Author: Δέσποινα Ταστσιόγλου

  • Όταν το άγχος γίνεται παιδική ταυτότητα: Το βάρος της «επιτυχίας» στα σχολικά χρόνια

    Όταν το άγχος γίνεται παιδική ταυτότητα: Το βάρος της «επιτυχίας» στα σχολικά χρόνια

    Το παιδί ξεκινά το σχολείο με περιέργεια. Ρωτά, παρατηρεί, αναζητά το γιατί. Σύντομα όμως, η ερώτηση αντικαθίσταται από την αγωνία: «Έγραψες καλά; Πήρες άριστα; Θα τα καταφέρεις;». Η σχολική διαδρομή γίνεται κούρσα. Ο ενθουσιασμός μετατρέπεται σε πίεση. Το παιδί δεν ρωτά πια τι έμαθε, ρωτά αν απέδωσε.

    Το άγχος της επιτυχίας, όταν ενσταλάζεται από νωρίς, μετατρέπεται σε τρόπο ύπαρξης. Γίνεται μέρος της ταυτότητας. Το παιδί μαθαίνει να μετρά τον εαυτό του με βάση το αποτέλεσμα. Να φοβάται το λάθος, να αποφεύγει την ερώτηση, να ντρέπεται όταν δεν ξέρει. Η γνώση παύει να είναι ανακάλυψη, γίνεται απόδειξη αξίας.

    Πίσω από αυτό το άγχος δεν βρίσκεται μόνο το σχολείο. Βρίσκεται και το βλέμμα του ενήλικα που θέλει το «καλύτερο» για το παιδί, αλλά συνδέει την αξία του με την απόδοσή του. Οι προσδοκίες, συχνά άρρητες, γίνονται βαρίδι. Η σύγκριση με τους άλλους, οι διαγωνισμοί, η εμμονή στην «πρόοδο» μετατρέπουν το παιχνίδι της μάθησης σε ανταγωνιστικό άθλημα.

    Η «επιτυχία», όπως την ορίζουμε, είναι στενή και επιλεκτική. Αφορά βαθμούς, βραβεία, διακρίσεις. Δεν μετρά την περιέργεια, την προσπάθεια, την ενσυναίσθηση, τη δημιουργικότητα. Έτσι, παιδιά που δεν αριστεύουν, μαθαίνουν ότι δεν αξίζουν. Κι εκείνα που αριστεύουν, συχνά ζουν με τον φόβο της πτώσης.

    Αν θέλουμε ένα σχολείο που να μορφώνει πραγματικά, πρέπει να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει επιτυχία. Πρέπει να δούμε το παιδί ως πρόσωπο, όχι ως επίδοση. Να του δώσουμε χώρο να αποτύχει, να ρωτήσει, να αλλάξει πορεία. Να του επιτρέψουμε να μεγαλώσει χωρίς να κουβαλά τη βιασύνη των ενηλίκων.

    Γιατί το παιδί δεν είναι το αποτέλεσμα. Είναι η διαδικασία.

  • Από το bullying στο πανελλήνιο ρεκόρ: Ο Μανόλο Καραλής και η ήσυχη δύναμη της υπέρβασης

    Από το bullying στο πανελλήνιο ρεκόρ: Ο Μανόλο Καραλής και η ήσυχη δύναμη της υπέρβασης

    Δεν έκανε δηλώσεις εντυπωσιασμού. Δεν επένδυσε στη συγκίνηση. Δεν χρειάστηκε. Ο Μανόλο Καραλής, με ένα βλέμμα που κοιτά σταθερά μπροστά και μια αφοπλιστική σεμνότητα, πέρασε πάνω από τον πήχυ των 6μ08— αλλά και από εκείνο των κοινωνικών στερεοτύπων. Ο Μανόλο Καραλής είναι πλέον τέταρτος όλων των εποχών στον κόσμο στο άλμα επί κοντώ μετά τους Ντουμπλάντις (6μ28), Λαβιλενί (6μ16) και Μπούμπκα (6μ15). Το  πανελλήνιο ρεκόρ του στο φετινό Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ανοιχτού Στίβου στο Πανθεσσαλικό Στάδιο δεν είναι απλώς αθλητικό επίτευγμα. Είναι και μια αθόρυβη, αλλά ισχυρή, υπενθύμιση: ότι η επιμονή μπορεί να αναμετρηθεί με την προκατάληψη και να την ξεπεράσει.

    Ο Καραλής δεν είναι καινούργιος στην επιτυχία. Είναι όμως, από την αρχή, στόχος για λάθος λόγους: για το χρώμα του δέρματός του, για το όνομά του, για τη διπλή του ταυτότητα. Ο ίδιος έχει μιλήσει, χωρίς μίσος, για τα ρατσιστικά σχόλια που άκουγε ως παιδί. Για τον εκφοβισμό, για την προσπάθεια να τον κάνουν να νιώσει «ξένος». Δεν το επέτρεψε. Αντί να αντιδράσει με θυμό, επέλεξε να μείνει συγκεντρωμένος, να δουλέψει, να απαντήσει με έργο.

