Αν περπατήσεις σήμερα την Οδό Πανεπιστημίου, θα δεις τράπεζες, θέατρα, διαδηλώσεις, καφέ και γρήγορα βήματα που μπερδεύονται με κορναρίσματα. Αλλά πόσοι γνωρίζουν πότε χαράχτηκε για πρώτη φορά αυτή η εμβληματική λεωφόρος και τι ρόλο έπαιξε στην οικοδόμηση της σύγχρονης Αθήνας;
Γιατί ονομάστηκε “Πανεπιστημίου”;
Η απάντηση βρίσκεται στον 19ο αιώνα. Το 1837 ιδρύεται το πρώτο Πανεπιστήμιο του ελεύθερου ελληνικού κράτος, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο (σήμερα ΕΚΠΑ). Το εντυπωσιακό νεοκλασικό του Χάνσεν θεμελιώνει την ιδέα ενός νέου «αθηναϊκού άξονα», με σημείο αναφοράς το πνεύμα και τη μόρφωση. Η λεωφόρος παίρνει το όνομά της από το κεντρικό αυτό οικοδόμημα: Πανεπιστημίου.
Αν η Αθήνα είχε καρδιά, αυτή θα χτυπούσε σίγουρα στην οδό Ερμού. Είναι ο δρόμος που ενώνει το Σύνταγμα με το Μοναστηράκι, το παλιό με το νέο, την πολυτέλεια με την παράδοση. Για τους επισκέπτες είναι ο Νο1 προορισμός για shopping, για τους μεσίτες ο πιο ακριβός δρόμος της χώρας και για εμάς τους Αθηναίους, το σταθερό σημείο συνάντησης. Πόσα όμως γνωρίζουμε πραγματικά για την ιστορία του δρόμου που φέρει το όνομα του θεού του εμπορίου;
Το Όνομα: Ονομάστηκε προς τιμήν του Ερμή, του αγγελιοφόρου των θεών και προστάτη του εμπορίου, σηματοδοτώντας από την αρχή τον εμπορικό της χαρακτήρα.
Η Χάραξη: Είναι ένας από τους πρώτους δρόμους της σύγχρονης Αθήνας. Σχεδιάστηκε το 1833 από τους αρχιτέκτονες Κλεάνθη και Σάουμπερτ.
Το Ρεκόρ: Κατατάσσεται σταθερά ανάμεσα στους ακριβότερους εμπορικούς δρόμους παγκοσμίως (μαζί με την 5th Avenue και την Champs-Élysées) όσον αφορά τις τιμές ενοικίασης καταστημάτων.
Η Σωτηρία: Ο ναός της Καπνικαρέας, που βρίσκεται στη μέση του δρόμου, κινδύνεψε με κατεδάφιση το 1834 για να μην χαλάσει η ευθεία του δρόμου, αλλά διασώθηκε με παρέμβαση του Λουδοβίκου της Βαυαρίας.
Η Μεταμόρφωση: Το τμήμα από το Σύνταγμα μέχρι την Αιόλου πεζοδρομήθηκε το 1997, αλλάζοντας οριστικά την εικόνα του κέντρου της Αθήνας.
Η Πρωτιά: Υπήρξε ο πρώτος δρόμος της Αθήνας που φιλοξένησε καταστήματα με “Ευρωπαϊκά είδη” και γυναικεία μόδα τον 19ο αιώνα, καθιερώνοντας τον όρο “ψώνια στην Ερμού”.
Το Σαββατοκύριακο είναι πάντα η ιδανική αφορμή για μια μικρή απόδραση έξω από την πόλη. Όχι απαραίτητα μακριά, αρκεί να φύγεις λίγο από το γκρι, να δεις πράσινο, να καθίσεις σε ένα τραπέζι που μυρίζει ξύλα, κάρβουνο και κατσαρόλα. Να φας χωρίς βιασύνη. Να πιεις ένα κρασί ή ένα τσίπουρο όπως παλιά.
