Tag: Δέσποινα Καρπούζη

  • Ματωμένα χωράφια, άδειες τσέπες

    Ματωμένα χωράφια, άδειες τσέπες

    Η εικόνα ενός αγρότη που ξυπνά πριν από τον ήλιο, με τα χέρια βουτηγμένα στη γη, δεν είναι απλώς μια εικόνα παράδοσης. Είναι μια καθημερινή πραγματικότητα που καθορίζει την τροφή μας, τη ζωή των χωριών και την ίδια την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της χώρας. Ταυτόχρονα, είναι μια εικόνα που φέτος έχει βαρύνει με νέες δυσκολίες, που δοκιμάζουν την αντοχή της ελληνικής υπαίθρου περισσότερο από ποτέ.

    Η φετινή χρονιά έχει φέρει έναν καταιγισμό προκλήσεων. Από τις καθυστερήσεις στις επιδοτήσεις, που αφήνουν τους αγρότες χωρίς τη ρευστότητα που χρειάζονται για να συνεχίσουν τη δουλειά τους, μέχρι τις φυσικές καταστροφές, όπως οι πλημμύρες στον θεσσαλικό κάμπο, οι απώλειες είναι πολλαπλές. Καλλιέργειες που έμειναν στο νερό και στα λασπωμένα χωράφια δεν αντιπροσωπεύουν μόνο οικονομικό κόστος· αντιπροσωπεύουν τον κόπο μηνών, τη ζωή που δαπανήθηκε για να ανθίσει η γη.

    Η κτηνοτροφία, από την άλλη, πλήττεται από σοβαρές ασθένειες. Η επιδημία ευλογιάς των αιγοπροβάτων που σάρωσε πολλές περιοχές της χώρας προκάλεσε την μαζική απώλεια κοπαδιών, μια τραγωδία που ξεπερνά τα νούμερα: κάθε ζώο που αφαιρείται είναι ένα κεφάλαιο ζωής, ένα κομμάτι της οικογένειας του παραγωγού, ένα κομμάτι της ταυτότητας μιας κοινότητας. Η εικόνα άδειων στάβλων και κοινοτήτων που βλέπουν τις ζωές τους να χάνονται μπροστά στα μάτια τους προκαλεί μια αίσθηση κενού που δεν αποτυπώνεται στους πίνακες οικονομικών στοιχείων.
    Αλλά οι αγρότες δεν πλήττονται μόνο από φυσικά φαινόμενα ή επιδημίες. Το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί: λιπάσματα, καύσιμα, φάρμακα για τα ζώα, εξοπλισμός, όλα έχουν γίνει βαρύ φορτίο που δυσχεραίνει την καθημερινή διαχείριση της εκμετάλλευσης. Οι τιμές πώλησης των προϊόντων, συχνά, δεν ανταποκρίνονται ούτε καν στο κόστος παραγωγής, αφήνοντας τους παραγωγούς σε συνεχή οικονομική πίεση.

    Ταυτόχρονα, η διάκριση μεταξύ μικρών και μεγάλων εκμεταλλεύσεων γίνεται όλο και πιο εμφανής. Τα μικρά αγροκτήματα, που για γενιές αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής υπαίθρου, μειώνονται συνεχώς, ενώ οι μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις καρπώνονται τα οφέλη των επιδοτήσεων και της πρόσβασης σε αγορές. Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό φαινόμενο· είναι πολιτισμικό και κοινωνικό. Οι κοινότητες βλέπουν τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής να εξαφανίζονται, ενώ η γνώση που περνά από γενιά σε γενιά κινδυνεύει να χαθεί.

    Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι πλέον δεν προτιμούν να εργαστούν στον πρωτογενή τομέα. Το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν έχει μείνει παγωμένο τη δεκαετία του 1960· συνεχίζει να εξελίσσεται, οδηγώντας νέες γενιές στα αστικά κέντρα, απομακρύνοντάς τες από τη γη και τα χωριά τους. Τα εμπόδια, οι απώλειες και η αβεβαιότητα κάνουν το επάγγελμα δυσπρόσιτο, και η κοινωνία βλέπει την ύπαιθρο να στερείται νέων γενιών που θα την κρατήσουν ζωντανή.
    Μέσα σε αυτή τη συνεχή δοκιμασία, οι αγρότες παλεύουν με αξιοπρέπεια. Οι κινητοποιήσεις που συχνά γίνονται αντιληπτές μόνο ως μπλόκα στους δρόμους είναι, στην ουσία, η φωνή μιας ολόκληρης κοινωνίας που ζητά αναγνώριση και στήριξη. Δεν πρόκειται για μια επιθυμία υπερβολής ή για πολιτικό παιχνίδι· είναι μια κραυγή επιβίωσης, η ανάγκη να παραμείνουν οι άνθρωποι αυτοί που τρέφουν τη χώρα και συντηρούν την ίδια την ύπαιθρο.

    Η ελληνική ύπαιθρος διδάσκει κάτι σημαντικό: αντέχει. Αντέχει μέσα από τη συνεχή προσπάθεια, μέσα από τη σιωπηλή αντοχή των ανθρώπων της, μέσα από τις μικρές νίκες και τις μεγάλες απώλειες. Αλλά χρειάζεται να μην την αφήνουμε μόνη. Όσο αντέχει ο αγρότης, αντέχει η κοινωνία· και όσο αγωνίζεται να μείνει όρθιος, κρατά ζωντανή την ελπίδα ότι η γη που μας θρέφει μπορεί να συνεχίσει να ανθίζει, παρά τις δυσκολίες.

    Η ιστορία των αγροτών της Ελλάδας δεν είναι απλώς μια σειρά από αριθμούς, ζημιές και απώλειες. Είναι μια ιστορία ανθρώπων που εργάζονται με πάθος και πίστη, που αγαπούν τη γη τους και που, ακόμη και μέσα στον πόνο, προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό αυτό που τους συνδέει με τη ζωή, την κοινωνία και την ίδια τη χώρα.

  • «Εδώ μιλάνε για λατρεία»: Ο Βύρωνας Κριτζάς αφηγείται την ιστορία των Κόρε. Ύδρο. πίσω από την κάμερα

    «Εδώ μιλάνε για λατρεία»: Ο Βύρωνας Κριτζάς αφηγείται την ιστορία των Κόρε. Ύδρο. πίσω από την κάμερα

    Οι Κόρε. Ύδρο. δεν ήταν ποτέ μια συνηθισμένη περίπτωση στην ελληνική μουσική σκηνή. Για κάποιους ήταν απλώς μια μπάντα από την Κέρκυρα, για άλλους –όπως και για εμένα– ήταν μια «θρησκεία» με φανατικούς πιστούς και ορκισμένους πολέμιους. Αυτή ακριβώς την ένταση, το πάθος και την ιδιαίτερη καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Παντελή Δημητριάδη και του Αλέξανδρου Μακρή, ήρθε να αποτυπώσει το ντοκιμαντέρ «Εδώ μιλάνε για λατρεία».

    ​Στην καρέκλα του σκηνοθέτη συναντάμε τον Βύρωνα Κριτζά. Γνωστός μας ως μουσικός δημοσιογράφος, ο Βύρωνας τόλμησε να περάσει στην αντίπερα όχθη: από αυτόν που κρίνει και καταγράφει, σε αυτόν που δημιουργεί και εκτίθεται. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία βαθιά συναισθηματική, ειλικρινής και –κυρίως– «χειροποίητη».

    ​Με αφορμή την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ, και την επερχόμενη προβολή, μιλήσαμε μαζί του για τη μετάβαση από την πένα στην κάμερα, τη δύσκολη ισορροπία μεταξύ φιλίας και σκηνοθεσίας, αλλά και για το τι τελικά σημαίνει «λατρεία» στην τέχνη.

    Δέσποινα Καρπούζη: Βύρωνα, σε γνωρίζουμε χρόνια μέσα από την πένα σου ως μουσικό συντάκτη. Πόσο «τρομακτική» ή απελευθερωτική ήταν η στιγμή που άφησες το στυλό και έπιασες την κάμερα; Υπήρξε φόβος μήπως κριθείς αυστηρά από τον χώρο μας;

    Βύρωνας Κριτζάς: Δεν έπιασα ποτέ κάμερα, άλλοι την κρατούσαν! Επίσης πρέπει να σου πω ότι ο μπούσουλας, καθ’ όλη τη διάρκεια, ήταν τα κείμενα που έγραφα σε word: Ένα πειστικό treatment για να βρούμε λεφτά, οι ερωτήσεις προς τους ομιλητές, το πλάνο γυρισμάτων, το σενάριο-οδηγός για το μοντάζ. Πολύ γράψιμο! Η σκηνοθεσία δε με τρόμαξε. Είχα και ανθρώπους οι οποίοι ήξεραν καλά το τεχνικό κομμάτι, όπως π.χ. ο Γιάννης Κολόζης, που ανέλαβε τη Διεύθυνση Φωτογραφίας, και βέβαια η Μαρίνα Δανέζη, που ήταν η παραγωγός μας και με ενθάρρυνε από την αρχή. Ήξερα καλά το θέμα μου, ήμουν οργανωτικός, είχα πολύτιμους συνεργάτες, όλα αυτά με έκαναν να νιώθω ασφαλής.

