Competitive authoritarianism: Η Αμερική στο μεταίχμιο της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης

Τις τελευταίες δεκαετίες, η δημοκρατία, κάποτε θεωρούμενη αυτονόητος πυλώνας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιμετωπίζει αθέατες αλλά ανησυχητικές απειλές. Το τιμόνι της
πολιτικής ηγεμονίας υπό την προεδρία Trump γέρνει ανησυχητικά προς την κατεύθυνση του
αυταρχισμού, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το ιδεώδες της δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή,
ενώ αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται σε τροχιά
αυταρχισμού, η ίδια η κυβέρνηση, μέσω της άσκησης της πολιτικής της, εγείρει ένα κρίσιμο
ερώτημα
: Μήπως ο πρόεδρος Trump έχει ήδη επιτύχει στην κανονικοποίηση της
αμερικανικής εκδοχής του αυταρχισμού;

Ωστόσο, ας μην είμαστε κατακριτέοι χωρίς εκβάθυνση. Η νέα έννοια που προκύπτει και
χαρακτηρίζει για πολλούς το καθεστώς της ηγεμονίας του Βορρά αναφέρεται με τον όρο
competitive authoritarianism ή σε κοινή μετάφραση ανταγωνιστικός αυταρχισμός. Το
συγκεκριμένο, τυπικά 21ου αιώνα, πρότυπο αυταρχισμού δύναται να επιφέρει βαθιές και εν
πολλοίς μη αναστρέψιμες ανακατατάξεις στο εσωτερικό της μεγάλης δύναμης, ιδίως μέσω
υπόγειων και δυσδιάκριτων μηχανισμών. Αν και η εγκαθίδρυση ενός πλήρους αυταρχικού
καθεστώτος
, με περιορισμούς ατομικών ελευθεριών και έκθεση στη συνεχή κρίση της
θεσμικά νομιμοποιημένης πολιτικής σκηνής, θα θεωρούνταν ιστορικά λιγότερο πιθανή στην
Αμερική, η εν λόγω μορφή διακυβέρνησης αναδύεται σταδιακά, θέτοντας σε διαρκή κίνδυνο
τα θεμέλια της δημοκρατίας.

Προκειμένου να κατανοηθεί το ευρύτερο πλαίσιο όπου θα τεθεί το πολίτευμα της Αμερικής
κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί αρχικά αυτή η κατηγορία πολιτικών καθεστώτων. Ο
αυταρχισμός αποτελεί μια ευρύτερη κατηγορία καθεστώτων όπου η συγκέντρωση της
εξουσίας
σε περιορισμένες ελίτ υπερβαίνει τις παραδοσιακές δημοκρατικές διαδικασίες, ενώ
οι πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών περιορίζονται σημαντικά. Σε
αντίθεση με την απολυταρχία, όπου η εξουσία είναι πλήρως συγκεντρωμένη σε έναν
μονάρχη με απόλυτο έλεγχο, ο αυταρχισμός μπορεί να συνυπάρχει με τυπικά δημοκρατικούς
θεσμούς
, όπως εκλογές και κοινοβούλια, που όμως λειτουργούν περισσότερο ως μάσκα
νομιμότητας
παρά ως πραγματικά εργαλεία λογοδοσίας. Η μετάβαση σε competitive
authoritarianism
περιγράφει την εξέλιξη αυτής της δυναμικής: σε καθεστώτα αυτού του
τύπου, οι θεσμοί της δημοκρατίας διατηρούνται τυπικά, ενώ η πολιτική ανταγωνιστικότητα
υπονομεύεται συστηματικά μέσω εκτελεστικών παρεμβάσεων, περιορισμού της
αντιπολίτευσης
και ελέγχου των μέσων ενημέρωσης. Η θεωρία, όπως αναπτύχθηκε από τους
Levitsky και Way, υποδεικνύει ότι τέτοια καθεστώτα δεν εμφανίστηκαν τυχαία· προέκυψαν
μέσα από συνδυασμό θεσμικής φθοράς, πολιτικών συγκρούσεων και στρατηγικών ελιγμών
κυβερνήσεων που επιδιώκουν να διατηρήσουν την εξουσία υπό τις συνθήκες εκλογικής
κάλυψης
, διαμορφώνοντας ένα εύθραυστο, αλλά ταυτόχρονα ισχυρό, μείγμα αυταρχισμού
και δημοκρατίας.

Με ρίζες στο καθεστώς Chávez στη Βενεζουέλα, το competitive authoritarianism
παρουσιάζει συνθήκες απρόσκοπτης δράσης της αντιπολίτευσης, σε ένα φαινομενικά
εξυγιασμένο πλαίσιο πολιτικού ανταγωνισμού. Αν και οι εκλογές διατηρούν τυπικά τον
χαρακτήρα της δημοκρατικής νομιμοποίησης και διεξάγονται εντός του πλαισίου της
θεσμικής κανονικότητας, παραμένουν σε σημαντικό βαθμό αμφισβητούμενες· υπό αυτές τις
συνθήκες, η ουσία της πολιτικής διαδικασίας έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η
εμφανής αποτελεσματικότητα των θεσμών να λειτουργεί ως προπέτασμα μιας βαθιά
αντιδημοκρατικής πραγματικότητας. Αυτό που βλέπουμε στην πραγματικότητα να
εκτυλίσσεται είναι η εργαλειοποίηση του ίδιου του κράτους. Συγκεκριμένα, μέσω του
στρατηγικού ελέγχου των θεσμών, της εκμετάλλευσης και χειραγώγησης των μέσων
ενημέρωσης
, της παρενόχλησης ή του εκφοβισμού πολιτικών αντιπάλων, παύει η πολιτική
αντιπαράθεση να είναι ισότιμη. Το γνωστό democratic backsliding, η συστηματική αυτή
στρέβλωση του ανταγωνισμού, παγιώνει την εξουσία, αλλοιώνοντας, όμως, τους κανόνες του
παιχνιδιού
.

