Author: Περικλής Ζαχάρης

  • Η κρίση απλώνεται: Κύπρος, Κόλπος και το «σοκ διαδοχής» στο Ιράν

    Η κρίση απλώνεται: Κύπρος, Κόλπος και το «σοκ διαδοχής» στο Ιράν

    Η σημερινή εικόνα στη Μέση Ανατολή δείχνει ότι περνάμε από την «ελεγχόμενη κλιμάκωση» σε πολυμέτωπη περιφερειακή σύγκρουση, όπου το κρίσιμο δεν είναι μόνο το ποιος χτυπάει πιο βαθιά, αλλά το ποιος μπορεί να αντέξει τη διάχυση του κόστους σε ενέργεια, ναυτιλία, αερομεταφορές και πολιτική σταθερότητα. Στο κέντρο παραμένει το τρίγωνο Ιράν-Ισραήλ-ΗΠΑ, όμως η γεωγραφία του πολέμου έχει ήδη απλωθεί προς Λίβανο/Χεζμπολάχ, Ιράκ και κράτη του Κόλπου, ενώ η Ανατολική Μεσόγειος παύει να είναι «ασφαλής περιφέρεια» και μετατρέπεται σε ζώνη άμεσων επιπτώσεων, με την Κύπρο να λειτουργεί ως κόμβος πίεσης και συμβολισμών. Η επίθεση με drone στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι και οι αναφορές για αναχαιτίσεις UAV προς τη βάση επιβεβαιώνουν ότι οι υποδομές τρίτων γίνονται πια τμήμα του προβλήματος, είτε επιχειρησιακά είτε πολιτικά.

    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κίνηση της Αθήνας να ενισχύσει την παρουσία της γύρω από την Κύπρο με αποστολή δύο φρεγατών, μεταξύ των οποίων αναφέρεται ο «Κίμων», και δύο F-16, καθώς και οι πληροφορίες για πιθανή μετάβαση του ΥΠΕΘΑ Νίκου Δένδια στη Λευκωσία, δεν διαβάζεται ως «εμπλοκή» αλλά ως σήμα αποτροπής και ετοιμότητας: (α) προς κάθε κατεύθυνση που θα επιχειρούσε να μεταφέρει την κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο, (β) προς συμμάχους ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει την Κύπρο ως ζήτημα άμεσης περιφερειακής ασφάλειας, και (γ) προς το εσωτερικό, ότι υπάρχει επιχειρησιακό σχέδιο προστασίας γραμμών επικοινωνίας, αεροδιαδρόμων και θαλάσσιων υποδομών. Το βάρος αυτής της κίνησης πέρα από στρατιωτικό είναι και διπλωματικό, γιατί «κλειδώνει» την Κύπρο στον χάρτη των ευρωπαϊκών ανησυχιών την ώρα που ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αλληλεγγύη, νομιμοποίηση χρήσης ισχύος και φόβο γενικευμένης ανάφλεξης.

    Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό του Ιράν ανοίγει ένα δεύτερο και εξίσου επικίνδυνο πεδίο: η διαδοχή. Ο θάνατος του Χαμενεΐ επιταχύνει τη μάχη ισχύος και επαναφέρει στο προσκήνιο τον Χασάν Χομεϊνί, εγγονό του Ρουχολάχ Χομεϊνί, που περιγράφεται ως πιο «μετριοπαθής» με διασυνδέσεις σε μεταρρυθμιστικούς κύκλους, χωρίς όμως κυβερνητικό παρελθόν, άρα με υψηλό συμβολισμό αλλά αβέβαιη πραγματική δυνατότητα επιβολής απέναντι στους σκληροπυρηνικούς μηχανισμούς. Αυτό έχει άμεση γεωπολιτική σημασία: αν η Τεχεράνη μπει σε περίοδο εσωτερικής αναδιάταξης, αυξάνεται ο πειρασμός για εξωτερική κλιμάκωση ως «κόλλα» νομιμοποίησης, ενώ παράλληλα μεγαλώνει ο κίνδυνος ασυντόνιστων κινήσεων από παρακλάδια του «άξονα» (Ιράκ/Λίβανος/Υεμένη) που θα προσπαθήσουν να αποδείξουν χρησιμότητα.

    Σε αυτό το σημείο, η λογική του Ιράν φαίνεται να είναι η μεταφορά του κόστους σε τρίτους και η δημιουργία στρατηγικών διλημμάτων: χτυπήματα/απειλές σε κόμβους ασφάλειας (βάσεις, αεροδρόμια, ενεργειακές υποδομές) και «γκρι» πίεση στη θάλασσα, ώστε να αναγκαστούν κράτη του Κόλπου και ευρωπαϊκοί παίκτες να πιέσουν για φρένο. Ενδεικτικό είναι ότι ακόμη και σε επίπεδο τακτικών επιχειρήσεων το πεδίο γίνεται πιο χαοτικό: το περιστατικό φίλιων πυρών που περιγράφει η CENTCOM στο Κουβέιτ με εμπλοκή F-15E δείχνει πόσο εύκολα μια υπερφορτωμένη αεράμυνα, σε περιβάλλον drones/πυραύλων, μπορεί να παράγει «ατύχημα» με στρατηγικές συνέπειες. Και την ίδια ώρα, οι αναφορές για πλήγματα σε δομές εσωτερικής ασφάλειας στην Τεχεράνη, όπως το «κέντρο διπλωματικής αστυνομίας», που αποδόθηκε από ιρανική πηγή, υποδηλώνουν ότι η σύγκρουση αγγίζει τον πυρήνα του κρατικού ελέγχου, όχι μόνο στρατιωτικούς στόχους.

    Το συμπέρασμα της ημέρας δεν είναι ότι «πάμε αναγκαστικά σε γενικευμένο πόλεμο», αλλά ότι μπαίνουμε σε φάση όπου η αποκλιμάκωση θα εξαρτηθεί λιγότερο από δηλώσεις και περισσότερο από το αν οι δρώντες μπορούν να περιορίσουν δύο πράγματα: τη διάχυση των επιχειρήσεων σε τρίτα εδάφη/κόμβους (Κύπρος, Κόλπος, θαλάσσιες γραμμές) και το σοκ διαδοχής/νομιμοποίησης μέσα στο Ιράν. Αν αποτύχουν, η περιοχή δεν θα «γυρίσει πίσω» στο προηγούμενο status quo· θα περάσει σε μια νέα κανονικότητα υψηλού κινδύνου, με την Ανατολική Μεσόγειο να ζει πιο κοντά στο θερμόμετρο της κρίσης απ’ όσο έχει συνηθίσει.

  • Ο Υποναύαρχος ε.α Συμεών Κωνσταντινίδης στο Vérité και τον Περικλή Ζαχάρη

    Ο Υποναύαρχος ε.α Συμεών Κωνσταντινίδης στο Vérité και τον Περικλή Ζαχάρη

    Σε μια περίοδο όπου η ελληνοτουρκική ατζέντα επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο, έχει σημασία η δημόσια συζήτηση να μη μένει στους τίτλους και στις δηλώσεις, αλλά να εστιάζει στα πραγματικά εργαλεία πολιτικής και αποτροπής. Με αυτό το σκεπτικό, η συνέντευξη που ακολουθεί δεν προσεγγίζει τα ελληνοτουρκικά ως μια αλληλουχία «επεισοδίων», αλλά ως σύστημα αλληλεπίδρασης ισχύος, δικαίου και θεσμών, όπου οι κινήσεις στο πεδίο, οι διοικητικές πρακτικές και οι χάρτες λειτουργούν ταυτόχρονα ως εργαλεία πολιτικής.
    Με αυτή τη λογική, οι ερωτήσεις επιχειρούν να μετατρέψουν τη συγκυρία σε αναλυτικό αντικείμενο: να διακρίνουν την ουσιαστική αποκλιμάκωση από την τακτική αναμονή, να αποτυπώσουν τη γραμμή ανάμεσα στο τεχνικό και στο πολιτικό τετελεσμένο και να φωτίσουν, με όρους αποτροπής και crisis management, το πού ακριβώς κρίνονται οι ισορροπίες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
    Σε αυτό το πλαίσιο, το βιογραφικό του Υποναυάρχου ΠΝ (ε.α.) Συμεών Κωνσταντινίδη αποτελεί ουσιαστικό «κλειδί» ανάγνωσης: συνδυάζει επιχειρησιακή εμπειρία με εξειδίκευση στη θαλάσσια διάσταση (ωκεανογραφία–μετεωρολογία), ενώ η θητεία του σε επιτελικές δομές και σε ΝΑΤΟϊκό στρατηγείο προσδίδει στη συζήτηση το αναγκαίο βάθος ανάμεσα στην τεχνική γνώση, τον στρατηγικό σχεδιασμό και τους θεσμικούς περιορισμούς.

    Περικλής Ζαχάρης: Μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα και τη ρητορική περί «επίλυσης με βάση το διεθνές δίκαιο», πόσο βιώσιμη θεωρείτε τη στρατηγική των «ήρεμων νερών»; Ποιοι δείκτες στο πεδίο (Aegean incidents, ρητορική, ασκήσεις, πρακτικά ΜΟΕ) θα σας έπειθαν ότι δεν πρόκειται για τακτική «παύση» αλλά για σταθερή αποκλιμάκωση;

    Άγκυρα: Χτίζουν σε «ήρεμα νερά» Μητσοτάκης - Ερντογάν - Τα επτά κείμενα που  υπογράφηκαν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας | in.gr

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Μετά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, όπου -όπως ανακοινώθηκε- δεν υπήρξε συμφωνία σε κανένα από τα βασικά θέματα, μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε ένα πρώτο θετικό βήμα, με την έννοια ότι συμφωνήθηκε πως η επίλυση των διαφορών θα κινηθεί στη βάση του διεθνούς δικαίου. Πρόκειται για μια θετική εξέλιξη, χωρίς όμως να εξασφαλίζει από μόνη της την αποκλιμάκωση· απλώς συμβάλλει, προς το παρόν, στη διατήρηση πιο ήρεμων νερών.
    Παράλληλα, η σημερινή υπογραφή με την Exxon και τη Hellenic Energy για έρευνα -και στη συνέχεια εκμετάλλευση- κοιτασμάτων νότια της Κρήτης, σε περιοχές που τέμνονται και με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, αναμένεται να αποτελέσει πρόκληση για την Τουρκία. Θα καταστεί σαφές ότι το μνημόνιο αυτό δεν γίνεται αποδεκτό, πέρα από την Ελλάδα, ούτε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
    Συνεπώς, η σχέση Ελλάδας-Τουρκίας έχει προοπτική, ωστόσο αυτή τη στιγμή χαρακτηρίζεται από μια σχετική στασιμότητα.