    Δέσποινα Καρπούζη: Τώρα που βρέθηκες στην «αρένα» του δημιουργού και εκτίθεσαι στο κοινό, άλλαξε καθόλου ο τρόπος που θα γράφεις κριτική ή συνεντεύξεις από εδώ και πέρα; Έγινες, ίσως, πιο επιεικής με τους καλλιτέχνες τώρα που είδες τον κόπο από την άλλη πλευρά;

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-pantelis-dimitriadis-apoklistika-sto-verite-kai-ti-despina-karpouzi/

    Βύρωνας Κριτζάς: Εμένα ο «θεός» μου είναι ο αναγνώστης πάντα. Για αυτόν γράφω. Βέβαια και ο καλλιτέχνης δε μου είναι αδιάφορος… Πώς μπορείς να είσαι ειλικρινής και αληθινός, χωρίς να πληγώσεις; Πόσο πιθανό είναι να αλλάξεις κάποιον, να τον βοηθήσεις ουσιαστικά, τονίζοντας τα αδύναμα σημεία του; Αυτά είναι ερωτήματα που με έχουν απασχολήσει πολλές φορές, ακόμα και στα προσωπικά μου… Νομίζω με τα χρόνια γίνομαι πιο επιεικής. Και μάλιστα η τέχνη πολλές φορές βοηθάει. Μας κάνει πιο μαλακούς, πιο ανοιχτόκαρδους. Είδες την ταινία του Οικονομίδη; Ο πρωταγωνιστής είναι ένα αντιπαθητικό λαμόγιο, αλλά τον συμπονάμε. Μόνο η τέχνη μπορεί να το πετύχει αυτό.

    Δέσποινα Καρπούζη: Γνωρίζουμε ότι με τον Παντελή Δημητριάδη είστε φίλοι. Αυτό ήταν το μεγάλο σου όπλο, αλλά φαντάζομαι και η παγίδα. Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα ή στο μοντάζ που δυσκολεύτηκες να διαχωρίσεις τον ρόλο του «φίλου που προστατεύει» από αυτόν του «σκηνοθέτη που οφείλει να δείξει την αλήθεια»;

    Βύρωνας Κριτζάς: Δε νομίζω ότι υπάρχει μία αλήθεια. Αν έκανες εσύ το ντοκιμαντέρ, πιθανόν να έπιανες τον Παντελή από άλλη σκοπιά. Να εστίαζες π.χ. στις οικονομικές του δυσκολίες, στις ερωτικές του σχέσεις, στο πώς γράφει τραγούδια… Εγώ εστίασα αλλού. Νομίζω αυτό που κυριαρχεί είναι ένα αγαπητικό βλέμμα, το οποίο όμως αφήνει ανοιχτή την πόρτα στην αίσθηση αμηχανίας που ο ίδιος προκαλεί ως πρόσωπο. Αναρωτιέσαι αν είναι «ρόλος», όπως και όταν τον βλέπεις στη σκηνή, ή όταν τον γνωρίζεις από κοντά. Νομίζω και ο ίδιος αναρωτιέται.

    Δέσποινα Καρπούζη: Ο Παντελής είναι ένας καλλιτέχνης με πολύ συγκεκριμένη αισθητική και άποψη. Όταν ήρθε η ώρα να δει τον εαυτό του μέσα από τη δική σου σκηνοθετική ματιά, υπήρξαν σημεία που τον ξένισαν ή που είδε διαφορετικά απ’ ό,τι εσύ; Πώς γεφυρώσατε τυχόν διαφορετικές οπτικές πάνω στο τελικό αποτέλεσμα;

    Βύρωνας Κριτζάς: Ο Παντελής δεν είχε λόγο στο τελικό αποτέλεσμα. Είδε την ταινία στην αίθουσα. Στα γυρίσματα υπήρξαν στιγμές που αισθάνθηκε αμήχανα, όπως η σκηνή που τρώει φακές με τους γονείς του, ή η σκηνή που χορεύει και ξεγυμνώνεται μέσα στο δάσος. Εκεί λειτούργησε ως ηθοποιός που άκουγε τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Πάντως ούτε ο Αλέξανδρος Μακρής χρειάστηκε να εγκρίνει τις σκηνές του, ούτε κανένας άλλος, μας εμπιστεύτηκαν όλοι. Ευτυχώς.

    Δέσποινα Καρπούζη: Στο ντοκιμαντέρ βλέπουμε την έντονη ταύτιση του κοινού με τον πόνο, την αποτυχία και την απόρριψη που συχνά τραγουδάει ο Δημητριάδης. Τελικά, πιστεύεις ότι η «λατρεία» του τίτλου πηγάζει από τον μουσικό θαυμασμό ή από την βαθύτερη ανάγκη μας να βρούμε κάποιον που να έχει πονέσει όσο εμείς;

    Βύρωνας Κριτζάς: Λατρεύουμε τους Κόρε. Ύδρο. όχι επειδή έχουν πονέσει όσο εμείς, αλλά επειδή μπόρεσαν να εκφράσουν αυτό τον πόνο και να τον εξυψώσουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να καταλάβουμε τη σημασία του. Η ευαισθησία είναι προνόμιο – αυτό μας είπαν οι Κόρε. Ύδρο. Δεν είναι αδυναμία, όπως κάποιοι νομίζουν.

    Δέσποινα Καρπούζη: Φαντάζομαι πως είχες ώρες υλικού στη διάθεσή σου. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή, μια ατάκα ή ένα πλάνο που «πέθανε» στο μοντάζ, την αφαίρεσες με βαριά καρδιά για λόγους χρόνου, αλλά ακόμα και σήμερα σκέφτεσαι ότι ίσως έπρεπε να είχε μείνει μέσα;

    Βύρωνας Κριτζάς: Είχα πάρα πολύ υλικό, θα μπορούσε να γίνει και σειρά στο NETFLIX. Αλλά νομίζω ότι τα 88 λεπτά διάρκειας είναι αρκετά για ένα μουσικό ντοκιμαντέρ. Έχουμε και δουλειές…

    Δέσποινα Καρπούζη: Ζώντας από κοντά τη δυναμική μεταξύ του Παντελή και του Αλέξανδρου σήμερα, ένιωσες ότι ο κύκλος των Κόρε. Ύδρο. έχει κλείσει αμετάκλητα; Ή μήπως διέκρινες, έστω και αμυδρά, κάποια ‘χαραμάδα’ επικοινωνίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι μελλοντικό;

    Βύρωνας Κριτζάς: Όταν ξεκινούσαμε να σχεδιάζουμε το ντοκιμαντέρ, η σχέση τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Σήμερα παραμένει τυπική, αλλά επικοινωνούν πολύ συχνότερα. Για να καταλάβεις, είναι περίπου σαν ένα χωρισμένο ζευγάρι, που κάθε τόσο πρέπει να συνεννοηθεί για τη φροντίδα των «παιδιών» (των τραγουδιών). Αυτό που εγώ έχω εκλάβει είναι ότι αρνούνται να επανενωθούν όχι επειδή δε χωνεύουν ο ένας τον άλλον, αλλά επειδή αγαπάνε τους Κόρε. Ύδρο., τους σέβονται, τους έχουν στην καρδιά τους ως κάτι πολύτιμο, που κάποια στιγμή τελείωσε.

    Δέσποινα Καρπούζη: Κλείνοντας, μια υπόθεση εργασίας: Το ντοκιμαντέρ λέγεται «Εδώ μιλάνε για λατρεία». Αν έπρεπε να γυρίσεις ένα sequel σε 10 χρόνια από τώρα, με τους ίδιους πρωταγωνιστές αλλά σε άλλη φάση ζωής, τι τίτλο πιστεύεις –ή θα ήθελες– να είχε;

    Βύρωνας Κριτζάς: Αυτή ήταν η ροζ ταινία και τώρα ετοιμάζουμε την κίτρινη ταινία, «Εδώ μιλάνε για αλήθεια», με όλα τα κουτσομπολιά και τις ίντριγκες.

    Ευχαριστούμε τον Βύρωνα Κριτζά για την παραχώρηση της συνέντευξης. Το ντοκιμαντέρ «Εδώ μιλάνε για λατρεία» συνεχίζει το ταξίδι του στις αίθουσες και στα φεστιβάλ, θυμίζοντάς μας πως, μερικές φορές, η μουσική είναι κάτι παραπάνω από νότες: είναι καταφύγιο.

    Το «Εδώ μιλάνε για λατρεία» θα προβληθεί στο σινεμά Μικρόκοσμος της Αθήνας, την Παρασκευή 19/12, στις 22:30.

  • Πολυτεχνείο: Η μνήμη που επιμένει και η κοινωνία που ακόμη ψάχνει τη φωνή της

    Πολυτεχνείο: Η μνήμη που επιμένει και η κοινωνία που ακόμη ψάχνει τη φωνή της

    Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν χωράνε σε στεφάνια και αγήματα. Η 17η Νοεμβρίου είναι από αυτές. Όχι επειδή οι ιστορίες είναι βαριές, αλλά γιατί οι σκιές τους απλώνονται ως εδώ, στο τώρα, σαν να θέλουν να μας θυμίσουν ότι τίποτα από εκείνον τον φόβο δεν χάθηκε στ’ αλήθεια. Απλώς άλλαξε δωμάτιο μέσα μας.