Η κατάληψη των θεσμών δεν απαιτεί άμεση ανατροπή του συντάγματος, αλλά
πραγματοποιείται εκ των έσω. Οι ηγέτες του καθεστώτος τοποθετούν πιστούς σε κρίσιμες
θέσεις
και δημόσιες υπηρεσίεςρυθμιστικούς φορείς, φορολογικές και εκλογικές αρχές– που
παραδοσιακά διασφαλίζουν την ουδετερότητα, την λογοδοσία και τον έλεγχο της εξουσίας.
Οι τάσεις αυτές λειτουργούν ως καταλύτης για την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου του
καθεστώτος και τη διεύρυνση της εξουσιαστικής του δράσης. Η άσκηση καταναγκασμού δεν
προϋποθέτει κατ’ ανάγκην τη χρήση σωματικής βίας· αρκεί η συστηματική ενεργοποίηση
θεσμικών μηχανισμών ελέγχου, όπως εκτεταμένες και ενδελεχείς διοικητικές ή ποινικές
έρευνες
, προκειμένου να αποδυναμωθεί ή να παραλύσει η πολιτική δραστηριότητα των
στοχοποιημένων υποκειμένων. Στην αμερικανική περίπτωση, παραδείγματα περιλαμβάνουν
την πίεση προς ανεξάρτητους αξιωματούχους, όπως η Liz Cheney, καθώς και τις
προσπάθειες επέκτασης εξουσιών προσλήψεων και περιορισμού προστασιών στη δημόσια
διοίκηση
.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την καθεστωτική οπισθοδρόμηση των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε
απειλή συνοδεύεται από έναν αντίστοιχο υπερασπιστή της δημοκρατίας. Και όπως κάποιος
επιδιώκει να υπερασπιστεί τη δημοκρατία, οφείλει αντιστοίχως πρώτα να αναγνωρίσει τις
απειλές
που ενέχει το υφιστάμενο πολιτικό καθεστώς.
Αφενός, η υποτίμηση των απειλών προς τη δημοκρατία συνιστά έναν περαιτέρω παράγοντα
ενίσχυσης των αυταρχικών τάσεων ως τον κίνδυνο του εφησυχασμού (complacency). Στις
Ηνωμένες Πολιτείες, η αντίληψη ότι η συμπεριφορά της εκτελεστικής εξουσίας συνιστά
«πολιτική όπως συνήθως», όπως παρατηρήθηκε σε ορισμένες φάσεις της προεδρίας Trump,
μείωσε την εγρήγορση απέναντι στις συστηματικές παραβιάσεις κανόνων και περιορισμούς
λογοδοσίας. Αυτό το πολιτικό «μούδιασμα», υπονομεύει την ικανότητα της κοινωνίας να
αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει ως επικίνδυνα τα φαινόμενα του democratic backsliding,
αποτελώντας, τελικά, η ίδια, μέρος του προβλήματος. Η αδράνεια που προκύπτει από τέτοια
υποτίμηση διευκολύνει την παγίωση αυταρχικών πρακτικών, καθιστώντας τη δημοκρατική
διαδικασία
ευάλωτη σε μη αναστρέψιμες στρεβλώσεις της πολιτικής αντιπαράθεσης και της
ελεύθερης έκφρασης.

Αφετέρου, η υπερεκτίμηση της επίδρασης του αυταρχισμού δημιουργεί μια μορφή πολιτικού
μοιρολατρισμού (fatalism) που με τη σειρά του οδηγεί σε αποτροπή της ενεργού συμμετοχής
στις δημοκρατικές διαδικασίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα
έχει φτάσει σε ένα σημείο μη αναστρέψιμο, όπως εκφράστηκε από ορισμένους παρατηρητές
μετά τις εκλογές του 2020, αποθαρρύνει την εκλογική συμμετοχή, την κινητοποίηση της
κοινωνίας των πολιτών και την πίεση προς τα θεσμικά όργανα. Αυτή η αντίληψη του
«αδιέξοδου» ενισχύει ακούσια την κυριαρχία αυταρχικών δυνάμεων, αφού η μη δράση
λειτουργεί ως έμμεσος μηχανισμός εδραίωσης της εξουσίας. Η πρόκληση της εποχής
συνίσταται στην αναγνώριση ότι η ενεργός πολιτική συμμετοχή μπορεί να αντισταθμίσει τις
απειλές
και να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ νομιμοποίησης και ελέγχου εξουσίας.
Η αναδυόμενη αμερικανική πολιτική πραγματικότητα, υπό μορφής νέου τύπου καθεστώτος,
δύναται να ανατρέψει συθέμελα τις ισορροπίες στη διεθνή πολιτική σκηνή. Και το τίμημα θα
είναι μεγάλο· δεν συνίσταται μόνο στην στιγμιαία αλλοίωση της δημοκρατικής ισορροπίας
αλλά στη σταδιακή φθορά του δημοκρατικού ιδεώδους. Πρόκειται για τη σκιά που ρίχνεται
πάνω στην ιστορική της φήμη ως φάρου ελευθερίας και για την απώλεια της ηθικής πυξίδας
που καθοδηγεί τη δημοκρατική τους ψυχή. Όμως και παρά τις προκλήσεις, η δημοκρατία
παραμένει φως που αντέχει. Και αυτό γιατί η κοινωνία των πολιτών είναι ο πυρήνας της
αλλαγής
και η ελπίδα ότι η δημοκρατική παράδοση μπορεί να αναγεννηθεί και να αναπτυχθεί ξανά.

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *