Tag: Ντόναλντ Τραμπ

  • Τραμπ: Από το 10% στο 15% οι δασμοί εισαγωγών

    Τραμπ: Από το 10% στο 15% οι δασμοί εισαγωγών

    Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social ότι ο νέος παγκόσμιος δασμός στα εισαγόμενα προϊόντα αυξάνεται από 10% σε 15%, παρότι αρχικά επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 24 Φεβρουαρίου με χαμηλότερο συντελεστή.

    Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά το διάταγμα που υπέγραψε χθες, με το οποίο θεσπίστηκε ένας νέος, προσωρινός «παγκόσμιος δασμός» 10%, αφότου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι σημαντικό μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ήταν παράνομοι.

    Η ανάρτηση στο Truth Social και η άμεση ισχύς

    Στην ανάρτησή του, ο Τραμπ ανέφερε ότι: «Εγώ, ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, θα αυξήσω, με άμεση ισχύ, τον παγκόσμιο δασμό 10% για τις χώρες, πολλές από τις οποίες “κλέβουν” τις ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες, χωρίς αντίποινα (μέχρι που εμφανίστηκα εγώ!), στο πλήρως επιτρεπόμενο, και νομικά δοκιμασμένο, επίπεδο του 15%».

    Με αυτόν τον τρόπο, ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσιάζει την αύξηση ως άμεσο μέτρο εμπορικής προστασίας, δίνοντας παράλληλα πολιτικό τόνο στην απόφασή του.

    Το νομικό πλαίσιο και οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο

    Ο Τραμπ εφαρμόζει τον νέο βασικό δασμό επικαλούμενος το άρθρο 122 του εμπορικού νόμου του 1974, το οποίο επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλει δασμούς για έως 150 ημέρες χωρίς προηγούμενη έγκριση από το Κογκρέσο.

    Η εξασφάλιση κοινοβουλευτικής έγκρισης θα μπορούσε να αποδειχθεί δύσκολη, καθώς τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι έχουν εκφράσει αντιρρήσεις για πτυχές της εμπορικής πολιτικής του.

    Το αρχικό χρονοδιάγραμμα και η ομιλία στο Κογκρέσο

    Οι αρχικοί δασμοί 10%, που ανακοινώθηκαν την Παρασκευή, ήταν προγραμματισμένο να τεθούν σε ισχύ στις 24 Φεβρουαρίου, στις 12:01 π.μ. ώρα Ουάσινγκτον, σύμφωνα με ενημερωτικό δελτίο του Λευκού Οίκου.

    Το ίδιο βράδυ, είναι προγραμματισμένο ο Τραμπ να εκφωνήσει την ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης στο Κογκρέσο, σε μια συγκυρία όπου οι εμπορικές του αποφάσεις βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο.

  • Σκεπτικισμός και ηχηρές απουσίες στην πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» Τραμπ στην Ουάσινγκτον

    Σκεπτικισμός και ηχηρές απουσίες στην πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» Τραμπ στην Ουάσινγκτον

    Δεκάδες παγκόσμιοι ηγέτες συγκεντρώνονται σήμερα στην Ουάσινγκτον για την πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» που προωθεί ο Ντόναλντ Τραμπ, με επίκεντρο την ανασυγκρότηση της Γάζας και τη διαχείριση διεθνών κρίσεων. Ωστόσο, η πρωτοβουλία ξεκινά υπό τη σκιά έντονου σκεπτικισμού και σημαντικών απουσιών.

    Η σύνοδος, που φιλοξενείται στο ανανεωμένο Ινστιτούτο Ειρήνης Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, παρουσιάζεται από την αμερικανική πλευρά ως γύρος χρηματοδότησης, με τον Τραμπ να ανακοινώνει δεσμεύσεις άνω των 5 δισ. δολαρίων για την ανοικοδόμηση της Γάζας μετά τον πόλεμο με το Ισραήλ. Παράλληλα, γίνεται λόγος για συγκρότηση Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης και ενίσχυση τοπικών σωμάτων ασφαλείας.

    Παρότι το Συμβούλιο δημιουργήθηκε αρχικά για τη Γάζα, η εντολή του φαίνεται να διευρύνεται και σε άλλες παγκόσμιες συγκρούσεις. Ωστόσο, κορυφαίοι Ευρωπαίοι ηγέτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δεν αποδέχθηκε την πρόσκληση, ενώ αποστάσεις κράτησαν και χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Γαλλία. Το Βατικανό επίσης ανακοίνωσε ότι δεν θα συμμετάσχει, με τον καρδινάλιο Πιέτρο Παρόλιν να τονίζει ότι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών θα πρέπει να έχει τον κεντρικό ρόλο στη διαχείριση διεθνών κρίσεων.