    Δεν γράφω για να ανακυκλώσω μνήμη. Γράφω γιατί το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε.
    Ζει στη δυσπιστία μας, στη σιωπηλή μας επιφύλαξη, στην έτοιμη φράση “μη μπλέξεις”. Ζει σε μια κοινωνία που έμαθε να επιβιώνει χαμηλόφωνα, ακόμη κι όταν θέλει να φωνάξει.

    Η ψυχολογία της σιωπής – όταν ο φόβος ριζώνει πιο βαθιά κι από την ιστορία

    Η χούντα δεν ήταν μόνο μια πολιτική εκτροπή. Ήταν μια καθημερινή εκπαίδευση στο “να μην μιλάς”.
    Και ό,τι επαναλαμβάνεται αρκετά γίνεται συνήθεια, κι ό,τι γίνεται συνήθεια γίνεται χαρακτήρας.
    Έτσι φτάσαμε, δεκαετίες μετά, να ζούμε σε μια χώρα όπου η δυσπιστία δεν είναι ιδιοτροπία· είναι κληρονομιά.

    Στις μετα-αυταρχικές κοινωνίες (Spreizer, 2017), οι πολίτες συχνά εμφανίζουν τρία σταθερά μοτίβα:
    δυσπιστία προς θεσμούς,
    αποχή από πολιτικές διαδικασίες,
    εσωτερίκευση του “μη μιλάς για πολιτικά”.

    Αυτά δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Είναι παρατηρήσιμες στην Ελλάδα:

    Στοιχείο: Σύμφωνα με το European Social Survey (2002–2022), η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης σε θεσμούς της Ευρώπης. Οι νέοι 18–29 ετών συμμετέχουν λιγότερο σε συλλογικές δράσεις σε σχέση με αντίστοιχες ηλικίες χωρών χωρίς αυταρχικό παρελθόν.

    Η δικτατορία έφυγε· ο φόβος της έμεινε σαν υπόκωφος μηχανισμός. Σαν μια σκιά που δεν ξέρεις από πού ανάβει το φως για να τη διώξεις.

    Μια κοινωνία που έμαθε να ζει χαμηλά για να μην την πατήσουν

    Μετά το ’74, όλοι μιλούσαν για “επιστροφή στη δημοκρατία”.
    Κανείς δεν μίλησε για την άλλη δουλειά που έπρεπε να γίνει: την εξάλειψη της νοοτροπίας της επιβίωσης.

    Ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με συμβουλές που έμοιαζαν απλές, αλλά ήταν φορτωμένες ιστορία:
    “Μην προκαλείς”,
    “Μην εκτίθεσαι”,
    “Μην παίρνεις θέση”.

    Μελέτη Παντείου (2021):
    – 68% των συμμετεχόντων συνδέει την πολιτική με “σύγκρουση, ρίσκο, διχασμό”.
    – Μόνο 14% τη συνδέει με “προσωπική ευθύνη”.

    Το οικονομικό παραμύθι – όταν η νοσταλγία καμουφλάρει τη βία

    Μια άλλη σκιά της επταετίας είναι το αφήγημα της “οικονομικής ευημερίας”.
    Είναι η μισή αλήθεια που γίνεται ολόκληρο ψέμα. Γιατί η νοσταλγία λειτουργεί σαν θαμπό τζάμι: βλέπεις όσα θέλεις να δεις.

    Κι όμως, τα στοιχεία είναι αδιάφορα για τα συναισθήματα:

    – Το δημόσιο χρέος από 34 δισ. δραχμές (1967) εκτινάχθηκε στα 115 δισ. (1974) — αύξηση άνω του 240%.
    – Ο πληθωρισμός από 2% σκαρφάλωσε σε διψήφιο.
    – Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βούλιαξε.

    Η μεταδοτική μνήμη – πώς το τότε μπαίνει στο τώρα χωρίς να το καταλάβουμε

    1. Στην οικογένεια, η παλιά φράση “πρόσεχε τι λες” μοιάζει με αναχρονιστικό αστείο, αλλά κάποτε ήταν επιβίωση.
    2. Στα σχολεία, η απονευρωμένη πολιτική σκέψη είναι το μετέωρο υπόλοιπο μιας εποχής όπου η άποψη είχε κόστος.
    3. Στην κοινωνική συμμετοχή, ο φόβος της “ταμπέλας” μοιάζει με νεανική αδιαφορία, αλλά είναι προϊόν συλλογικής μνήμης.
    4. Στην πολιτική πόλωση, η δυσκολία να εμπιστευτούμε “τον απέναντι” έχει ρίζες σε δεκαετίες καταστολής.

    Γραφήματα που υποστηρίζουν την αφήγηση:
    – Αύξηση δημόσιου χρέους 1967–1974
    – Πτώση εμπιστοσύνης σε θεσμούς (ESS)
    – Συμμετοχή νέων σε συλλογικές δράσεις σε σύγκριση με ΕΕ

    Γιατί έχει νόημα το Πολυτεχνείο σήμερα;

    Η 17η Νοεμβρίου είναι ο καθρέφτης που δεν θέλουμε να κοιτάξουμε πολύ ώρα.
    Δείχνει τι φοβόμαστε, τι αποφύγαμε να θεραπεύσουμε, τι ξεχάσαμε πως χρειάζεται θάρρος.

    Όχι το θάρρος των οδοφραγμάτων – το άλλο: το καθημερινό, εκείνο που σε σπρώχνει να ανοίξεις το στόμα σου σε μια κοινωνία που για δεκαετίες το κρατούσε κλειστό.

    Το Πολυτεχνείο δεν ζητά να το τιμήσουμε.
    Μας ζητά να το καταλάβουμε.

  • Η σιωπή της βεντέτας: Όταν η τιμή γίνεται φόβος

    Η σιωπή της βεντέτας: Όταν η τιμή γίνεται φόβος

    Η πρόσφατη επίθεση στην Κρήτη, όπου ένας 69χρονος κτηνοτρόφος βασανίστηκε και ακρωτηριάστηκε, δεν είναι απλώς άλλο ένα περιστατικό βίας. Είναι μια υπενθύμιση πως πίσω από τα γραφικά τοπία, τις μαντινάδες και τη φιλοξενία, επιβιώνουν ακόμη βαθιά ριζωμένοι κοινωνικοί μηχανισμοί που καθορίζουν την τιμή, τη δύναμη και τη σιωπή.

    Η πράξη αυτή – να κόψεις τη γλώσσα κάποιου – δεν είναι μόνο εγκληματική. Είναι συμβολική.
    Είναι μια ωμή δήλωση εξουσίας: «Σου αφαιρώ τη φωνή». Μια χειρονομία που κουβαλά μαζί της δεκαετίες άγραφων νόμων, εσωτερικευμένων κανόνων και φόβων που περνούν από γενιά σε γενιά.

    Η παράδοση της βίας και η κοινωνική σιωπή

    Η Κρήτη έχει ζήσει για αιώνες με τον κώδικα της τιμής και της ανταπόδοσης.
    Η βεντέτα, όσο κι αν μοιάζει ξεπερασμένη, δεν είναι απλώς «μια παλιά συνήθεια».
    Είναι κοινωνικό σύστημα, τρόπος ρύθμισης σχέσεων όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει διαβρωθεί. Σε μικρές κοινωνίες, όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, η δημόσια εικόνα έχει σχεδόν υπαρξιακή βαρύτητα. Η προσβολή δεν βιώνεται ως προσωπική, είναι συλλογική, αγγίζει την οικογένεια, το όνομα, τη γενιά. Έτσι, η εκδίκηση μετατρέπεται σε κοινωνική υποχρέωση, όχι σε επιλογή.

    Και όμως, πίσω από αυτό το φαινομενικά «ανδρικό» καθήκον, κρύβεται ένας βαθύς φόβος: ο φόβος της απώλειας ελέγχου, της έκθεσης, της αδυναμίας. Η βία γίνεται το μέσο για να αποτραπεί η ντροπή.
    Και η σιωπή, αυτή που επιβάλλεται με τη γλώσσα κομμένη, είναι το τίμημα που πληρώνει μια ολόκληρη κοινότητα.

    Η κοινωνία της ανεκτικότητας στη βία

    Η ελληνική κοινωνία, σε πολλές εκφάνσεις της, εξακολουθεί να δείχνει μια παράξενη ανοχή απέναντι στη βία όταν αυτή ντύνεται με τον μανδύα της παράδοσης. Λέμε συχνά «έτσι είναι εκεί κάτω», σαν να μιλάμε για φυσικό φαινόμενο, και όχι για επιλογές ανθρώπων που διαμορφώνονται μέσα σε κοινωνικά πλαίσια.

    Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι επικίνδυνος, γιατί επιτρέπει την αναπαραγωγή του φαινομένου.
    Όταν το αίμα θεωρείται αποδεκτή μορφή αποκατάστασης, τότε το τραύμα δεν επουλώνεται ποτέ, απλώς αλλάζει πρόσωπα.