    Περικλής Ζαχάρης: Η πρόσφατη τουρκική NAVTEX «χωρίς ημερομηνία λήξης» και η απαίτηση για «συντονισμό» ερευνητικών δραστηριοτήτων σε αμφισβητούμενα ύδατα: τη διαβάζετε ως τεχνικό ζήτημα ή ως απόπειρα δημιουργίας διοικητικού/νομικού τετελεσμένου (grey-zone θεσμοποίηση); Ποια θα έπρεπε να είναι η ελληνική απάντηση σε νομικό, διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο;

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Σχετικά με την πρόσφατη τουρκική NAVTEX χωρίς ημερομηνία λήξης και την απαίτηση για «συντονισμό» ερευνητικών δραστηριοτήτων σε αμφισβητούμενα ύδατα, θεωρώ ότι δεν πρόκειται για ένα απλό τεχνικό ζήτημα. Τη διαβάζω ως απόπειρα δημιουργίας ενός διοικητικού και νομικού τετελεσμένου, δηλαδή ως προσπάθεια θεσμοποίησης μιας «gray zone». Με άλλα λόγια, επιχειρούν αφενός να μας οδηγήσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπό δικούς τους όρους και αφετέρου να παγιώσουν την εικόνα ότι το μισό Αιγαίο -και ειδικά το Ανατολικό Αιγαίο- αποτελεί δική τους περιοχή.
    Η ελληνική αντίδραση, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι διπλή. Πρώτον, να αμφισβητήσουμε ρητά τη συγκεκριμένη NAVTEX και να εκδώσουμε δικές μας NAVTEX στο Ανατολικό Αιγαίο, με σταθερή συνέχεια, είτε υπάρχουν ασκήσεις είτε όχι. Αυτό είναι κρίσιμο, διότι η Ελλάδα είναι, βάσει του IMO, η αρμόδια αρχή για NAVTEX στο Ανατολικό Αιγαίο, μέσω των σταθμών της Λήμνου και του Ηρακλείου. Αντίθετα, ο σταθμός της Σμύρνης που χρησιμοποιεί η Τουρκία αφορά μόνο τα χωρικά της ύδατα.
    Δεύτερον, πρέπει να υπάρξει θεσμική διαμαρτυρία προς την Ισπανία, ως αρμόδια χώρα για τις NAVTEX της Μεσογείου, ώστε να πιεστεί να επαναφέρει την Τουρκία στην τάξη. Υπενθυμίζω ότι η Ελλάδα διαθέτει τρεις σταθμούς NAVTEX: δύο για το Αιγαίο (Λήμνου και Ηρακλείου Κρήτης – ο δεύτερος καλύπτει και το Λιβυκό) και έναν για το Ιόνιο.
    Τέλος, θα πρόσθετα ότι η διαμαρτυρία για τη συγκεκριμένη NAVTEX πρέπει να απευθυνθεί και στον IMO, ως την προϊστάμενη αρχή για όλες τις NAVTEX. Εφόσον η Ισπανία διατηρεί άριστες σχέσεις με την Τουρκία και είναι πιθανό να μην κινηθεί αποφασιστικά, ο IMO είναι το πιο κατάλληλο θεσμικό επίπεδο για να καταγραφεί και να αντιμετωπιστεί η τουρκική πρακτική.

    Περικλής Ζαχάρης: Με δεδομένες τις δημόσιες αναφορές για πιθανή επέκταση χωρικών υδάτων και το διαχρονικό casus belli της Άγκυρας, πώς χαρτογραφείτε την κλιμάκωση (escalation ladder) στο Αιγαίο; Τι «κόκκινες γραμμές» και τι μηχανισμούς crisis management θεωρείτε ρεαλιστικούς ανάμεσα σε δύο συμμάχους στο ΝΑΤΟ;

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Η συγκεκριμένη ερώτηση είναι πράγματι πάρα πολύ σοβαρή. Είναι ένα θέμα που απασχολεί διαχρονικά την ελληνική κυβέρνηση. Η επέκταση των χωρικών υδάτων και το casus belli τίθενται σταθερά τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην Τουρκία, αλλά και σε διεθνείς οργανισμούς. Για μένα, η βασική κόκκινη γραμμή είναι η παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας: δηλαδή τα χωρικά μας ύδατα και η υφαλοκρηπίδα.
    Η υφαλοκρηπίδα είναι de facto καθορισμένη για κάθε χώρα. Δεν χρειάζεται να τη συζητήσει με τον γείτονά της, χρειάζεται όμως να την ανακηρύξει. Αντίθετα, η ΑΟΖ πρέπει να συμφωνηθεί με τα γειτονικά κράτη, άρα εκεί δεν μπορείς να κινηθείς μονομερώς. Για παράδειγμα, αν αλιεύουν τουρκικά αλιευτικά στο Αιγαίο, δεν μπορούμε να τα διώξουμε. Όμως, αν εμφανιστούν τουρκικά ερευνητικά σκάφη για έρευνες στον βυθό του Αιγαίου, εκεί μπαίνει καθαρά κόκκινη γραμμή. Ακόμη περισσότερο, αν επιχειρήσουν γεωτρήσεις ή «τρύπημα» στο Αιγαίο για έρευνες πετρελαίου.
    Όταν παραβιάζονται αυτές οι κόκκινες γραμμές, πρέπει να είμαστε έτοιμοι για όλα. Αυτό προϋποθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις.
    Σε ό,τι αφορά την επέκταση των χωρικών υδάτων, θεωρώ σωστή τη σταδιακή προσέγγιση. Κατά τη γνώμη μου, το επόμενο βήμα θα πρέπει να είναι η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια γύρω από την Κρήτη. Ιδίως τώρα που υπογράψαμε συμφωνία για πετρελαϊκές έρευνες, είναι μια κατάλληλη στιγμή να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα γύρω από την Κρήτη στα 12 ναυτικά μίλια.

    Περικλής Ζαχάρης: Το τουρκικό «maritime spatial plan» και η ελληνική αντίδραση ότι στερείται νομικής βάσης: σε ποιο βαθμό βλέπετε εδώ μια νέα μορφή «χαρτογραφικής κυριαρχίας» που επηρεάζει ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα και όχι απλώς χωροταξία; Πώς πρέπει να κινηθεί η Αθήνα σε UNESCO/διεθνή fora ώστε να μην παγιωθεί αφήγημα;

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Πριν προχωρήσω, θα ήθελα να σας συγχαρώ: οι ερωτήσεις σας είναι πολύ έξυπνες και κατάλληλα διατυπωμένες και πραγματικά με βάζουν σε σκέψη ως προς το πώς να απαντήσω. Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να απαντήσω όσο γίνεται πιο σωστά.
    Σχετικά με το τουρκικό maritime spatial plan και την ελληνική θέση ότι στερείται νομικής βάσης, θεωρώ ότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα χωροταξίας. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια προσπάθεια «χαρτογραφικής κυριαρχίας», που επιχειρεί να επηρεάσει έμμεσα την αντίληψη γύρω από ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.
    Όντως η Τουρκία έχει maritime spatial plan και αυτό εντάσσεται, κατά την άποψή μου, στη λογική «διεκδικούμε τα πάντα για να πάρουμε όσο μπορούμε περισσότερα». Η Ελλάδα, από την πλευρά της, οφείλει -και το κάνει- να διεκδικεί όσα δικαιούται με βάση το διεθνές δίκαιο. Κακώς, όμως, στο παρελθόν δεν αξιοποίησε πλήρως αυτά τα δικαιώματα: δεν επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα εκεί που δικαιούται, δεν προχώρησε όπως έπρεπε στην υφαλοκρηπίδα και δεν επιδίωξε έγκαιρα μια συνολική συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με τα γειτονικά κράτη, ακόμη και με την Τουρκία.
    Μέχρι τώρα, ΑΟΖ έχουμε συμφωνήσει με την Ιταλία, σε ένα κομμάτι εν μέρει με την Αίγυπτο, ενώ εκκρεμεί η Αλβανία, όπου είχαμε πλησιάσει πολύ κοντά σε οριοθέτηση αλλά οι Αλβανοί υπαναχώρησαν, και μένει επίσης το υπόλοιπο κομμάτι με την Αίγυπτο. Με τη Λιβύη είχαμε ξεκινήσει, αλλά κόλλησε στο θέμα του κόλπου της Σύρτης: οι Λίβυοι ήθελαν να τον κλείσουν, ενώ εμείς λέγαμε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί κλειστός κόλπος και εσωτερικά ύδατα, γιατί είναι πολύ μεγάλο το άνοιγμα. Έτσι δεν προχώρησε η διαδικασία και στη συνέχεια χαλάσαν οι σχέσεις μας.
    Η Ελλάδα μπορεί να κινηθεί και στην UNESCO και σε διεθνή φόρα, όμως το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να αμφισβητεί σταθερά και συνεχώς τις τουρκικές απαιτήσεις και, παράλληλα, να προχωρά σταδιακά στην ενίσχυση των δικών της θέσεων: να αυξήσει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, με πρώτο βήμα την Κρήτη, ειδικά τώρα που θα έχουμε έρευνες για υδρογονάνθρακες στη νότια Κρήτη, και ως επόμενο βήμα να προχωρήσει στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας της.
    Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Τουρκία, επειδή είναι μεγάλη χερσαία χώρα, θεωρεί το Αιγαίο προέκταση της υφαλοκρηπίδας της και, κατά τη δική της άποψη -που στερείται διεθνούς δικαίου- τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο.

    Περικλής Ζαχάρης: Στην Ανατολική Μεσόγειο, η εντατικοποίηση τριμερών σχημάτων (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ) και οι κοινές αεροναυτικές ασκήσεις: αυξάνουν την αποτροπή ή ανεβάζουν το ρίσκο ατυχήματος/παρεξήγησης με την Τουρκία; Πού μπαίνει η γραμμή μεταξύ «αμυντικής συνεργασίας» και «αντίληψης περικύκλωσης» από την Άγκυρα;

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Θεωρώ ότι πρόκειται για μία από τις καλύτερες κινήσεις του Υπουργείου Εξωτερικών και συνολικά της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Το τριμερές σχήμα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, μαζί με τις κοινές αεροναυτικές ασκήσεις, ενισχύει την αποτροπή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Τουρκία δεν είναι ευχαριστημένη με τη συνεργασία μας με το Ισραήλ.
    Κατά τη γνώμη μου, η ισχυρότερη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο αυτή τη στιγμή είναι το Ισραήλ, παρότι η Τουρκία θέλει να εμφανίζεται ως ο κυρίαρχος παίκτης. Η Τουρκία μπορεί να υπερτερεί αριθμητικά σε προσωπικό και μέσα (στρατό, όπλα, πλοία, αεροπλάνα), όμως δεν υπερέχει στον ίδιο βαθμό σε εμπειρία και επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, όπου το Ισραήλ έχει σαφές πλεονέκτημα. Γι’ αυτό θεωρώ ότι ήταν πολύ σωστή επιλογή να εμβαθύνουμε τη συνεργασία τόσο με το Ισραήλ όσο και με την Κύπρο.
    Επίσης, εκτιμώ ότι αυτή η συνεργασία μειώνει το ρίσκο ατυχήματος ή παρεξήγησης, δεν το αυξάνει. Δημιουργεί πιο καθαρές ισορροπίες και ενισχύει το πλαίσιο αποτροπής.
    Ως προς τις «κόκκινες γραμμές», θα έλεγα ότι δεν μπορεί κανείς να τις ορίσει απόλυτα, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε πλήρως την τουρκική συμπεριφορά. Η ιστορία, πάντως, δείχνει ότι η Τουρκία πιέζει όταν αντιλαμβάνεται τον άλλον αδύναμο. Αντίθετα, όταν βλέπει τον άλλον ισχυρό, δύσκολα θα τολμήσει να χτυπήσει.

    Περικλής Ζαχάρης: Οι FDI HN/Belharra και ειδικά η παράδοση της HS Kimon: ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η ποιοτική αλλαγή στο ισοζύγιο ναυτικής ισχύος (AAW/ASW, αισθητήρες, δικτυοκεντρική επιχειρησιακή εικόνα) στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο; Και ποια είναι τα κρίσιμα «αόρατα» ρίσκα (εκπαίδευση, διαθεσιμότητες, υποστήριξη, αποθέματα);

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Για τις Belharra, θα πω καθαρά την προσωπική μου άποψη, γιατί μιλάμε και για εθνικά θέματα, και με δεδομένο ότι είμαι εκτός Ενόπλων Δυνάμεων περίπου δέκα χρόνια. Κατά τη γνώμη μου, οι Belharra -η πρώτη φρεγάτα που έχουμε πάρει τώρα, αλλά και οι επόμενες τρεις- είναι ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί σήμερα στον κόσμο στην κατηγορία τους. Διαθέτουν πολύ μεγάλες δυνατότητες τόσο στον αντιαεροπορικό όσο και στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, με πολλούς αισθητήρες και δικτυοκεντρική επιχειρησιακή εικόνα, κάτι που είναι κρίσιμο για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

    Belharra: Τελικές δοκιμές για την φρεγάτα «Κίμων» για να παραδοθεί στο  Πολεμικό Ναυτικό - Στα μέσα Δεκεμβρίου υψώνει τη γαλανόλευκη

    Ειδικά στο Αιγαίο, που ως θάλασσα ευνοεί τα υποβρύχια, αυτές οι δυνατότητες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όπως λέγαμε και στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, υπάρχει πολύ συχνά αρνητική διαβάθμιση: ο ήχος από τα σόναρ δεν «ταξιδεύει» μακριά, άρα τα υποβρύχια μπορούν πιο εύκολα να κρυφτούν. Σε αυτό το περιβάλλον, το ότι οι Belharra διαθέτουν ισχυρούς ASW αισθητήρες -παρεσυρόμενους και μεταβλητού βάθους- κάνει ουσιαστική διαφορά.
    Επιπλέον, πολύ σημαντικός παράγοντας είναι και τα ελικόπτερα που μπορούν να φέρουν, τα οποία είναι επίσης από τα καλύτερα στον κόσμο, όπως τα Sikorsky που έχουμε πρόσφατα  αποκτήσει. Μαζί με τα αναβαθμισμένα υποβρύχια που έχουμε τώρα, τύπου «Παπανικολής», οι δυνατότητες των Belharra αποτελούν μια πολύ μεγάλη ενίσχυση για το Πολεμικό Ναυτικό στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ειδικά με δεδομένο ότι τα υποβρύχιά μας είναι σχεδόν «αόρατα».
    Τα φοβούνται πάρα πολύ οι Τούρκοι, όπως αντίστοιχα και τα τουρκικά υποβρύχια αποτελούν σοβαρό στόχο για τα δικά μας ελικόπτερα. Τα ελικόπτερα τύπου Sikorsky έχουν μεγάλες δυνατότητες, διαθέτουν μεταβλητού βάθους σόναρ, μπορούν να εντοπίζουν τουρκικά υποβρύχια και φέρουν όπλα που μπορούν να τα πλήξουν, ενώ οι Τούρκοι δεν μπορούν να χτυπήσουν τα ελικόπτερά μας.