    Στη σύνοδο θα παραστούν αντιπροσωπείες από χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, η Ιορδανία και το Κατάρ, καθώς και άλλες χώρες όπως η Αργεντινή, η Παραγουάη, η Ουγγαρία και το Καζακστάν.

    Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, δεν θα παραστεί, με τη χώρα να εκπροσωπείται από τον υπουργό Εξωτερικών Γκίντον Σαάρ.

    Αναλυτές εκφράζουν αμφιβολίες για τη μορφή και τις προθέσεις του Συμβουλίου, προειδοποιώντας ότι χωρίς άμεσα και απτά αποτελέσματα –ιδίως στο ανθρωπιστικό πεδίο– η αξιοπιστία του εγχειρήματος θα δοκιμαστεί σοβαρά, την ώρα που η κρίση στη Γάζα παραμένει οξεία.

  • Τραμπ: «Οι σχέσεις ΗΠΑ – Ελλάδας είναι ισχυρότερες από ποτέ»

    Τραμπ: «Οι σχέσεις ΗΠΑ – Ελλάδας είναι ισχυρότερες από ποτέ»

    Με σαφές γεωστρατηγικό στίγμα πραγματοποιήθηκε η τελετή επίδοσης διαπιστευτηρίων του νέου πρέσβη της Ελλάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες, Αντώνης Αλεξανδρίδης. Στην επίσημη προσφώνησή του, ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε λόγο για ελληνοαμερικανικές σχέσεις «ισχυρότερες από ποτέ», δίνοντας έμφαση σε άμυνα, ενέργεια και προοπτικές συνεργασίας στη ναυπηγική. Παράλληλα χαρακτήρισε τους δεσμούς των δύο χωρών «ισχυρούς, ιστορικούς και βασισμένους στην κοινή δημοκρατική και πνευματική κληρονομιά», σημειώνοντας ότι η σχέση παραμένει σταθερή και διαχρονική, με ορίζοντα περαιτέρω εμβάθυνση.

    Άμυνα και ΝΑΤΟ

    Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην πορεία της Αθήνας προς τον στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να σημειώνει ότι η Ελλάδα δείχνει «πραγματική ηγετική παρουσία» εντός της Συμμαχίας. Στο ίδιο πλαίσιο επανέλαβε το δόγμα «Η ειρήνη διασφαλίζεται μέσω της ισχύος», συνδέοντας τη συνέπεια της Ελλάδας με τη βαρύτητα που αποδίδεται στον ρόλο της στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

    Ενέργεια: LNG και ο Κάθετος Διάδρομος προς την Ευρώπη

    Στο ενεργειακό πεδίο, ο κ. Τραμπ στάθηκε στις εξαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς την Ευρώπη και στον λεγόμενο Κάθετος Διάδρομος, το πλέγμα υποδομών που συνδέει τη Νοτιοανατολική με την Κεντρική Ευρώπη. Όπως εκτίμησε, τέτοιες υποδομές ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής, συμβάλλοντας στη μείωση της εξάρτησης από ευαίσθητες γεωπολιτικά πηγές προμήθειας. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα παρουσιάζεται ως κόμβος διαμετακόμισης και διαφοροποίησης ενεργειακών ροών.

    Ναυτιλία, ναυπηγεία και πεδίο για εμπορική διεύρυνση

    Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε ακόμη την εκτίμησή του για την επιλογή της Ελλάδας να απόσχει κατά την υιοθέτηση, από τον Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός, του πλαισίου καθαρών μηδενικών εκπομπών στη ναυτιλία, υποστηρίζοντας ότι η ρύθμιση θα μπορούσε να επιβαρύνει καταναλωτές, επιχειρήσεις και το παγκόσμιο εμπόριο και ότι απαιτείται ισορροπία ανάμεσα σε περιβαλλοντικούς στόχους και οικονομική βιωσιμότητα. Στην ίδια γραμμή, ξεχώρισε και η αναφορά σε συνομιλίες για κατασκευή αμερικανικών φρεγατών στην Ελλάδα, εξέλιξη που, αν προχωρήσει, θα σηματοδοτούσε ποιοτική αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας με δυνητικά οφέλη για τη βιομηχανική βάση και την απασχόληση. Τέλος, έγινε μνεία και στη διεύρυνση των διμερών σχέσεων στο εμπόριο και στις επενδύσεις, αφήνοντας ανοιχτό χώρο για περαιτέρω οικονομική σύγκλιση.

