Πολλά έχουν γραφτεί για την Τεχνητή Νοημοσύνη, άλλα τόσα και περισσότερα ακόμη έχουν
ειπωθεί σε συζητήσεις με φίλους γύρω από άδειες κούπες καφέ και κάτω από ομπρέλες και τον
αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο, χωρίς κανείς να είναι απόλυτα βέβαιος για το τι μέλλει γενέσθαι.
Κανείς δεν μπορεί, δηλαδή, να αρνηθεί, πως έχουμε διαβεί το κατώφλι της Επανάστασης της
Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ εκείνοι που πρώτοι βιώνουν τις πρώτες ‘μάχες’ αυτού του άτυπου
πολέμου πληροφορίας, είναι οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων που καλούνται να
ανταπεξέλθουν σε πρωτόγνωρες συνθήκες διδασκαλίας, για τις οποίες κανένας δεν τους
προετοίμασε-δεν θα μπορούσαν άλλωστε. Εκτός αυτών, τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ένας
μέσος εκπαιδευτικός στην ουσιαστική απόκτηση γνώσης όταν έχει απέναντι του έναν αόρατο,
ασώματο παντογνώστη που μπορεί να απαντά σε κάθε ερώτηση και απορία; Τι συμβαίνει όταν
το ακροατήριο του, οι μαθητές του, προτιμούν να συμβουλεύονται εκείνον τον ‘παντογνώστη’
παρά τον εκπαιδευτικό;
Ο συνδυασμός ενός εξετασιοκεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος (όπως του ελληνικού) μαζί με
την σχεδόν ανεξέλεγκτη χρήση των chatbots όπως το ChatGPT, προετοιμάζουν το έδαφος για
μια στείρα, άψυχη αναπαραγωγή γνώσεων που ποτέ δεν έχουν διυλιστεί από τους ίδιους τους
μαθητές και όλα τα στοιχεία του νου τους που τους προσδίδουν την τόσο πολύτιμη
μοναδικότητα τους χάνονται από το μόνο μέσο που μπορεί να πλησιάσει στην αποτύπωση τους:
τον λόγο. Κείμενα, εκθέσεις και κάθε μορφής γραπτής γλωσσικής επικοινωνίας έχει διαβρωθεί
από τη χρήση της ΤΝ για την παραγωγή τους. Με δυσκολία ξεχωρίζει κανείς τις διαφορές μεταξύ
των γραπτών των μαθητών που έχουν χρησιμοποιήσει ΤΝ για την εκπόνησή τους, ενώ με την
εξέλιξη των συστημάτων αυτών, η διάκριση μεταξύ των γραπτών που έχουν παραχθεί από τους
ίδιους τους μαθητές ή από κάποιο τέτοιο bot γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Πολλά ξένα και ελληνικά πανεπιστήμια έχουν καταφύγει στη χρήση προγραμμάτων ανίχνευσης
κειμένου που έχει παραχθεί από την τεχνητή νοημοσύνη, επιβάλλοντας παράλληλα μια σειρά
αυστηρών ποινών προς τους φοιτητές που επιβεβαιωμένα έχουν προβεί στην χρήση τους για
την ολοκλήρωση των εργασιών τους. Όμως ακόμη και έτσι, τα αποτελέσματα είναι
περιορισμένα: φοιτητές των οποίων η μητρική γλώσσα δεν είναι η Αγγλική και φοιτούν σε
αγγλόφωνα πανεπιστήμια έχουν κατηγορηθεί αδίκως για χρήση τέτοιων προγραμμάτων ΤΝ,
μιας και τα γλωσσικά μοντέλα (Large Language Models-LLMs) πάνω στα οποία εκπαιδεύονται
αυτά τα συστήματα έχουν ενσωματωμένα κοινά λάθη των φυσικών ομιλητών μιας γλώσσας,
όπως πχ. της αγγλικής, ενώ οι ξένοι φοιτητές δεν κάνουν τα ίδια είδη λάθους κατά τη δική τους
γλωσσική παραγωγή. Εξάλλου, με την χρήση των εν λόγω προγραμμάτων ανίχνευσης, αμέσως
ξεπρόβαλλαν άλλα, νέα συστήματα ΤΝ που ειδικεύονται στην ενίσχυση της φυσικότητας του
λόγου που έχει παραχθεί από την ΤΝ με στόχο να μοιάζει περισσότερο το εκάστοτε κείμενο στο
πως χειρίζονται τη γλώσσα οι άνθρωποι, όπως το Humanize AI.
Στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου δύσκολα μπορούν να επιβληθούν ποινές ή να
προκύψουν ζητήματα δεοντολογίας (λ.χ. λογοκλοπής) στο βαθμό που αναμένεται στην
Τριτοβάθμια, τα πράγματα γίνονται πιο απαιτητικά. Όσο τα LLMs εξελίσσονται και βελτιώνονται,
τόσο πιο αδύνατο γίνεται το καθήκον του εκπαιδευτικού να καλλιεργήσει στα παιδιά την αξία της
κριτικής σκέψης αλλά και την αξία του να σκέφτεται κανείς μόνος του. Όταν όμως όλο και πιο
πολλοί εκπαιδευτικοί δηλώνουν πως οι μαθητές τους προτιμούν να γράψουν ένα prompt που να
ζητά μέχρι και την δημιουργία ενός διαγράμματος για μια απλή, σχετικά, έκθεση, από το να
μπουν οι ίδιοι στην διαδικασία να οργανώσουν την δική τους σκέψης και να αξιολογήσουν τις
γνώσεις τους ώστε να αποτυπωθούν κατάλληλα σύμφωνα με το ζητούμενο θέμα τους, πώς
ακριβώς θα ελέγξει ο εκάστοτε καθηγητής την πρόοδο των παιδιών και την ύπαρξη ή όχι της
δικής τους αυθεντικής σκέψης; Όπως λένε άλλωστε, ο μαθητής όταν γράφει, «εκτίθεται», μόνο
που πλέον, με τη συνδρομή της ΤΝ, όταν γράφει, περισσότερο «κρύβεται».
Και εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, τι μπορεί να γίνει για αυτό; Υπάρχουν λύσεις; Και σε αυτό το
σημείο αρχίζει η μεγάλη ασυμφωνία μεταξύ των απόψεων. Μια άποψη, είναι να απαγορευτεί
οριζοντίως και καθέτως η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στα σχολεία. Αυτό, για να επιτευχθεί,
απαιτεί και την απαγόρευση της χρήσης των κινητών τηλεφώνων, λοιπών ηλεκτρονικών
συσκευών και πρωτίστως την έλλειψη σύνδεσης στο διαδίκτυο εντός σχολικού χώρου, πλην της
αίθουσας υπολογιστών. Η σχετικά απόλυτη αυτή λύση, παρά την πίστη των οπαδών της
(κυρίως μεταξύ των λιγότερο τεχνολογικά εξοικειωμένων κοινωνικών ομάδων) δεν είναι παρά
ημίμετρο και ολωσδιόλου μη ρεαλιστική. Δεδομένου πως τα παιδιά της Γενιάς Α, παραδείγματος
χάρη, που έχουν μεγαλώσει σε έναν κόσμο όπου τα διαδικτυακά τεκταινόμενα είναι της ίδιας
σημασίας όσο και αυτά του πραγματικού, καταφέρνουν εκτός των άλλων να παρακάμπτουν
γονικούς περιορισμούς στη χρήση του ίντερνετ, αλλά και να γνωρίζουν πολύ περισσότερα για
αυτό από τους κηδεμόνες τους, η λύση αυτή είναι απλά λάδι στη φωτιά. Είτε ο γονιός δεν θα
είναι σε θέση να παρακολουθεί διαρκώς κάθε κίνηση του παιδιού του στον κυβερνοχώρο, είτε
ενδέχεται να υποτιμά την ζημιά που μπορεί να προκληθεί από την χρήση των εν λόγω chatbots,
η πρόσβαση στο ίντερνετ και η ευρεία χρήση αυτού του είδους ΤΝ είναι πλέον σχεδόν το ένα
και το αυτό. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν δικαιολογεί την αδιαφορία απέναντι στις
ενέργειες του παιδιού στο ίντερνετ αλλά και στο πόσο χρόνο ξοδεύει εκεί. Από το σπίτι, ξεκινάει
η σχέση του παιδιού με τον κόσμο γύρω του, κατ’ επέκταση και με το ίντερνετ, και από εκεί
οφείλει να ξεκινήσει και η αντίληψη της ΤΝ ως εργαλείο, και όχι ως έναν μικρό, φορητό Θεό που
μπορεί να απαντήσει στο κάθε τι με το πάτημα ενός κουμπιού.