    Περικλής Ζαχάρης: Με το υπόβαθρό σας σε Ωκεανογραφία-Μετεωρολογία: σε ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο (νησιωτικότητα, μικρές αποστάσεις, έντονη μεταβλητότητα), πόσο καθοριστικό είναι το environmental intelligence (καιρός/θάλασσα) για επιτήρηση, ανθυποβρυχιακό πόλεμο και «νόμιμη» απόδειξη συμβάντων; Τι θα αλλάζατε στον τρόπο που το ενσωματώνουμε στη λήψη αποφάσεων;

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Για το υπόβαθρο μετεωρολογίας και ωκεανογραφίας σε ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο, με νησιωτικότητα, μικρές αποστάσεις και έντονη μεταβλητότητα. Το environmental intelligence είναι, κατά τη γνώμη μου, καθοριστικό.
    Το Αιγαίο είναι πράγματι ένα ιδιαίτερα μεταβλητό περιβάλλον. Το Ιόνιο είναι πιο φουρτουνιασμένο και έχει πολύ βαθύτερα νερά, ενώ το Αιγαίο είναι σχετικά ρηχή θάλασσα, με μεγάλες διακυμάνσεις και κύμα που μπορεί να ανέβει γρήγορα. Η νησιωτικότητα ευνοεί τα μικρά σκάφη και εδώ έχουμε σαφές πλεονέκτημα, γιατί διαθέτουμε αρκετές πυραυλακάτους και κανονιοφόρους.
    Είναι επίσης ένα δύσκολο επιχειρησιακό περιβάλλον. Ευνοεί τα υποβρύχια και δυσκολεύει τις φρεγάτες στον εντοπισμό τους, λόγω της αρνητικής διαβάθμισης που συχνά επικρατεί. Τα πολλά νησιά ευνοούν αυτόν που τα έχει, γιατί μπορούν να τοποθετηθούν συστοιχίες πυραύλων. Παράλληλα, το Αιγαίο ευνοεί τη χρήση μικρών, ταχέων σκαφών με πυραύλους, ενώ δεν είναι ιδανικό για πολύ μεγάλα πλοία. Οι φρεγάτες και γενικά τα μεγαλύτερα πλοία είναι πιο κατάλληλα για ανοιχτές θάλασσες, αν και στο Αιγαίο είναι χρήσιμα όταν υπάρχει μεγάλη φουρτούνα και τα μικρά, ταχεία σκάφη δεν μπορούν να επιχειρήσουν.
    Σε αυτό το πλαίσιο, η καλή πρόγνωση στη μετεωρολογία και στην ωκεανογραφία είναι εξαιρετικά σημαντική. Θυμάμαι όταν ήμουν διευθυντής μετεωρολογίας και ωκεανογραφίας στο ΝΑΤΟ, δίναμε καθημερινά τριήμερη πρόγνωση, δηλαδή μέχρι τρεις μέρες μπροστά, με έμφαση κυρίως στη σημερινή και στην επόμενη μέρα. Μετά τη δεύτερη και τρίτη μέρα η πρόγνωση συχνά αλλάζει, γιατί μπαίνουν νέα δεδομένα και υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες που δεν μπορείς να τους «κλειδώσεις».
    Άρα είναι κρίσιμο να διαθέτουμε καλά εργαλεία και καλά μοντέλα πρόγνωσης, τόσο μετεωρολογικά όσο και ωκεανογραφικά. Ο καιρός επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις: τα αεροπλάνα, τα πλοία, ακόμη και τα Υποβρήχια. Το ύψος κύματος, η ορατότητα, οι βαθυθερμογραφικές συνθήκες, η διάδοση του ήχου και γενικά όλα τα σχετικά στοιχεία είναι παράγοντες που καθορίζουν τη σωστή λήψη αποφάσεων.
    Επειδή λείπω πάνω από δέκα χρόνια, δεν γνωρίζω τι ακριβώς διαθέτουν σήμερα οι Ένοπλες Δυνάμεις μας σε επίπεδο μοντέλων και δυνατοτήτων.

    Περικλής Ζαχάρης: Το νομοσχέδιο του ΥΠΕΘΑ («Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή») φέρνει αλλαγές σε σταδιοδρομία, μισθολογικά, εκπαίδευση, στρατολογία και εθελοντική στράτευση γυναικών: ποιο είναι το στρατηγικό του αποτύπωμα στην ετοιμότητα και στη διατήρηση προσωπικού; Ποια σημεία θα κρίνουν αν είναι μεταρρύθμιση ουσίας ή διοικητική αναδιάταξη;

    Ομιλία ΥΕΘΑ Νίκου Δένδια στη Διαρκή Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών  Υποθέσεων της Βουλής επί του Σ/Ν του ΥΠΕΘΑ για τον «Χ

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Δεν έχω ενημερωθεί πλήρως για το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, όμως από όσα γνωρίζω φαίνεται ότι επιφέρει σημαντικές αλλαγές. Μειώνει αρκετά τις θέσεις των ανωτάτων και ανωτέρων, αυξάνει τον χρόνο παραμονής σε κάθε βαθμό και προβλέπει αύξηση μισθών, κάτι που είναι σαφώς θετικό.
    Σε επίπεδο στρατολογίας, προβλέπεται θεαματική αύξηση στον μισθό των στρατευμένων, περισσότερη προπαίδευση, καθώς και υπηρεσία για όλους σε παραμεθόριο περιοχή πριν μετακινηθούν προς το κέντρο. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι μια καλή και ουσιαστική αλλαγή. Θετικό θεωρώ επίσης και το μέτρο της εθελοντικής στράτευσης των γυναικών, και πιστεύω ότι σε βάθος χρόνου θα πρέπει να εξεταστεί ακόμη και η υποχρεωτική στράτευση.
    Το βασικό αρνητικό σημείο, που φαίνεται να προκαλεί και τη μεγαλύτερη κριτική, είναι ότι δεν αφήνει τους υπαξιωματικούς να προαχθούν κάποια στιγμή σε αξιωματικούς. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται επανεξέταση, ειδικά για τους παλιούς που μπήκαν με άλλα δεδομένα. Θα ήταν πιο δίκαιο να εφαρμοστεί σταδιακά, όμως δεν είναι σωστό να κόβεις απότομα την προοπτική ανθρώπων που υπηρετούν χρόνια στις Ένοπλες Δυνάμεις και είχαν μπει με το όνειρο ότι κάποια στιγμή θα γίνουν αξιωματικοί.

    Περικλής Ζαχάρης: Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η συζήτηση για πρόσβαση της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία/χρηματοδοτήσεις, με την ελληνική θέση ότι προϋπόθεση είναι η άρση της απειλής πολέμου: ποιο είναι το σωστό «μίγμα» κινήτρων και όρων ώστε η ΕΕ να μην επιβραβεύει αναθεωρητισμό αλλά να κρατά ανοιχτά κανάλια;

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σχετικά με τη συζήτηση για πρόσβαση της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία και χρηματοδοτήσεις, θεωρώ σωστή τη στάση της Ελλάδας να θέτει ως βασική προϋπόθεση την άρση της απειλής πολέμου, δηλαδή την άρση του casus belli. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να τεθεί και ως όρος η αποδοχή της δυνατότητας επέκτασης των χωρικών υδάτων, όπως προβλέπεται διεθνώς.
    Εφόσον η Τουρκία αποδεχθεί αυτά τα σημεία, τότε σε μια καταφατική περίπτωση μπορεί να υπάρξει συμφωνία ώστε να έχει πρόσβαση στα ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία και στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Το ζήτημα είναι ότι η Τουρκία επιδιώκει την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση χωρίς να κάνει το παραμικρό βήμα πίσω από τις διεκδικήσεις της.
    Εκεί, κατά τη γνώμη μου, η Ελλάδα οφείλει να πείσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι οι χρηματοδοτήσεις και τα εργαλεία άμυνας δεν μπορούν να δίνονται χωρίς σαφείς όρους. Η Ε.Ε. πρέπει να καταστήσει σαφές στην Τουρκία ότι προϋπόθεση είναι να σέβεται τους γείτονές της και να σέβεται τα ευρωπαϊκά όρια, ώστε να μπορεί πράγματι να ανοίξει ο δρόμος για ευρωπαϊκή αμυντική χρηματοδότηση.

    Περικλής Ζαχάρης: Από τη σκοπιά του ΝΑΤΟ, τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει η Συμμαχία όταν η ένταση αφορά δύο μέλη της; Πώς αξιολογείτε την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών αποκλιμάκωσης/αποσυμπίεσης και πού χρειάζονται αναβαθμίσεις (κανάλια, κανόνες εμπλοκής, incident prevention);

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Το ΝΑΤΟ είναι μια παλιά συμμαχία, με θεσμούς και διαδικασίες τόσο για την ένταξη όσο και για την απομάκρυνση κρατών-μελών. Το βασικό του όμως πλαίσιο είναι σχεδιασμένο για εξωτερική απειλή. Το άρθρο 5 προβλέπει ότι, αν μια τρίτη χώρα επιτεθεί σε κράτος-μέλος, τότε ενεργοποιείται συλλογική άμυνα και το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει από κοινού τον εξωτερικό επιτιθέμενο.
    Δεν υπάρχει, όμως, άρθρο που να προβλέπει τι κάνει το ΝΑΤΟ στην περίπτωση που ένα κράτος-μέλος επιτεθεί σε άλλο κράτος-μέλος. Άρα, όταν η ένταση αφορά δύο συμμάχους, δεν υπάρχει σαφής νομικός μηχανισμός αποκλιμάκωσης μέσα στη συνθήκη. Γι’ αυτό, στην πράξη, τον ρόλο της διαχείρισης τον αναλαμβάνει κυρίως η Αμερική, η οποία στην ουσία διοικεί το ΝΑΤΟ: πιέζει και τις δύο πλευρές να χαμηλώσουν τους τόνους και να αποφευχθεί η κρίση. Κάπως έτσι κινήθηκε και στην κρίση των Ιμίων, αλλά και σε παλαιότερες εντάσεις.
    Γενικά, από ό,τι είχα καταλάβει, το ΝΑΤΟ στην πράξη θα αντιμετωπίσει ως υπεύθυνο τον «πρώτον επιτιθέμενο» ανάμεσα στα δύο κράτη-μέλη. Ωστόσο, αν υποθέσουμε ένα ακραίο σενάριο όπου η ίδια η Αμερική είναι η επιτιθέμενη -όπως έχει ακουστεί ως υπόθεση για τη Δανία- τότε εκεί πράγματι δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη. Όλοι, ιστορικά, περιμένουν την Αμερική να παίξει τον ρόλο του «διεθνούς αστυνομικού». Αν όμως η ίδια κινηθεί επιθετικά απέναντι σε χώρα του ΝΑΤΟ, τότε θεωρώ ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να συνασπιστεί για να στηρίξει την ευρωπαϊκή χώρα, αλλά στα άρθρα του ΝΑΤΟ δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Εκεί, κατά τη γνώμη μου, φαίνεται καθαρά ότι χρειάζεται αναβάθμιση και συμπλήρωση της συμφωνίας του ΝΑΤΟ.

    Περικλής Ζαχάρης: Η υπόθεση Τραμπ-Γροιλανδία και οι τριβές που προκάλεσε εντός του δυτικού στρατοπέδου, μαζί με τη νεότερη κινητικότητα του ΝΑΤΟ στον Αρκτικό χώρο: τι λέει αυτό για τη συνοχή της Συμμαχίας και για την ευρωπαϊκή «στρατηγική αυτονομία»; Και πρακτικά, πώς πρέπει να το διαβάσει η Ελλάδα όταν σχεδιάζει αποτροπή στο Αιγαίο/Αν. Μεσόγειο;  

    Συμεών Κωνσταντινίδης: Σε μεγάλο βαθμό, θα έλεγα ότι το έχω ήδη απαντήσει στην προηγούμενη απάντηση. Η άποψή μου είναι ότι ο Μαρκ Ρούτε, ως γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, θα πρέπει να το φέρει προς συζήτηση και να προχωρήσει σε συμπληρώσεις στη συμφωνία του ΝΑΤΟ, με πρόσθετες προβλέψεις ή άρθρα, ώστε να αποφεύγονται τριβές και κρίσεις μεταξύ κρατών-μελών.
    Παράλληλα, όμως, θεωρώ ότι το καλύτερο που μπορεί να κάνει η Ευρώπη είναι να αποκτήσει δικό της ευρωπαϊκό στρατό και να μην εξαρτάται αποκλειστικά από το ΝΑΤΟ, το οποίο στην πράξη διοικείται από την Αμερική. Αν η Ευρώπη ενωθεί πραγματικά, μπορεί να δημιουργήσει έναν ισχυρό ευρωπαϊκό στρατό. Αυτό προϋποθέτει ότι τα κράτη-μέλη θα βάλουν το χέρι στην τσέπη και θα επενδύσουν σοβαρά, ώστε η Ευρώπη να μπορεί να αντιμετωπίζει όχι μόνο ενδεχόμενες ακραίες επιλογές αμερικανικής ηγεσίας, αλλά και περιφερειακές δυνάμεις που βρίσκονται γύρω της χωρίς να είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ρωσία, η Τουρκία, το Ιράν, αλλά και μεγάλες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ινδία.
    Με αυτή τη λογική, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να βασίζεται πλέον στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Χρειάζεται δική της ισχύ, ώστε να «μετράει» ο λόγος της. Σήμερα, στις συσκέψεις του ΝΑΤΟ, μπορεί οι Ευρωπαίοι να εκφράζουν απόψεις, όμως όταν δεν έχεις πίσω σου πραγματική στρατιωτική ισχύ, δεν μπορείς να επιβάλεις τίποτα. Όταν έχεις στρατό, μπορείς να στηρίξεις και να επιβάλεις την πολιτική σου.
    Η Αμερική, με τη δύναμη του στρατού της και του μεγαλύτερου στόλου στον κόσμο, επιδιώκει να επιβάλλει τα θέλω της, όπως βλέπουμε και σε περιπτώσεις όπου κινείται χωρίς να ρωτά ούτε την Ευρώπη ούτε το ίδιο το ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό θεωρώ ότι ένα πολύ σημαντικό βήμα για την Ευρώπη είναι να αποκτήσει δικό της στρατό. Δεν είναι λογικό μια χώρα όπως η Γερμανία να έχει λιγότερο στρατό από την Ελλάδα, ούτε είναι λογικό μεγάλες χώρες όπως η Ιταλία και η Γερμανία να έχουν τόσο περιορισμένες δυνατότητες. Αξιόλογο στρατό έχει κυρίως η Γαλλία, ενώ κάπως αξιόλογη είναι και η Αγγλία, αν και πλέον δεν είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά τη Γαλλία, σε μέγεθος, ακολουθούν η Ισπανία και η Ιταλία, με την Ιταλία σε επίπεδο Ελλάδας, ειδικά στο ναυτικό, και ίσως και λιγότερο.
    Συνεπώς, η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει δικό της στρατό, γιατί χωρίς αυτόν δεν μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα συμφέροντά της, ιδιαίτερα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ακόμη και η αμερικανική στάση μπορεί να γίνει απρόβλεπτη.

  • Η υπόθεση Μαδούρο και το ρήγμα του διεθνούς δικαίου

    Η υπόθεση Μαδούρο και το ρήγμα του διεθνούς δικαίου

    Η σύλληψη και εξαναγκαστική μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, ύστερα από αμερικανική επιχείρηση στο Καράκας, πέρα από ένα επεισόδιο “σκληρής ισχύος” στη Λατινική Αμερική, είναι μια πράξη που συμπυκνώνει το διαχρονικό δίλημμα του διεθνούς συστήματος: ποιος θέτει τους κανόνες, ποιος τους εφαρμόζει, και τι απομένει από τη συλλογική ασφάλεια όταν μια μεγάλη δύναμη αντιμετωπίζει έναν κυρίαρχο ηγέτη ως “κατηγορούμενο υπό δίωξη” και όχι ως συνομιλητή. Η κυβέρνηση Τραμπ έντυσε την επιχείρηση με το λεξιλόγιο της επιβολής του νόμου, ωστόσο η κλίμακα και ο τρόπος δράσης παραπέμπουν σε στρατιωτική επιχείρηση με σαφή πολιτικό σκοπό. Αυτό ακριβώς το υβρίδιο, αστυνομική “εξαγωγή” με στρατιωτικά μέσα, είναι που κάνει την υπόθεση Μαδούρο να λειτουργεί ως δοκιμασία αντοχής για το διεθνές δίκαιο και ως πρόκριμα για έναν πιο ωμό ανταγωνισμό σφαιρών επιρροής.

    Για να κατανοηθεί το εύρος του σοκ, χρειάζεται ένα σύντομο ιστορικό υπόβαθρο. Από το 1998 και την άνοδο του Ούγκο Τσάβες, η Βενεζουέλα επανατοποθετήθηκε ως αντι-ηγεμονικός πόλος, αξιοποιώντας το πετρέλαιο ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής στο εσωτερικό και γεωπολιτικής αυτονομίας στο εξωτερικό. Μετά τον θάνατο του Τσάβες (2013), ο Μαδούρο κληρονόμησε ένα μοντέλο που εξαρτιόταν από υψηλές τιμές υδρογονανθράκων και από πολιτική συνοχή, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με κατάρρευση παραγωγής, διεθνείς κυρώσεις, μαζική μετανάστευση και βαθιά κρίση νομιμοποίησης. Η Ουάσιγκτον, ιδίως μετά την αμφισβητούμενη εκλογική διαδικασία του 2018, αντιμετώπισε τον Μαδούρο ως “μη νόμιμο” ηγέτη και ενέταξε την πίεση προς το καθεστώς σε ένα πλαίσιο κυρώσεων και ποινικών κατηγοριών. Στο μεταξύ, η Ρωσία και η Κίνα λειτούργησαν ως στρατηγικοί εταίροι του Καράκας: η πρώτη κυρίως με πολιτικο-ασφαλιστικούς δεσμούς και συμβολική στήριξη, η δεύτερη με οικονομική δικτύωση, επενδύσεις/χρηματοδοτήσεις και την αρχή της μη επέμβασης ως διπλωματικό ανάχωμα απέναντι στη δυτική πίεση.
    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήρθε ο Ιανουάριος του 2026. Στις 3 Ιανουαρίου οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν πλήγματα και επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο και της συζύγου του, μεταφέροντάς τους εκτός χώρας. Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε δημοσίως ότι οι ΗΠΑ θα “τρέξουν” τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει “ασφαλής και συνετή” μετάβαση, ενώ τέθηκε ευθέως στο τραπέζι η επιστροφή αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών με στόχο την “ανοικοδόμηση” του πετρελαϊκού τομέα.

    Στις 5 Ιανουαρίου, στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν, ο Μαδούρο εμφανίστηκε δεσμώτης, δήλωσε ότι “απήχθη”, αρνήθηκε τις κατηγορίες και προανήγγειλε διά των συνηγόρων του μια μεγάλη δικαστική μάχη για τη νομιμότητα της “στρατιωτικής απαγωγής”. Την ίδια ημέρα ορίστηκε επόμενη δικάσιμος για τις 17 Μαρτίου, ενώ στο Καράκας ορκίστηκε ως υπηρεσιακή/μεταβατική πρόεδρος η Ντέλσι Ροντρίγκες, γεγονός που υπογράμμισε ότι η “επόμενη μέρα” δεν είναι αυτόματα μια φιλο-αντιπολιτευτική αλλαγή καθεστώτος, αλλά μια σύνθετη διαπραγμάτευση ισχύος, φόβου και επιβίωσης των εναπομεινάντων κρατικών μηχανισμών.

    Η ευρωπαϊκή αντίδραση κινήθηκε ακριβώς πάνω στη ρωγμή ανάμεσα σε κανόνες και συμφέροντα. Η ΕΕ, μέσω της δήλωσης της Ύπατης Εκπροσώπου, κάλεσε σε αυτοσυγκράτηση και υπενθύμισε ότι “υπό όλες τις συνθήκες” πρέπει να τηρούνται οι αρχές του διεθνούς δικαίου και ο Χάρτης του ΟΗΕ, αποφεύγοντας όμως μια μετωπική καταδίκη της Ουάσιγκτον.
    Παράλληλα, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες φάνηκαν “διχασμένες”: από τη μία, η απομάκρυνση ενός αυταρχικού ηγέτη μπορεί να εκληφθεί ως ευκαιρία δημοκρατικής μετάβασης· από την άλλη, ο τρόπος απομάκρυνσης υπονομεύει το ίδιο το “κανoνιστικό κεφάλαιο” της Ευρώπης, που στηρίζεται στην αρχή της κυριαρχίας και στην αποδοχή θεσμικών διαδικασιών. Η ανάλυση του ECFR το αποτύπωσε ως ευρωπαϊκό δίλημμα τριπλής εστίασης: Λατινική Αμερική, αλλά και ευρωπαϊκή ασφάλεια/αξιοπιστία της Δύσης, καθώς και οι παράπλευρες συνέπειες σε Αρκτική/Ταϊβάν ως χώροι ανταγωνισμού σφαιρών επιρροής.
    Η Ρωσία καταδίκασε την αμερικανική ενέργεια ως “ένοπλη επιθετικότητα”, κάλεσε σε αποτροπή κλιμάκωσης και τόνισε ότι η Βενεζουέλα πρέπει να καθορίσει “μόνη” το μέλλον της χωρίς στρατιωτική ανάμειξη.
    Όμως το πιο ενδιαφέρον γεωπολιτικά δεν είναι μόνο η καταγγελία, αλλά το έλλειμμα επιλογών. Η Μόσχα, δεσμευμένη σε άλλες προτεραιότητες και με περιορισμένη προβολή ισχύος στη δυτική ημισφαίρια, αποκαλύπτει τα όρια του ρόλου της ως “προστάτη” συμμάχων όταν απέναντι βρίσκεται μια αποφασισμένη Ουάσιγκτον. Σε αυτό το πρίσμα, αναλύσεις όπως του Atlantic Council ερμηνεύουν το επεισόδιο ως ένδειξη ρωσικής αδυναμίας να αποτρέψει μια αμερικανική επιχείρηση υψηλού συμβολισμού στην “πίσω αυλή” των ΗΠΑ.
    Η Κίνα, αντίθετα, επέλεξε μια πολύ πιο μετωπική διπλωματική στάση, ακριβώς επειδή το κόστος του προηγούμενου ακουμπά τον πυρήνα της κινεζικής στρατηγικής: κυριαρχία, μη επέμβαση, και απόρριψη της νομιμοποίησης που αντλούν οι ΗΠΑ από τη μονομερή χρήση ισχύος. Το κινεζικό ΥΠΕΞ μίλησε για “κατάφωρη χρήση βίας” που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και απειλεί την ειρήνη στη Λατινική Αμερική/Καραϊβική.
    Παράλληλα, σύμφωνα με το Reuters, ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι χρησιμοποίησε τη διατύπωση ότι το Πεκίνο δεν αποδέχεται “καμία χώρα ως παγκόσμιο δικαστή”, ενώ στον ΟΗΕ η κινεζική αντιπροσωπεία προειδοποίησε ότι “τα μαθήματα της ιστορίας” δείχνουν πως η αδιάκριτη χρήση βίας γεννά μεγαλύτερες κρίσεις.
    Για την Κίνα, λοιπόν, η υπόθεση Μαδούρο δεν είναι μόνο Λατινική Αμερική: είναι και η μάχη για το ποιος ορίζει το “νόμιμο” και το “παράνομο” σε έναν κόσμο μεγάλων ανταγωνισμών.

    Το Συμβούλιο Ασφαλείας στη Νέα Υόρκη έγινε το κύριο θέατρο αυτής της σύγκρουσης αφηγημάτων. Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε σε κλίμα οξείας αντιπαράθεσης, με την καταγγελία περί παραβίασης του Χάρτη του ΟΗΕ να επανέρχεται στο κέντρο.
    Ιδιαίτερο βάρος έχει πως σύμφωνα με την κάλυψη του Al Jazeera ακόμη και σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Δανία, εξέφρασαν ενστάσεις για τη νομιμότητα, ενώ ο Αμερικανός πρέσβης στον ΟΗΕ περιέγραψε την επιχείρηση ως “surgical law enforcement operation”.
    Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, το πρόβλημα είναι δομικό: χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας και χωρίς κλασικό σενάριο αυτοάμυνας, η χρήση βίας σε έδαφος κυρίαρχου κράτους δύσκολα “κουμπώνει” σε νομικές εξαιρέσεις. Η Chatham House ήταν από τους πιο κατηγορηματικούς θεσμικούς σχολιαστές, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει δικαιολόγηση και ότι πρόκειται για σαφή παραβίαση κυριαρχίας και Χάρτη.
    Ταυτόχρονα, ο ελληνικός σχολιασμός κινήθηκε στο ίδιο μοτίβο: ο Κώστας Υφαντής σημείωσε ότι “η απαγωγή Μαδούρο ξεκάθαρα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο”, ενώ ο Κώστας Τσαρούχας υπενθύμισε την ιστορική αναλογία με τη σύλληψη Νοριέγκα (1989), υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές έχουν προηγούμενο στην αμερικανική πολιτική.
    Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα κάνει ο Τραμπ από εδώ και πέρα αλλά και τι μπορεί να αντέξει το διεθνές σύστημα χωρίς να “κανονικοποιήσει” την εξαίρεση.
    Πρώτον, στο επίπεδο διακυβέρνησης, το ίδιο το Reuters καταγράφει ότι ο Τραμπ θεωρεί ανέφικτο ένα άμεσο εκλογικό χρονοδιάγραμμα και μιλά για “επιδιόρθωση” της χώρας πριν από εκλογές, την ώρα που η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να συζητά, έστω πραγματιστικά, με τμήματα του υπάρχοντος κρατικού πυρήνα στο Καράκας.
    Αυτό προδιαγράφει ένα μοντέλο “ελεγχόμενης μετάβασης” όπου το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η αλλαγή ηγεσίας, αλλά η διατήρηση τάξης, η ασφάλεια ενεργειακών υποδομών και η διαπραγμάτευση νέων όρων πρόσβασης στο πετρέλαιο. Εδώ πατά και η ενεργειακή διάσταση: ο Τραμπ έχει μιλήσει ανοιχτά για επιστροφή αμερικανικών εταιρειών και για ανοικοδόμηση υποδομών, όμως ειδικοί επισημαίνουν ότι τα οφέλη ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι άμεσα ούτε αυτόματα, λόγω τεχνικής απαξίωσης και θεσμικού ρίσκου.
    Δεύτερον, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το πολιτικό ρίσκο είναι να μετατραπεί ένα “χειρουργικό” αφήγημα σε παρατεταμένη εμπλοκή. Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει κατοχή και ότι δεν πρόκειται για nation-building, ενώ αναμένεται θεσμική σύγκρουση γύρω από την εξουσιοδότηση χρήσης βίας (War Powers), με σχετική ψηφοφορία να προαναγγέλλεται.
    Τρίτον, στο διεθνές επίπεδο, ο Τραμπ φαίνεται να αξιοποιεί το επεισόδιο ως σήμα αποφασιστικότητας: προς τους περιφερειακούς παίκτες της Καραϊβικής και της Λατινικής Αμερικής στο όνομα της “αντιναρκωτικής” ασφάλειας, αλλά και προς μεγάλους ανταγωνιστές ως υπενθύμιση ότι οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να επιβάλουν de facto σφαίρες επιρροής.
    Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει διττό: αν αυτό λειτουργεί ως αποτροπή, ή αν, αντίθετα, ανοίγει τον δρόμο ώστε άλλες δυνάμεις να επικαλεστούν ανάλογη λογική “σύλληψης” ή “προληπτικής δράσης” σε δικά τους μέτωπα.

  • Αποκλειστική συνέντευξη του Πέτρου Παππά στο Vérité και τον Περικλή Ζαχάρη

    Αποκλειστική συνέντευξη του Πέτρου Παππά στο Vérité και τον Περικλή Ζαχάρη

    Με τον κ. Παππά γνωρίστηκα για πρώτη φορά στο Debate House, σε μια διοργάνωση που πραγματικά ανέβασε τον πήχη για τον δημόσιο διάλογο στη χώρα. Ο χώρος, η οργάνωση, ο τρόπος που είχε στηθεί η συζήτηση, όλα συνέβαλαν στο να αναδειχθεί μια πολιτισμένη αντιπαράθεση με καθαρούς κανόνες και ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο κ. Παππάς από την πρώτη στιγμή έκανε αισθητή την παρουσία του με ένα ήθος σπάνιο για το πολιτικό μας περιβάλλον και με μια σοβαρότητα που δεν προβαλλόταν επιτηδευμένα, αλλά προέκυπτε φυσικά από τον τρόπο που επιχειρηματολογούσε.

    Αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η ξεκάθαρη πολιτική του προσήλωση. Δεν στάθηκε στη στείρα κομματική γραμμή ούτε επιδόθηκε στον εύκολο αντιπολιτευτικό θόρυβο. Αντιμετώπισε το θέμα του ΕΣΥ με υπευθυνότητα, τεκμηρίωση και μια πραγματικά μεταρρυθμιστική ματιά. Παρακολουθώντας τον, καταλάβαινε κανείς ότι δεν επιδιώκει να κερδίσει εντυπώσεις, αλλά να καταθέσει ουσιαστικό λόγο. Η συζήτηση εκείνο το βράδυ ήταν για μένα μια πρώτη γνωριμία με έναν πολιτικό που δεν χρειάστηκε υψηλούς τόνους για να ακουστεί· αρκούσαν οι θέσεις του, η σοβαρότητα του επιχειρήματος και η θεσμική του προσέγγιση. Με αυτά τα δεδομένα, η συνέντευξη που ακολουθεί είναι απλώς η φυσική συνέχεια της εικόνας που σχημάτισα στο Debate House: ενός πολιτικού που αντιμετωπίζει την πολιτική ως ευθύνη.

    Περικλής Ζαχάρης: Με αφετηρία την πρόσφατη παρουσία σας στο Debate House με
    θέμα: «Το ΕΣΥ σήμερα: σε τροχιά μεταρρύθμισης ή κρίσης;», πώς θα
    περιγράφατε την εμπειρία και ποιες ήταν, κατά τη γνώμη σας, οι πιο
    ουσιαστικές στιγμές ή αντιπαραθέσεις;


    Πέτρος Παππάς: Απόλαυσα τη συμμετοχή μου στον διάλογο που διοργάνωσε το Debate House, διότι ήταν πολιτισμένος και ουσιαστικός. Πρόκειται για πολύ θετική εμπειρία, διότι ο ζωντανός διάλογος, επί συγκεκριμένου θέματος, είναι η πεμπτουσία της δημοκρατίας και της πολιτικής. Ξέρετε, στην εποχή μας, είθισται οι πολιτικοί να αναλώνονται είτε σε παράλληλους μονολόγους είτε σε ανούσιες μικροκομματικές αντιπαραθέσεις – συνήθως σε υψηλούς τόνους. Η συζήτησή μας για το ΕΣΥ ήταν το ακριβώς αντίθετο· ήταν πολιτισμένη και ταυτόχρονα ανέδειξε τις διαφορετικές προτάσεις κάθε πλευράς. Θέλω να εξάρω, εκτός της διοργάνωσης, και το εξαιρετικό κοινό, για τις εύστοχες παρατηρήσεις, τις επισημάνσεις και την ανατροφοδότηση. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα απόσπασμα· νομίζω η συζήτησή μας με τον Υπουργό Υγείας είχε αρχή, μέση και τέλος και, ως εκ τούτου, προτείνω στους αναγνώστες να την παρακολουθήσουν ολόκληρη για να αντιληφθούν τα επιχειρήματα στην έκτασή τους.


    Περικλής Ζαχάρης: Σε ομιλία του στην Αριδαία τον Σεπτέμβριο, ο Παύλος Γερουλάνος
    είχε δηλώσει: “Δυστυχώς έχουμε πάρα πολύ λίγο χρόνο. Αν δεν
    κουνήσει η βελόνα τους επόμενους δύο μήνες, θα έχουμε πρόβλημα να
    την κουνήσουμε μέχρι τις εκλογές.” Πώς ερμηνεύετε αυτή τη δήλωση;
    Θεωρείτε ότι αντανακλά κάποιο υπαρκτό εσωκομματικό ζήτημα;

    Πέτρος Παππάς: Θα ήταν άστοχο από μέρους μου να προσπαθήσω να ερμηνεύσω τις δηλώσεις συναδέλφων μου στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ. Νομίζω ότι ο ίδιος ο κ. Γερουλάνος έχει διευκρινίσει τι εννοούσε σε επόμενες συνεντεύξεις του. Αυτό για το οποίο μπορώ να σας διαβεβαιώσω είναι ότι όλα τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ εργαζόμαστε προς την ίδια κατεύθυνση, αυτή της εκλογικής νίκης του ΠΑΣΟΚ με πρόεδρο τον Νίκο Ανδρουλάκη. Δεν έχουμε αυταπάτες ότι το στοίχημα είναι δύσκολο, όμως το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα -και το καθήκον– να κοιτάζει προς την πρώτη θέση.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/sinentefksi-aggelou-sirigou/

    Περικλής Ζαχάρης: Για να “ξεκολλήσει” αυτή η -κατά τον κ. Γερουλάνο- υποτιθέμενη
    βελόνα, τι θεωρείτε ότι πρέπει να αλλάξει στο ΠΑΣΟΚ; Μιλάμε για
    ζήτημα ταυτότητας, στρατηγικής ή ηγεσίας;

    Πέτρος Παππάς: Δεν ξέρω πώς ξεκολλάνε οι βελόνες, ξέρω όμως ότι στο ΠΑΣΟΚ έχουμε δύο
    μεγάλα ατού, στον αγώνα μας προς τις εκλογές: το Πρόγραμμα και τα Στελέχη μας. Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει ένα εξαιρετικά αναλυτικό, ρεαλιστικό και κοστολογημένο Πρόγραμμα, που απαντά στις μεγάλες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας σήμερα και αύριο, ενώ την ίδια στιγμή είναι το μοναδικό κόμμα της αντιπολίτευσης που διαθέτει τα στελέχη για να εφαρμόσουν αυτό το Πρόγραμμα. Ένα μεγάλο σύμπτωμα της κρίσης του πολιτικού συστήματος σήμερα είναι τα μονοπρόσωπα κόμματα, που αρχίζουν και τελειώνουν στο ονοματεπώνυμο και τη δράση του αρχηγού τους. Οι πολίτες που θα επιλέξουν το ΠΑΣΟΚ, στις επόμενες εκλογές, μπορούν να είναι βέβαιοι ότι το κόμμα μας δεν αρχίζει και τελειώνει με το πρόσωπο του Αρχηγού του, όπως συμβαίνει στα κόμματα της κυρίας Κωνσταντοπούλου και των κυρίων Βελόπουλου, Νατσιού αλλά και στο κυοφορούμενο κόμμα Τσίπρα. Το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει να υπάρχει και στο μέλλον και δεν εξαρτά την ύπαρξή του από τον εκάστοτε
    Πρόεδρό του
    , όπως βλέπουμε να συμβαίνει στον ΣΥΡΙΖΑ και στα υπόλοιπα κόμματα. Αυτό είναι μια κρίσιμη ποιοτική διαφορά για να επενδύσει κανείς τις ελπίδες του σε εμάς. Το ΠΑΣΟΚ είναι το μοναδικό κόμμα της αντιπολίτευσης που μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα, με το πρόγραμμα και τα στελέχη του, όχι με μονοπρόσωπα σχήματα και συνθήματα. Πιστεύω ότι την ώρα της κάλπης οι πολίτες θα ψηφίσουν με αυτό το κριτήριο.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/sinentefksi-nasou-iliopoulou/

