Στις προκλήσεις αλλά και στις ευκαιρίες της επερχόμενης Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε. αναφέρθηκε από το βήμα της Βουλής ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ, Παύλος Γερουλάνος, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τη Σύσταση Γραφείου Ελληνικής Προεδρίας στο Συμβούλιο της Ε.Ε.
Όπως τόνισε, «κάθε Ελληνική Προεδρία στην Ένωση μέχρι σήμερα αναβάθμισε τον ρόλο της χώρας μας», προβάλλοντας την Ελλάδα ως κράτος–μέλος που θέλει και μπορεί να έχει ενεργό λόγο στο μέλλον της Ευρώπης, αλλά και ως χώρα με άποψη, η οποία συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας Ένωσης δημοκρατίας, ισότητας και αλληλεγγύης.
Τα δεδομένα για την επόμενη Ελληνική Προεδρία
Ο Παύλος Γερουλάνος παρουσίασε συνοπτικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κληθεί να κινηθεί η Ελλάδα έως την ανάληψη της Προεδρίας:
Τόνισε ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2027 η χώρα θα ασκήσει για έκτη φορά την Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε., υπενθυμίζοντας παράλληλα πως θα έχουν προηγηθεί εθνικές εκλογές, άρα δεν είναι γνωστό ποια κυβέρνηση θα προεδρεύσει.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, «όποια και αν είναι η κυβέρνηση, η Προεδρία μας θα κριθεί από το κατά πόσο η χώρα μας θα αφήσει το στίγμα της στην Ένωση». Για να είναι αυτό το αποτύπωμα θετικό, ο στόχος της Προεδρίας πρέπει να υπηρετηθεί με συνέπεια και συνέχεια, τόσο από την κυβέρνηση που θα προετοιμάσει όσο και από την κυβέρνηση που τελικά θα ασκήσει την Προεδρία.
«Αυτό σημαίνει στοιχειώδη υπερκομματική συνεργασία», σημείωσε χαρακτηριστικά, θέτοντας ως προϋπόθεση επιτυχίας μια μίνιμουμ εθνική συνεννόηση στα μεγάλα ευρωπαϊκά ζητήματα.
«Μια ακόμα μεγάλη ευκαιρία» για τον ρόλο της Ελλάδας
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε την επόμενη Ελληνική Προεδρία «μια ακόμα μεγάλη ευκαιρία» για να αναδειχθεί ο ρόλος της χώρας και να υπάρξει πίεση για εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ των πολιτών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, για να μπορέσει η Ελλάδα να ανταποκριθεί σε μια ιδιαίτερα απαιτητική ατζέντα, η Προεδρία πρέπει να σηματοδοτήσει «από τώρα την επανεκκίνηση της πολυεπίπεδης, ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής» που, όπως είπε, είχε εκτοξεύσει το κύρος της χώρας τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά «εγκατέλειψε η κυβέρνηση Μητσοτάκη».
Επισήμανε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να περιοριστεί σε ρόλο απλού παρατηρητή, αλλά οφείλει να ανακτήσει τον ρόλο της ως παραγωγός ιδεών και λύσεων στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Ενεργητική, πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική σε τρεις άξονες
Ο Παύλος Γερουλάνος κωδικοποίησε την ανάγκη επανεκκίνησης της εξωτερικής πολιτικής σε τρεις κεντρικές αρχές, οι οποίες –όπως υποστήριξε– μπορούν να αποτελέσουν τον κεντρικό κορμό της ελληνικής παρουσίας στην Προεδρία:
Πρώτον, Ελλάδα–γέφυρα συνεννόησης, γέφυρα δικαίου.
Η χώρα, όπως τόνισε, «ήταν, είναι και πρέπει να παραμείνει υπηρέτης του διεθνούς δικαίου», καθώς αυτό αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα και ταυτότητά της. Δεν αρκεί να προβάλλεται τυπικά αυτή η προσήλωση, αλλά πρέπει να εκφράζεται σε κάθε πράξη και πρωτοβουλία.
Η Ελλάδα διαθέτει ιστορία, πολιτισμό, εμπειρία και αξιοπιστία που της επιτρέπουν να συνομιλεί με όλους, ακόμη και με εκείνους που γνωρίζουν ότι σε πολλά ζητήματα «βρίσκονται απέναντι».
