Στον Καιρό του Ratio, η Εκδίκηση του Έρωτα…

Μήπως είναι πια καιρός να τολμήσουμε να ρωτήσουμε τι ακριβώς βαφτίζεται Λογικό μέσα σε μια Ευρώπη που μοιάζει να έχει παραδώσει τα κλειδιά στον παραλογισμό; Και δίπλα σ’ αυτή τη φαινομενικά αθώα απορία, να στοιχίσουμε τις σωρούς των θυμάτων που γέννησε η ατσάλινη Λογική κάθε μορφής ολοκληρωτισμού. Να προσθέσουμε ακόμη το χυμένο αίμα, τις αχανείς εκτάσεις ανθρώπινου πόνου – αφήνοντας κανείς κατά μέρος τα «επιστημονικά» βασανιστήρια των ζώων ή την αδιάκοπη λεηλασία της φύσης. Πόσο Λογικά είναι, τελικά, όλα αυτά; Ή μήπως αρκεί μια επίκληση στη Λογική για να ξεπλυθούν, να νομιμοποιηθούν, να αθωωθούν; Και προχωρώντας στις μέρες μας, να αναρωτηθούμε: είναι άραγε Λογική αυτή η μνημονιακή γαλέρα στην οποία μας έριξαν όλους με το ζόρι;

Ε λοιπόν, αυτό που θέλω είναι να ταρακουνήσω όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ακλόνητα σε μια μονόδρομη, γραμμική εξέλιξη της Ιστορίας που οδεύει, τάχα, προς μια φαντασιωμένη Πρόοδο ή μια τελική λύση. Να σκουντήξω όσους αυταπατώνται πως ο Ορθός Λόγος κυριαρχεί απέναντι στις σκοτεινές δυνάμεις. Γιατί, ξέρεις, το Ανορθολογικό δεν βρίσκεται απλώς προ των πυλών· έχει ήδη εισβάλει με την ορμή και το ποδοβολητό μιας Μεσαιωνικής στρατιάς, ακόμη κι αν σήμερα φοράει high–definition περιτύλιγμα και κρατά smartphones των χιλίων ευρώ.

«Η λογική είναι μια έμμονη ιδέα των ψυχιάτρων», σαρκάζει ο Καρούζος. Και για τον μέσο νοικοκυραίο, Λογικό είναι ό,τι του είναι χρήσιμο, ωφέλιμο, αποδοτικό – άντε και ό,τι δείχνει να εξυπηρετεί την κοινωνία, εφόσον δεν τού κοστίζει πολύ. Λογικός στόχος θεωρείται εκείνος που αυξάνει το προσωπικό όφελος και μειώνει το προσωπικό κόστος. Τελεία. Δίχως ερωτηματικά. Όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν ρομαντικές βλακείες, παιδικές ιδεοληψίες.

Κι αν δεν το κατάλαβες, έχει καιρό που ο Ορθός Λόγος αντικαταστάθηκε από έναν τεχνοκρατικό ορθολογισμό, μια ratio–μηχανή. Ένα λογικό black & decker που τρυπά το «είναι» για χάρη του «έχειν». Ένας ορθολογισμός–έκπτωση, που με μανία μετρά την οικονομικότερη προσαρμογή των μέσων σ’ έναν ιδιοτελή σκοπό. Αποδοτικότητα, cost–benefit analysis, βέλτιστη σχέση κόστους και ωφέλειας — αυτά είναι τα κριτήρια της νέας μας Λογικής. Και το ειρωνικό είναι πως αυτός ο υπολογιστικός ορθολογισμός κινείται από μια βαθιά ανορθολογική πηγή που ύστερα καλεί τη Λογική να την υπηρετήσει… ορθολογικά. Σαν να προσπαθεί κανείς να ερωτευτεί ένα πορτοφόλι, μια τσέπη, μια ιδέα καλοζωίας, και να ορκίζεται πως αυτό είναι έρωτας.

Γι’ αυτό δυσκολευόμαστε να συσχετίσουμε τον Έρωτα με τη Λογική. Ο Έρωτας δεν είναι χρήσιμος, ούτε ωφέλιμος, ούτε αποτελεσματικός. Μια στοιχειώδης ανάλυση κόστους–οφέλους θα μας απέτρεπε από κάθε ολοκληρωμένη, ανιδιοτελή εμπλοκή. Ο εξορθολογισμένος Έρωτας ονομάζεται σήμερα «Αγάπη»: μια εκδοχή εργαλειακής τρυφερότητας, κατασκευασμένη από τριάντα εταιρείες πλυντηρίων μικροαστικής συνείδησης.