  • Competitive authoritarianism: Η Αμερική στο μεταίχμιο της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης

    Competitive authoritarianism: Η Αμερική στο μεταίχμιο της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης

    Τις τελευταίες δεκαετίες, η δημοκρατία, κάποτε θεωρούμενη αυτονόητος πυλώνας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιμετωπίζει αθέατες αλλά ανησυχητικές απειλές. Το τιμόνι της
    πολιτικής ηγεμονίας υπό την προεδρία Trump γέρνει ανησυχητικά προς την κατεύθυνση του
    αυταρχισμού, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το ιδεώδες της δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή,
    ενώ αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται σε τροχιά
    αυταρχισμού, η ίδια η κυβέρνηση, μέσω της άσκησης της πολιτικής της, εγείρει ένα κρίσιμο
    ερώτημα
    : Μήπως ο πρόεδρος Trump έχει ήδη επιτύχει στην κανονικοποίηση της
    αμερικανικής εκδοχής του αυταρχισμού;

    Ωστόσο, ας μην είμαστε κατακριτέοι χωρίς εκβάθυνση. Η νέα έννοια που προκύπτει και
    χαρακτηρίζει για πολλούς το καθεστώς της ηγεμονίας του Βορρά αναφέρεται με τον όρο
    competitive authoritarianism ή σε κοινή μετάφραση ανταγωνιστικός αυταρχισμός. Το
    συγκεκριμένο, τυπικά 21ου αιώνα, πρότυπο αυταρχισμού δύναται να επιφέρει βαθιές και εν
    πολλοίς μη αναστρέψιμες ανακατατάξεις στο εσωτερικό της μεγάλης δύναμης, ιδίως μέσω
    υπόγειων και δυσδιάκριτων μηχανισμών. Αν και η εγκαθίδρυση ενός πλήρους αυταρχικού
    καθεστώτος
    , με περιορισμούς ατομικών ελευθεριών και έκθεση στη συνεχή κρίση της
    θεσμικά νομιμοποιημένης πολιτικής σκηνής, θα θεωρούνταν ιστορικά λιγότερο πιθανή στην
    Αμερική, η εν λόγω μορφή διακυβέρνησης αναδύεται σταδιακά, θέτοντας σε διαρκή κίνδυνο
    τα θεμέλια της δημοκρατίας.

    Προκειμένου να κατανοηθεί το ευρύτερο πλαίσιο όπου θα τεθεί το πολίτευμα της Αμερικής
    κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί αρχικά αυτή η κατηγορία πολιτικών καθεστώτων. Ο
    αυταρχισμός αποτελεί μια ευρύτερη κατηγορία καθεστώτων όπου η συγκέντρωση της
    εξουσίας
    σε περιορισμένες ελίτ υπερβαίνει τις παραδοσιακές δημοκρατικές διαδικασίες, ενώ
    οι πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών περιορίζονται σημαντικά. Σε
    αντίθεση με την απολυταρχία, όπου η εξουσία είναι πλήρως συγκεντρωμένη σε έναν
    μονάρχη με απόλυτο έλεγχο, ο αυταρχισμός μπορεί να συνυπάρχει με τυπικά δημοκρατικούς
    θεσμούς
    , όπως εκλογές και κοινοβούλια, που όμως λειτουργούν περισσότερο ως μάσκα
    νομιμότητας
    παρά ως πραγματικά εργαλεία λογοδοσίας. Η μετάβαση σε competitive
    authoritarianism
    περιγράφει την εξέλιξη αυτής της δυναμικής: σε καθεστώτα αυτού του
    τύπου, οι θεσμοί της δημοκρατίας διατηρούνται τυπικά, ενώ η πολιτική ανταγωνιστικότητα
    υπονομεύεται συστηματικά μέσω εκτελεστικών παρεμβάσεων, περιορισμού της
    αντιπολίτευσης
    και ελέγχου των μέσων ενημέρωσης. Η θεωρία, όπως αναπτύχθηκε από τους
    Levitsky και Way, υποδεικνύει ότι τέτοια καθεστώτα δεν εμφανίστηκαν τυχαία· προέκυψαν
    μέσα από συνδυασμό θεσμικής φθοράς, πολιτικών συγκρούσεων και στρατηγικών ελιγμών
    κυβερνήσεων που επιδιώκουν να διατηρήσουν την εξουσία υπό τις συνθήκες εκλογικής
    κάλυψης
    , διαμορφώνοντας ένα εύθραυστο, αλλά ταυτόχρονα ισχυρό, μείγμα αυταρχισμού
    και δημοκρατίας.

    Με ρίζες στο καθεστώς Chávez στη Βενεζουέλα, το competitive authoritarianism
    παρουσιάζει συνθήκες απρόσκοπτης δράσης της αντιπολίτευσης, σε ένα φαινομενικά
    εξυγιασμένο πλαίσιο πολιτικού ανταγωνισμού. Αν και οι εκλογές διατηρούν τυπικά τον
    χαρακτήρα της δημοκρατικής νομιμοποίησης και διεξάγονται εντός του πλαισίου της
    θεσμικής κανονικότητας, παραμένουν σε σημαντικό βαθμό αμφισβητούμενες· υπό αυτές τις
    συνθήκες, η ουσία της πολιτικής διαδικασίας έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η
    εμφανής αποτελεσματικότητα των θεσμών να λειτουργεί ως προπέτασμα μιας βαθιά
    αντιδημοκρατικής πραγματικότητας. Αυτό που βλέπουμε στην πραγματικότητα να
    εκτυλίσσεται είναι η εργαλειοποίηση του ίδιου του κράτους. Συγκεκριμένα, μέσω του
    στρατηγικού ελέγχου των θεσμών, της εκμετάλλευσης και χειραγώγησης των μέσων
    ενημέρωσης
    , της παρενόχλησης ή του εκφοβισμού πολιτικών αντιπάλων, παύει η πολιτική
    αντιπαράθεση να είναι ισότιμη. Το γνωστό democratic backsliding, η συστηματική αυτή
    στρέβλωση του ανταγωνισμού, παγιώνει την εξουσία, αλλοιώνοντας, όμως, τους κανόνες του
    παιχνιδιού
    .

    Η κατάληψη των θεσμών δεν απαιτεί άμεση ανατροπή του συντάγματος, αλλά
    πραγματοποιείται εκ των έσω. Οι ηγέτες του καθεστώτος τοποθετούν πιστούς σε κρίσιμες
    θέσεις
    και δημόσιες υπηρεσίεςρυθμιστικούς φορείς, φορολογικές και εκλογικές αρχές– που
    παραδοσιακά διασφαλίζουν την ουδετερότητα, την λογοδοσία και τον έλεγχο της εξουσίας.
    Οι τάσεις αυτές λειτουργούν ως καταλύτης για την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου του
    καθεστώτος και τη διεύρυνση της εξουσιαστικής του δράσης. Η άσκηση καταναγκασμού δεν
    προϋποθέτει κατ’ ανάγκην τη χρήση σωματικής βίας· αρκεί η συστηματική ενεργοποίηση
    θεσμικών μηχανισμών ελέγχου, όπως εκτεταμένες και ενδελεχείς διοικητικές ή ποινικές
    έρευνες
    , προκειμένου να αποδυναμωθεί ή να παραλύσει η πολιτική δραστηριότητα των
    στοχοποιημένων υποκειμένων. Στην αμερικανική περίπτωση, παραδείγματα περιλαμβάνουν
    την πίεση προς ανεξάρτητους αξιωματούχους, όπως η Liz Cheney, καθώς και τις
    προσπάθειες επέκτασης εξουσιών προσλήψεων και περιορισμού προστασιών στη δημόσια
    διοίκηση
    .

    Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την καθεστωτική οπισθοδρόμηση των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε
    απειλή συνοδεύεται από έναν αντίστοιχο υπερασπιστή της δημοκρατίας. Και όπως κάποιος
    επιδιώκει να υπερασπιστεί τη δημοκρατία, οφείλει αντιστοίχως πρώτα να αναγνωρίσει τις
    απειλές
    που ενέχει το υφιστάμενο πολιτικό καθεστώς.
    Αφενός, η υποτίμηση των απειλών προς τη δημοκρατία συνιστά έναν περαιτέρω παράγοντα
    ενίσχυσης των αυταρχικών τάσεων ως τον κίνδυνο του εφησυχασμού (complacency). Στις
    Ηνωμένες Πολιτείες, η αντίληψη ότι η συμπεριφορά της εκτελεστικής εξουσίας συνιστά
    «πολιτική όπως συνήθως», όπως παρατηρήθηκε σε ορισμένες φάσεις της προεδρίας Trump,
    μείωσε την εγρήγορση απέναντι στις συστηματικές παραβιάσεις κανόνων και περιορισμούς
    λογοδοσίας. Αυτό το πολιτικό «μούδιασμα», υπονομεύει την ικανότητα της κοινωνίας να
    αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει ως επικίνδυνα τα φαινόμενα του democratic backsliding,
    αποτελώντας, τελικά, η ίδια, μέρος του προβλήματος. Η αδράνεια που προκύπτει από τέτοια
    υποτίμηση διευκολύνει την παγίωση αυταρχικών πρακτικών, καθιστώντας τη δημοκρατική
    διαδικασία
    ευάλωτη σε μη αναστρέψιμες στρεβλώσεις της πολιτικής αντιπαράθεσης και της
    ελεύθερης έκφρασης.