    Περικλής Ζαχάρης: Το ΠΑΣΟΚ κατηγορεί την κυβέρνηση για απουσία ουσιαστικού
    προγράμματος. Θεωρείτε ότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει επαρκές και πειστικό
    πρόγραμμα; Κι αν ναι, πώς εξηγείτε το γεγονός ότι η κυβέρνηση
    εξακολουθεί να διατηρεί σαφές προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις;

    Πέτρος Παππάς: Όπως προείπα, το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο διαθέτει αναλυτικό Κυβερνητικό Πρόγραμμα, αλλά είμαστε ιδιαίτερα περήφανοι και περήφανες για αυτό. Προσκαλώ όλους τους αναγνώστες μας να μελετήσουν οι ίδιοι το Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να έχουν ίδια άποψη. Από εκεί και πέρα, είναι ξέρετε γεγονός ότι, μετά το 2023, η Κυβέρνηση μοιάζει με ακυβέρνητο καράβι που σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθώντας να μαζέψει τα ασυμμάζευτα και σχοινοβατώντας ανάμεσα σε δικογραφίες που εμπλέκουν στελέχη της. Η ΝΔ πράγματι εμφανίζεται με ένα προβάδισμα, κυρίως επειδή είναι το κυβερνών κόμμα, διαθέτοντας έναν τεράστιο κυβερνητικό και επικοινωνιακό μηχανισμό. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, να επισημάνω ότι το πιο πλειοψηφικό αίτημα που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις είναι αυτό για πολιτική αλλαγή στη χώρα. Πιστεύω ότι, στον δρόμο προς τις κάλπες, οι πολίτες θα επιλέξουν κόμμα με κριτήριο την κυβερνησιμότητα της χώρας – και το μοναδικό κόμμα που μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα, διασφαλίζοντας την πολιτική αλλαγή, είναι το ΠΑΣΟΚ.

    Περικλής Ζαχάρης: Ας περάσουμε στην ειδικότητά σας. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι
    βασικές και άμεσα εφαρμόσιμες προτάσεις για τη βελτίωση του ΕΣΥ; Πού πρέπει να δοθεί η προτεραιότητα: στο ανθρώπινο δυναμικό, στις
    υποδομές ή στη χρηματοδότηση;

    Πέτρος Παππας: Τα τρία που αναφέρετε βρίσκονται σε άμεση σχέση και το ένα είναι προϋπόθεση του άλλου. Έτσι, δίχως αύξηση της χρηματοδότησης προς το ΕΣΥ δεν μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματα σε ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές και, αντίστροφα, αν δεν μεταρρυθμίσουμε τη δομή του ΕΣΥ, δε μπορούμε να εξοικονομήσουμε πολύτιμους πόρους. Το πιο ουσιαστικό στοίχημα για εμένα είναι η δημιουργία ενός νέου Εθνικού Συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που θα παρέχει σε κάθε πολίτη τον προσωπικό του ιατρό (με γνώση του ιατρικού του ιστορικού) μαζί και
    πρόσβαση σε 24ωρης λειτουργίας Κέντρα Υγείας Αστικού Τύπου, και έτσι θα αποσυμφορήσει τα Νοσοκομεία από το βάρος των μη υπερεπειγόντων περιστατικών. Μόνο έτσι μπορούν να μειωθούν οι πολύωρες αναμονές στα Επείγοντα των Νοσοκομείων και να διευκολυνθεί το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό στο να έχει ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και να παρέχει ικανοποιητικές και αποτελεσματικές υπηρεσίες υγείας. Για να γίνει αυτό πραγματικότητα, χρειαζόμαστε δίκτυο οικογενειακών ιατρών σε όλη τη χώρα, με πολύ συγκεκριμένα κίνητρα για τους ιατρούς, τόσο
    μισθολογικά, όσο και αναβάθμιση των πολύ κακών συνθηκών εργασίας τους. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας είναι απόλυτη προϋπόθεση αν θέλουμε να βελτιωθεί και το επίπεδο της νοσοκομειακής περίθαλψης και για αυτό θα ξεκινούσα από εκεί.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-christos-lagkadianos-sto-verite-kai-ton-irakli-migdo/

    Περικλής Ζαχάρης: Έχετε κατηγορηθεί ότι αλλάξατε κόμμα σε μια περίοδο
    εσωκομματικών αναταράξεων στον ΣΥΡΙΖΑ. Ποιο ήταν το πραγματικό
    σημείο καμπής που σας οδήγησε να μεταπηδήσετε στο ΠΑΣΟΚ;

    Πέτρος Παππάς: Εντάχθηκα στον ΣΥΡΙΖΑ το 2019 (μετά την ήττα του στις εκλογές), αποδεχόμενος το ανοιχτό προσκλητήριο του κ. Τσίπρα για τη δημιουργία μίας μεγάλης κεντροαριστερής παράταξης. Το στοίχημα αυτό ο κ. Τσίπρας το πρόδωσε, αφού δεν επιθυμούσε ποτέ πραγματικά να συγκρουστεί με τον κακό εαυτό του ΣΥΡΙΖΑ και τις δικές του αδυναμίες. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν το Συνέδριο που διοργάνωσε η σημερινή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, με την –κατά πολλούς– παρασκηνιακή
    καθοδήγηση του κ. Τσίπρα, στο περιβόητο μπουζουξίδικο. Άφησαν 2000 εκλεγμένους συνέδρους έξω από το συνέδριο, με τη χρήση μάλιστα βίας. Αποχώρησα ως ελάχιστη πράξη υπεράσπισης των δημοκρατικών διαδικασιών, της πολιτικής και της προσωπικής μου αξιοπρέπειας. Και είμαι
    πολύ περήφανος που αποχώρησα, αρνούμενος να συμπράξω σε τέτοιες σταλινικού τύπου πρακτικές. Ακόμα με συγκλονίζουν οι εικόνες ηλικιωμένων συνέδρων που ταξίδεψαν από όλα τα μήκη της Ελλάδας για να συμμετάσχουν στο Συνέδριο και τελικά κατέρρευσαν από την ταλαιπωρία, κλειδωμένοι έξω από το μπουζουξίδικο.
    Μπορώ να ανεχτώ πολλά στην πολιτική, αλλά σε θέματα δημοκρατίας δεν κάνω εκπτώσεις. Η προσχώρησή μου στο ΠΑΣΟΚ ήταν μία φυσική εξέλιξη· βρέθηκα στο διαχρονικό σπίτι μου, τη δημοκρατική παράταξη.

    Περικλής Ζαχάρης: Κλείνοντας, έχετε τοποθετηθεί ανοιχτά κατά του τρόπου με τον
    οποίο κινείται ο κ. Τσίπρας. Βλέπετε περιθώριο πολιτικού διαλόγου μαζί
    του ή θεωρείτε ότι έχει κλείσει οριστικά αυτό το κεφάλαιο;

    Πέτρος Παππάς: Ο κ. Τσίπρας επιθυμεί να ξαναπαίξει με τις ελπίδες των ανθρώπων της δημοκρατικής παράταξης, προσποιούμενος ότι είναι κάτι άλλο. Δυστυχώς, τίποτα καινούριο δεν έχει να κομίσει. Καλώ τους δημοκρατικούς πολίτες να κλείσουν τα αυτιά τους στις Σειρήνες της νεόκοπης Οδύσσειας του κ. Τσίπρα. Στον ίδιο τον κ. Τσίπρα προτείνω να αφήσει την Ιθάκη και να διαβάσει την
    «Πόλιν» του Κωνσταντίνου Καβάφη. Ίσως τη βρει ενδιαφέρουσα.

  • Πόλεμος χωρίς Μάρτυρες: Η Εγκατάλειψη του Σουδάν

    Πόλεμος χωρίς Μάρτυρες: Η Εγκατάλειψη του Σουδάν

    Είκοσι μήνες μετά το ξέσπασμα των συγκρούσεων ανάμεσα στις Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις (SAF) και τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF), το Σουδάν έχει μετατραπεί σε μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές του 21ου αιώνα. Πάνω από 30 εκατομμύρια άνθρωποι χρήζουν άμεσης βοήθειας, ενώ περισσότεροι από 12 εκατομμύρια έχουν εκτοπιστεί. Παρά το μέγεθος της τραγωδίας, ο πόλεμος στο Σουδάν παραμένει σχεδόν αόρατος στα δυτικά Μ.Μ.Ε. αλλά και στον δημόσιο λόγο. Eνα «σιωπηλό ολοκαύτωμα» εξελίσσεται στο περιθώριο της διεθνούς προσοχής. Η αδιαφορία απέναντι στο Σουδάν αντικατοπτρίζει δομικές ανισορροπίες του διεθνούς συστήματος, όπου η επιλεκτική ευαισθησία της Δύσης καθορίζει ποιοι πόλεμοι θεωρούνται «σημαντικοί» και ποιοι αγνοούνται επιδεικτικά.

    Πολιτική Διάσπαση και Ανθρωπιστικός Κατακερματισμός

    Με ανατροπή του Ομάρ αλ-Μπασίρ το 2019 φάνηκε αρχικά να ανοίγει τον δρόμο για μια δημοκρατική μετάβαση. Ωστόσο, η θεσμική αστάθεια, η αλληλοϋπονόμευση στρατού και παραστρατιωτικών και η ανυπαρξία κοινωνικού συμβολαίου οδήγησαν ταχύτατα σε κατάρρευση του μεταβατικού καθεστώτος. Από τον Απρίλιο του 2023, η χώρα έχει βυθιστεί σε έναν πολυεπίπεδο εμφύλιο: Αρχικά οι ένοπλες συγκρούσεις σε αστικά κέντρα, έπειτα οι εθνοτικές εκκαθαρίσεις στο Νταρφούρ και τέλος, η πλήρης αποσύνθεση των κρατικών δομών. Η καθημερινότητα εκατομμυρίων Σουδανών καθορίζεται από εκτελέσεις αμάχων, σεξουαλική βία και στρατολόγηση ανηλίκων. Το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων του ΟΗΕ έχει ήδη αναγνωρίσει εστίες λιμού στο Ελ Φασέρ και το Καντούγκλι, ενώ προειδοποιεί για πιθανή εξάπλωση σε πάνω από είκοσι περιοχές. Η πείνα, η βία και η ασθένεια έχουν μετατραπεί σε όπλα πολέμου.

    Πόλεμος στο Σουδάν: Ο αριθμός των θανάτων είναι «πολύ» υποτιμημένος

    Εξωτερικές Παρεμβάσεις και Γεωστρατηγικά Διακυβεύματα

    Η εσωτερική διάσπαση του Σουδάν λειτουργεί ως καθρέφτης των διεθνών ανταγωνισμών στην Ερυθρά Θάλασσα και την Ανατολική Αφρική. Οι περιφερειακές δυνάμεις όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Αιθιοπία, στηρίζουν αντίπαλες παρατάξεις, επιδιώκοντας έλεγχο επί των εμπορικών διαύλων και των ορυκτών πόρων της χώρας. Η RSF, με βαθιές οικονομικές σχέσεις στα δίκτυα εξαγωγής χρυσού προς τα ΗΑΕ, αποτελεί εργαλείο προβολής ισχύος για τα κράτη του Κόλπου. Αντίθετα, οι Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζονται πολιτικά και επιχειρησιακά από την Αίγυπτο. Αυτή η πολυεπίπεδη διαμεσολάβηση των περιφερειακών παικτών καθιστά την επίτευξη ειρήνης εξαιρετικά δύσκολη, αφού κάθε εξωτερικός υποστηρικτής αντιμετωπίζει το Σουδάν ως γεωπολιτική ευκαιρία.