Οι ταβέρνες και τα εξοχικά κέντρα – όπως τα λέγαμε κάποτε – που βρίσκονται διάσπαρτα στην Αττική και λίγο πιο πέρα, έχουν αυτή τη μαγική ικανότητα: σε κάνουν να νιώθεις ότι ταξίδεψες, παρότι βρίσκεσαι μια ώρα (ή και λιγότερο) από την Αθήνα. Οι περισσότερες μετρούν δεκαετίες ζωής, με κουζίνες που ξέρουν τι σημαίνει υπομονή και μεράκι.
Εδώ θα βρεις μαστόρικες σχάρες και γάστρες που δουλεύουν αργά, σουβλιστά που γυρίζουν υπομονετικά, μπιφτέκια μεγέθους… οικογενειακού τραπεζιού, μελωμένα μαγειρευτά, τηγανόψωμα και τυροπιτάρια που δεν χρειάζονται συστάσεις. Πολλές από αυτές τις ταβέρνες στηρίζονται σε πρώτες ύλες από μποστάνια λίγα μέτρα πιο πέρα, σε ιδιοπαραγόμενα προϊόντα, σε συνταγές που δεν άλλαξαν γιατί απλώς δεν χρειάστηκε.
Είτε είστε της λογικής «μεζές στη μέση και κουβέντα που κρατάει ώρες», είτε θέλετε καθαρόαιμα ψητά κρέατα με χορταστικές σαλάτες, είτε προτιμάτε ψάρια και θαλασσινά δίπλα στη θάλασσα με ούζο ή λευκό κρασί, σε κοντινή απόσταση από την Αθήνα υπάρχει πάντα μια καρέκλα που σας περιμένει.
Τα φετινά «Χριστούγεννα στην Αθήνα» μετατρέπουν την πόλη σε έναν μεγάλο, ανοιχτό παιδικό χάρτη πολιτισμού, δημιουργίας και παιχνιδιού. Ο Δήμος Αθηναίων, μέσα από το πλούσιο πρόγραμμα του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΟΠΑΝΔΑ), προσφέρει δεκάδες χριστουγεννιάτικες δράσεις για παιδιά και οικογένειες σε μουσεία, βιβλιοθήκες, πλατείες, πάρκα και κέντρα δημιουργικής μάθησης.
Στο Παιδικό Μουσείο της Αθήνας, τα παιδιά δημιουργούν στολίδια από αλατοζύμαρο, φτιάχνουν γιορτινά καράβια και συμμετέχουν σε βιωματικά εργαστήρια που συνδυάζουν παράδοση και φαντασία. Αντίστοιχα, οι Βιβλιοθήκες και τα Κέντρα Δημιουργικής Μάθησης του Δήμου γεμίζουν με εικαστικά εργαστήρια, θεματικά προγράμματα και δραστηριότητες που ενθαρρύνουν τη συλλογική δημιουργία και την ελεύθερη έκφραση.
Υπάρχουν χριστουγεννιάτικοι προορισμοί στην Ελλάδα που κάθε χρόνο επιστρέφουν σαν μικρές τελετουργίες. Μέρη όπου τα παιδιά νιώθουν ότι μπήκαν σε παραμύθι, οι μεγάλοι θυμούνται παιδικές γιορτές, και ο Δεκέμβρης αποκτά αυτή τη γλυκιά φωτεινότητα που μόνο ο χειμώνας μπορεί να χαρίσει. Από πέτρινα χωριά μέχρι λίμνες και στολισμένες πόλεις, οι χριστουγεννιάτικοι προορισμοί στην Ελλάδα είναι γεμάτοι εικόνες, χρώματα και ήχους που μένουν για πάντα στη μνήμη.
Παρακάτω θα πάρεις ιδέες με 5 οικογενειακούς χριστουγεννιάτικους προορισμούς στην Ελλάδα που δεν χάνουν ποτέ τη μαγεία τους, μέρη για να μοιραστείς χρόνο, εμπειρίες και μικρές γιορτινές χαρές.
