύστημα από τον όγκο των μικροδεμάτων που μέχρι σήμερα περνούν «ατελώνιστα».
Από το 2028 θα τεθούν σε ισχύ αυστηρότερα μέτρα, με αναθεώρηση της σχετικής Οδηγίας και υιοθέτηση μιας νέας ηλεκτρονικής πλατφόρμας, μέσω της οποίας θα γίνεται η εκκαθάριση κάθε αγοράς από e-shops τρίτων χωρών που στέλνουν δέματα στην ΕΕ. Τα κράτη–μέλη οφείλουν μέχρι το επόμενο ECOFIN, έως τις 12 Δεκεμβρίου, να καταθέσουν συγκεκριμένες προτάσεις υλοποίησης, ώστε η νέα αρχιτεκτονική να λειτουργήσει «το συντομότερο δυνατόν» εντός του 2026, χωρίς πρόσθετα μπλοκαρίσματα στα τελωνεία.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή: δασμοί, τέλη και τιμές
Για τους Ευρωπαίους καταναλωτές, η πιο άμεση συνέπεια είναι ότι κάθε δέμα από τρίτη χώρα θα αξιολογείται για δασμούς ανεξαρτήτως αξίας, πέραν του ΦΠΑ που ήδη επιβάλλεται μέσω IOSS τη στιγμή της online αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι οι τελικές τιμές στα «φθηνά» πακέτα θα γίνουν σημαντικά λιγότερο ελκυστικές.
Επιπλέον, το σχέδιο προβλέπει ξεχωριστό “τέλος διεκπεραίωσης” (handling fee) ανά μικροδέμα, γύρω στα 2 ευρώ σύμφωνα με την επικρατέστερη πρόταση. Πρόκειται για χαμηλής ονομαστικής αξίας επιβάρυνση, η οποία αναμένεται να εφαρμοστεί μετά τα μέσα του 2026, αν και το τελικό ποσό και η ακριβής μορφή του μέτρου απομένει να «κλειδώσουν» πολιτικά.
Πώς επηρεάζονται Temu, Shein και οι πλατφόρμες χαμηλού κόστους
Στο επίκεντρο της αλλαγής βρίσκονται πλατφόρμες τύπου Temu, Shein, Banggood, Trendyol, αλλά και αγορές μέσω eBay, των οποίων το μοντέλο βασίζεται σε υπερβολικά χαμηλές τιμές (ultra low price) και δωρεάν αποστολές ανά τον κόσμο.
Επί χρόνια, αυτό το μοντέλο εκμεταλλεύτηκε το όριο απαλλαγής έως 150 ευρώ (κανόνας de minimis), επιτρέποντας υποκοστολογήσεις από τις ξένες επιχειρήσεις ή «σπάσιμο» παραγγελιών από τους καταναλωτές για να αποφεύγεται το όριο. Με την κατάργηση της εξαίρεσης, οι αγορές αυτές θα επιβαρύνονται πλέον με δασμούς και τέλη, περιορίζοντας το μεγάλο πλεονέκτημα τιμής τους έναντι των ευρωπαϊκών λιανεμπόρων.
Αυτό αναμένεται να οδηγήσει είτε σε αναπροσαρμογές στις πολιτικές δωρεάν αποστολής και επιστροφών, είτε σε μετακύλιση του κόστους στον καταναλωτή. Παράλληλα, η πλήρης υπαγωγή όλων των πακέτων σε τελωνειακό έλεγχο μπορεί να δημιουργήσει καθυστερήσεις και αυξημένα λειτουργικά κόστη για τις ίδιες τις πλατφόρμες, οι οποίες θα πρέπει να προσαρμοστούν σε νέο, πιο απαιτητικό πλαίσιο συμμόρφωσης.

Leave a Reply