    Αφετέρου, η υπερεκτίμηση της επίδρασης του αυταρχισμού δημιουργεί μια μορφή πολιτικού
    μοιρολατρισμού (fatalism) που με τη σειρά του οδηγεί σε αποτροπή της ενεργού συμμετοχής
    στις δημοκρατικές διαδικασίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα
    έχει φτάσει σε ένα σημείο μη αναστρέψιμο, όπως εκφράστηκε από ορισμένους παρατηρητές
    μετά τις εκλογές του 2020, αποθαρρύνει την εκλογική συμμετοχή, την κινητοποίηση της
    κοινωνίας των πολιτών και την πίεση προς τα θεσμικά όργανα. Αυτή η αντίληψη του
    «αδιέξοδου» ενισχύει ακούσια την κυριαρχία αυταρχικών δυνάμεων, αφού η μη δράση
    λειτουργεί ως έμμεσος μηχανισμός εδραίωσης της εξουσίας. Η πρόκληση της εποχής
    συνίσταται στην αναγνώριση ότι η ενεργός πολιτική συμμετοχή μπορεί να αντισταθμίσει τις
    απειλές
    και να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ νομιμοποίησης και ελέγχου εξουσίας.
    Η αναδυόμενη αμερικανική πολιτική πραγματικότητα, υπό μορφής νέου τύπου καθεστώτος,
    δύναται να ανατρέψει συθέμελα τις ισορροπίες στη διεθνή πολιτική σκηνή. Και το τίμημα θα
    είναι μεγάλο· δεν συνίσταται μόνο στην στιγμιαία αλλοίωση της δημοκρατικής ισορροπίας
    αλλά στη σταδιακή φθορά του δημοκρατικού ιδεώδους. Πρόκειται για τη σκιά που ρίχνεται
    πάνω στην ιστορική της φήμη ως φάρου ελευθερίας και για την απώλεια της ηθικής πυξίδας
    που καθοδηγεί τη δημοκρατική τους ψυχή. Όμως και παρά τις προκλήσεις, η δημοκρατία
    παραμένει φως που αντέχει. Και αυτό γιατί η κοινωνία των πολιτών είναι ο πυρήνας της
    αλλαγής
    και η ελπίδα ότι η δημοκρατική παράδοση μπορεί να αναγεννηθεί και να αναπτυχθεί ξανά.

  • Διπλή αμερικανική ναυτική ισχύς στη Μέση Ανατολή

    Διπλή αμερικανική ναυτική ισχύς στη Μέση Ανατολή

    Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν σε σημαντική αναβάθμιση της στρατιωτικής τους διάταξης στη Μέση Ανατολή, σχεδιάζοντας την αποστολή του μεγαλύτερου αεροπλανοφόρου παγκοσμίως, του USS Gerald R. Ford, σε μια συγκυρία κλιμακούμενης έντασης με το Ιράν.

    Σύμφωνα με πηγή που έχει γνώση του σχεδιασμού, η ανάπτυξη του πλοίου θα λειτουργήσει συμπληρωματικά προς δεύτερη αμερικανική ναυτική δύναμη που ήδη επιχειρεί στην περιοχή, ενισχύοντας την πίεση της Ουάσιγκτον προς την Τεχεράνη για συμφωνία αναφορικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα.

    Διπλωματικό αδιέξοδο και στρατιωτικό μήνυμα

    Η απόφαση ελήφθη λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο νέου κύκλου επαφών με το Ιράν. Παρά τις έμμεσες διαβουλεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Ομάν και στο Κατάρ, μέσω Αμερικανών διαμεσολαβητών, οι συνομιλίες δεν απέδωσαν απτό αποτέλεσμα.

    Ήδη στην ευρύτερη περιοχή δρα το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, συνοδευόμενο από κατευθυνόμενα πυραυλικά αντιτορπιλικά στην Αραβική Θάλασσα. Με την έλευση του Ford, οι ΗΠΑ θα διαθέτουν δύο πλήρεις ομάδες κρούσης, ενισχύοντας αισθητά την αποτρεπτική τους ικανότητα. Την πληροφορία δημοσιοποίησαν αρχικά οι New York Times.

    Η στρατιωτική κινητικότητα καταγράφεται ενώ κράτη του Κόλπου προειδοποιούν ότι ενδεχόμενη ανάφλεξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη περιφερειακή σύγκρουση, σε ένα ήδη εύθραυστο περιβάλλον λόγω του πολέμου Ισραήλ–Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.

    Η αποστολή του Ford συνιστά ταχεία ανακατεύθυνση. Τον περασμένο Οκτώβριο το πλοίο είχε μετακινηθεί από τη Μεσόγειο στην Καραϊβική, στο πλαίσιο ενίσχυσης της αμερικανικής παρουσίας πριν από επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη του τότε Προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Η νέα ανάπτυξη δείχνει μετατόπιση προτεραιοτήτων, παρά το γεγονός ότι η στρατηγική εθνικής ασφάλειας του Τραμπ είχε δώσει έμφαση στο δυτικό ημισφαίριο.