Χριστούγεννα στην Αθήνα του ’50 και του ’60: Όταν η πόλη άναβε τα φώτα της μέσα στη φτώχεια και στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Υπήρξε μια εποχή που τα Χριστούγεννα στην Αθήνα μύριζαν ξύλα που έκαιγαν στα μαγκάλια, νεράντζι από τα πεζοδρόμια και φρεσκοψημένο κουραμπιέ από τα συνοικιακά ζαχαροπλαστεία. Ήταν τα χρόνια του ’50 και του ’60 δύο δεκαετίες που η πόλη άλλαζε πρόσωπο με ρυθμό καταιγιστικό, παραμένοντας όμως πεισματικά δεμένη με τη λιτή, ζεστή οικογενειακή της παράδοση.
Η Αθήνα των Χριστουγέννων εκείνων των χρόνων ήταν μια πόλη που προσπαθούσε να σταθεί όρθια, κουβαλώντας τις πληγές του πολέμου και του εμφυλίου, αλλά και μια πόλη που πίστευε βαθιά ότι το αύριο θα είναι καλύτερο. Κι αυτή η πίστη φαίνεται σε κάθε φωτογραφία της εποχής: στα παιδικά κασκόλ, στις γυναίκες που κρατούν χάρτινες σακούλες , στον τροχονόμο που δέχεται δώρα μέσα στη μέση της Σταδίου.
Τα Χριστούγεννα του ’50: Λιτότητα, αξιοπρέπεια και μια πόλη που ξανάβρισκε την ανάσα της
Η δεκαετία του ’50 βρίσκει την Αθήνα κουρασμένη αλλά αποφασισμένη. Η ανεργία παραμένει υψηλή, η οικονομία παραπαίει και η καθημερινότητα είναι γεμάτη μικρούς αγώνες. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκληρότητα, τα Χριστούγεννα αποκτούν κάτι τελετουργικό μια επιστροφή σε μικρές, χειροποίητες χαρές. Τα σπίτια στολίζονταν με απλά υλικά, χαρτονένια αστέρια, λαδόκολλες κομμένες σε σχήματα, αυτοσχέδιες φάτνες που έφτιαχναν τα παιδιά με ξυλαράκια από την αυλή. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν ήταν δεδομένο πολλές οικογένειες στόλιζαν μια σπαρτιάτικη ελιά ή έφερναν μια κουκουναριά από τον Υμηττό, στολίζοντάς την με ό,τι μπορούσαν.
Το γιορτινό τραπέζι συχνά είχε κοτόπουλο αντί για γαλοπούλα, που θεωρούνταν είδος πολυτελείας. Στις γειτονιές όμως, τα ζαχαροπλαστεία γέμιζαν τις βιτρίνες με στοίβες από μελομακάρονα και κουραμπιέδες, το γλυκό που μπορούσε να αποκτήσει ακόμη και η πιο φτωχή οικογένεια. Ήταν η εποχή της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης: νέοι από την επαρχία κατέφθαναν στην πρωτεύουσα, στοιβαγμένοι σε μικρά δωμάτια πάνω από μάντρες και συνεργεία, δουλεύοντας ατελείωτες ώρες. Για εκείνους, τα Χριστούγεννα είχαν πάντα μια μικρή μελαγχολία, η μοναξιά της πόλης και το γράμμα που έφευγε για το χωριό, πάντα με δυο μέρες καθυστέρηση.
Το Μαρούσι είναι από εκείνες τις περιοχές της Αττικής που κουβαλούν το όνομά τους σαν μικρή, κρυμμένη ιστορία. Περνάς από τις λεωφόρους, βλέπεις τις σύγχρονες υποδομές και δύσκολα φαντάζεσαι ότι η ονομασία του έχει ρίζες που χάνονται βαθιά στην αρχαιότητα. Κι όμως, πίσω από το σημερινό Μαρούσι στέκεται μια θεότητα, ένας αρχαίος δήμος και μία παράδοση που έφτασε ως τις μέρες μας σχεδόν ατόφια.