«Διότι και μας θέλουνε και θέλουμε να είμαστε μέρος της λύσης», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι έτσι μεγιστοποιήθηκε η αξία της χώρας στο παρελθόν και έτσι μπορεί να γίνει και στο μέλλον:
λειτουργώντας ενεργά ως έντιμος και ακούραστος διαμεσολαβητής, και όχι απλώς παρακολουθώντας τις εξελίξεις, ως γέφυρα και όχι ως σύνορο της Ευρώπης με τον γύρω κόσμο.
Δεύτερον, Ελλάδα με αδιάσπαστο εσωτερικό μέτωπο.
Η πολυεπίπεδη και ενεργητική εξωτερική πολιτική, σύμφωνα με τον Γερουλάνο, προϋποθέτει εθνική συνεννόηση στα βασικά και αποσύνδεση της εξωτερικής πολιτικής από εσωτερικές μικροκομματικές σκοπιμότητες.
Όπως επεσήμανε, τα διδάγματα τόσο από τις καλύτερες πρακτικές όσο και από τα λάθη του παρελθόντος δείχνουν ότι απαιτείται στοιχειώδης πολιτική ενσυναίσθηση, κυρίως από αυτόν που ηγείται της χώρας. Η ευθύνη για τη διαμόρφωση ενός ενιαίου πλαισίου στα κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής ανήκει πρωτίστως στην εκτελεστική εξουσία, σημείωσε.
Τρίτον, Ελλάδα πρωταγωνίστρια στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Ο Γερουλάνος τόνισε ότι η ισχύς ενός κράτους–μέλους στην Ε.Ε. έχει δύο πηγές: το μέγεθος και την παρουσία. Μικρές και μεσαίες χώρες, όπως είπε, έχουν καταφέρει στο παρελθόν να παίξουν ρόλο που υπερβαίνει κατά πολύ το αντικειμενικό τους μέγεθος.
«Το έχουμε κάνει και εμείς. Και πρέπει να το κάνουμε ξανά. Αλλά αυτή είναι δουλειά μυρμηγκιού», σημείωσε, περιγράφοντας μια συστηματική, υπομονετική και συνεχή παρουσία σε όλα τα επίπεδα των ευρωπαϊκών οργάνων.
Θύμισε, μάλιστα, ότι υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες η Ελλάδα πρωταγωνιστούσε στην εξεύρεση λύσεων ακόμη και σε κάθε προπαρασκευαστικό όργανο του Συμβουλίου της Ε.Ε. και ότι σε αυτό το επίπεδο «πρέπει να ξαναγυρίσουμε».
Η πρόταση για «συμβούλιο σοφών» πρώην πρωθυπουργών και ΥΠΕΞ
Κλείνοντας, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ επανέφερε την πρότασή του για τη δημιουργία ενός «συμβουλίου σοφών», στο οποίο θα συμμετέχουν όλοι οι πρώην Πρωθυπουργοί και Υπουργοί Εξωτερικών που έχουν διαχειριστεί στο παρελθόν Προεδρίες και την προετοιμασία τους.
Όπως σημείωσε, «ο πήχης είναι πολύ ψηλά και η ατζέντα είναι εξαιρετικά απαιτητική», άρα η αξιοποίηση αυτής της συσσωρευμένης εμπειρίας μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη.
Στηλιτεύοντας τη λογική του «βλέποντας και κάνοντας», ο Γερουλάνος υπογράμμισε πως, στη σημερινή απρόβλεπτη διεθνή σκακιέρα, οι επιλογές για ένα κράτος είναι ουσιαστικά τρεις:
«Ηγήσου, ακολούθα ή βγες από τη μέση». Ενώ κατέληξε: «Τώρα είναι η ώρα η Ελλάδα να ηγηθεί, να πάρει θέση. Είναι η μόνη επιλογή που και μας ταιριάζει και μπορεί να μας δώσει προστιθέμενη αξία. Να ηγηθούμε για μία Ευρώπη αρχών και αξιών, εμβάθυνσης της συνεργασίας, της Δημοκρατίας και της ολοκλήρωσης. Φωνή δικαίου και σύνθεσης σε έναν κόσμο που μπορεί τώρα να βυθίζεται στον αναθεωρητισμό και τον παραλογισμό, αλλά πολύ σύντομα θα αναζητήσει ξανά σταθερές».

Leave a Reply