Σαΐφ Αλ Ισλάμ Καντάφι. Ο γιος του Μουαμάρ Καντάφι εμφανίζεται ξανά μετά από χρόνια. Η επανεμφάνισή του πανικοβάλλει τις ίδιες εκείνες δυνάμεις που θανάτωσαν τον πάτερ του και κατέστρεψαν τη Λιβύη. Για τους δυτικούς το φάντασμα του Καντάφι έπρεπε να μείνει θαμμένο για πάντα, όμως η επιστροφή του Σαΐφ αλλάζει τα πάντα.
Η Λιβύη σήμερα είναι ένα κατακερματισμένο έθνος, διαιρεμένο από παραστρατιωτικούς, διαφθορά και την επέμβαση των ξένων δυνάμεων.
Αλλά μπορεί ο Σαΐφ, ο κάποτε διάδοχος της επανάστασης του Καντάφι, να ενώσει ξανά τη χώρα; Η Λιβύη ζει ακόμα στη σκιά του φαντάσματος του Καντάφι, που ρίχνει τη σκιά του στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή της χώρας. Ακόμη και στο θάνατό του, η παρουσία του στοιχειώνει ένα έθνος κάποτε περήφανο. Ο Καντάφι κυνηγήθηκε, προδόθηκε και τελικά εκτελέστηκε από στασιαστές υποστηριζόμενους από το ΝΑΤΟ. Η πτώση του δεν ήταν απλώς η πτώση ενός ηγέτη, αλλά η κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος. Ο θάνατός του πανηγυρίστηκε από τις δυτικές δυνάμεις, γι’ αυτές ο δικτάτορας είχε πεθάνει, το εμπόδιο είχε παρακαμφθεί. Η Χίλαρι Κλίντον δεν μπόρεσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της, όταν σε μια συνέντευξη είχε πει γελώντας την κυνικότατη φράση: «Πήγαμε, είδαμε, πέθανε». Ο Μπαράκ Ομπάμα, ο άνθρωπος που ενέκρινε την επιχείρηση δολοφονίας του Καντάφι, τη χαρακτήρισε νίκη, μια νίκη που σήμαινε ελευθερία. Υποσχέθηκε μια Λιβύη δημοκρατική που θα όριζε η ίδια τη μοίρα της.
Αλλά αυτό που ακολούθησε ήταν μόνο χάος. Ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή λειτουργούσε, σταμάτησε, δημόσιες υπηρεσίες που διηύθυναν το κράτος εξαφανίστηκαν, υπουργεία διαλύθηκαν, κυβερνητικά γραφεία άδειασαν μέσα σε μια νύχτα. Ο εθνικός στρατός διαλύθηκε και αντικαταστάθηκε από παραστρατιωτικές ομάδες που η καθεμιά μάχεται για τη δική της περιοχή επιρροής. Η δύση είχε υποσχεθεί ελευθερία, αλλά αυτό που άφησε πίσω της η επέμβασή της ήταν ερείπια, μια χώρα που κάποτε ευημερούσε, ήταν έρμαιο της απληστία των πολεμάρχων. Μια χώρα που μέχρι τότε είχε ένα από τα πιο υψηλά βιοτικά επίπεδα της Αφρικής, είχε μετατραπεί σε έναν τόπο επικίνδυνο, όπου η εμπορία ανθρώπων ήταν μια εφιαλτική πραγματικότητα. Αντίπαλες φυλές και πολέμαρχοι ανταγωνίζονται για τον έλεγχο των πετρελαϊκών πηγών. Η ISIS, η Αλκάιντα και άλλες τζιχαντιστικές οργανώσεις – οι οποίες δεν θα τολμούσαν καν να κάνουν την εμφάνισή τους επί των ημερών του Καντάφι – καραδοκούν σπέρνοντας τον τρόμο. Οι δυτικές δυνάμεις γύρισαν την πλάτη στη Λιβύη. Δεν ενδιαφέρθηκαν όταν ολόκληρες πόλεις έμειναν στο σκοτάδι λόγω έλλειψης ηλεκτρικού ρεύματος, όταν νοσοκομεία έμειναν χωρίς φαρτ, όταν έκλεισαν πανεπιστήμια.