Η παλαιότερη ονομασία της περιοχής ήταν Άθμονον και αναφέρεται ως αγροτικός δήμος που ανήκε στην Κεκροπίδα φυλή. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Άθμονον θεωρούνταν ένας από τους παλαιούς δήμους της Αττικής, που είχαν ιδρυθεί από τον βασιλιά Κέκροπα γύρω στο 3000 π.Χ., με σκοπό μεταξύ άλλων την προστασία της Αθήνας από επιδρομές. Η έκτασή του απλωνόταν από τη σημερινή περιοχή του Ολυμπιακού Σταδίου μέχρι τα πρώτα υψώματα της Πεντέλης, δηλαδή την περιοχή που σήμερα γνωρίζουμε ως Μελίσσια.
Όπως προκύπτει από αρχαιολογικά ευρήματα και παλαιότερες περιγραφές, ο τόπος αυτός έμοιαζε με έναν απέραντο κήπο: γεμάτος ελαιώνες και αμπέλια, με καλλιέργειες που τροφοδοτούσαν την αγορά της αρχαίας Αθήνας. Δεν είναι τυχαίο ότι το Μαρούσι φημιζόταν για το λάδι και το κρασί του, μια φήμη που διατηρήθηκε για αιώνες και «πέρασε» στη μνήμη των κατοίκων ως βασικό στοιχείο της τοπικής ταυτότητας.
Ποια μυστικά κρύβει η ονομασία “Αττική”; Μια λέξη αρχαία, φορτωμένη με θρύλους θεών και ανθρώπων, που αντηχεί στους αιώνες. Δεν είναι ένα απλό τοπωνύμιο είναι το νήμα που ενώνει τη μυθολογία με την ιστορία. Από τις διηγήσεις των αυτοχθόνων βασιλιάδων μέχρι τα κατορθώματα της κλασικής Αθήνας, η Αττική κουβαλά μια κληρονομιά μοναδική. Ας ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο, σε εποχές όπου οι θεοί περπατούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους, για να ανακαλύψουμε την προέλευση του ονόματος και τις ιστορίες που το γέννησαν.
Σύμφωνα με αρχαίες παραδόσεις, πολύ πριν η περιοχή ονομαστεί “Αθήνα” ή “Αττική”, είχε μια διαφορετική ονομασία. Λέγεται πως ο πρώτος βασιλιάς της γης αυτής ήταν ο Ακταίος, ένας αυτόχθων ηγεμόνας της προϊστορικής Αττικής. Από το όνομά του προήλθε η αρχική ονομασία της χώρας: Ακτή ή Ακτική, μια λέξη που στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ακρογιαλιά, παραθαλάσσια γη. Και πράγματι, η Αττική είναι μια χερσόνησος που προβάλει στο Αιγαίο πέλαγος δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι αρχαίοι την συνέδεσαν με τις ακτές της. Αρχαίες πηγές, όπως ο γεωγράφος Στράβων, αναφέρουν πως η περιοχή ονομαζόταν αρχικά Ακτή, λόγω ακριβώς αυτής της γεωγραφικής της φύσης.
Ποιο είναι το παλιότερο σπίτι στην Αθήνα; Περπατώ την Πλάκα ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, το φως γλιστράει από τα γείσα και οι σκιές παίζουν ανάμεσα στα καλντερίμια, κι εκεί που ο δρόμος στενεύει σηκώνω το βλέμμα και βλέπω ένα διώροφο με τοξωτές στοές και πολεμίστρες, όχι απλώς ένα σπίτι αλλά ένα σώμα από πέτρα και ξύλο που αναπνέει αιώνες στέκομαι, γιατί ξέρω πως βρίσκομαι μπροστά στο Αρχοντικό των Μπενιζέλων, το παλαιότερο σωζόμενο σπίτι της Αθήνας, με ρίζες γύρω στο 1500, και αναρωτιέμαι, πόσες γενιές αρχιτεκτόνων χρειάζονται για να μάθεις να ακούς έναν τοίχο να σου μιλάει;
Ανεβαίνω το κατώφλι κι αφήνω την πόλη έξω, μέσα με υποδέχεται ένας μικρός κόσμος με φρουριακό χαρακτήρα, η κάτοψη πυκνή σαν ύφανση, οι μάντρες ψηλές για να κρατούν όχι μόνο τους εχθρούς αλλά και τον χρόνο σε απόσταση, και πάνω τους προβάλλει το σαχνισί που κοιτά την Ακρόπολη σαν παλιός γείτονας που ανταλλάσσει νεύματα με τον ιερό βράχο, τι άλλο είναι ένα σαχνισί αν όχι μια δήλωση ότι το σπίτι θέλει να πετάξει χωρίς να ξεκολλήσει από τα θεμέλιά του;
Στο Αρχοντικό των Μπενιζέλων, στις γωνιές βλέπω πιθάρια, βαθειά όσο και η μνήμη της πόλης, πατητήρια που μυρίζουν σταφύλι και κόπο, καφασωτά που κοσκινίζουν το φως, μυστικά περάσματα που υπόσχονται διαφυγή αλλά και παιχνίδι, υπόγεια που δροσίζουν τον αέρα, αυλές που φυτεύουν τη μέρα μέσα στο κτίριο, ξυλόγλυπτα που χαϊδεύεις και νιώθεις την υπομονή του τεχνίτη, δεν είναι αυτά τα υλικά της αρχιτεκτονικής όσο είναι τα υλικά της ζωής;
Κι ύστερα, το σπίτι ανοίγει σαν βιβλίο και μου συστήνει την ηρωίδα του, την Αγία Φιλοθέη, τη Ρεγούλα Μπενιζέλου, κόρη του μπας-κοτζαμπάση Άγγελου Μπενιζέλου και της Συρίγης Παλαιολόγου, μεγαλωμένη σε δωμάτια που άκουγαν βυζαντινούς ψιθύρους και οθωμανικά βήματα, νιόπαντρη στα δεκατέσσερα για να γλιτώσει μια αρπαγή, χήρα στα δεκαεπτά που διάλεξε τον δρόμο της αφιέρωσης, πώς χωράει τόση απόφαση σε τόσο λίγα χρόνια και πόσοι τοίχοι στηρίζουν μια τέτοια απόφαση;
Βγαίνω στην εσωτερική αυλή και σκέφτομαι τη Μονή του Αγίου Ανδρέα που εκείνη ίδρυσε, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Αρχιεπισκοπή, μοναστηριακός μικρόκοσμος που έγινε σχολείο για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, ορφανοτροφείο για να βρίσκουν τα χαμένα ρίζες, νοσοκομείο για να επουλώνονται σώματα αλλά και φιλόξενο για να ανασαίνουν οι περαστικοί, δεν είναι άραγε αυτή η ουσία του κτιστού περιβάλλοντος, να πλάθει κελύφη που γιατρεύουν;
Θυμάμαι τη λέξη «ψυχικό», όχι σαν μύθο αλλά σαν πράξη, εκείνη άνοιξε πηγάδι και πότισε μια ολόκληρη γειτονιά, κι από την πράξη πήρε όνομα ένας τόπος, το Ψυχικό, γιατί μερικές φορές η γεωγραφία βαφτίζεται από μια χειρονομία. Σκύβω πάνω από το προστατευτικό γυαλί και βλέπω το υστερορωμαϊκό τείχος να διαγράφει την υποδομή της πόλης κάτω από τα πόδια μας, να η πιο όμορφη διατομή, από το σήμερα στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο με μια ματιά, σαν να κρατάς παλάμες σε διαφορετικούς αιώνες και να νιώθεις ότι το δέρμα της Αθήνας έχει πολλαπλές στρώσεις.