    Από τη σιωπή στη φωνή

    Η λύση δεν βρίσκεται στην καταδίκη της Κρήτης ή της παράδοσης, αλλά στην κατανόηση του γιατί αυτές οι συμπεριφορές αντέχουν. Χρειάζεται εκπαίδευση, θεσμική εμπιστοσύνη, και πάνω απ’ όλα, δημόσιος λόγος που να μην φοβάται να μιλήσει για τη βία, το φύλο, τη δύναμη, και τη ντροπή.

    Η κοινωνία θεραπεύεται όταν αρχίζει να μιλά, όχι όταν σωπαίνει. Και ίσως το πιο δύσκολο αλλά και πιο αναγκαίο βήμα είναι ακριβώς αυτό: να ξαναδώσουμε φωνή εκεί που για χρόνια κόβεται.

  • Η περσινή υποψήφια για Νόμπελ Ειρήνης, Ε. Πετροπούλου στο Vérité και τη Δ. Καρπούζη

    Η περσινή υποψήφια για Νόμπελ Ειρήνης, Ε. Πετροπούλου στο Vérité και τη Δ. Καρπούζη

    Ξεκινήσατε από τη δημοσιογραφία στη Γαλλία και βρεθήκατε να γράφετε παραμύθια που κυνηγούν το όνειρο. Πώς έγινε αυτή η μετατόπιση; Τι κρατήσατε από τη δημοσιογραφία και τι αφήσατε πίσω;

    Αγαπητή κα Καρπούζη σας ευχαριστώ πολύ για το βήμα, για τη δυνατότητα που μου δίνετε να μιλήσω στον Έλληνα αναγνώστη, γιατί παρόλο που μένω κι εργάζομαι στην Ελλάδα από το 2009 , σπάνια μου ζητούν συνεντεύξεις. Αντιθέτως στο εξωτερικό δίνω πολύ συχνά…

    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την αρχή πρώτου κύκλου της ζωής μου, γιατί για εμένα όλα είναι κύκλος και πάντα αρχίζουν και τελειώνουν, όταν μια νέα αποστολή μου φανερώνεται στο δρόμο μου. Η Γαλλία ήρθε λοιπόν στη ζωή μου, ενώ είχα ολοκληρώσει τις σπουδές μου στη σχολή Δημοσιογραφίας του Αnt1, είχα δουλέψει και στο εξωτερικό δελτίο, είχα συνεργαστεί και με την εκπομπή της Φωτεινής Πιπιλή, το Αυτά και άλλα, και αναζητούσα μια εργασία στα έντυπα. Ένας υπέροχος άνθρωπος, ο αδερφός της μαμάς μου, μου προτείνει να πάω στη Γαλλία, όπου ξεκινούσε ο φίλος του, την εφημερίδα, ” “Le libre journal” μια συνδρομητική εφημερίδα που φιλοδοξούσε να παρουσιάσει όλο το πολιτικό οικονομικό κομμάτι της Γαλλίας αλλά και το τομέα του πολιτισμού. Στα περίπου δέκα χρόνια που έμεινα στη Γαλλία και ήρθα σε επαφή με ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων της ενημέρωσης και της λογοτεχνίας, άρχισε να ανθίζει στην καρδιά μου το σποράκι της γραφής. Ο Διευθυντής της εφημερίδας, και μέντορας μου τότε, μου είχε πει : θα γράφεις με την καρδιά σου και να διαβάζεις βιβλία σε περισσότερες από μία γλώσσες “.

    Αυτά τα κράτησα σαν θησαυρό στο μυαλό μου και ξεκίνησα να γράφω το πρώτο μου παραμύθι στα γαλλικά, τη Ζεραλντίν και το ξωτικό της λίμνης, το ολοκλήρωσα το 1998. Το εξέδωσα το 2006 στη Νίκαια. Το παρουσίασαν στη Γαλλία το 2007.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-aygoystos-korto-sto-verite-kai-ton-konstantino-moyssa/

    Η δουλειά ως δημοσιογράφος ήταν το έναυσμα για να έρθω πιο κοντά στη λογοτεχνία, που πιστεύω αυτός ήταν ο τελικός στόχος μου. Ήταν μια συμπόρευση αφού τα γραφόμενα μου ήταν πάντα πάνω σε θέματα πολιτισμού, μιας κι έκανα παρουσίαση θεάτρου και βιβλίων ή καλυπτα πολιτιστικές εκδηλώσεις του διαμερίσματος όπου ήταν η εφημερίδα μας. Ως συγγραφέας δεν μπορώ να πω ότι έγινε μετατόπιση λοιπόν, αλλά έγινε μια προέκταση της γραφής και του αντικειμένου που άρχισα να ασχολούμαι. Κι αυτό ήταν η παιδική λογοτεχνία.

    Οι ηρωίδες σας, από τη Ζεραλντίν μέχρι την Κόρη της Σελήνης, κουβαλούν φως αλλά και δοκιμασίες. Τις βλέπετε σαν κομμάτια δικά σας ή σαν καθρέφτες των παιδιών που συναντάτε σε Ελλάδα και εξωτερικό;

    Οι ήρωες και οι ηρωίδες μου είναι, ήταν και θα είναι άνθρωποι που συνάντησα στη ζωή μου, οι οποίοι μου έκαναν εντύπωση ή απλά μου κινούσαν την περιέργεια. Όπως μπορείτε να φανταστείτε για ένα κορίτσι 18 χρόνων, το 1994, που δούλευε και έμενε στο εξωτερικό, όλα έμοιαζαν διαφορετικά αλλά και υπέροχα. Οπότε οι περισσότερες εμπειρίες ήταν προσωπικές από διάφορα ταξίδια στο εσωτερικό της χώρας, όπως η επίσκεψη μου στο Mont Saint Michel, στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ το οποίο είναι γνωστό για το πανέμορφο Μοναστήρι αφιέρωμα στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, που είναι χτισμένο στο βράχο κι αγκαλιάζει πραγματικά όλο το νησί με τα υπέροχα μεσαιωνικά κτίρια αλλά και τα δρομάκια του. Εκεί λοιπόν έχτισα για αρκετές μέρες, διάφορες μορφές και συμπεριφορές ηρώων, που τους χρησιμοποίησα στις ιστορίες μου, ” οι περιπέτειες του Σαμουράι Νογκασικα Σαν” και ” Ο άντρας που… φοβόταν την Αγάπη” οι οποίες γράφτηκαν πολύ αργότερα και έχουν εκδοθεί και μεταφραστεί στα αγγλικά και ισπανικά.

    Στην παιδική λογοτεχνία, ο συγγραφέας οφείλει να δώσει ένα πολύ ξεκάθαρο μήνυμα για το τι πρόκειται να παρουσιασεί στο βιβλίο του. Να μιλήσει ανοιχτά για τους χαρακτήρες τών ηρώων του και φυσικά να δώσει ένα παράδειγμα , μια μικρή λεπτομέρεια, ώστε να είναι εύκολο να ταυτιστεί το παιδί με αυτό που ακούει ή με αυτό που το ίδιο θα διαβάσει.

    Έτσι, χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα εργαλεία στην παιδική λογοτεχνία, που είναι πολύ σημαντικά για να υπάρξουν οι εναλλαγές, η περιπέτεια, οι δεύτεροι ρόλοι,τα μαγικά στοιχεία και τα αντικείμενα που παίρνουν ανθρώπινη μορφή και μιλούν και τραγουδούν αλλά όπως στη ζωή μας έτσι και στις ιστορίες χρειάζονται οι δοκιμασίες και οι μεταμορφώσεις για να φτάσουμε στο επιθυμητό, την ευτυχία, την πραγματοποίηση των στόχων μας και την ολοκλήρωση των ονείρων μας.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/%cf%81%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%82-%cf%88%ce%ac%cf%87%ce%bd%ce%b5-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b5%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8c-%cf%83%ce%bf/

    Αυτό είναι το φως… που στο τέλος θα λάμψει αλλά υπάρχει και το σκοτάδι, οι δοκιμασίες που βιώνουν τα μικρά παιδιά και τα κρατούν μυστικά στην καρδιά τους και μεγαλώνουν με αυτά τα σκοτάδια, τις σκιές και δύσκολα μιλούν για αυτά.

    Τις ιστορίες μου λοιπόν τις γράφω για αυτά τα παιδιά, που πέρασαν από μεγάλες δοκιμασίες και τα κατάφεραν. Οι ιστορίες μου έχουν θεραπευτικές ιδιότητες και τα παιδιά διαβάζοντας, έχουν πάρει μεγάλη δύναμη και κουράγιο, για να συνεχίσουν να ονειρεύονται, κι αυτή είναι μια ακόμη μαρτυρία μιας μητέρας που το παιδί της φοβόταν το σκοτάδι και τις ντουλάπες που έμεναν ανοιχτές…

    Όταν η μητέρα του παιδιού αγόρασε το βιβλίο μου, “Ζεραλντίν και το ξωτικό της λίμνης” και του διάβαζε το παραμύθι μου κάθε βράδυ, σταδιακά το παιδί της ύστερα από μερικούς μήνες , έκλεινε το φως και τις ντουλάπες μόνο του και κοιμόταν ήσυχο… με το βιβλίο μου κάτω από το μαξιλάρι του.