    Το USS Gerald R. Ford απέπλευσε για αποστολή στα τέλη Ιουνίου 2025 και το πλήρωμά του πλησιάζει τους οκτώ μήνες συνεχούς επιχειρησιακής ανάπτυξης. Η διάρκεια της νέας παρουσίας στη Μέση Ανατολή δεν έχει διευκρινιστεί, ωστόσο εκτιμάται ότι θα πρόκειται για παρατεταμένη αποστολή. Ο Λευκός Οίκος δεν προέβη άμεσα σε επίσημο σχόλιο.

    Προειδοποιήσεις Τραμπ και ισραηλινές απαιτήσεις

    Ο Τραμπ προειδοποίησε ότι η μη επίτευξη συμφωνίας θα ήταν «πολύ τραυματική» για το Ιράν, επιμένοντας ότι το χρονοδιάγραμμα πρέπει να είναι σύντομο. Δήλωσε μάλιστα ότι εντός περίπου ενός μήνα θα πρέπει να υπάρξει εξέλιξη, ασκώντας σαφή πίεση για άμεση κατάληξη.

    Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε εκτενείς επαφές με τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη συνέχισης των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ισραηλινή πλευρά ζητεί από την Ουάσιγκτον να απαιτήσει από την Τεχεράνη περιορισμό του βαλλιστικού της προγράμματος και παύση της στήριξης σε οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, ως προϋπόθεση οποιασδήποτε συμφωνίας.

  • Τραμπ: Αύξησε τους δασμούς στην Ελβετία επειδή «δεν του άρεσε ο τόνος» αξιωματούχου

    Τραμπ: Αύξησε τους δασμούς στην Ελβετία επειδή «δεν του άρεσε ο τόνος» αξιωματούχου

    Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι έδωσε εντολή για επιπλέον αύξηση 9% στους δασμούς σε βάρος της Ελβετίας, επικαλούμενος τον τρόπο με τον οποίο του απευθύνθηκε Ελβετή αξιωματούχος, η οποία ζητούσε την ανάκληση των μέτρων.

    Μιλώντας στο Fox Business, ο Τραμπ χαρακτήρισε τον τόνο της Καρίνα Κέλερ-Σούτερ, μέλους του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Ελβετίας – την οποία αποκάλεσε λανθασμένα «πρωθυπουργό» – ως «επαναλαμβανόμενο» και «επιθετικό».

    «Έβαλα δασμό 30%, που είναι πολύ χαμηλός. Μετά δέχθηκα ένα επείγον τηλεφώνημα από, νομίζω, την Πρωθυπουργό της Ελβετίας. Ήταν πολύ επιθετική αλλά ευγενική. Έλεγε: “Κύριε, είμαστε μια μικρή χώρα. Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό”», ανέφερε, προσθέτοντας ότι δεν μπορούσε να τερματίσει την κλήση.

    Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, απάντησε στην Ελβετή αξιωματούχο ότι, παρά το μικρό μέγεθος της χώρας, η Ελβετία εμφανίζει εμπορικό έλλειμμα 42 δισ. δολαρίων έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.

    Όπως είπε, η συνομιλήτριά του επανερχόταν διαρκώς στο επιχείρημα ότι πρόκειται για «μικρή χώρα», γεγονός που, όπως υποστήριξε, τον οδήγησε στην απόφαση να αυξήσει περαιτέρω τους δασμούς. «Ήταν 30%. Και δεν μου άρεσε πραγματικά ο τρόπος που μας μίλησε, και έτσι, αντί να της δώσω μείωση, το ανέβασα στο 39%», δήλωσε.

    Ο Τραμπ υποστήριξε επίσης ότι η Ελβετία δεν επιβάλλει δασμούς στις ΗΠΑ, ενώ εξάγει προϊόντα στην αμερικανική αγορά «σε βαθμό που δεν θα μπορούσε κανείς να πιστέψει».

    Αντίστοιχες αναφορές στο Νταβός και σύγχυση για το πολιτικό σύστημα

    Παρόμοιες δηλώσεις είχε διατυπώσει και στο World Economic Forum στο Νταβός, όπου εμφανίστηκε αβέβαιος για το αν η Ελβετία διαθέτει πρωθυπουργό ή πρόεδρο. «Νομίζω η Πρωθυπουργός, δεν ξέρω, η Πρόεδρος, μια γυναίκα, τηλεφώνησε. Ήταν πολύ επαναλαμβανόμενη», είχε πει, επαναλαμβάνοντας το επιχείρημα περί «μικρής χώρας με μεγάλο έλλειμμα».

    Σημειώνεται ότι η Ελβετία δεν διαθέτει πρωθυπουργό ούτε εκτελεστικό πρόεδρο. Η ομοσπονδία διοικείται συλλογικά από επταμελές Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, το οποίο ασκεί από κοινού την εκτελεστική εξουσία.

  • Τραμπ για Ιράν: «Είτε θα υπάρξει συμφωνία είτε “κάτι πολύ σκληρό”»

    Τραμπ για Ιράν: «Είτε θα υπάρξει συμφωνία είτε “κάτι πολύ σκληρό”»

    Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στο Axios ότι εξετάζει το ενδεχόμενο αποστολής δεύτερου αεροπλανοφόρου με ομάδα κρούσης στη Μέση Ανατολή, προκειμένου να είναι έτοιμος για στρατιωτική δράση εάν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν. Ήδη στην περιοχή βρίσκεται το USS Abraham Lincoln, ενώ Αμερικανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν σχετικές συζητήσεις.

    Οι ΗΠΑ και το Ιράν επανεκκίνησαν συνομιλίες στο Ομάν, με τον Τραμπ να δηλώνει ότι είτε θα υπάρξει συμφωνία είτε «κάτι πολύ σκληρό». Παράλληλα εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι η Τεχεράνη επιθυμεί συμφωνία, αν και επιμένει ότι οποιαδήποτε διευθέτηση θα πρέπει να καλύπτει όχι μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα αλλά και τους βαλλιστικούς πυραύλους του Ιράν — ζήτημα που η ιρανική πλευρά απορρίπτει.

  • Πρόσκληση Τραμπ σε Μητσοτάκη για συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα

    Πρόσκληση Τραμπ σε Μητσοτάκη για συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα

    Πρόσκληση για συμμετοχή στη συνεδρίαση του λεγόμενου Συμβουλίου Ειρήνης, με αντικείμενο την εφαρμογή της δεύτερης φάσης του ειρηνευτικού σχεδίου για την ανοικοδόμηση της Γάζας, έχει λάβει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες. Η πρόσκληση φέρεται να απεστάλη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η επίσημη στάση της ελληνικής κυβέρνησης αναμένεται το επόμενο διάστημα.

    Αντίστοιχη πρόσκληση έχει αποσταλεί και στον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, με την Κύπρο να καλείται να συμμετάσχει ως ιδρυτικό μέλος, σύμφωνα με πληροφορίες από τη Λευκωσία.

    Όπως αναφέρει το Axios, στο Συμβούλιο Ειρήνης αναμένεται να συμμετάσχουν συνολικά 25 χώρες, ενώ η πρώτη συνεδρίαση έχει προγραμματιστεί για τις 19 Φεβρουαρίου στην Ουάσινγκτον, με στόχο τον συντονισμό της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης της Γάζας και την ενίσχυση της σταθερότητας στην περιοχή.

    Υπενθυμίζεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την αμερικανική πρωτοβουλία, επισημαίνοντας ότι δεν εντάσσεται στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Παράλληλα, έχει τονίσει πως ενδεχόμενη συμμετοχή θα πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στο σκέλος που αφορά τη Γάζα και για απολύτως συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

  • Τραμπ για Ουκρανία: «Υπήρξαν πολύ καλές συνομιλίες – Κάτι θα μπορούσε να γίνει»

    Τραμπ για Ουκρανία: «Υπήρξαν πολύ καλές συνομιλίες – Κάτι θα μπορούσε να γίνει»

    Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε χθες ότι βρίσκονται σε εξέλιξη «πολύ καλές συνομιλίες» για τον πόλεμο στην Ουκρανία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μπορεί να υπάρξουν κινήσεις στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό της ρωσικής εισβολής. «Υπήρξαν πολύ, πολύ καλές συνομιλίες σήμερα, σε σχέση με τη Ρωσία και την Ουκρανία. Κάτι θα μπορούσε να γίνει», ανέφερε σε δημοσιογράφους, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.

    Στόχος για συμφωνία έως τον Μάρτιο και σενάρια για Μάιο

    Η τοποθέτηση αυτή ήρθε καθώς ο ίδιος είχε δεσμευτεί προεκλογικά ότι θα έβαζε τέλος στον πόλεμο που ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 2022, μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσία. Περίπου έναν χρόνο μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, η υπόσχεση παραμένει ανοιχτή. Πηγές που επικαλείται το Reuters κάνουν λόγο για συζητήσεις μεταξύ Αμερικανών και Ουκρανών διαπραγματευτών με φιλόδοξο στόχο μια ειρηνευτική συμφωνία έως τον Μάρτιο, αν και το χρονοδιάγραμμα θεωρείται ρευστό λόγω σοβαρών διαφωνιών, κυρίως στο εδαφικό. Στα σενάρια που φέρονται να έπεσαν στο τραπέζι περιλαμβάνονται ταυτόχρονες εκλογές και δημοψήφισμα στην Ουκρανία τον Μάιο για την έγκριση μιας πιθανής συμφωνίας.

