Στο στόχαστρο του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε χθες η Κούβα, με τον ίδιο να υποστηρίζει ότι μπαίνει τέλος στο πετρέλαιο και τα χρήματα που λάμβανε από τη Βενεζουέλα. Παράλληλα, κάλεσε την ηγεσία της χώρας να προχωρήσει σε συμφωνία με τις ΗΠΑ «πριν να είναι αργά», ενώ επανέλαβε σε ανάρτησή του ότι «η Βενεζουέλα έχει τώρα τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής… για να την προστατεύσει».
Η ανάρτηση στο Truth Social και η προειδοποίηση για «συμφωνία»
Στην πλατφόρμα Truth Social, ο Ντόναλντ Τραμπ περιέγραψε τη σχέση Κούβας–Βενεζουέλας, υποστηρίζοντας ότι η Κούβα «ζούσε, για πολλά χρόνια, με μεγάλες ποσότητες ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ και ΧΡΗΜΑΤΩΝ από τη Βενεζουέλα» και ότι σε αντάλλαγμα παρείχε «Υπηρεσίες Ασφαλείας» στους δύο τελευταίους ηγέτες της Βενεζουέλας, για να προσθέσει: «ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΠΙΑ!». Στην ίδια ανάρτηση, ανέφερε επίσης ότι «οι περισσότεροι από αυτούς τους Κουβανούς είναι ΝΕΚΡΟΙ από την επίθεση των ΗΠΑ την περασμένη εβδομάδα» και συνέχισε με την τοποθέτηση πως η Βενεζουέλα «δεν χρειάζεται πλέον προστασία».
Κορυφώνοντας το μήνυμά του, ο Τραμπ έγραψε: «Η Βενεζουέλα έχει τώρα τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο (με διαφορά!), για να την προστατεύσει, και θα την προστατεύσουμε», για να καταλήξει με τη φράση: «ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΟΥΤΕ ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ – ΜΗΔΕΝ!» και την προτροπή: «Προτείνω ανεπιφύλακτα να κάνουν μια συμφωνία, ΠΡΙΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ».
Η απάντηση Ροντρίγκεζ: «Δεν λάβαμε ποτέ αποζημίωση»
Από την πλευρά της Αβάνας, ο υπουργός Εξωτερικών της Κούβας Μπρούνο Ροντρίγκεζ απάντησε μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα Χ, δηλώνοντας ότι η χώρα του «δεν λαμβάνει ούτε έχει λάβει ποτέ χρηματική ή υλική αποζημίωση για τις υπηρεσίες ασφαλείας» που έχει προσφέρει σε οποιαδήποτε χώρα. Στο ίδιο κείμενο αντιπαρέβαλε πως, «σε αντίθεση με τις #ΗΠΑ», η Κούβα δεν διαθέτει κυβέρνηση που «επιδίδεται στον εκβιασμό ή στη στρατιωτική εξαναγκαστική πολιτική απέναντι σε άλλα κράτη».
Ο Ροντρίγκεζ πρόσθεσε ακόμη ότι «η Κούβα έχει το απόλυτο δικαίωμα να εισάγει καύσιμα από εκείνες τις αγορές που είναι πρόθυμες να τα εξάγουν», χωρίς «παρεμβάσεις ή υποταγή στα μονομερή καταναγκαστικά μέτρα των ΗΠΑ», ενώ στο κλείσιμο της ανάρτησής του υποστήριξε πως «το δίκαιο και η δικαιοσύνη είναι με το μέρος της Κούβας» και ότι οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται «σαν έναν εγκληματικό και ανεξέλεγκτο ηγεμόνα» που απειλεί την ειρήνη και την ασφάλεια, όχι μόνο στην Κούβα και στο δυτικό ημισφαίριο, αλλά και ευρύτερα.
Η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο δεν μπορεί να αναλυθεί ως μεμονωμένο γεγονός αλλά πρέπει να ειδωθεί μέσα στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο του λεγόμενου «Δόγματος Τραμπ», σύμφωνα με το οποίο ο Τραμπ επιδιώκει να κάνει την Αμερική μεγάλη ξανά και συνεπώς χρησιμοποιεί την ισχύ που διαθέτει για να επεκταθεί σε χώρες που βρίσκονται στον «ζωτικό της χώρο». Η πολιτική Τραμπ έχει νέο-αποικιακά χαρακτηριστικά και προσπαθεί να επιβάλλει μια νέα «Pax Americana». Η περίπτωση της Βενεζουέλας λειτουργεί, συνεπώς, ως πιλοτική εφαρμογή αυτού του δόγματος. Η αμερικανική ισχύς ασκείται όχι μόνο για την ανατροπή ενός ανεπιθύμητου ή αυταρχικού καθεστώτος, αλλά και για την εμπέδωση ενός νέου προτύπου διεθνούς συμπεριφοράς. Η σημασία του Δόγματος Τραμπ υπερβαίνει, επομένως, τη Λατινική Αμερική και αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης μεταβολής στη διεθνή τάξη, όπου το διεθνές δίκαιο υποχωρεί έναντι της λογικής της ισχύος, και οι σφαίρες επιρροής επανέρχονται ως κεντρικός μηχανισμός ρύθμισης των διεθνών σχέσεων. Ο Τραμπ θέλει να αποκαταστήσει την αμερικανική επιρροή στον πλανήτη αλλά και να ανασχέσει τις ανερχόμενες δυνάμεις Ρωσίας και Κίνας.
Ο Τραμπ επαναφέρει ουσιαστικά το «Δόγμα Μονρόε» (1823), σύμφωνα με το οποίο, κάθε προσπάθεια των ευρωπαϊκών κρατών να αποικίσουν κράτη της Βόρειας ή Νότιας Αμερικής θα μπορούσε να θεωρηθεί επιθετική ενέργεια, που απαιτεί παρέμβαση των ΗΠΑ. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές από το Δόγμα Μονρόε καθώς το σύγχρονο Δόγμα Τραμπ μετατοπίζει το βάρος από την αποτροπή τρίτων δυνάμεων στη νομιμοποίηση της μονομερούς αμερικανικής δράσης και επέμβασης εντός μιας ευρύτερης σφαίρας επιρροής. Ανεξάρτητα από το αν ο Μαδούρο ήταν αυταρχικός ηγέτης, μια επέμβαση των ΗΠΑ σε ανεξάρτητη χώρα είναι καταδικαστέα καθώς καταστρατηγεί βάναυσα το διεθνές δίκαιο,
Χαρακτηριστικό στοιχείο του Δόγματος Τραμπ είναι η συγχώνευση διαφορετικών πεδίων ασφαλείας – στρατιωτικού, ενεργειακού, μεταναστευτικού και ποινικού – σε ένα ενιαίο αφηγηματικό πλαίσιο. Η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα δεν έγινε στην ουσία για την διακίνηση ναρκωτικών – που όντως συμβαίνει – ούτε γιατί ο Μαδούρο καταπίεζε το λαό της Βενεζουέλας. Ο στόχος είναι καθαρά η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών την Βενεζουέλας και η προσάρτηση της στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Μάλιστα, ο Τραμπ είπε με ωμό ρεαλισμό ότι θέλει τα πετρέλαια της Βενεζουέλας.
Από το 1974, η Σαουδική Αραβία δεσμεύτηκε να τιμολογεί και να πωλεί το πετρέλαιό της αποκλειστικά σε δολάρια ΗΠΑ. Τα πετρελαϊκά έσοδα θα επανεπενδυόνταν σε αμερικανικά ομόλογα και τράπεζες, χρηματοδοτώντας το αμερικανικό χρέος. Οι ΗΠΑ, σε αντάλλαγμα, εγγυήθηκαν τη στρατιωτική ασφάλεια του σαουδαραβικού καθεστώτος, την παροχή όπλων, εκπαίδευσης και πολιτικής στήριξης. Σταδιακά, το μοντέλο επεκτάθηκε σε όλο τον OPEC, καθιερώνοντας το δολάριο ως το παγκόσμιο νόμισμα της ενέργειας. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια πώλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου σε άλλο νόμισμα απειλεί τις ΗΠΑ και δεν θα γίνει ανεκτό ιδιαίτερα στην εποχή Τραμπ. Η Βενεζουέλα είχε αρχίσει τα τελευταία χρόνια να πουλάει πετρέλαιο σε άλλα νομίσματα. Παράλληλα, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Βενεζουέλας επί Ούγκο Τσάβες και αργότερα επί Νικολάς Μαδούρο συνοδεύτηκε από εθνικοποιήσεις πετρελαϊκών εταιρειών, αποδυνάμωση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και σοβαρή υποχώρηση της παραγωγής. Οπότε, ήταν θέμα χρόνου να επέμβουν οι ΗΠΑ και να επαναφέρουν τον αμερικανικό έλεγχο των πετρελαιοπηγών της Βενεζουέλας.
Η επέμβαση στην Βενεζουέλα αποτελεί ένα νέο προηγούμενο για επέμβαση και σε άλλες χώρες που επηρεάζουν τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Στο επόμενο διάστημα, η Λατινική Αμερική αναμένεται να γίνει το πεδίο άσκησης προβολής ισχύος των ΗΠΑ. Η Κολομβία και το Μεξικό βρίσκονται ήδη στο στόχαστρο των ΗΠΑ ενώ η Κούβα αργά η γρήγορα θα καταρρεύσει αφού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα πετρέλαια της Βενεζουέλας.
Περαιτέρω, η Γροιλανδία ξαναμπαίνει στο στόχαστρο του Τραμπ, καθώς αποτελεί κλειδί στον έλεγχο της Αρκτικής. Η κλιματική αλλαγή ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς και φέρνει στην επιφάνεια ανεκμετάλλευτους φυσικούς πόρους που ενδιαφέρουν τις ΗΠΑ. Η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας ενισχύεται από την παρουσία της Κίνας και της Ρωσίας στην Αρκτική, που επενδύουν σε υποδομές, λιμάνια και στρατιωτικά δίκτυα. Για τον Τραμπ, κάθε τέτοια κίνηση ισοδυναμεί με απειλή. Παράλληλα, η Γροιλανδία διαθέτει σπάνιες γαίες, ουράνιο και κρίσιμα μεταλλεύματα, απαραίτητα για την άμυνα και τις τεχνολογίες αιχμής. Η επιδίωξη του Τραμπ είναι ο έλεγχος αυτών των πόρων και μείωση της αμερικανικής εξάρτησης από την Κίνα. Η Ευρώπη, και ειδικά η Δανία, εμφανίζεται αδύναμη να επηρεάσει τις εξελίξεις. Η υπόθεση της Γροιλανδίας αποκαλύπτει την έλλειψη στρατηγικής αυτονομίας και ενισχύει τον ρόλο των ΗΠΑ ως μοναδικού παίκτη που επιβάλλει το δικό του παιχνίδι ισχύος.