    Στο βιβλίο για τη Μυρτώ αγγίξατε ένα πραγματικό τραύμα. Πώς βρήκατε τη δύναμη να γράψετε γι’ αυτό και πώς ανταποκρίθηκαν τα παιδιά;

    Η Μυρτώ, το βιβλίο η “Νεραιδομαζόνα η Μυρτιά” ήταν από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου. Γνώρισα την οικογένεια της Μυρτούς, ύστερα από την προτροπή και σύσταση της αγαπημένης πλέον φίλης, Διευθύντρια του κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού με έδρα τη Μόσχα, Δρ. Δώρα Γιαννίτση, την οποία τη γνώρισα αρκετά χρόνια πριν, αφού είχα κάνει δωρεά ελληνικών βιβλίων, για τη βιβλιοθήκη του Κ.Ε.Π.

    Μου έστειλε λοιπόν ένα μήνυμα και με προέτρεψε να έρθω σε επαφή με την οικογένειά της Μυρτούς, γνωρίζοντας τις ευαισθησίες μου αλλά και την προσωπικότητα μου, πάντα προσφέρω χωρίς ποτέ να το αναφέρω. Έτσι έγινε η πρώτη επαφή. Γνώρισα τη Μυρτώ. Είχαμε μια πολύ όμορφη χημεία και ξεκίνησα να γράφω την ιστορία της Νεραιδομαζόνας, ακολουθώντας και τις επιθυμίες της.

    Η Μυρτώ επικοινωνούσε με τα βλέφαρα της και η μαμά της , η καλύτερη μεταφράστρια, για να μου εξηγεί. Το βιβλίο εξεδόθη από ιδιώτη. Ήμουν εθελόντρια σε όλη αυτή την πρωτοβουλία.Το βιβλίο το αφιέρωσα στην Μυρτώ και προχώρησα και στη δωρεά στην οικογένεια, ώστε με κάθε πώληση, τα έσοδα από την πώληση να πηγαίνουν στη οικογένεια  Μπορείτε να στείλετε μήνυμα στη Μαρία Κοτρώτσου, για οποιοδήποτε ενδιαφέρεται να αγοράσει το βιβλίο.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-bas%ce%afles-l%ce%adkkas-sto-verite-kai-ton-konstant%ce%afno-mo%cf%8dssa/

    Η ιστορία, “η Νεραιδομαζόνα η Μυρτιά” είναι μια ιστορία καλοσύνης, αγάπης προς τη φύση και τη θάλασσα αλλά φέρνει ένα μήνυμα ειρήνης και ελπίδας. Κάναμε αρκετές παρουσιάσεις από το 2019 και τα παιδιά ανταποκρίθηκαν με πολύ αγάπη και έντονα συναισθήματα. Τα παιδιά έχουν έμφυτη την εν συναίσθηση και γνωρίζουν να διακρίνουν το καλό και το κακό. Σε κάθε παρουσίαση τού βιβλίου της Μυρτούς, υπήρχε ένα κύμα συμπαράστασης και αλληλεγγύης και πολύ αγάπη…

    Τα βιβλία σας έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου και διδάσκονται σε μαθητικές βιβλιοθήκες. Νιώθετε ότι οι Έλληνες αναγνώστες σάς καταλαβαίνουν διαφορετικά από τους ξένους;

    Η Κύπρος είναι αρκετά μπροστά σε όλους τους τομείς. Έχει ένα ιδιαίτερα πετυχημένο πρόγραμμα για να βοηθήσει τους δημιουργούς.

    Έτσι, ψάχνοντας για διάφορα πρότζεκτ, πάνω στη λογοτεχνία, βρήκα το σάιτ, όπου ενημέρωνε για το τρόπο που θα μπορούσε να εγκριθεί το βιβλίο ενός συγγραφέα. Έστειλα όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και μετά από ένα μήνα περίπου, μου απάντησαν. Έχουν εγκριθεί  τα περισσότερα βιβλία μου, “Η Ζεραλντίν και το ξωτικό της λίμνης “,  “Ο ήρωας Με τα φτερωτά σανδάλια και το μαγικό μολύβι ” και “οι περιπέτειες του Σαμουράι Νογκασίκα Σαν “.

    Είμαι πολύ χαρούμενη και όπως κάνω πολύ συχνά στη ζωή μου.. άνοιξα το δρόμο και για άλλους συγγραφείς. Στη χώρα μας υπάρχουν περισσότεροι συγγραφείς από ότι αναγνώστες . Είναι κρίμα, ότι ελάχιστοι διαβάζουν ή ασχολούνται πραγματικά με τη λογοτεχνία.Όλα έχουν εμπορευματοποιηθεί και δυστυχώς η προσκόλληση των νέων παιδιών αλλά και των ενηλίκων με τα κινητά δεν νομίζω ότι θα αλλάξει κάτι στο μέλλον.

    Στο εξωτερικό οι άνθρωποι διαβάζουν κι υπάρχει και η διαφορετική νοοτροπία, όσο αφορά τα βιβλία, όσο Περισσότερες κατά μεγάλες βιβλιοθήκες υπάρχουν στο σπίτι κάποιου ,  δείχνει σημαντικός ανάμεσα στην παρέα. Αυτό γνώρισα στην Γαλλία και σε αρκετές παρέες, που συναναστρεφόμουν και περνούσαμε ώρες διαβάζοντας και καταστρώνοντας παιχνίδια μυστηρίου βασισμένα σε βιβλία που διαβάζαμε. Μερικές φορές αναρωτιέμαι κι εγώ ή ίδια, πως θα μπορέσω να φτάσω στα παιδιά, που πλέον είναι χαμένα στην οθόνη ενός υπολογιστή… Χρειάζεται πολύ δουλειά από την πολιτεία, το σχολείο και την οικογένειά.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-pantelis-dimitriadis-apoklistika-sto-verite-kai-ti-despina-karpouzi/

    Ως πρόεδρος του Mother Theresa International Foundation Greece, πρέσβειρα ειρήνης και υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης, συνδέετε λογοτεχνία και ανθρωπισμό. Πιστεύετε ότι η τέχνη έχει καθήκον να δρα κοινωνικά ή είναι επιλογή του δημιουργού;

    Φυσικά, ο δημιουργός οφείλει και πρέπει να δρα κοινωνικά. Ειδάλλως μιλάμε για τέχνη χωρίς περιεχόμενο ή για στρατευμένη τέχνη. Η λογοτεχνία είναι βασισμένη στην ανθρώπινη ύπαρξη και ο άνθρωπος μέσω της γραφής προσπαθεί να ξεφύγει από τους δικούς του φόβους και εμπόδια και να αγγίξει το θείο. Δεν μπορούμε μόνο να γράφουμε για να πάρουμε κάποιο βραβείο ή ένα οικονομικό αντάλλαγμα. Ο Δημιουργός γράφει, δημιουργεί για να εμπνεύσει, να στηρίξει τη δικαιοσύνη, την ακεραιότητα και την ανάγκη για να ζήσουμε όλοι σε έναν ειρηνικό κόσμο.

    Μιλώντας για ειρηνικό κόσμο, ήμουν υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης το 2024 από τρεις μεγάλους οργανισμούς αναγνωρισμένους από τα Ηνωμένα Έθνη. Οι οργανισμοί αυτοί που είναι από τρεις διαφορετικές χώρες Μεξικό, Ινδία, Αργεντινή είδαν σε μένα, μια γυναίκα με όραμα και πάθος για την λογοτεχνία και δη την ποίηση, που μέσω του λογοτεχνικού διαδικτυακού εγχειρήματος, Poetry Unites people, τα τελευταία 11 χρόνια έχω καταφέρει να ενώσω πάνω από 200 χώρες και τουλάχιστον 1.680 ποιητές από όλες τις χώρες.

    Το όραμα μου να επικοινωνήσω το μήνυμα της ειρήνης μέσω των στίχων και των λέξεων, έχει εμπνεύσει χιλιάδες ποιητές σε όλο τον κόσμο και πολλοί έχουν δημιουργήσει παράλληλα τους δικούς τους συλλόγους ακολουθώντας τη δική μου ιδέα. Συνεχίζω να δημιουργώ γέφυρες πολιτισμού και ποίησης και να προωθώ τα ποιήματα ανθρώπων, που βρίσκονται σε δεινή θέση όπως τον Παλαιστίνιο ποιητή, κάτοικο Γα σας Ahmed Miqdad, αλλά και τη Ρωσίδα ποιήτρια Όλγα Λεβαδναγια και τον Ισραηλινό ποιητή Κοέν αλλά και Κορεάτες και Βιετναμέζους ποιητές καθώς και τη Νεπαλέζα συγγραφέα til Kumari Sharma. Για μένα ο άνθρωπος σημαίνει δημιουργία. Η ποίηση που προέρχεται από το συντηρημένο ρήμα ποιεω.. ποιώ σημαίνει δημιουργώ.. πράττω  Οπότε θα υπηρετώ και τα δύο μέχρι τέλους.