    Ανταλλαγή 314 αιχμαλώτων και συνέχεια των επαφών

    Ο δεύτερος γύρος συνομιλιών στο Αμπού Ντάμπι οδήγησε σε ανταλλαγή 314 αιχμαλώτων πολέμου, χωρίς –σύμφωνα με τις αναφορές– ουσιαστική πρόοδο στο κρίσιμο ζήτημα των εδαφών. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι οι συνομιλίες θα συνεχιστούν σύντομα, ενώ το Κρεμλίνο ανέφερε ότι τρίτος γύρος θα γίνει «σύντομα», χωρίς ακόμη να έχει οριστεί ημερομηνία. «Για δύο ημέρες υπήρξε εποικοδομητική αλλά πολύ δύσκολη δουλειά», δήλωσε ο εκπρόσωπος, Ντμίτρι Πεσκόφ. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ προειδοποίησε ότι «απομένει σημαντική δουλειά», ενώ ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε τις επαφές «όχι εύκολες», σημειώνοντας πάντως ότι η χώρα του θα παραμείνει εποικοδομητική και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο η επόμενη τριμερής συνάντηση να γίνει στις ΗΠΑ.

    Επείγουσα πίεση για αντιαεροπορική άμυνα και θέρμανση στο Κίεβο

    Την ίδια ώρα, ο Ζελένσκι απηύθυνε έκκληση για ταχύτερη ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας και για επιτάχυνση των εργασιών αποκατάστασης σε ηλεκτρικά δίκτυα και συστήματα θέρμανσης, μετά από μαζικές ρωσικές αεροπορικές επιθέσεις εν μέσω πολικών θερμοκρασιών. Όπως ανέφερε, περισσότερες από 1.110 πολυκατοικίες στο Κίεβο παραμένουν χωρίς θέρμανση, ενώ οι νυχτερινές θερμοκρασίες αναμένεται να πέσουν έως τους -8°C. Προανήγγειλε αλλαγές σε θέσεις ευθύνης σε περιοχές όπου η αποτελεσματικότητα της αντιαεροπορικής άμυνας κρίνεται ανεπαρκής και τόνισε με έμφαση: «Κάθε μέρα μετράει. Δεν υπάρχουν εβδομάδες ή μήνες για επισκευές», προσθέτοντας ότι βοήθεια και εξοπλισμός ανακατευθύνονται προς το Κίεβο από άλλες περιοχές.

  • Τραμπ πρότεινε αποδέσμευση 16 δισ. δολαρίων με αντάλλαγμα τη μετονομασία σταθμού και αεροδρομίου προς τιμήν του

    Τραμπ πρότεινε αποδέσμευση 16 δισ. δολαρίων με αντάλλαγμα τη μετονομασία σταθμού και αεροδρομίου προς τιμήν του

    Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να πρότεινε την αποδέσμευση ομοσπονδιακών πόρων ύψους άνω των 16 δισ. δολαρίων για μεγάλο έργο υποδομής στη Νέα Υόρκη, υπό την προϋπόθεση ότι ο σιδηροδρομικός σταθμός Πεν και το διεθνές αεροδρόμιο Ντάλες θα μετονομαστούν προς τιμήν του. Την πληροφορία μετέδωσαν, επικαλούμενα ανώνυμες πηγές, αμερικανικά μέσα ενημέρωσης όπως το CNN και το NBC.

    Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο Τραμπ κατέθεσε την πρόταση στον επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, δεσμευόμενος να ξεμπλοκάρει τη χρηματοδότηση για την κατασκευή νέας υπόγειας σιδηροδρομικής σήραγγας και την αναβάθμιση υφιστάμενης σύνδεσης μεταξύ Νέας Υόρκης και Νιου Τζέρσι. Οι δύο πολιτείες έχουν ήδη προσφύγει στη Δικαιοσύνη για το πάγωμα των κονδυλίων, με δικαστή να εξετάζει σήμερα την υπόθεση.

    Ο Σούμερ απέρριψε την πρόταση, ενώ η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Κάθριν Χόκαλ απάντησε σκωπτικά μέσω κοινωνικών δικτύων, παρουσιάζοντας τον Πύργο Τραμπ στο Μανχάταν μετονομασμένο σε «Πύργο Χόκαλ». Υπενθυμίζεται ότι, βάσει παράδοσης, τα ονόματα Αμερικανών προέδρων δίνονται σε δημόσιες υποδομές συνήθως μετά την αποχώρησή τους από το αξίωμα ή μετά θάνατον.