Η μονομερής χρήση ισχύος, χωρίς σαφή εξουσιοδότηση από διεθνείς οργανισμούς, υπονομεύει την αρχή της κρατικής κυριαρχίας και δημιουργεί επικίνδυνα προηγούμενα. Όταν η υπερδύναμη παρακάμπτει τους κανόνες, ανοίγει τον δρόμο ώστε και άλλες αναθεωρητικές δυνάμεις να πράξουν το ίδιο, επικαλούμενες παρόμοια «ζωτικά συμφέροντα», όπως κάνει και η Τουρκία. Η λογική των σφαιρών επιρροής, που επανέρχεται μέσα από το Δόγμα Τραμπ, ενισχύει τη δυναμική αντιπαράθεσης με δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία. Η αντιμετώπιση συμμάχων με καθαρά συναλλακτικούς όρους αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη στο αμερικανικό σύστημα ασφαλείας. Η ΕΕ, το ΝΑΤΟ και παραδοσιακοί εταίροι των ΗΠΑ βρίσκονται συχνά σε θέση άμυνας, αναζητώντας εναλλακτικές μορφές στρατηγικής αυτονομίας, γεγονός που μακροπρόθεσμα μειώνει την αμερικανική επιρροή.
Συνολικά, η επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι η αρχή μιας σειράς αναθεωρητικών ενεργειών εκ μέρους των ΗΠΑ με στόχο την επαναφορά της αμερικανικής ηγεμονίας στον πλανήτη και την ταυτόχρονη ανάσχεση Κίνας και Ρωσίας, οι οποίες είχαν συμφωνίες με την Βενεζουέλα για πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Παρατηρείται έτσι μια μετατόπιση της πολιτικής Τραμπ από την προσπάθεια τερματισμού των πολέμων σε μια εξωτερική πολιτική των «Γερακιών του Πενταγώνου», σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ μπορούν να δρουν μονομερώς για την εθνική τους ασφάλεια, χωρίς περιορισμό από το διεθνές δίκαιο. Αυτή είναι μια επικίνδυνη ατραπός με απρόβλεπτες συνέπειες για όλο τον κόσμο. Η επιβράβευση εισβολών, επεμβάσεων και άλλων αναθεωρητικών ενεργειών υπονομεύουν τους διεθνείς θεσμούς και την παγκόσμια ειρήνη.
Την απόφασή του να ακυρώσει το δεύτερο κύμα επίθεσης στη Βενεζουέλα, το οποίο –όπως ανέφερε– ήταν ήδη προγραμματισμένο, ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ μέσω ανάρτησής του στο Truth Social.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, η απόφαση ελήφθη μετά την απελευθέρωση μεγάλου αριθμού πολιτικών κρατουμένων από τις αρχές της Βενεζουέλας, κίνηση που, όπως έγραψε, συνιστά ένδειξη «αναζήτησης ειρήνης».
Παραμένουν τα πολεμικά πλοία των ΗΠΑ
Παρά την ακύρωση της επίθεσης, ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθάρισε ότι τα αμερικανικά πολεμικά πλοία θα παραμείνουν στην περιοχή «για λόγους ασφάλειας», υπογραμμίζοντας ότι η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ δεν αποσύρεται.
Επενδύσεις δισεκατομμυρίων στον ενεργειακό τομέα
Ο Τραμπ επανέλαβε επίσης ότι τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια δολάρια πρόκειται να επενδυθούν από μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, με τις οποίες –όπως σημείωσε– θα έχει συνάντηση στον Λευκό Οίκο.
Απελευθερώθηκαν κορυφαία στελέχη της αντιπολίτευσης
Είχε προηγηθεί η απελευθέρωση δύο κορυφαίων μελών της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας. Σύμφωνα με την οργάνωση υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων Foro Penal, πρόκειται για τον 62χρονο Ενρίκε Μάρκεζ, ο οποίος είχε στηρίξει τον υποψήφιο της αντιπολίτευσης Έντμουντο Γκονζάλες ως νικητή των προεδρικών εκλογών του 2024, καθώς και για τον Μπιάτζιο Πιλιέρι, ηγέτη αντιπολιτευόμενου κόμματος και βουλευτή, γνωστό για την έντονη κριτική του προς την κυβέρνηση.
Τι ανέφερε αναλυτικά ο Τραμπ στην ανάρτησή του
Στην πλήρη ανάρτησή του, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την απελευθέρωση των κρατουμένων «πολύ σημαντική και έξυπνη κίνηση», σημειώνοντας ότι οι ΗΠΑ και η Βενεζουέλα συνεργάζονται στον τομέα της ανασυγκρότησης των υποδομών πετρελαίου και φυσικού αερίου σε «πιο σύγχρονη και αποτελεσματική μορφή».
Όπως ανέφερε, εξαιτίας αυτής της συνεργασίας αποφάσισε την ακύρωση της δεύτερης σειράς επιθέσεων, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι τα πλοία παραμένουν σε επιφυλακή. Κλείνοντας, επανέλαβε την πρόθεση για επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων στον ενεργειακό τομέα της χώρας.
Εκτός λίστας ο IMO, αλλά εντείνονται οι ανησυχίες για την απανθρακοποίηση της ναυτιλίας
Νέα δεδομένα και αυξημένη αβεβαιότητα στη διεθνή κλιματική ατζέντα δημιουργεί η απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να κινήσει τη διαδικασία αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς και πλαίσια συνεργασίας. Σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 7 Ιανουαρίου στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρικό μνημόνιο που προβλέπει την αποχώρηση των ΗΠΑ από συνολικά 66 διεθνείς οργανισμούς και συμφωνίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ναυτιλιακή κοινότητα παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) δεν περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη λίστα. Παρά ταύτα, η εξέλιξη δεν αρκεί για να κατευνάσει τις ανησυχίες σχετικά με τη μελλοντική πορεία των διαπραγματεύσεων για την απανθρακοποίηση της διεθνούς ναυτιλίας.
Καθυστερήσεις στους στόχους για μηδενικές εκπομπές
Ο IMO έχει δεσμευθεί να ολοκληρώσει εντός ενός έτους τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη του στόχου των μηδενικών καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050. Ωστόσο, οι σχετικές διαβουλεύσεις έχουν ήδη μετατεθεί για τον Οκτώβριο, με τη διαδικασία οικοδόμησης συναίνεσης να εμφανίζει εμφανή σημάδια κόπωσης και δυσκολίας.
Φόβοι για γεωπολιτικές εντάσεις και ρήγματα
Παρότι η εκ νέου αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού δεν αναμένεται να επιφέρει άμεσες θεσμικές επιπτώσεις στο πλαίσιο λειτουργίας του IMO, διπλωματικές και βιομηχανικές πηγές εκτιμούν ότι ενδέχεται να αποδυναμώσει περαιτέρω το πολιτικό momentum γύρω από τις κλιματικές διαπραγματεύσεις.
Οι ανησυχίες δεν περιορίζονται πλέον σε μια απλή επιβράδυνση των εξελίξεων, αλλά επεκτείνονται στο ενδεχόμενο όξυνσης γεωπολιτικών και περιφερειακών ισορροπιών.
Διαφορές συμφερόντων και προτεραιοτήτων
Στο επίκεντρο των προβληματισμών βρίσκονται οι διαφοροποιήσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, καθώς και το αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Οι χώρες αυτές διατυπώνουν διαφορετικές προτεραιότητες ως προς το κόστος, τη χρηματοδότηση και τον ρυθμό μετάβασης σε ένα μοντέλο ναυτιλίας χαμηλών εκπομπών.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών εκτιμάται ότι θα επηρεάσει καθοριστικά τις ισορροπίες εντός του IMO, καθιστώντας ακόμη πιο σύνθετη την επίτευξη μιας παγκόσμιας συμφωνίας που θα συνδυάζει φιλοδοξία, ρεαλισμό και ευρεία διεθνή αποδοχή.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε την Τρίτη ότι οι προσωρινές αρχές της Βενεζουέλας θα παραχωρήσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες από 30 έως 50 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που τελούν υπό καθεστώς κυρώσεων. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα έσοδα από την πώληση θα τεθούν υπό τον έλεγχο του Λευκού Οίκου, με στόχο να ωφεληθούν τόσο οι πολίτες της Βενεζουέλας όσο και των ΗΠΑ. «Το πετρέλαιο αυτό θα πωληθεί στην τιμή της αγοράς και τα χρήματα θα ελέγχονται από εμένα, ως Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα χρησιμοποιηθούν προς όφελος του λαού της Βενεζουέλας και των ΗΠΑ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Εντολή στον Chris Wright και μεταφορά με δεξαμενόπλοια στις ΗΠΑ
Ο Τραμπ γνωστοποίησε ότι έχει δώσει εντολή στον υπουργό Ενέργειας, Chris Wright, να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου. Όπως περιέγραψε, το πετρέλαιο θα φορτωθεί σε πλοία αποθήκευσης και στη συνέχεια θα μεταφερθεί σε λιμάνια των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ανάρτησή του περιλαμβάνει, σύμφωνα με το ίδιο το πλαίσιο της ανακοίνωσης, τις πιο αναλυτικές έως σήμερα πληροφορίες για το πώς σκοπεύει να εφαρμόσει την υπόσχεσή του να αντλήσει πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα.
«Πρώτα το πετρέλαιο, μετά οι εκλογές» μετά τη σύλληψη Μαδούρο
Το σχέδιο παρουσιάζεται μετά τη σύλληψη του ισχυρού άνδρα της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και την ανακοίνωση του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα αναλάβουν τον έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας, φέρνοντας αμερικανικές εταιρείες για την ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και των υποδομών. «Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να φτιάξουμε το πετρέλαιο, να φτιάξουμε τη χώρα, να τη φέρουμε ξανά στα πόδια της και μετά να γίνουν εκλογές», δήλωσε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.
Συνάντηση με μεγάλες πετρελαϊκές, εκτιμήσεις και πίεση προς τη Ντέλσι Ροντρίγκες
Την Παρασκευή, ο Αμερικανός πρόεδρος αναμένεται να συναντηθεί στον Λευκό Οίκο με εκπροσώπους των τριών μεγαλύτερων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών – Chevron, ConocoPhillips και Exxon Mobil – καθώς και με άλλους εγχώριους παραγωγούς, με αντικείμενο τις επενδύσεις στη Βενεζουέλα. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η ποσότητα που αναφέρει ο Τραμπ αντιστοιχεί έως και στο 15% της ετήσιας παραγωγής της χώρας και ότι η μεταφορά της θα απαιτούσε έως και 25 από τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια στον κόσμο, εξέλιξη που χαρακτηρίζεται θετική για τα διυλιστήρια της αμερικανικής ακτής του Κόλπου, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στο βαρέος τύπου αργό και αναζητούν νέες πηγές τροφοδοσίας. Στο μεταξύ, ο Τραμπ ανέβασε τους τόνους απέναντι στην υπηρεσιακή πρόεδρο της χώρας, Ντέλσι Ροντρίγκες, ζητώντας πλήρη συνεργασία: «Αν δεν κάνει το σωστό, θα πληρώσει πολύ βαρύ τίμημα – πιθανώς βαρύτερο από του Μαδούρο», δήλωσε την Κυριακή.
Η σύλληψη και εξαναγκαστική μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, ύστερα από αμερικανική επιχείρηση στο Καράκας, πέρα από ένα επεισόδιο “σκληρής ισχύος” στη Λατινική Αμερική, είναι μια πράξη που συμπυκνώνει το διαχρονικό δίλημμα του διεθνούς συστήματος: ποιος θέτει τους κανόνες, ποιος τους εφαρμόζει, και τι απομένει από τη συλλογική ασφάλεια όταν μια μεγάλη δύναμη αντιμετωπίζει έναν κυρίαρχο ηγέτη ως “κατηγορούμενο υπό δίωξη” και όχι ως συνομιλητή. Η κυβέρνηση Τραμπ έντυσε την επιχείρηση με το λεξιλόγιο της επιβολής του νόμου, ωστόσο η κλίμακα και ο τρόπος δράσης παραπέμπουν σε στρατιωτική επιχείρηση με σαφή πολιτικό σκοπό. Αυτό ακριβώς το υβρίδιο, αστυνομική “εξαγωγή” με στρατιωτικά μέσα, είναι που κάνει την υπόθεση Μαδούρο να λειτουργεί ως δοκιμασία αντοχής για το διεθνές δίκαιο και ως πρόκριμα για έναν πιο ωμό ανταγωνισμό σφαιρών επιρροής.
Για να κατανοηθεί το εύρος του σοκ, χρειάζεται ένα σύντομο ιστορικό υπόβαθρο. Από το 1998 και την άνοδο του Ούγκο Τσάβες, η Βενεζουέλα επανατοποθετήθηκε ως αντι-ηγεμονικός πόλος, αξιοποιώντας το πετρέλαιο ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής στο εσωτερικό και γεωπολιτικής αυτονομίας στο εξωτερικό. Μετά τον θάνατο του Τσάβες (2013), ο Μαδούρο κληρονόμησε ένα μοντέλο που εξαρτιόταν από υψηλές τιμές υδρογονανθράκων και από πολιτική συνοχή, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με κατάρρευση παραγωγής, διεθνείς κυρώσεις, μαζική μετανάστευση και βαθιά κρίση νομιμοποίησης. Η Ουάσιγκτον, ιδίως μετά την αμφισβητούμενη εκλογική διαδικασία του 2018, αντιμετώπισε τον Μαδούρο ως “μη νόμιμο” ηγέτη και ενέταξε την πίεση προς το καθεστώς σε ένα πλαίσιο κυρώσεων και ποινικών κατηγοριών. Στο μεταξύ, η Ρωσία και η Κίνα λειτούργησαν ως στρατηγικοί εταίροι του Καράκας: η πρώτη κυρίως με πολιτικο-ασφαλιστικούς δεσμούς και συμβολική στήριξη, η δεύτερη με οικονομική δικτύωση, επενδύσεις/χρηματοδοτήσεις και την αρχή της μη επέμβασης ως διπλωματικό ανάχωμα απέναντι στη δυτική πίεση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήρθε ο Ιανουάριος του 2026. Στις 3 Ιανουαρίου οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν πλήγματα και επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο και της συζύγου του, μεταφέροντάς τους εκτός χώρας. Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε δημοσίως ότι οι ΗΠΑ θα “τρέξουν” τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει “ασφαλής και συνετή” μετάβαση, ενώ τέθηκε ευθέως στο τραπέζι η επιστροφή αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών με στόχο την “ανοικοδόμηση” του πετρελαϊκού τομέα.
Στις 5 Ιανουαρίου, στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν, ο Μαδούρο εμφανίστηκε δεσμώτης, δήλωσε ότι “απήχθη”, αρνήθηκε τις κατηγορίες και προανήγγειλε διά των συνηγόρων του μια μεγάλη δικαστική μάχη για τη νομιμότητα της “στρατιωτικής απαγωγής”. Την ίδια ημέρα ορίστηκε επόμενη δικάσιμος για τις 17 Μαρτίου, ενώ στο Καράκας ορκίστηκε ως υπηρεσιακή/μεταβατική πρόεδρος η Ντέλσι Ροντρίγκες, γεγονός που υπογράμμισε ότι η “επόμενη μέρα” δεν είναι αυτόματα μια φιλο-αντιπολιτευτική αλλαγή καθεστώτος, αλλά μια σύνθετη διαπραγμάτευση ισχύος, φόβου και επιβίωσης των εναπομεινάντων κρατικών μηχανισμών.
Η ευρωπαϊκή αντίδραση κινήθηκε ακριβώς πάνω στη ρωγμή ανάμεσα σε κανόνες και συμφέροντα. Η ΕΕ, μέσω της δήλωσης της Ύπατης Εκπροσώπου, κάλεσε σε αυτοσυγκράτηση και υπενθύμισε ότι “υπό όλες τις συνθήκες” πρέπει να τηρούνται οι αρχές του διεθνούς δικαίου και ο Χάρτης του ΟΗΕ, αποφεύγοντας όμως μια μετωπική καταδίκη της Ουάσιγκτον. Παράλληλα, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες φάνηκαν “διχασμένες”: από τη μία, η απομάκρυνση ενός αυταρχικού ηγέτη μπορεί να εκληφθεί ως ευκαιρία δημοκρατικής μετάβασης· από την άλλη, ο τρόπος απομάκρυνσης υπονομεύει το ίδιο το “κανoνιστικό κεφάλαιο” της Ευρώπης, που στηρίζεται στην αρχή της κυριαρχίας και στην αποδοχή θεσμικών διαδικασιών. Η ανάλυση του ECFR το αποτύπωσε ως ευρωπαϊκό δίλημμα τριπλής εστίασης: Λατινική Αμερική, αλλά και ευρωπαϊκή ασφάλεια/αξιοπιστία της Δύσης, καθώς και οι παράπλευρες συνέπειες σε Αρκτική/Ταϊβάν ως χώροι ανταγωνισμού σφαιρών επιρροής. Η Ρωσία καταδίκασε την αμερικανική ενέργεια ως “ένοπλη επιθετικότητα”, κάλεσε σε αποτροπή κλιμάκωσης και τόνισε ότι η Βενεζουέλα πρέπει να καθορίσει “μόνη” το μέλλον της χωρίς στρατιωτική ανάμειξη. Όμως το πιο ενδιαφέρον γεωπολιτικά δεν είναι μόνο η καταγγελία, αλλά το έλλειμμα επιλογών. Η Μόσχα, δεσμευμένη σε άλλες προτεραιότητες και με περιορισμένη προβολή ισχύος στη δυτική ημισφαίρια, αποκαλύπτει τα όρια του ρόλου της ως “προστάτη” συμμάχων όταν απέναντι βρίσκεται μια αποφασισμένη Ουάσιγκτον. Σε αυτό το πρίσμα, αναλύσεις όπως του Atlantic Council ερμηνεύουν το επεισόδιο ως ένδειξη ρωσικής αδυναμίας να αποτρέψει μια αμερικανική επιχείρηση υψηλού συμβολισμού στην “πίσω αυλή” των ΗΠΑ. Η Κίνα, αντίθετα, επέλεξε μια πολύ πιο μετωπική διπλωματική στάση, ακριβώς επειδή το κόστος του προηγούμενου ακουμπά τον πυρήνα της κινεζικής στρατηγικής: κυριαρχία, μη επέμβαση, και απόρριψη της νομιμοποίησης που αντλούν οι ΗΠΑ από τη μονομερή χρήση ισχύος. Το κινεζικό ΥΠΕΞ μίλησε για “κατάφωρη χρήση βίας” που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και απειλεί την ειρήνη στη Λατινική Αμερική/Καραϊβική. Παράλληλα, σύμφωνα με το Reuters, ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι χρησιμοποίησε τη διατύπωση ότι το Πεκίνο δεν αποδέχεται “καμία χώρα ως παγκόσμιο δικαστή”, ενώ στον ΟΗΕ η κινεζική αντιπροσωπεία προειδοποίησε ότι “τα μαθήματα της ιστορίας” δείχνουν πως η αδιάκριτη χρήση βίας γεννά μεγαλύτερες κρίσεις. Για την Κίνα, λοιπόν, η υπόθεση Μαδούρο δεν είναι μόνο Λατινική Αμερική: είναι και η μάχη για το ποιος ορίζει το “νόμιμο” και το “παράνομο” σε έναν κόσμο μεγάλων ανταγωνισμών.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας στη Νέα Υόρκη έγινε το κύριο θέατρο αυτής της σύγκρουσης αφηγημάτων. Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε σε κλίμα οξείας αντιπαράθεσης, με την καταγγελία περί παραβίασης του Χάρτη του ΟΗΕ να επανέρχεται στο κέντρο. Ιδιαίτερο βάρος έχει πως σύμφωνα με την κάλυψη του Al Jazeera ακόμη και σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Δανία, εξέφρασαν ενστάσεις για τη νομιμότητα, ενώ ο Αμερικανός πρέσβης στον ΟΗΕ περιέγραψε την επιχείρηση ως “surgical law enforcement operation”. Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, το πρόβλημα είναι δομικό: χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας και χωρίς κλασικό σενάριο αυτοάμυνας, η χρήση βίας σε έδαφος κυρίαρχου κράτους δύσκολα “κουμπώνει” σε νομικές εξαιρέσεις. Η Chatham House ήταν από τους πιο κατηγορηματικούς θεσμικούς σχολιαστές, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει δικαιολόγηση και ότι πρόκειται για σαφή παραβίαση κυριαρχίας και Χάρτη. Ταυτόχρονα, ο ελληνικός σχολιασμός κινήθηκε στο ίδιο μοτίβο: ο Κώστας Υφαντής σημείωσε ότι “η απαγωγή Μαδούρο ξεκάθαρα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο”, ενώ ο Κώστας Τσαρούχας υπενθύμισε την ιστορική αναλογία με τη σύλληψη Νοριέγκα (1989), υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές έχουν προηγούμενο στην αμερικανική πολιτική. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα κάνει ο Τραμπ από εδώ και πέρα αλλά και τι μπορεί να αντέξει το διεθνές σύστημα χωρίς να “κανονικοποιήσει” την εξαίρεση. Πρώτον, στο επίπεδο διακυβέρνησης, το ίδιο το Reuters καταγράφει ότι ο Τραμπ θεωρεί ανέφικτο ένα άμεσο εκλογικό χρονοδιάγραμμα και μιλά για “επιδιόρθωση” της χώρας πριν από εκλογές, την ώρα που η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να συζητά, έστω πραγματιστικά, με τμήματα του υπάρχοντος κρατικού πυρήνα στο Καράκας. Αυτό προδιαγράφει ένα μοντέλο “ελεγχόμενης μετάβασης” όπου το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η αλλαγή ηγεσίας, αλλά η διατήρηση τάξης, η ασφάλεια ενεργειακών υποδομών και η διαπραγμάτευση νέων όρων πρόσβασης στο πετρέλαιο. Εδώ πατά και η ενεργειακή διάσταση: ο Τραμπ έχει μιλήσει ανοιχτά για επιστροφή αμερικανικών εταιρειών και για ανοικοδόμηση υποδομών, όμως ειδικοί επισημαίνουν ότι τα οφέλη ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι άμεσα ούτε αυτόματα, λόγω τεχνικής απαξίωσης και θεσμικού ρίσκου. Δεύτερον, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το πολιτικό ρίσκο είναι να μετατραπεί ένα “χειρουργικό” αφήγημα σε παρατεταμένη εμπλοκή. Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει κατοχή και ότι δεν πρόκειται για nation-building, ενώ αναμένεται θεσμική σύγκρουση γύρω από την εξουσιοδότηση χρήσης βίας (War Powers), με σχετική ψηφοφορία να προαναγγέλλεται. Τρίτον, στο διεθνές επίπεδο, ο Τραμπ φαίνεται να αξιοποιεί το επεισόδιο ως σήμα αποφασιστικότητας: προς τους περιφερειακούς παίκτες της Καραϊβικής και της Λατινικής Αμερικής στο όνομα της “αντιναρκωτικής” ασφάλειας, αλλά και προς μεγάλους ανταγωνιστές ως υπενθύμιση ότι οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να επιβάλουν de facto σφαίρες επιρροής. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει διττό: αν αυτό λειτουργεί ως αποτροπή, ή αν, αντίθετα, ανοίγει τον δρόμο ώστε άλλες δυνάμεις να επικαλεστούν ανάλογη λογική “σύλληψης” ή “προληπτικής δράσης” σε δικά τους μέτωπα.
Η Δανία και η Γροιλανδία «και μόνο αυτές» μπορούν να αποφασίζουν για τα ζητήματα που αφορούν το νησί, τονίζεται στο κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε από τους ηγέτες της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πολωνίας και της Δανίας, σύμφωνα με ενημέρωση από το πρωθυπουργικό γραφείο της Κοπεγχάγης. Το κείμενο δεν κατονομάζει τις ΗΠΑ, αλλά δίνει έμφαση στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και στις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, υπογραμμίζοντας ότι δεν θα σταματήσει να υπερασπίζεται την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και το απαραβίαστο των συνόρων. Παράλληλα, επισημαίνεται πως η Αρκτική έχει αναδειχθεί σε προτεραιότητα για το ΝΑΤΟ, με τους Ευρωπαίους συμμάχους να εντείνουν τη δράση τους, ενώ σημειώνεται ότι η ασφάλεια στην περιοχή πρέπει να επιτευχθεί συλλογικά, σε συντονισμό με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, «συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών».
Η δημόσια αυτή επίδειξη στήριξης προς τη Δανία έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει διεκδικητική ρητορική για τη Γροιλανδία και κατηγορεί την Κοπεγχάγη ότι κάνει «πολύ λίγα» για την ασφάλειά της, ενώ ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Στίβεν Μίλερ, αμφισβήτησε σε δηλώσεις του τη δανική αξίωση επί της περιοχής χωρίς να διευκρινίζει αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί βία για την επίτευξη στόχων. Στο ευρύτερο υπόβαθρο, η Γροιλανδία είναι αυτόνομο τμήμα του Βασιλείου της Δανίας με θεσμικό πλαίσιο αυτοδιοίκησης (Self-Government Act) που τέθηκε σε ισχύ το 2009, ενώ η γεωστρατηγική της σημασία ενισχύεται και από την παρουσία αμερικανικών υποδομών, όπως η Pituffik Space Base (πρώην Thule) που λειτουργεί στο πλαίσιο αμυντικής συμφωνίας Δανίας–ΗΠΑ.
Στη στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, αναφέρθηκε η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, μέσω ανάρτησης σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Σχολιάζοντας τις εξελίξεις, υποστήριξε ότι τα γεγονότα «είναι εξαιρετικά ανησυχητικά» και ότι πρέπει να αποτυπωθούν «ακριβώς στις διαστάσεις τους», καθώς –όπως έγραψε– θέτουν «όλες και όλους προ των ιστορικών ευθυνών τους».
Στο ίδιο κείμενο, η κ. Κωνσταντοπούλου περιέγραψε την επιχείρηση ως πράξη “Επιθετικού Πολέμου” και έκανε λόγο για παράκαμψη του Κογκρέσου και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, καθώς και για ωμή παραβίαση του Χάρτη του ΟΗΕ και του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, έγραψε: «Ο Πρόεδρος ενός ισχυρότατου Κράτους, των ΗΠΑ, χωρίς καμμία δημοκρατική νομιμοποίηση… αγνοώντας εντελώς το Κογκρέσο… αγνοώντας εντελώς το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ… παραβιάζοντας ωμά τον Χάρτη του ΟΗΕ… διέταξε και διενήργησε πράξεις Επιθετικού Πολέμου, βομβαρδισμό… αλλά και σύλληψη και απαγωγή-ομηρία του Προέδρου ξένου Κράτους… χωρίς νόμιμη διαδικασία έκδοσης».
Παράλληλα, ανέφερε ότι η επιχείρηση επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ηθικά ως δικαιολογημένη μέσω σεναρίου ποινικής δίωξης για ναρκωτικά, σημειώνοντας πως ακόμη και αν υπήρχε σχετική κατηγορία, «θα έπρεπε να κινηθεί η διαδικασία Έκδοσης… με τις αντίστοιχες εγγυήσεις».
Αίτημα ενημέρωσης και παρέμβαση σε Βουλή και Ε.Ε.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας τόνισε ότι «η πράξη Τραμπ θέτει άπαντες προ των ευθυνών μας», προσθέτοντας πως ζήτησε επίσημη ενημέρωση από τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη. Όπως ανέφερε, ο υπουργός την κάλεσε και εκείνη του ζήτησε «να ενημερώσει τον Πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη» ότι ζητά «την άμεση σύγκληση και ενημέρωση της Βουλής» και την ενεργοποίηση των δημοκρατικών λειτουργιών στο πλαίσιο της Ε.Ε.. Επιπλέον, προανήγγειλε ότι τις αμέσως επόμενες ώρες θα επικοινωνήσει με όλους τους αρχηγούς της αντιπολίτευσης.