    Έχετε πει ότι είστε “παραμυθού για πάντα”. Πότε το καταλάβατε πρώτη φορά; Υπήρξε κάποια παιδική σας εμπειρία που σας το αποκάλυψε;

    Η παιδική λογοτεχνία δεν είναι κάτι που επιλέγεις.. αλλά σε επιλέγει. Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι τον εαυτό μου, με ένα βιβλίο στα χέρια. Τα αγαπημένα μου βιβλία, οι μύθοι του Αισώπου. Θεωρώ ότι δεν θα βρεθεί συγγραφέας που κατάφερε τόσο έξυπνα, να παρουσιάσει τη ζωή του ανθρώπου ή μιας κοινωνίας, έχοντας ως ήρωες, μόνο ζώα. Είναι τόσο όμορφα και έξυπνα γραμμένες που διαβάζονται με ευχαρίστηση αλλά περνούν και πολύ σωστά μηνύματα.

    Το δεύτερο βιβλίο είναι ” Ομήρου Οδύσσεια” θεωρώ ότι ο Όμηρος ήταν ο μεγαλύτερος”παραμυθάς” και δεν πρόκειται να τον φτάσουμε, ούτε στη τέχνη της αφήγησης, του λυρισμού, της περιγραφής και της γλαφυρότητας. Ελπίζω να μην παρεξηγηθώ, λέγοντας “παραμυθάς “, αναφέρομαι στη τεχνική της παρουσίασης του έργου του αφού ως γνωστόν η λέξη παραμύθι, προέρχεται από το  ρήμα παραμυθέω – παραμυθώ, που σημαίνει παρηγοριά. Οπότε σύμφωνα με τη σημασία της λέξης, θα είμαι για πάντα η” παρηγοριά ” τού παιδιού και τού ανθρώπου γενικότερα.

    Μιλάτε συχνά για το “φως της Ελλάδας”. Αν έπρεπε να το περιγράψετε σε ένα παιδί από άλλη χώρα, τι θα του λέγατε ότι είναι αυτό το φως;

    Αναφέρομαι στο ήθος, στις παραδόσεις, στο φιλότιμο, στην ελληνική ψυχή. Όλα αυτά είναι το Φως της Ελλάδας, που κατά την άποψη μου τείνει να σβήσει. Χρειαζόμαστε ανθρώπους φωτεινούς  Χρειαζόμαστε ειρηνοποιόυς. Χρειάζεται να κλείσει η οθόνη του υπολογιστή…. Ένα παιδί θα μπορούσε να διαβάσει το ποίημα μου, το φως, ή απλώς να τα πάω μια βόλτα στον Εθνικό κήπο και να τους διαβάσω το μύθο του Ηρακλή με τον Κέρβερο.

    Ήσασταν υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης 2024. Σε έναν κόσμο που ματώνει – από την Παλαιστίνη μέχρι την Ουκρανία – ποιος είναι ο ρόλος του συγγραφέα; Μπορεί ένα παιδικό βιβλίο να μιλήσει για τον πόνο του πολέμου και να γίνει γέφυρα για την ειρήνη;

    Ένα ποίημα ή μία ιστορία μπορεί να γίνει μια νανοκάψουλα, να την επιλέξουν ανάμεσα σε 200 δημιουργούς και να  ταξιδέψει στη Σελήνη. Ένα ποίημα μπορεί να γίνει κινούμενο σχέδιο καί νά δείξει σε ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ότι η ειρήνη είναι ο μόνος δρόμος για να μπορέσει να υπάρξει ανάπτυξη και πρόοδος. Ήταν μεγάλη τιμή η υποψηφιότητα μου για το Νόμπελ Ειρήνης το 2024.Θα είμαι μια γέφυρο-ποιήτρια, αφανής για την Ελλάδα, αλλά μια μεγάλη προσωπικότητα, παγκόσμια πρέσβειρα της Ειρήνης για όλο τον κόσμο.

    Το επόμενο βήμα. Υπάρχει μια ιστορία που φυλάτε στο συρτάρι σας για χρόνια, περιμένοντας τη σωστή στιγμή;

    Οι κύκλοι θα ανοίγουν και θα κλείνουν στη ζωή μου. Ξεκίνησα μια μεγάλη συνεργασία που έχει ως στόχο, να γίνει στην Ελλάδα,στην  Κόρινθο μια μεγάλη κοιτίδα πολιτισμού όπου καλλιτέχνες, γλύπτες, ζωγράφοι από Ελλάδα και το εξωτερικό θα μπορούν να έρχονται, για να εκθέσουν τα έργα τους. Είμαι ευγνώμων στην αγαπημένη φίλη, πολύ γνωστή συγγραφέα και ζωγράφο, ιδιοκτήτρια της γκαλερί τέχνης Μπεχράκη, Παυλίνα Μπεχράκη, για την εμπιστοσύνη και τη μεγάλη της καρδιά.

    Κλείνοντας, αν σας ζητούσα να φτιάξετε τίτλο παραμυθιού για την Ελλάδα του σήμερα, ποιος θα ήταν? 

    “Είμαστε μικροί αλλά έχουμε ψυχή γίγαντα”

  • Το παιδί που χάθηκε σιωπηλά: Η σκοτεινή όψη της τεκνοκτονίας και η ψυχική υγεία των μητέρων

    Το παιδί που χάθηκε σιωπηλά: Η σκοτεινή όψη της τεκνοκτονίας και η ψυχική υγεία των μητέρων

    Η υπόθεση της 32χρονης Αλγερινής μητέρας που συνελήφθη στην Αθήνα για τον
    θάνατο της τρίχρονης κόρης της έχει συγκλονίσει. Αρχικά, η ίδια ισχυρίστηκε ότι το
    παιδί υπέστη ατύχημα, όμως η ιατροδικαστική εξέταση αποκάλυψε ότι η μικρή
    πέθανε από ασφυξία και κακοποίηση.
    Παρότι η τεκνοκτονία – η δολοφονία δηλαδή του ίδιου του παιδιού από τη μητέρα –
    είναι σπάνιο φαινόμενο, αντιστοιχεί περίπου στο 2-4% των συνολικών
    ανθρωποκτονιών διεθνώς. Παρ’ όλα αυτά, κάθε περιστατικό κρύβει πολύπλοκες
    ψυχικές και κοινωνικές διαστάσεις.
    Οι μητέρες που φτάνουν σε τέτοιες ακραίες πράξεις συνήθως ζουν υπό ασφυκτικές
    συνθήκες: φτώχεια, απομόνωση, έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης και, συχνά,
    ψυχικές δυσκολίες
    που μένουν αδιάγνωστες ή χωρίς φροντίδα. Ειδικά όταν πρόκειται
    για γυναίκες με μεταναστευτικό υπόβαθρο, όπως στην περίπτωση αυτή, η πίεση είναι
    ακόμα μεγαλύτερη.
    Η κοινωνία και το σύστημα στήριξης δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται επαρκώς στις
    ανάγκες αυτών των μητέρων. Η γλωσσική και πολιτισμική απόσταση, οι δυσκολίες
    πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και το στίγμα που περιβάλλει την ψυχική ασθένεια,
    δημιουργούν ένα περιβάλλον που οδηγεί στην απόγνωση.
    Η υπόθεση αυτή, πέρα από το νομικό πλαίσιο, φωτίζει τις σκοτεινές γωνιές της
    μητρότητας και αναδεικνύει τα πολλαπλά επίπεδα των δυσκολιών που κρύβονται
    πίσω από μια τέτοια τραγωδία.
    Αυτή η ιστορία μάς υπενθυμίζει πως πίσω από κάθε είδηση υπάρχει μια πολύπλοκη
    ανθρώπινη πραγματικότητα, γεμάτη από μοναξιά, φόβο και απελπισία.

  • Όταν το να είσαι ο εαυτός σου γίνεται επανάσταση

    Όταν το να είσαι ο εαυτός σου γίνεται επανάσταση

    Κάθε Ιούνιο, ο κόσμος γεμίζει ουράνια τόξα, παρελάσεις και γιορτές — και αυτή η εικόνα έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο του Pride Month. Αλλά πίσω από τα φώτα και τα χαμόγελα, υπάρχει μια πολύ πιο σύνθετη, πολύ πιο αληθινή πραγματικότητα.

    Φαντάσου πως μεγάλωσες σε έναν κόσμο που σου λέει καθημερινά, με τρόπους μικρούς και μεγάλους, ότι αυτό που είσαι δεν είναι αποδεκτό. Ίσως να μην έχεις ακούσει ποτέ κανείς να σου λέει «είσαι λάθος» ευθέως, αλλά οι ματιές, τα σχόλια, οι απορρίψεις είναι εκεί. Αυτή η αόρατη πίεση δημιουργεί μέσα σου μια σκιά που σε ακολουθεί. Το να ζεις λοιπόν την αλήθεια σου, να δείχνεις ποιος πραγματικά είσαι, δεν είναι απλά μια επιλογή — είναι επανάσταση.

    Για πολλούς, το Pride Month δεν είναι μόνο μια γιορτή της διαφορετικότητας, αλλά η μοναδική στιγμή μέσα στον χρόνο που νιώθουν πως ανήκουν κάπου χωρίς να χρειάζεται να κρύβονται. Είναι η στιγμή που μπορούν να περπατήσουν στο δρόμο, να κρατήσουν το χέρι του συντρόφου τους, να μιλήσουν ανοιχτά για τον εαυτό τους, χωρίς φόβο. Και αυτή η απελευθέρωση έχει τεράστιο αντίκτυπο στην ψυχή.