    Η κοινωνία μας συχνά ενθουσιάζεται με τις επιτυχίες ανθρώπων που προηγουμένως αμφισβήτησε. Πανηγυρίζει στα ρεκόρ, αλλά σώπασε όταν εκείνοι μιλούσαν για μπούλινγκ. Είναι εύκολο να χειροκροτείς ένα μετάλλιο. Είναι δύσκολο να σταθείς δίπλα σ’ ένα παιδί που υφίσταται διακρίσεις ή να διδάξεις στα σχολεία ότι η ελληνικότητα δεν μετριέται σε χρώμα ή επώνυμο.

    Ο Καραλής, όπως και πολλοί άλλοι σαν αυτόν, φέρνει στην επιφάνεια ένα σημαντικό ερώτημα: πόσο αντέχει η δημόσια εικόνα μας την ποικιλομορφία; Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας όταν η καταγωγή, η γλώσσα ή η όψη σου ξεφεύγουν από την κυρίαρχη αφήγηση; Και γιατί επιμένουμε να ζητάμε από κάποιον να «αποδείξει» ότι ανήκει;

    Η σιωπηλή πορεία του Μανόλο είναι από μόνη της απάντηση. Δεν προσπαθεί να πείσει κανέναν. Δεν επιδίδεται σε δηλώσεις ταυτότητας. Απλώς προχωρά. Κι αυτό, τελικά, είναι ίσως η πιο ηχηρή πράξη που μπορεί να κάνει κανείς όταν του είπαν κάποτε πως δεν έχει θέση.

    Το ρεκόρ του δεν είναι μόνο μέτρα. Είναι στάση.

  • Η ψευδαίσθηση της τελειότητας στα social media και η επίδρασή της στους εφήβους

    Η ψευδαίσθηση της τελειότητας στα social media και η επίδρασή της στους εφήβους

    Σε έναν κόσμο όπου το «φαίνεσθαι» προηγείται του «είναι», τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατραπεί από εργαλεία επικοινωνίας σε καθρέφτες παραμορφωτικής αυτοεικόνας. Ειδικά για τους εφήβους, οι οποίοι βρίσκονται σε μια περίοδο αναζήτησης ταυτότητας, η συνεχής έκθεση σε εξιδανικευμένες ζωές, αψεγάδιαστα πρόσωπα και επιφανειακές ευτυχίες δημιουργεί ένα ασφυκτικό πρότυπο τελειότητας.

    Παιδιά που άλλοτε ανησυχούσαν για τις επιδόσεις τους στο σχολείο, σήμερα ανησυχούν για τα likes που θα συγκεντρώσει η φωτογραφία τους ή το πώς δείχνουν με φίλτρα. Η αυτοεκτίμηση, αντί να χτίζεται μέσα από προσωπική πρόοδο, εμπειρίες και σχέσεις, μετατίθεται σε εξωτερικούς, συχνά παραπλανητικούς, δείκτες αποδοχής.

    Αυτή η ψευδαίσθηση της τελειότητας οδηγεί σε μια διαρκή εσωτερική σύγκριση. «Δεν είμαι αρκετός», «δεν είμαι όμορφη όπως αυτή», «δεν είμαι τόσο πετυχημένος». Φράσεις που δεν προέρχονται από την πραγματικότητα, αλλά από την επίπλαστη εικόνα που προβάλλουν άλλοι χρήστες – κι αυτοί, συχνά, εγκλωβισμένοι στον ίδιο φαύλο κύκλο.

    Ο ρόλος των γονέων και των εκπαιδευτικών είναι κομβικός. Όχι μέσα από απαγορεύσεις, αλλά με συζήτηση, κριτική σκέψη και ενδυνάμωση της προσωπικής ταυτότητας των παιδιών. Χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν την πραγματική ζωή από το «story», την ουσία από την εικόνα, την προσωπική αξία από την ψηφιακή αποδοχή.

    Τα social media δεν είναι από τη φύση τους εχθροί. Μπορούν να αποτελέσουν πεδίο δημιουργίας, δικτύωσης, ακόμη και έμπνευσης. Όμως η χρήση τους προϋποθέτει συνείδηση, μέτρο και παιδεία. Όχι μόνο ψηφιακή – αλλά και συναισθηματική.

    Η εφηβεία είναι μια περίοδος μετάβασης. Αν θέλουμε να βοηθήσουμε τους νέους να περάσουν απέναντι με αυτοπεποίθηση, πρέπει πρώτα να τους μάθουμε να βλέπουν τον εαυτό τους πέρα από τις οθόνες – και να τον αγαπούν έτσι όπως είναι. Ίσως, τελικά, το πιο ουσιαστικό «φίλτρο» να είναι η αλήθεια απέναντι στον εαυτό μας.