Εν τέλει, η επιστροφή σε έναν κόσμο προ έλευσης της ΤΝ είναι πλέον αδύνατη, αυτό είναι το
μόνο σίγουρο. Ο μόνος τρόπος να αποκατασταθεί η κρίση που σιγοβράζει σε σχολεία και
πανεπιστήμια (από απογοητευμένους εκπαιδευτικούς στα πρόθυρα παραίτησης μέχρι φοιτητές
των οποίων τα πτυχία αποκτήθηκαν με εργασίες φτιαγμένες από bots όπως το ChatGPT) είναι η
συνύπαρξη μαζί με την ΤΝ. Προϋπόθεση δε, η αποδοχή πως η ΤΝ των Μεγάλων Γλωσσικών
Μοντέλων ήρθε για να μείνει.
Από πλευράς εκπαιδευτικών, ένας απλός αλλά αποτελεσματικός τρόπος ελέγχου τόσο των
γλωσσικών δεξιοτήτων των παιδιών όσο και της κριτικής τους σκέψης, είναι η συγγραφή μικρών
δοκιμίων εντός τάξης, με την κλασσική μέθοδο του χαρτιού και του μολυβιού, χωρίς πρόσβαση
στο ίντερνετ. Με την πάροδο των ετών και μέχρι και αν χρειαστεί να εκπονήσουν εργασίες σε
κάποια σχολή ανώτατης εκπαίδευσης, θα έχουν «προπονηθεί» αρκετά στο σπορ της αυτόνομης
σκέψης ώστε να μην χρειάζονται την ΤΝ για τέτοιου είδους πνευματική εργασία. Παράλληλα, η
εξοικείωση με τους τρόπους λειτουργίας και τις δυνατότητες της ΤΝ, ιδανικά σε μια διδακτική
ώρα αφιερωμένη σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης και της πληροφορίας θα μπορούσε να
λειτουργήσει ευεργετικά. Ταυτόχρονα, η εκπαίδευση στην αναγνώριση της εγκυρότητας των
πληροφοριών που συναντά κανείς στο διαδίκτυο (όπως έχει ήδη κάνει η Φινλανδία) καθώς και
σε τεχνικές διασταύρωσης και επαλήθευσης πληροφοριών από νεαρή ηλικία μπορούν να
μειώσουν ουσιαστικά την ανάγκη των μαθητών να βασίζονται σε εκείνη για το παραμικρό.
Καθώς μέχρι και η ικανότητα αναζήτησης σε μηχανές όπως η Google αρχίζει να εκλείπει ενώ οι
«παραισθήσεις» της ΤΝ έχουν γίνει σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, αυτού του είδους η
εκπαίδευση σταδιακά θα αποτελέσει μονόδρομο, παρά τις ίσως φιλόδοξες βλέψεις της για την
ποιότητα των αποτελεσμάτων. Η σχέση μαθητή-καθηγητή είναι αμφίδρομη και χωρίς εκείνη
κανενός είδους γνώση ή εκπαίδευση δεν μπορεί να επιτύχει πλήρως, ιδιαίτερα σε μικρότερες
ηλικιακά ομάδες μαθητών.
Κλείνοντας, ας μην εγκαταλείπουμε τους καθηγητές στη μοίρα τους, να τα βάζουν με ένα
«τέρας» γνώσεων που ακούει στο όνομα Τεχνητή Νοημοσύνη και ας μην βιαζόμαστε να
κουνήσουμε το δάχτυλο στους γονείς και τους μαθητές, ή ακόμη και στους εκπαιδευτικούς που
θεωρούν πως η παραδοσιακή διδασκαλία έχει πλέον φτάσει στους τίτλους τέλους της. Καμία
αλλαγή δεν είναι εύκολη, όπως και καμία αρχή. Ο εχθρός, ίσως, να μην είναι οι απεγνωσμένοι
καθηγητές λυκείων που ίσως δεν έχουν την απαραίτητη τεχνογνωσία, ούτε και ο πελαγωμένος φοιτητής που προσπαθεί να περάσει τα μαθήματά του ώστε να κάνει την μέγιστη καλύτερη
χρήση του πτυχίου του για την διασφάλιση εργασίας σε μια σύγχρονη αγορά που περισσότερο
ομοιάζει με «ζούγκλα». Ίσως να βρίσκεται στο θελκτικό και ύπουλο πρόσωπο της
παραπληροφόρησης και στην απαίτηση γρήγορης γνώσης χωρίς τον προαπαιτούμενο κόπο για
την απόκτησή της. Τα σχολεία, δεν είναι παρά μικρογραφία της κοινωνίας, και όταν νοσούν αυτά,
ίσως είναι ασφαλές να συμπεράνουμε πως νοσεί και εκείνη…
Πηγές:
https://www.businessinsider.com/english-teacher-my-students-relying-on-ai-for-everything-2025-
7?utm
Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην Εκπαίδευση