    Η πίεση να κρύβεις ποιος είσαι δεν είναι αμελητέα. Το Pride Month, λοιπόν, λειτουργεί σαν μια συλλογική αναπνοή. Όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά για την κοινωνία που μαθαίνει να βλέπει, να ακούει και να αποδέχεται.

    Και εδώ είναι που πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: το να είναι ορατοί, το να ζουν ανοιχτά, δεν θα έπρεπε να είναι μια «ειδική στιγμή» ή μια γιορτή που συμβαίνει μόνο μια φορά το χρόνο. Αυτή θα έπρεπε να είναι η κανονικότητα — όχι η εξαίρεση. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να είναι ο εαυτός του κάθε μέρα, χωρίς φόβο και χωρίς να κρύβεται.

    Η επανάσταση αυτή, λοιπόν, δεν τελειώνει στις παρελάσεις ή στα πολύχρωμα φώτα. Είναι καθημερινή. Είναι η απόφαση να ζεις ανοιχτά, να μην ντρέπεσαι, να ζητάς τον σεβασμό που σου αξίζει. Είναι η πρόκληση προς έναν κόσμο που συχνά θέλει να σε περιορίσει. Και μέσα σε αυτή τη μάχη, πολλοί βρίσκουν μια δύναμη που δεν ήξεραν ότι είχαν — την ανθεκτικότητα να αντέξουν, να ορθώσουν το ανάστημα τους και να συνεχίσουν.

    Το μήνυμα δεν αφορά μόνο τους LGBTQ+ ανθρώπους. Αφορά όλους. Μας θυμίζει ότι η αποδοχή δεν είναι πολυτέλεια. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ζει κανείς αληθινά, για να δημιουργεί σχέσεις και κοινωνίες που βασίζονται σε σεβασμό και ελευθερία.

    Το Pride Month, λοιπόν, είναι μια γιορτή, ναι. Αλλά κυρίως, είναι η υπενθύμιση ότι η πιο σημαντική επανάσταση είναι να είσαι εσύ ο εαυτός σου — και αυτή η επανάσταση αξίζει να γίνει καθημερινότητα.

  • Η Σιωπηλή Κραυγή των Εφήβων – Βία

    Η Σιωπηλή Κραυγή των Εφήβων – Βία


       Το πρόσφατο περιστατικό βίας στην Θεσσαλονίκη, όπου τρεις ανήλικες επιτέθηκαν σε μια συνομήλική τους και κατέγραψαν την επίθεση με κινητό τηλέφωνο, φανερώνει μια αλήθεια που δεν μπορούμε πια να αγνοούμε: τα παιδιά μας είναι χαμένα. Δεν είναι απλώς θύτες ή θύματα σε ένα παιχνίδι βίας. Είναι τα ίδια οι κραυγές αγωνίας μιας κοινωνίας που αγνοεί τη ψυχολογική τους ανάγκη, τις συναισθηματικές τους ελλείψεις και τις σιωπηλές τους πληγές.

        Η βία δεν είναι απλώς μια πράξη – είναι το αποτέλεσμα της σιωπής

        Τι είναι αυτό που οδηγεί τα παιδιά να καταφεύγουν στη βία; Η επιθετικότητα δεν είναι ένα «ατύχημα». Είναι μια έκφραση του πόνου, μια έκρηξη συναισθημάτων που δεν μπόρεσαν να εκφραστούν με άλλο τρόπο. Όταν το παιδί δεν μπορεί να μιλήσει για τον πόνο του, τη μοναξιά του, ή τη θλίψη του, τότε θα τον εκφράσει με την πιο ακραία μορφή. Η σιωπή δεν είναι μόνο επικίνδυνη — είναι και επικίνδυνη.

        Αυτό το συγκεκριμένο περιστατικό, όπου οι δράστιδες κατέγραψαν τη βία με το κινητό τους, αποκαλύπτει κάτι ακόμα πιο σοβαρό: την ανάγκη για ψηφιακή αναγνώριση και προβολή. Όταν ένα παιδί χρειάζεται να εκθέσει τον πόνο του σε κοινό, όταν η βία γίνεται θέαμα, τότε μιλάμε για έναν κόσμο όπου η αξία των παιδιών μετριέται με likes και προβολές — έναν κόσμο που απλά δεν νοιάζεται για τις ψυχές τους.

        Το πρόβλημα είναι συλλογικό: Όλοι φταίμε

        Η αλήθεια είναι ότι αυτή η βία δεν είναι μόνο πρόβλημα των παιδιών, αλλά και των ενηλίκων, των γονέων, των δασκάλων, της κοινωνίας ολόκληρης. Πώς να αναμένουμε από ένα παιδί να εκφράσει υγιώς τα συναισθήματά του, όταν στο σπίτι δεν έχει χώρο για συναισθηματική καθοδήγηση; Πώς να περιμένουμε να αναπτύξει υγιείς σχέσεις, όταν το σχολείο του δεν προσφέρει τίποτα παραπάνω από ακαδημαϊκή εκπαίδευση και εξετάσεις;

        Είναι εύκολο να δείχνουμε με το δάχτυλο στους ανήλικους δράστες της βίας, αλλά το σημαντικότερο είναι να αναρωτηθούμε: Τι τους έλειπε για να μην φτάσουν εκεί; Είναι τα ίδια τα παιδιά που μας φωνάζουν πως κάτι στην κοινωνία μας δεν πάει καλά. Και ίσως πρέπει να αρχίσουμε να ακούμε.

        Η βία δεν έχει όρια, αλλά η βοήθεια μπορεί να έχει

        Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για άμεση δράση και κοινωνικές παρεμβάσεις:
        – Περισσότεροι ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί στα σχολεία, για να προσφέρουν υποστήριξη σε παιδιά που παλεύουν με εσωτερικές συγκρούσεις.
        – Ενίσχυση του οικογενειακού ρόλου, ώστε να προσφέρουμε στα παιδιά τις βάσεις που χρειάζονται για να κατανοήσουν και να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους.
        – Ένα σχολικό σύστημα που να προσφέρει εκπαίδευση στη συναισθηματική νοημοσύνη και τη διαχείριση συγκρούσεων.

        Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα παιδιά μας χρειάζονται καθοδήγηση, όχι μόνο σε σχέση με τη γνώση, αλλά και σε σχέση με τη ζωή. Όταν ένα παιδί αρχίζει να χάνει τον εαυτό του, είναι υποχρέωση όλων μας να το εντοπίσουμε και να το βοηθήσουμε προτού καταλήξει να πληγώσει τον εαυτό του ή τους άλλους.

        Η πραγματική βία είναι η σιωπή

        Τα παιδιά μας δεν ζητούν να είναι βίαια. Αντίθετα, τα παιδιά μας ζητούν να τους δώσουμε φωνή — φωνή να μιλήσουν, να νιώσουν ασφαλή, να εκφράσουν την αγωνία τους χωρίς φόβο. Η βία είναι το αποτέλεσμα της σιωπής μας, της αδιαφορίας μας. Αν δεν ακούσουμε τα παιδιά μας, αν δεν σταματήσουμε να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα που βιώνουν, τότε η βία δεν θα σταματήσει. Θα μεγαλώσει.

        Η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος γύρω τους είναι γεμάτος προκλήσεις, και η βία μπορεί να φαίνεται ως ο μόνος τρόπος αντίδρασης για ένα παιδί που αισθάνεται ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ακουστεί. Αλλά αυτή η στρατηγική δεν έχει μέλλον. Και πρέπει εμείς να τους προσφέρουμε ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό.
       

  • Eurovision: Από τη Μνήμη στη Λήθη – Όταν το “δώδεκα” δεν πάει ποτέ στη μουσική

    Eurovision: Από τη Μνήμη στη Λήθη – Όταν το “δώδεκα” δεν πάει ποτέ στη μουσική

    19 Μαΐου. Ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων. Μια από τις σκοτεινότερες
    σελίδες της Ιστορίας, που ακόμα παλεύει για την αναγνώρισή της από τη διεθνή
    κοινότητα. Κι όμως, την ίδια ημέρα, η Ευρώπη στρέφει το βλέμμα της αλλού: στα φώτα,
    τις παγιέτες και τις βαθμολογίες της Eurovision.
    Αυτό το άρθρο δεν στοχεύει να συγκρίνει τραγωδίες με τραγούδια, αλλά να αναδείξει
    πώς ένας θεσμός που γεννήθηκε για να ενώσει την Ευρώπη έχει καταλήξει να αγνοεί τα
    ουσιώδη και να προωθεί την επιφάνεια. Η Eurovision δεν είναι πια διαγωνισμός
    τραγουδιού. Είναι ένας καθρέφτης της Ευρώπης: γυαλιστερός, αλλά ρηχός.


    Μουσική ή πολιτική; Ρητορική ερώτηση.
    Οι ψήφοι δεν είναι ποτέ «μουσικές». Είναι στρατηγικές. Ο θεσμός λειτουργεί εδώ και
    δεκαετίες σαν ένας άτυπος χάρτης διεθνών συμμαχιών, προκαταλήψεων και
    επιβεβλημένων ταυτοτήτων. Τα Βαλκάνια ψηφίζουν τα Βαλκάνια. Οι Σκανδιναβοί τους
    Σκανδιναβούς. Κάποιοι ψηφίζουν με κλειστά μάτια (βλέπε Κύπρος–Ελλάδα). Κάποιοι
    αρνούνται να ψηφίσουν για λόγους “ιστορικής πίκρας”. Και το κοινό απορεί, κάθε
    χρόνο: «Γιατί δεν πήραμε τίποτα;»
    Διότι δεν πρόκειται για τραγούδι. Πρόκειται για διαβατήριο πολιτισμικής αποδοχής.


    Ταυτότητα επί σκηνής: Ποιον εκπροσωπείς τελικά;

    Οι εκπρόσωποι των χωρών σπάνια εκπροσωπούν κάτι πραγματικά ‘εθνικό’. Το
    αφήγημα προσαρμόζεται στο θεαθήναι. Η ‘παραδοσιακή’ Ελλάδα γίνεται καρτ-ποστάλ.
    Η σύγχρονη Ελλάδα μιμείται τον δυτικό ήχο για να ‘χωρέσει’. Κι αν στείλεις κάτι με
    ουσία; Ετοιμάσου για τοπική κατανάλωση μόνο.
    Η ίδια η σκηνή της Eurovision έχει γίνει το παγκόσμιο θέατρο της επιφανειακής
    διαφορετικότητας. Όλοι αγαπούν τη διαφορετικότητα — αρκεί να μην είναι ενοχλητικά
    πολιτική.


    Το κοινό: συγκινημένο και αποπροσανατολισμένο
    Η Eurovision προσφέρει στους θεατές μια αίσθηση συμμετοχής σε κάτι ‘μεγάλο’. Η
    εθνική ψήφος γίνεται υποκατάστατο πολιτικής έκφρασης. Το ‘δώδεκα points go to…’
    γεμίζει για λίγο ένα υπαρξιακό κενό. Γιατί σε μια ήπειρο όπου η ταυτότητα διαλύεται, η
    Eurovision είναι από τις λίγες ευκαιρίες να νιώσεις ‘μέλος’ ενός έθνους που έχει σκηνή.

    Όταν οι λέξεις κόβονται και οι χειρονομίες μετρώνται
    Τα τελευταία χρόνια, η Eurovision έχει θεσπίσει αυστηρούς κανόνες ‘ουδετερότητας’.
    Καμία αναφορά σε πόλεμο, καμία πολιτική δήλωση, καμία ‘προκλητική’ εικόνα — αν
    δεν είναι μόδα. Το ουδέτερο όμως είναι ήδη πολιτικό: ενισχύει τη σιωπή γύρω από ό,τι
    δεν χωράει στο αφήγημα του ευρωπαϊκού cool.


    Κατακλείδα: Η Eurovision ως καθρέφτης μιας Ευρώπης σε κρίση ταυτότητας
    Η Eurovision δεν είναι ούτε μουσικός θεσμός, ούτε αθώα διασκέδαση. Είναι η
    φαντασίωση μιας Ευρώπης που θέλει να δείχνει ανεκτική χωρίς να είναι. Που φοβάται
    τη διαφωνία και προτιμά το κιτς από το ρίσκο. Η σκηνή της είναι λαμπερή, μα το έργο
    είναι βαθιά πολιτικό. Κι όσο ξεχνάμε τι πραγματικά αξίζει να θυμόμαστε — όπως η
    σημερινή 19η Μαΐου — τόσο πιο φανταχτερά θα διακοσμούμε τη λήθη μας.

  • Όταν το κλάμα ενός μωρού σπάει την κανονικότητα

    Όταν το κλάμα ενός μωρού σπάει την κανονικότητα

    Μέσα στον θόρυβο μιας λαϊκής αγοράς στον Άλιμο, το κλάμα ενός μωρού έγινε το πιο
    ηχηρό μήνυμα: κάτι δεν πήγαινε καλά. Το βρέφος εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο,
    κλεισμένο σε σακούλα σκουπιδιών δίπλα σε κάδο. Είχε προηγηθεί καταγγελία αρπαγής
    από την 43χρονη γιαγιά του, η οποία ανέφερε ότι άγνωστος άνδρας τής απέσπασε το
    παιδί με πρόσχημα ότι θα της αγόραζε πάνες. Οι αρχές κινητοποιήθηκαν άμεσα και
    τελικά το παιδί εντοπίστηκε σώο λίγες ώρες αργότερα, χάρη στην παρατηρητικότητα
    ενός περαστικού που άκουσε το κλάμα του.
    Ο άνδρας που φέρεται να εγκατέλειψε το βρέφος συνελήφθη λίγο αργότερα. Πρόκειται
    για έναν 47χρονο Ρομά, που είχε απασχολήσει ξανά τις αρχές. Οι έρευνες συνεχίζονται,
    με τις Αρχές να εξετάζουν το ενδεχόμενο το περιστατικό να συνδέεται με κύκλωμα
    αγοραπωλησίας βρεφών ή να σχετίζεται με οικογενειακές διαμάχες.
    Το γεγονός αυτό δεν είναι απλώς ένα «παρά λίγο έγκλημα». Είναι ένα καθρέφτισμα της
    κοινωνίας και των κενών της — αλλά και μια πύλη για να δούμε το περιστατικό μέσα
    από ψυχολογική και κοινωνική ματιά.


    Τι συμβαίνει στην ψυχή ενός μωρού που βιώνει εγκατάλειψη;
    Ένα βρέφος βασίζεται στην αίσθηση ασφάλειας που του προσφέρει η παρουσία ενός
    φροντιστή. Όταν αυτή η σταθερά διαρρηγνύεται, το σώμα του αντιδρά με έντονο
    άγχος. Αν και δεν μπορεί να επεξεργαστεί συνειδητά την εμπειρία, η συναισθηματική
    μνήμη καταγράφει την αίσθηση του φόβου και της μοναξιάς.
    Η αναπτυξιακή ψυχολογία αναγνωρίζει ότι τέτοιες πρώιμες τραυματικές εμπειρίες,
    όπως η απότομη αποκοπή από τη φροντίδα και η έκθεση σε απειλή, μπορεί να
    διαταράξουν τη θεμελιώδη αίσθηση εμπιστοσύνης που πρέπει να αναπτύσσει ένα
    παιδί. Το κλάμα του μωρού εκείνο το μεσημέρι δεν ήταν μόνο έκφραση ανάγκης· ήταν
    κραυγή επιβίωσης.


    Ο κοινωνικός καθρέφτης: Στερεότυπα, αποστασιοποίηση και πραγματικές αιτίες
    Το περιστατικό δεν συνέβη στο περιθώριο. Έγινε σε δημόσιο χώρο, γεμάτο ανθρώπους.
    Αυτό γεννά ερωτήματα για το πώς αντιδρούμε ως κοινωνία όταν βλέπουμε κάτι
    ασυνήθιστο, όταν διαισθανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ενίοτε, η αποστασιοποίηση,
    ο φόβος ανάμειξης και η λογική «δεν είναι δουλειά μου» κυριαρχούν.
    Επιπλέον, όταν έγινε γνωστό ότι ο φερόμενος δράστης είναι Ρομά, οι προκαταλήψεις
    φούντωσαν. Το να γενικεύουμε όμως μια πράξη και να την αποδίδουμε σε ολόκληρη
    ομάδα ανθρώπων είναι ένα κοινωνικό αντανακλαστικό που συσκοτίζει τις αιτίες.
    Φτώχεια, κοινωνικός αποκλεισμός, έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και
    παιδείας, είναι συνθήκες που επηρεάζουν τις πράξεις και τις επιλογές των ανθρώπων.

    Αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη. Αλλά τη συμπληρώνει με κατανόηση. Δεν υπάρχει
    «κοινωνική δικαιολογία» για την εγκατάλειψη ενός παιδιού. Υπάρχει όμως κοινωνικό
    υπόβαθρο που χρειάζεται ανάλυση, όχι απόρριψη.

    Τι μας μαθαίνει αυτό το περιστατικό;
    Πίσω από κάθε είδηση υπάρχει ένα παιδί, μια οικογένεια, μια κοινωνία. Αυτό το
    περιστατικό μάς υπενθυμίζει ότι η προστασία των παιδιών δεν είναι ατομική υπόθεση.
    Είναι συλλογική ευθύνη. Όταν ένα μωρό σώζεται επειδή κάποιος το άκουσε, μας γεννά
    ελπίδα. Όταν όμως σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί το χειρότερο χωρίς
    να το καταλάβει κανείς, τότε έρχεται η ανησυχία.
    Οι κοινωνίες που σέβονται τα παιδιά, σέβονται πρώτα τον εαυτό τους. Δεν κλείνουν τα
    μάτια όταν κάτι «δεν τους αφορά». Ούτε περιορίζονται σε εύκολες ερμηνείες.
    Αναζητούν, καταλαβαίνουν και προσπαθούν να αλλάξουν.
    Το ερώτημα είναι: εμείς τι είδους κοινωνία θέλουμε να είμαστε;