Η Φιλοθέη άγιασε γιατί πρόσφερε, χωρίς να ρωτάει καταγωγές και γλώσσες, και το σκήνωμά της φυλάσσεται μέχρι σήμερα στη Μητρόπολη Αθηνών, σκέφτομαι πως οι πόλεις χρειάζονται τα ιερά τους όχι μόνο για να προσεύχονται αλλά για να θυμούνται, κι ένα σπίτι σαν κι αυτό λειτουργεί ως μνήμη σε κλίμακα ανθρώπου, τι άλλο είναι οι πέτρες αν όχι αρχείο συναισθημάτων;
Μου αρέσει να αγγίζω τα ίχνη των μεταμορφώσεων, μεταπολεμικά το αρχοντικό έγινε ακόμη και ταβέρνα, το φαντάζομαι γεμάτο φωνές, καπνό, ποτήριαπου τσουγκρίζουν, τραπεζομάντηλα που μοιάζουν με προσωρινές τοιχογραφίες, κι ύστερα σιωπή, ρωγμές, ο κίνδυνος της κατάρρευσης, μέχρι που το 2008 ξεκίνησε η αποκατάσταση από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και το κτίριο ξανάβρηκε τον ρυθμό του, δεν είναι η συντήρηση ένα είδος δεύτερης δημιουργίας, μια ηθική της φροντίδας που μετατρέπει την ύλη σε υπόσχεση;
Καθώς περπατώ στα δωμάτια, σκέφτομαι την αστική τάξη της Αθήνας πριν το 1821, νιώθω τις τελετουργίες της καθημερινότητας, τη διαχείριση του φωτός και του αέρα, την οικονομία της κίνησης ανάμεσα σε εργαστήρι και οντά, τον τρόπο που η ιδιωτικότητα διαπραγματεύεται με τη γειτονιά, αν θέλεις να δεις πώς ζούσε τότε ο κόσμος της πόλης αυτό το σπίτι τα έχει όλα, κι αυτό το «όλα» δεν είναι υπερβολή.
Στο σαχνισί στέκομαι λίγο παραπάνω, κοιτώ προς την Ακρόπολη και αφήνω τη σκέψη να γλιστρήσει από κεραμίδι σε κεραμίδι, η προεξοχή τεντώνει τον χώρο σαν αναστεναγμό, με μια ξύλινη αγκαλιά που καδράρει το τοπίο, και αναρωτιέμαι, μήπως όλη η αρχιτεκτονική είναι μια επιθυμία να πιάσουμε τον ορίζοντα με ξύλο και πέτρα;
Βγαίνοντας γυρίζω και κοιτώ την πρόσοψη με τις στοές, τις πολεμίστρες, τα ίχνη από χέρια που χτίσανε και χέρια που προσευχήθηκαν, σκέφτομαι πως το παλαιότερο σπίτι της Αθήνας δεν καμώνεται την ηλικία του, αντίθετα σε καλεί διακριτικά να μπεις για να σου την αφηγηθεί, να σου πει για μια έφηβη που έγινε προστάτιδα, για ένα πηγάδι που βάφτισε μια πόλη, για ένα τείχος κάτω από γυαλί που θυμίζει ότι κάθε βήμα μας πατάει πάνω σε άλλες πορείες, δεν θα του χτυπήσεις την πόρτα; Πώς θα ξαναχτίσουμε το αύριο αν δεν μάθουμε να περπατάμε προσεκτικά μέσα στο χθες;
Το φθινόπωρο στην ηπειρωτική Ελλάδα έχει καθαρή διαύγεια∙ αέρα που μυρίζει βρεγμένο χώμα, πλατάνια που κιτρινίζουν, νερά που τρέχουν.
Σε απόσταση έως τρεις ώρες από την Αθήνα, έξι προορισμοί συνθέτουν ένα μικρό ημερολόγιο αποδράσεων: πλακόστρωτες πλατείες, μονοπάτια για περπάτημα, λίμνες σαν καθρέφτες, χωριά που σερβίρουν ζεστό ψωμί και τυριά με χαρακτήρα. Είναι προορισμοί για ανθρώπους που ταξιδεύουν για την αίσθηση-και όχι για το «φαίνεσθαι».