Πολλοί Λίβυοι σήμερα κοιτούν πίσω με νοσταλγία την εποχή του Καντάφι, τότε που η ενέργεια ήταν φθηνή, η ζωή ασφαλής, η περίθαλψη δωρεάν και η παιδεία εξασφαλισμένη.
Ένα οικείο όνομα εμφανίζεται στο προσκήνιο σήμερα. Ο Σαΐφ Αλ Ισλάμ, ήρεμος και μορφωμένος, ήταν που στάθηκε περήφανος μπροστά στους στασιαστές και τις ξένες δυνάμεις που σκότωσαν τον πάτερ του και είπε: «Πολεμάμε εδώ στη Λιβύη, πεθαίνουμε εδώ στη Λιβύη». Αυτή η φράση αντηχούσε για χρόνια σαν όρκος πίστης αλλά και σαν μια προειδοποίηση προς αυτούς που πίστευαν πως η κληρονομιά του Καντάφι είχε πεθάνει μαζί του. Μετά το φρικτό τέλος του πατέρα του, ο Σαΐφ έφυγε προς τη Νιγηρία, αλλά φτάνοντας στο Ουμπάρι, αιχμαλωτίστηκε από στασιαστές της ίδιας του της φυλής, της Ζιντάν. Δικάστηκε από δικαστήριο της Τρίπολης για υποθετικά εγκλήματα κατά τη διάρκεια της στάσης του 2011. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) τον κατηγόρησε για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Τα χρόνια πέρασαν και ο κόσμος ξέχασε το όνομά του. Μέχρι που το 2017 οι αρχές της Λιβύης του απένειμαν χάρη. Παρόλο που πια ήταν ελεύθερος, δεν εμφανίστηκε πουθενά ούτε έκανε δηλώσεις. Μέχρι που το 2021, σε μια σπάνια συνέντευξη, ο Σαΐφ περιέγραψε τα χρόνια της αιχμαλωσίας του και το όραμά του για το μέλλον της Λιβύης. Δήλωσε πως η χώρα χρειαζόταν να σωθεί, όχι μόνο από τους εισβολείς, αλλά κυρίως από τον ίδιο της τον εαυτό. Από τη διαφθορά, τη διαίρεση και τον έλεγχο των ξένων δυνάμεων. Ο λόγος του έδειχνε πως ήταν αποφασισμένος να διεκδικήσει ό,τι είχε χαθεί. Ανακοίνωσε πως θα έθετε υποψηφιότητα για πρόεδρος της χώρας. Ο Σαΐφ είχε χρησιμοποιήσει τα χρόνια της αιχμαλωσίας του σοφά, μελετώντας τη κατάσταση στη Μέση Ανατολή και ξαναχτίζοντας το παλιό πολιτικό δίκτυο του πατέρα του, την Πράσινη Αντίσταση, που κάποτε κρατούσε τη Λιβύη ενωμένη. Η Λιβύη σήμερα είναι χωρισμένη σε δύο διοικήσεις, καθεμιά από τις οποίες μάχεται για την εξουσία. Η μία στα ανατολικά, στο Τομπρούκ και η άλλη στα δυτικά, στην Τρίπολη. Και στο ενδιάμεσο οι ισλαμιστές, που έχουν εγκαταστήσει ένα μικρό χαλιφάτο στις ακτές. Ούτε αυτή η απειλή των τζιχαντιστών δεν μπόρεσε να ενώσει τις δύο πλευρές.
Ο Σαΐφ ήταν ο πρώτος εθνικά αναγνωρισμένος υποψήφιος, όμως οι εκλογές δεν διεξήχθησαν ποτέ. Η Κυβέρνηση Ενότητας στην Τρίπολη και το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων στο Τομπρούκ δεν κατάφεραν να θεσμοθετηθούν ένα νόμο με τον οποίο η διαδικασία των εκλογών θα επανερχόταν. Η πολιτική ελίτ της χώρας εκμεταλλεύεται το νομικό αυτό κενό που δεν εξασφαλίζει εγγυήσεις για νόμιμη και ασφαλή διεξαγωγή των εκλογών, για να παρατείνει την παραμονή της στην εξουσία.
Ένας πολιτικός ακτιβιστής το έθεσε πολύ απλά: «Η Λιβύη έχει δύο κυβερνήσεις, καμία από τις οποίες δεν έχει εκλεγεί από το λαό, αλλά είναι προϊόντα της ξένης επέμβασης». Αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη ασφάλειας και την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, έχει ως αποτέλεσμα να ξεσπούν συχνά διαμαρτυρίες, κάτι που δημιουργεί το ιδανικό έδαφος για την εμφάνιση ενός ηγέτη που θέλει να αγωνιστεί για την ενότητα της χώρας.
Ο Σαΐφ έχει υποστηρικτές ανάμεσα στους νοσταλγούς της εποχής του πατέρα του, οι οποίοι αποτελούν μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Σίγουρα οι προκλήσεις γι’ αυτόν θα είναι μεγάλες. Χωρίς αμφιβολία, η μεγαλύτερη πρόκληση που θα έχει να αντιμετωπίσει θα είναι ο διοικητής του Λιβυκού Εθνικού Στρατού, στρατηγός Χαφτάρ, ο οποίος φαίνεται αποφασισμένος να επιβάλλει την εξουσία του. Σύμφωνα με την καθηγήτρια Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπάρ-Ιλάν, Γιεχουντί Ρόνιν, ανάμεσα στους υποστηρικτές του Σαΐφ είναι και άνθρωποι που κάποτε αντιτάχθηκαν στον πατέρα του, αναγνωρίζοντας πως παίρνοντας μέρος στη στάση που οδήγησε στην ανατροπή και το θάνατό του, ουσιαστικά κατέστρεψαν την ίδια τους τη χώρα, παραπλανημένοι από τις ψεύτικες υποσχέσεις των δυτικών. Η Ρόνιν θέτει το ερώτημα: «Ήταν πράγματι το καθεστώς Καντάφι ένα καταπιεστικό καθεστώς που φυλάκιζε ανθρώπους για τα πολιτικά πιστεύω τους, ή μήπως οι άνθρωποι αυτοί ήταν πιόνια στα χέρια ξένων πρακτόρων που ενορχήστρωσαν υπόγεια την ανατροπή του Καντάφι;».
Την απάντηση της δίνουν κάποιοι από τους πρωταγωνιστές της στάσης, οι οποίοι τώρα νοσταλγούν μια άλλη εποχή, καλύτερη.
Ο Σαΐφ παρόλο που πήρε χάρη από τις αρχές της Λιβύης, είναι ακόμα αντιμέτωπος με τις κατηγορίες του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, άρα νομικά δεν μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος. Όμως για τους Λίβυους, το ICC, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα όργανο πολιτικής επιρροής των Δυτικών και άρα δεν αναγνωρίζει την απόφαση. Όπως λένε: «που ήταν το ICC, όταν το ΝΑΤΟ βομβάρδισε τη Λιβύη σκοτώνοντας αθώους πολίτες;», «Γιατί αγνοεί τα καθημερινά εγκλήματα των παραστρατιωτικών και των τζιχαντιστών;».
Το μοτίβο είναι γνωστό και έχει επαναληφθεί σε πολλά σημεία του πλανήτη. Με πρόταγμα τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι δυτικές δυνάμεις και κυρίως ο αγγλοσαξονικός άξονας με μπροστάρη τις ΗΠΑ, διαλύουν χώρες κατά το δοκούν. Ιράκ, Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Ουκρανία, τα παραδείγματα πολλά. Μόνη διέξοδος από τον κύκλο της βίας, του αίματος, της καταδυνάστευσης, η αντίσταση των λαών. Τον τρόπο τον δείχνουν λαοί όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα. Ας μάθουμε από το παράδειγμά τους.

Leave a Reply