Αν με ρωτήσεις, ποιο είναι το κίνητρο που θα ’θελα να με σπρώχνει στον έρωτα, θα σου πω: η στέρησή μου, η έλλειψή μου, τα ερωτηματικά μου. Κι αμέσως αντιλαμβάνομαι πως κάτι τέτοιο δεν είναι λογικό, καθόλου λογικό, σε αντίθεση με όσους πέφτουν στον έρωτα από περίσσια δύναμη, αυταρέσκεια ή από τον θαυμασμό για τον εαυτό τους.

Θα ήθελα το όνομά του να είναι ο ήχος με τον οποίο το πρόσωπό του αποσπάται από το σύνολο των άλλων προσώπων γύρω μου· ο ήχος της ανάδυσης του μέσα στον κόσμο μου. Το ίδιο θα ίσχυε αν έλεγα πως αγαπώ την πατρίδα μου. Το όνομά του θα έπρεπε να είναι μια γέννηση – μια πρόσκληση σε ύπαρξη. Ο Έρωτας κάνει τον κόσμο φαινόμενο. Γι’ αυτό η Λογική αρχίζει με τον Έρωτα – και όχι όπως μας έπεισαν, πως ο Έρωτας είναι η αρχή του παραλογισμού. Μόνο από την εμπειρική ψηλάφηση του Έρωτα μπορεί κανείς να κατανοήσει τον συστημικό ανορθολογισμό που παριστάνει τη Λογική.

Αλλά, ξέρεις, στον Έρωτα το όνομά του με ακρωτηριάζει. Μαρτυρά το λειψό μου· με ξεκολλά από την εγωκεντρική μου μήτρα, από τον ναρκισσιστικό μου Παράδεισο. Μου υπενθυμίζει την ύστατη ανελευθερία, την επίγνωση του θανάτου, της ευθραυστότητάς μου. Και κυρίως, την έκθεσή μου σ’ έναν κόσμο όπου κάποιος Άλλος μπορεί να πει το όνομά του και να γίνει ο κόσμος του — διαλύοντας τον δικό μου. Έτσι καταλαβαίνω γιατί δεν είμαι πραγματικά ερωτευμένος με τον Τόπο μου: γιατί κάποιος άλλος οικειοποιείται, βιάζει, εξαντλεί το κορμί του, κι εγώ το μόνο που ιδρώνω είναι… όταν έρθει ο ΕΝΦΙΑ.

Κι ίσως βρίσκω παρηγοριά στο ότι σε κάθε Έρωτα το όνομά του δηλώνει μαζί αυτονομία και εξορία. Απόσταση, ασυνέχεια, ρήξη. Τον διχασμό ανάμεσα στο «εγώ» και το «εσύ».

Το όνομά του είναι μια πανουργία. Ένα φως που είναι ταυτόχρονα και έλλειψη. Στον αρχαίο κόσμο, ο Έρωτας ήταν παιδί του Πόρου και της Πενίας: το μη–είναι που ενώνεται με το είναι. Ο Έρωτας είναι το όριο που θέλουμε και δεν θέλουμε να ξεπεράσουμε: η επιθυμία για ένωση που απειλεί την αυτοσυνειδησία μας. Η ρήξη ανάμεσα στη ναρκισσιστική αυτοεπιβεβαίωση και στην ανάγκη για συμμετοχή, κοινότητα, υπέρβαση.

«Homo Sapiens – Homo Σάπιος», ξαναλέει ο Καρούζος. Η σοφία μας και η σήψη μας, σε ένα. Κι ό,τι στη Δύση μάθαμε να αποκαλούμε ανορθολογικό – μύθους, μυστήρια, μεταφυσικές – είναι κι αυτά μορφές Λόγου που ασφυκτιούν γιατί δεν τους δώσαμε δικαίωμα ύπαρξης. Είναι Έρωτες που δεν εκδηλώθηκαν. Επαναστάσεις που δεν ωρίμασαν. Φόβοι ντυμένοι σύνεση.

Αν θέλεις την αλήθεια, ο δυτικός εργαλειακός ορθολογισμός αποδόμησε τις παλιές μορφές εξουσίας, όχι για να οδηγήσει στην ελευθερία «από», αλλά για να κατασκευάσει νέους μύθους που θα μας κρατούν δέσμιους στην ελευθερία των ανούσιων επιλογών «για να». Και τίποτε δεν είναι πιο παραπλανητικό από τη φράση ότι η Λογική σταματά εκεί όπου αρχίζει ο Έρωτας. Το αντίθετο – και το ξέρουν καλά οι ανέραστοι των ελίτ. Αλλά δεν πρόκειται να στο πουν· γιατί αν το μάθεις, κινδυνεύουν τα πάντα να γκρεμιστούν.

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *