Στην εκδήλωση για τη συμπλήρωση 15 χρόνων κυκλοφορίας της εφημερίδας «Δημοκρατία», μίλησε ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο του Τύπου και της ελευθερίας της έκφρασης.
«Προσυπογράφω τα επετειακά ευχετήρια και προτρεπτικά λόγια του Κώστα Καραμανλή, με αφορμή τα 15 χρόνια της εφημερίδας ”Δημοκρατία”. Προσθέτω τις ειλικρινείς ευχές μου για μακροημέρευση υπό συνθήκες ελευθερίας του Τύπου και πολυφωνίας», τόνισε ο κ. Βενιζέλος, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματική δημοκρατία προϋποθέτει ελεύθερο και πλουραλιστικό Τύπο.
Υπενθύμισε ότι στο παρελθόν «υπήρξαν πράγματι στιγμές σκληρής κριτικής, ακόμα και σύγκρουσης. Αλλά, ναι, αυτό πρέπει να είναι αποδεκτό». Και συνέχισε, παραπέμποντας στη νομολογία του ΕΔΔΑ: τα πολιτικά και δημόσια πρόσωπα, όπως είπε, οφείλουν να ανέχονται ακόμη και σκληρή ή άδικη κριτική, καθώς «έχουν υποχρέωση, την οποία έχει υπογραμμίσει κατ’επανάληψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να αποδέχονται την σκληρή ακόμη και άδικη κριτική και να στηρίζουν εμπράκτως την ελευθερία του Τύπου και τον ρόλο του Τύπου ο οποίος μπορεί να ασκεί και δυσανάλογη κριτική ακριβώς επειδή λειτουργεί ως θεμελιώδες ζωτικό αντίβαρο για την δημοκρατία».
Η σχέση με τον Κώστα Καραμανλή και την παράδοση της Μεταπολίτευσης
Αναφερόμενος στον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, ο κ. Βενιζέλος στάθηκε στη βαθύτερη πολιτική και ιστορική διάσταση της σχέσης τους:
«Μας συνδέει θα έλεγα η διάθεση αναστοχασμού, η σχέση που έχουμε με τη μελέτη της ιστορίας και βεβαίως τώρα πια και η μεταπολιτική στην οποία τον υποδέχτηκα με χαρά όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει την Βουλή των Ελλήνων μετά από μακρά θητεία σε αυτήν».
Υπενθύμισε ότι «είχαμε άλλωστε ζήσει ο ένας τον άλλον στα έδρανα της Βουλής, στην ατμόσφαιρα του ημικυκλίου και νομίζω ότι έχουμε και οι δύο την ικανότητα να ζυγίζουμε πρόσωπα και καταστάσεις».
Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ σημείωσε πως η αντιπαράθεση και η εναλλαγή στην εξουσία δεν είναι αδυναμία, αλλά ουσία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας:
«Γνωρίζουμε και οι δύο βιωματικά ότι η αντιπαράθεση, η εναλλαγή και εν τέλει η συνύπαρξη βρίσκονται στην καρδιά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αυτό είναι άλλωστε μεγάλο κεκτημένο της μεταπολίτευσης που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και συνέχισε ο Ανδρέας Παπανδρέου».
Υπερήφανος για τις κυβερνήσεις της κρίσης
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος αναφέρθηκε στη συμμετοχή του στις κυβερνήσεις της οικονομικής κρίσης, τονίζοντας ότι «είμαι υπερήφανος διότι διετέλεσα Αντιπρόεδρος τριών κυβερνήσεων που σήκωσαν το βάρος της κρίσης και κράτησαν την χώρα όρθια μέσα στην ευρωζώνη και μέσα στη δημοκρατία, με κορύφωση την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου».
Σύμφωνα με τον ίδιο, εκείνη την περίοδο «η έξοδος από την κρίση είχε αρχίσει να φαίνεται στην αγορά, χωρίς να είναι αναγκαίο το τρίτο μνημόνιο ούτε η δραματική περιπέτεια του πρώτου εξαμήνου του 2015». Με τον τρόπο αυτό, επανέφερε στο προσκήνιο το επιχείρημα ότι θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η επόμενη φάση της κρίσης, εάν δεν είχε ακολουθήσει η πολιτική και οικονομική αναταραχή του 2015.
«Ζούμε την κρίση της Δύσης» και το μέλλον της διακυβέρνησης
Κεντρικό σημείο της ομιλίας του αποτέλεσε η διάγνωση μιας ευρύτερης κρίσης στη Δύση και στη δημοκρατία. Όπως είπε, «η δημοκρατία είναι ιστορική κατάκτηση των τριών τελευταίων αιώνων, μια κατάκτηση της νεοτερικότητας, ένα επίτευγμα της Δύσης. Που τώρα δοκιμάζεται συνολικά ως ιστορική, αξιακή, θεσμική και γεωπολιτική οντότητα».
Ο κ. Βενιζέλος μίλησε ευθέως για «κρίση της Δύσης», εξηγώντας ότι «ζούμε λοιπόν την κρίση της Δύσης, την κρίση των ευρωαμερικανικών σχέσεων και την κρίση της δυτικής δημοκρατίας, καθώς η αμερικανική και η ευρωπαϊκή αντίληψη περί δημοκρατίας, φαίνεται να αποκλείνουν σοβαρά».
Σε εσωτερικό επίπεδο, στάθηκε ιδιαίτερα στις κοινωνικές ανισότητες και την υποκειμενική φτώχεια. Όπως ανέφερε, «η χώρα δεν μπορεί να πορευτεί προς το μέλλον με βαθιές κοινωνικές ασυμμετρίες που καταγράφονται από τη Eurostat, σύμφωνα με την οποία το 67% των Ελλήνων απαντά ότι ζει σε συνθήκες υποκειμενικής φτώχειας. Δηλαδή, θεωρεί ότι το εισόδημά του είναι ανεπαρκές, παρά το ότι μπορεί να εργάζεται, ακόμα και αν αντικειμενικά και με βάση τη διαστρωμάτωση των δηλωμένων εισοδημάτων ανήκει στη μεσαία τάξη που ψάχνει τον εαυτό της».
Στη συνέχεια, έθεσε το ζήτημα της μορφής του πολιτικού συστήματος και της ανάγκης θεσμικών συναινέσεων:
«Η χώρα δεν μπορεί να πορευθεί προς το μέλλον με ασύμμετρο πολιτικό σύστημα που αντιμετωπίζει με αμηχανία την ανάγκη για εθνικές και θεσμικές συναινέσεις αλλά και την ανάγκη για συνεργασίες που μπορεί να καταστούν αναπόφευκτες. Η διαφορά μεταξύ συναίνεσης και συνεργασίας είναι μεγάλη. Αλλά ακόμη πιο μεγάλη είναι η διαφορά από την μονοκομματική εκδοχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που φαίνεται να έχει εξαντλήσει τα όριά της».
Ιδίως, όπως τόνισε, υπό τη μορφή «μιας αυτοδύναμης μονοκομματικής κυβερνητικής πλειοψηφίας που έχει μετατραπεί σε μονοπρόσωπη εξουσία χωρίς θεσμούς αντιρρόπησης και ουσιαστικές σύγχρονες εγγυήσεις διαφάνειας».
Ο κ. Βενιζέλος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, σημειώνοντας ότι «δε νοείται να κυριαρχεί στις έρευνες κοινής γνώμης η αίσθηση της διαφθοράς και η κραυγαλέα έλλειψη εμπιστοσύνης προς όλους τους θεσμούς, συμπεριλαμβανόμενης δυστυχώς και της δικαιοσύνης». Με αυτόν τον τρόπο, κατέστησε σαφές ότι για να αντέξει η δημοκρατία, απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα, ουσιαστική διαφάνεια και κοινωνική συνοχή.