Αναφορά σε προβλήματα αεροπορικών επικοινωνιών στον ελληνικό εναέριο χώρο
Στην ίδια ανάρτηση έγινε αναφορά και στα προβλήματα που καταγράφηκαν σήμερα στις αεροπορικές επικοινωνίες στον ελληνικό εναέριο χώρο. Η κ. Κωνσταντοπούλου υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι «η σημερινή κατάρρευση του εναερίου χώρου της Ελλάδας και ο εναέριος αποκλεισμός της χώρας είναι γεγονός αποστέρησης ελέγχου και κυριαρχίας» και πρόσθεσε πως, είτε πρόκειται για «τεχνική βλάβη» είτε για «απάντηση», το περιστατικό –όπως σημείωσε– «θέτει μπροστά στα μάτια μας την κατάσταση της δικής μας χώρας», συνδέοντάς το με το «ξεπούλημα των αεροδρομίων και των στρατηγικών υποδομών» και με «την αποψίλωση των συστημάτων ασφαλείας σε κάθε τομέα».
Με αφορμή την επιχείρηση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ο Μάκης Βορίδης προχώρησε σε ανάρτηση στο Facebook, στην οποία αποθεώνει τον Ντόναλντ Τραμπ και παρουσιάζει τις κινήσεις των ΗΠΑ ως ενέργειες που υπηρετούν τα συμφέροντα του «Δυτικού ημισφαιρίου».
«Υπάρχει πλέον ένας ηγέτης»
Στο κείμενό του, ο κ. Βορίδης χαρακτηρίζει τον Τραμπ ως τον ηγέτη που «υπερασπίζεται έμπρακτα» τα δυτικά συμφέροντα, ενώ περιγράφει τον Μαδούρο ως «κομμουνιστή δικτάτορα» και υποστηρίζει ότι η χώρα του είχε μετατραπεί σε κόμβο διακίνησης ναρκωτικών. Παράλληλα, αμφισβητεί τις αναφορές στη «διεθνή νομιμότητα», θέτοντας ρητορικά το ερώτημα «ποια ακριβώς;», με αιχμές ότι πρόκειται για μια νομιμότητα που «ανέχεται δικτατορίες» και «καλύπτει διεφθαρμένα καθεστώτα».
Έπαινος στην κυβέρνηση και επίθεση στους «φίλους των Μαδούρων»
Στην ίδια ανάρτηση ο κ. Βορίδης χαρακτηρίζει «εξαιρετική» τη στάση της Ελλάδας και ειδικά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλώνοντας «περήφανοι για την κυβέρνησή μας». Ταυτόχρονα, επιτίθεται στην αντιπολίτευση, αποδίδοντάς της τη στάση των «φίλων των Μαδούρων» και σχολιάζοντας ότι δεν του προκάλεσαν «καμία έκπληξη» οι αντιδράσεις τους.
Σε συνέντευξη Τύπου στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε στις εξελίξεις στη Βενεζουέλα μετά τους βομβαρδισμούς και τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο. Όπως είπε, η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε «υπό τη δική μου καθοδήγηση» και παρουσιάστηκε ως συνδυασμός δράσης «αέρα, ξηράς και θάλασσας», ενώ υποστήριξε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις «συνέλαβαν επιτυχώς τον Μαδούρο στα σκοτάδια της νύχτας». CBS News+1
Ο Αμερικανός πρόεδρος περιέγραψε εικόνες από την πρωτεύουσα, λέγοντας ότι «τα φώτα του Καράκας είχαν σε μεγάλο βαθμό σβήσει» και χαρακτήρισε το περιβάλλον «σκοτεινό και θανατηφόρο». Παράλληλα, ανέφερε ότι ο Μαδούρο και η σύζυγός του θα αντιμετωπίσουν τη Δικαιοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Απειλή δεύτερου κύματος και μήνυμα ισχύος
Ο Τραμπ σημείωσε ότι οι ΗΠΑ είναι «έτοιμες να εξαπολύσουν δεύτερη και πολύ μεγαλύτερη επίθεση, αν χρειαστεί», προσθέτοντας πως υπήρχε εκτίμηση για ανάγκη δεύτερου κύματος, αλλά η πρώτη επιχείρηση παρουσιάστηκε ως τόσο αποτελεσματική ώστε «πιθανότατα δεν θα χρειαστεί». «Είμαστε όμως προετοιμασμένοι… για ένα πολύ μεγαλύτερο κύμα», προειδοποίησε.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξαπέλυσε επίθεση κατά του Μαδούρο, υποστηρίζοντας ότι «δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να απειλήσει έναν Αμερικανό πολίτη», ενώ επανέλαβε καταγγελίες περί αποστολής εγκληματικών στοιχείων στις ΗΠΑ και έκανε αναφορά σε «βαρόνους των ναρκωτικών» και «εμπόρους ναρκωτικών».
«Θα διοικούμε τη χώρα» και σχέδιο για πετρελαϊκές εταιρείες
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η δήλωση Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «διοικούν» τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει «ασφαλής, κατάλληλη και συνετή μετάβαση». Όπως είπε, «θα διοικούμε τη χώρα μέχρι τη στιγμή που θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε μια ασφαλή, κατάλληλη και συνετή μετάβαση», επαναλαμβάνοντας τη θέση αυτή.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι θα σταλούν «οι πολύ μεγάλες αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου» στη Βενεζουέλα για να επενδύσουν, να αποκαταστήσουν τις «σοβαρά κατεστραμμένες» υποδομές και να ξεκινήσουν, όπως είπε, να αποφέρουν κέρδη για τη χώρα. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το αμερικανικό εμπάργκο στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας παραμένει σε ισχύ.
Αναφορά στο Δόγμα Μονρόε και το μήνυμα «ελευθερίας»
Ο Τραμπ συνέδεσε τις εξελίξεις με το «Δόγμα Μονρόε», λέγοντας ότι η «αμερικανική κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο δεν θα αμφισβητηθεί ποτέ ξανά», ενώ έκλεισε δηλώνοντας πως «ο λαός της Βενεζουέλας είναι και πάλι ελεύθερος» και ότι οι ΗΠΑ είναι «σήμερα ένα πιο ασφαλές έθνος»