    Η Δύση ως Παθητικός Παρατηρητής

    Η στάση της Δύσης έναντι του Σουδάν συνιστά ένα οδυνηρό παράδειγμα επιλεκτικής ευαισθησίας. Η διεθνής κοινότητα κινητοποιείται με εντυπωσιακή ταχύτητα σε συγκρούσεις που αγγίζουν τα δικά της γεωπολιτικά ή πολιτισμικά σύνορα, η κρίση του Σουδάν αντιμετωπίζεται κυρίως ως ανθρωπιστικό ζήτημα χωρίς στρατηγικό ενδιαφέρον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίζεται σε δηλώσεις και αποσπασματικές πρωτοβουλίες συντονισμού ανθρωπιστικής βοήθειας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις διακηρύξεις περί «δέσμευσης για ειρήνη», ακολουθούν μια πολιτική ελάχιστης εμπλοκής. Τα δυτικά ΜΜΕ, από την πλευρά τους, προτιμούν να στρέφουν το βλέμμα σε συγκρούσεις που παράγουν περισσότερα «πολιτικά και συναισθηματικά κλικ».

    Ανθρωπιστική Κατάρρευση και Διεθνής Ευθύνη

    Η ανθρωπιστική κρίση έχει πλέον αποκτήσει διασυνοριακές διαστάσεις, απειλώντας τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής του Κέρατος της Αφρικής. Οι προσφυγικές ροές προς το Τσαντ, το Νότιο Σουδάν και την Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία επιβαρύνουν ήδη εύθραυστα κράτη, ενώ η εξάπλωση της επισιτιστικής ανασφάλειας προμηνύει έναν νέο γεωπολιτικό κύκλο αστάθειας.
    Όπως τόνισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, πρόκειται για μια «καταστροφή ασύλληπτης κλίμακας και αγριότητας». Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές δεν αρκούν. Η διεθνής κοινότητα έχει εγκαταλείψει το Σουδάν στη σιωπή, εγκλωβισμένη μεταξύ θεσμικής αδράνειας και επιλεκτικής αλληλεγγύης.

  • Σεπτεμβριανά 1955: Όταν η σιωπή της Δύσης πρόδωσε τον Ελληνισμό

    Σεπτεμβριανά 1955: Όταν η σιωπή της Δύσης πρόδωσε τον Ελληνισμό

    Στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου του 1955, η Κωνσταντινούπολη έγινε μάρτυρας μιας οργανωμένης καταστροφής που έμεινε γνωστή ως Σεπτεμβριανά. Δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα λαϊκής οργής, αλλά μια ενορχηστρωμένη επιχείρηση. Ξεκίνησε με την προβοκάτσια της δήθεν βομβιστικής επίθεσης στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη και κατέληξε σε βία άνευ προηγουμένου εναντίον της ελληνικής μειονότητας. Καταστήματα λεηλατήθηκαν, εκκλησίες βεβηλώθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν, ηλικιωμένοι ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου. Ο ελληνισμός της Πόλης, που είχε επιβιώσει επί αιώνες υπό Οθωμανούς σουλτάνους και Βυζαντινούς αυτοκράτορες, γνώρισε εκείνες τις μέρες ένα πλήγμα από το οποίο δεν ανέκαμψε ποτέ.

    Το τραγικότερο δεν είναι μόνο η βία αυτή καθαυτή, αλλά η σιωπή που την περιέβαλε. Η Τουρκία, τρία μόλις χρόνια μέλος του ΝΑΤΟ, ήξερε ότι μπορούσε να δράσει σχεδόν ατιμώρητη. Η γεωπολιτική της αξία στον Ψυχρό Πόλεμο, η στρατηγική της θέση στα Στενά, η εγγύτητα στη Σοβιετική Ένωση, όλα αυτά λειτούργησαν ως ασπίδα. Οι σύμμαχοι έκαναν ότι δεν βλέπουν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία, ακόμα και η Ελλάδα, εγκλωβισμένη στις ίδιες συμμαχικές δεσμεύσεις, περιορίστηκαν σε χλιαρές διαμαρτυρίες. Οι ζωές χιλιάδων ανθρώπων αποδείχθηκαν ασήμαντες μπροστά στην ισορροπία ισχύος του Ψυχρού Πολέμου.

    Εδώ ακριβώς βρίσκεται η επικαιρότητα των Σεπτεμβριανών. Γιατί η ιστορία τους δεν είναι απλώς ένα θλιβερό κεφάλαιο μνήμης, αλλά ζωντανή υπενθύμιση του πώς λειτουργούν οι διεθνείς σχέσεις. Οι διεθνείς θεσμοί, οι μεγάλες δυνάμεις, οι διακηρύξεις περί δικαιωμάτων και αξιών, όλα υποχωρούν όταν συγκρούονται με το συμφέρον και την ισχύ. Το 1955 η ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη ήταν το “παράπλευρο θύμα” της ανάγκης της Δύσης να κρατήσει την Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο. Κι αν κάτι διδάσκει η μνήμη, είναι ότι τέτοιες λογικές επαναλαμβάνονται.

    Αρκεί να κοιτάξουμε το σήμερα. Η Τουρκία συνεχίζει να αξιοποιεί τη γεωπολιτική της θέση με τον ίδιο κυνισμό. Στη Συρία, στη Λιβύη, στον Νότιο Καύκασο, στη Μαύρη Θάλασσα, ακόμα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την εργαλειοποίηση των προσφύγων, ακολουθεί την ίδια στρατηγική: δημιουργεί τετελεσμένα, γνωρίζοντας ότι η Δύση δεν μπορεί να την απομονώσει χωρίς να ζημιώσει τον εαυτό της. Οι παραβιάσεις στο Αιγαίο, η κατοχή στην Κύπρο, οι αναθεωρητικές της δηλώσεις αντιμετωπίζονται με δηλώσεις ανησυχίας αλλά όχι με ουσιαστικές κυρώσεις. Είναι η ίδια “συμμαχική σιωπή” του 1955, προσαρμοσμένη στις ανάγκες του 21ου αιώνα.

    Η μνήμη των Σεπτεμβριανών, λοιπόν, δεν είναι μια απλή καταγραφή αδικίας. Είναι μάθημα για το πώς οι μικρές κοινότητες και οι μικρές χώρες αντιμετωπίζονται στον διεθνή στίβο: ως αναλώσιμες. Οι Έλληνες της Πόλης έγιναν θύματα γιατί το κόστος να τους προστατεύσει κανείς ήταν μεγαλύτερο από το κόστος να τους αφήσει να χαθούν. Αν το δούμε ψυχρά, αυτό είναι το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιείται σήμερα κάθε φορά που η Τουρκία παραβιάζει κανόνες του διεθνούς δικαίου: “δεν μας συμφέρει να συγκρουστούμε μαζί της”.

    Αυτό το σκληρό μάθημα έχει άμεση σημασία για την Ελλάδα. Δεν μπορούμε να στηρίζουμε την ασφάλειά μας σε “αρχές” που οι ισχυροί επικαλούνται μόνο όταν τους βολεύουν. Οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι πεδίο δικαιοσύνης, αλλά πεδίο ισχύος. Αυτό δεν σημαίνει μοιρολατρία· σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να φροντίζει να μην είναι ποτέ στη θέση της ελληνικής μειονότητας της Πόλης: μόνη, αδύναμη και εκτεθειμένη. Σημαίνει να διαμορφώνουμε στρατηγικές συμμαχίες που μας καθιστούν αναγκαίους, όχι εύκολα παρακάμψιμους. Σημαίνει να συνειδητοποιούμε ότι το διεθνές δίκαιο είναι εργαλείο, όχι ασπίδα.

    Η λήθη, τέλος, είναι κι αυτή πολιτική. Η Τουρκία προσπαθεί συστηματικά να θάψει το επεισόδιο, να το παρουσιάσει ως “παρεξήγηση”, να το αποσυνδέσει από τη δική της κρατική ευθύνη. Η Δύση δεν επιμένει στη μνήμη, γιατί η ανάμνηση θα θύμιζε τις δικές της ενοχές. Γι’ αυτό η ευθύνη της διατήρησης της μνήμης πέφτει σε εμάς. Όχι για να εγκλωβιστούμε σε μια μνησικακία, αλλά για να αντλήσουμε από την Ιστορία το πιο ρεαλιστικό συμπέρασμα: όποιος δεν μετράει σε ισχύ, δεν μετράει καθόλου.

    Τα Σεπτεμβριανά δεν είναι απλώς μια μαύρη σελίδα στην ιστορία του ελληνισμού· είναι η πιο ωμή υπενθύμιση του πώς λειτουργεί η διεθνής πολιτική. Και όσο κι αν οι καιροί αλλάζουν, η λογική παραμένει η ίδια. Εκεί όπου τα συμφέροντα υπερισχύουν, η δικαιοσύνη σωπαίνει. Κι αν θέλουμε να τιμήσουμε πραγματικά τη μνήμη των θυμάτων, δεν αρκεί να καταθέτουμε στεφάνια· χρειάζεται να οικοδομήσουμε μια στρατηγική που θα διασφαλίζει ότι κανείς στο μέλλον δεν θα μπορεί να μας αγνοήσει με την ίδια ευκολία που αγνόησαν τότε την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης.

  • Η Δολοφονία Rahawi και οι Επιπτώσεις στην Υεμένη

    Η Δολοφονία Rahawi και οι Επιπτώσεις στην Υεμένη

    Η στοχευμένη εξόντωση του πρωθυπουργού της κυβέρνησης των Χούθι, Ahmed (Ghalib) al-Rahawi, στις 30 Αυγούστου 2025 από ισραηλινή αεροπορική επιχείρηση στη Σαναά, συνιστά το πιο σοβαρό πλήγμα στην πολιτική ιεραρχία του κινήματος από την κατάληψη της πρωτεύουσας το 2014. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα· αντιθέτως εντάσσεται στη μακρά αλληλουχία του υεμενικού εμφυλίου, στη σταδιακή περιφερειακή διάσταση της σύγκρουσης και στη σύμπλεξή της με τον ευρύτερο άξονα Ιράν – Ισραήλ. Η δολοφονία του Rahawi αναδεικνύει τη δυνατότητα του Ισραήλ να διεισδύει στρατιωτικά στην καρδιά της εξουσίας των Χούθι, απονομιμοποιώντας το αφήγημα της «ασφαλούς κυριαρχίας» τους, και ταυτόχρονα μετατρέπει την Υεμένη σε ακόμη πιο ορατό πεδίο της περιφερειακής αντιπαράθεσης.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/i-porta-tis-veggazis/

    Για να γίνει κατανοητή η βαρύτητα του γεγονότος, πρέπει να τοποθετηθεί στο ιστορικό πλαίσιο της υεμενικής κρίσης. Από το 2004 οι Χούθι, ένα ζαϊντίτικο σιιτικό κίνημα με έδρα τη Σαάντα, εξελίχθηκαν από περιφερειακή εξέγερση σε κεντρικό δρώντα. Η κατάληψη της Σαναά το 2014 οδήγησε στη στρατιωτική εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων, που επεδίωξαν να αποτρέψουν την παγίωση μιας φιλοϊρανικής δύναμης στη νότια Αραβική Χερσόνησο. Το Ιράν, αν και αρχικά μετρημένο, ενίσχυσε σταδιακά τη στήριξή του, παρέχοντας πολιτική νομιμοποίηση και τεχνογνωσία σε πυραυλικά και μη επανδρωμένα συστήματα. Η Υεμένη μετατράπηκε έτσι σε πεδίο αντιπροσώπων, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο να στηρίζουν τη σαουδαραβική εκστρατεία. Η σχετική αποκλιμάκωση του 2022 με τη διαμεσολάβηση του Ομάν φαινόταν να ανοίγει προοπτική διευθέτησης, όμως ο πόλεμος στη Γάζα το 2023/24 άλλαξε τους όρους: οι Χούθι εντάχθηκαν στον «άξονα αντίστασης» κατά του Ισραήλ, εκτοξεύοντας βαλλιστικούς και drones προς ισραηλινά εδάφη και πλήττοντας πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα. Έτσι, το υεμενικό θέατρο πολέμου εντάχθηκε οργανικά στη γεωπολιτική αντιπαράθεση Ιράν – Ισραήλ.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/sinentefksi-aggelou-sirigou/

    Η εξόντωση του Rahawi έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Σε πολιτικό επίπεδο, ο Rahawi δεν ήταν η κορυφή της ιεραρχίας, αφού ο ανώτατος θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης παραμένει ο Abdel-Malik al-Houthi. Ωστόσο, ως πρωθυπουργός του Ανώτατου Πολιτικού Συμβουλίου, ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν την κρατική λειτουργία στα εδάφη που ελέγχει το κίνημα. Η απώλειά του, επομένως, αποτελεί σοβαρό πλήγμα στη διοικητική συνέχεια, έστω κι αν η συλλογική φύση της δομής των Χούθι επιτρέπει γρήγορη αντικατάσταση και περιορίζει τον κίνδυνο εσωτερικού χάους. Σε στρατηγικό επίπεδο, το πλήγμα αποδεικνύει την ικανότητα του Ισραήλ να διεξάγει στοχευμένες επιχειρήσεις στη Σαναά, στέλνοντας μήνυμα προς τους Χούθι και το Ιράν ότι η εμπλοκή κατά του Ισραήλ συνεπάγεται απώλειες υψηλού κόστους. Σε συμβολικό επίπεδο, το χτύπημα καταρρίπτει την εικόνα ατιμωρησίας και αναγκάζει το κίνημα να στραφεί σε αφήγημα μαρτυροποίησης και εκδίκησης.

    Οι άμεσες συνέπειες αναμένονται σε τρία επίπεδα. Στο εσωτερικό της Υεμένης, οι Χούθι θα επιδιώξουν να δείξουν συνοχή, ενισχύοντας τους μηχανισμούς ελέγχου και προβάλλοντας τον Rahawi ως σύμβολο συνέχειας. Σε περιφερειακό επίπεδο, το Ιράν θα εντείνει τη ρητορική στήριξη και πιθανόν να αυξήσει την τεχνολογική βοήθεια, αποφεύγοντας όμως άμεση στρατιωτική εμπλοκή που θα κλιμάκωνε το ρίσκο σύγκρουσης με το Ισραήλ. Η Σαουδική Αραβία θα προσπαθήσει να διαφυλάξει την εκεχειρία που διαμορφώθηκε μετά το 2022, καθώς οι οικονομικοί της στόχοι στο πλαίσιο του Vision 2030 απαιτούν σταθερότητα στα νότια σύνορα. Τα Εμιράτα πιθανόν να δουν ευκαιρία επαναφοράς πίεσης στον βόρειο αντίπαλο, αλλά δύσκολα θα εμπλακούν εκ νέου μετωπικά. Σε διεθνές επίπεδο, το Ισραήλ θα συνεχίσει να αποσκοπεί στην εξουδετέρωση των στρατιωτικών ικανοτήτων των Χούθι, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκοί εταίροι θα εστιάσουν στη διατήρηση της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, περιορίζοντας το ενδεχόμενο γενικευμένου πολέμου.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/i-nea-taksi-tou-chaous/

    Η μελλοντική πορεία μπορεί να κινηθεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Το πιθανότερο σενάριο είναι ένας κύκλος ελεγχόμενης κλιμάκωσης, όπου οι Χούθι θα εξαπολύσουν αντιποίνες με drones και πυραύλους προς το νότιο Ισραήλ και θα εντείνουν τις επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων, χωρίς όμως να επιδιώξουν γενικευμένη αναμέτρηση. Ένα δεύτερο σενάριο είναι η περιφερειακή διεύρυνση, με εντονότερο συντονισμό ανάμεσα σε Χεζμπολάχ, ιρακινές πολιτοφυλακές και Χούθι, που θα αύξανε το στρατηγικό κόστος για το Ισραήλ. Ένα τρίτο σενάριο αφορά τη διαμεσολάβηση του Ομάν για νέα αποκλιμάκωση, εφόσον οι επιπτώσεις στις θαλάσσιες μεταφορές γίνουν μη διαχειρίσιμες για την παγκόσμια οικονομία. Τέλος, αν και λιγότερο πιθανό, δεν μπορεί να αποκλειστεί η εσωτερική αποσταθεροποίηση των Χούθι σε περίπτωση που η απώλεια κορυφαίων στελεχών ανοίξει δρόμο για εσωτερικούς ανταγωνισμούς.

    Συνολικά, η εξόντωση του Rahawi δεν συνιστά στρατηγικό game-changer με την έννοια της κατάρρευσης των Χούθι, αλλά λειτουργεί ως καταλύτης για νέα δυναμική. Ενισχύει την εικόνα του Ισραήλ ως δρώντα ικανού να επιφέρει στοχευμένα πλήγματα σε θεσμικά κέντρα εξουσίας, αλλά ταυτόχρονα ωθεί το υεμενικό μέτωπο ακόμη πιο κοντά στην κεντρική γεωπολιτική αντιπαράθεση Ιράν – Ισραήλ. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει απάντηση από τους Χούθι, αλλά ποιας έντασης και σε ποιους τομείς θα εκδηλωθεί: περιορισμένες επιθέσεις που θα διατηρούν τη σύγκρουση ελεγχόμενη ή ευρύτερη εμπλοκή που θα απειλήσει τις θαλάσσιες οδούς και θα καταστήσει την Υεμένη ξανά το κεντρικό μέτωπο ενός περιφερειακού πολέμου.

  • Απαξίωση των Ανθρωπιστικών Σπουδών: Η Νέα Βαρβαρότητα

    Απαξίωση των Ανθρωπιστικών Σπουδών: Η Νέα Βαρβαρότητα

    Η εποχή δείχνει πια την πλάτη της στη μόρφωση, λες και πρόκειται για μια παρωχημένη ιδέα, ένα φάντασμα που ενοχλεί τη σκληρή, μονόπλευρη λογική του κέρδους. Το πανεπιστήμιο έχει καταντήσει ένας γραφειοκρατικός λαβύρινθος, όπου η γνώση πωλείται σαν προϊόν και η σκέψη εγκλωβίζεται σε κουτάκια «δεξιοτήτων». Η βαθιά αναζήτηση νοήματος έχει αντικατασταθεί από την επιτακτική ανάγκη για επαγγελματική κατάρτιση, μια ψυχρή, τεχνική προετοιμασία, δίχως πάθος και χωρίς διάθεση αμφισβήτησης.
    Ο άνθρωπος δεν λογίζεται πια ως φορέας πνευματικής ελευθερίας. Αντιμετωπίζεται ως παραγωγικός δείκτης, ως στοιχείο σε πίνακες απόδοσης, που μετριέται, αξιολογείται και τελικά χάνει την υπόστασή του ως σκεπτόμενο υποκείμενο. Η ελευθερία της σκέψης υποχωρεί κάτω από το βάρος της «πρακτικής χρησιμότητας», ενώ η ψυχή θεωρείται πια πολυτέλεια σε έναν κόσμο που κυνηγά το άμεσο όφελος.
    Μέσα σ’ αυτό το τοπίο, οι ανθρωπιστικές σπουδές είναι οι πρώτες που πληρώνουν το τίμημα. Χάνουν την ισχύ τους να αμφισβητούν, να παράγουν σκέψη και να διαμορφώνουν κριτική συνείδηση. Η ιστορία υποβαθμίζεται σε μια ουδέτερη αποθήκη πληροφοριών, απογυμνωμένη από νόημα και σύνδεση αιτίου-αποτελέσματος. Η φιλοσοφία εκφυλίζεται σε «εφαρμοσμένη σκέψη», απαλλαγμένη από την αβεβαιότητα που την έκανε ριζοσπαστική. Η λογοτεχνία, αντί να αναδεικνύει τις αντιφάσεις του ανθρώπου, μετατρέπεται σε εμπόρευμα, αξιολογούμενη μόνο από τα νούμερα απήχησης και τις πωλήσεις.
    Η αξία γίνεται αριθμός. Ό,τι δεν αποφέρει άμεσο κέρδος απορρίπτεται μέσα από μια νέα μορφή λογιστικής Ιεράς Εξέτασης. Κι όμως, η Αναγέννηση, η εποχή που γέννησε επιστήμες, τέχνες και πολιτικές επαναστάσεις, δεν ξεκίνησε από ανάγκες παραγωγικότητας, αλλά από την «άχρηστη» επιθυμία να αναρωτηθούμε. Η χρησιμότητα προέκυψε αργότερα· ποτέ δεν ήταν το ζητούμενο.
    Η περιφρόνηση των ανθρωπιστικών σπουδών δεν είναι απλώς σφάλμα, είναι αυτοκαταστροφική επιλογή. Δείχνει κοινωνίες που φοβούνται τον ίδιο τους τον εαυτό, που κλείνονται στο παρόν και μετρούν τα πάντα με όρους απόδοσης. Κοινωνίες που παράγουν τεχνικούς χωρίς συνείδηση, διαχειριστές δίχως ιστορική μνήμη, και ειδικούς που αγνοούν γιατί κάνουν ό,τι κάνουν. Δημιουργούν έναν κόσμο «έξυπνο» και ταυτόχρονα κενό, αποτελεσματικό μα πνευματικά ρηχό.
    Και όμως, οι ίδιοι που χλευάζουν τις «άχρηστες» σπουδές, φωτογραφίζονται μπροστά σε Παρθενώνες και γοτθικούς ναούς, μπροστά σε μνημεία που χτίστηκαν από ανθρώπους, που τόσο είχαν επηρεαστεί από το ανθρώπινο πνεύμα, που έπλασαν λογοτεχνία μέσα από πέτρα και μάρμαρο. Αυτό το παρελθόν που τους συγκινεί ως τουριστική ατραξιόν, είναι καρπός μιας ελευθερίας που οι ίδιοι τώρα περιφρονούν. Αν δεν είχε υπάρξει αυτή η σπάταλη σκέψη, σήμερα ο κόσμος τους θα ήταν απλώς μια αλυσίδα εργοστασίων και malls, ένας πολιτιστικός μεσαίωνας του υπο(λογιστή).
    Το παράδοξο της εποχής είναι η λατρεία της χρησιμότητας σε συνδυασμό με μια πρωτοφανή αμάθεια για το παρελθόν. Όσο φανατικά υμνούν το «μέλλον», τόσο πιο τυφλοί μένουν μπροστά στο πνευματικό έδαφος που το γέννησε. Η αγορά έχει γίνει θρησκεία, με ιερείς τους μάνατζερ και θυσία τη σοφία. Η ιστορία δεν διδάσκει, αποβάλλεται. Η φιλοσοφία δεν εμπνέει, λογοκρίνεται με όρους KPI. Η λογοτεχνία δεν συγκινεί, φιλτράρεται από αλγόριθμους.
    Αυτή είναι η νέα δεισιδαιμονία: η ύψιστη πίστη στην αποδοτικότητα. Όχι πια φλόγα πολιτισμού, αλλά παγωμένη μηχανή παραγωγής αριθμών. Η αμφιβολία διώκεται. Η περιέργεια θεωρείται πολυτέλεια. Το πνεύμα υποχωρεί σε μια σιωπή τόσο απόλυτη, που δεν είναι απλώς σιωπή, είναι σκοτάδι. Ο κόσμος που κτίζουν δεν έχει θέση για το απρόβλεπτο, ούτε για το άχρηστο και το περιττό που γέννησε την πρόοδο. Αυτή η νέα θρησκεία είναι ο θάνατος κάθε πνευματικής πρωτοπορίας και το μνημείο μιας νέας βαρβαρότητας.
    Οι ανθρωπιστικές σπουδές υπάρχουν για να υπενθυμίζουν ότι δεν είναι όλα για πούλημα. Δεν γεννήθηκαν για να εξυπηρετήσουν αγορές, αλλά για να αμφισβητήσουν την ίδια την έννοια της αγοράς. Είναι το τελευταίο οχυρό του ερωτήματος «γιατί υπάρχουμε;» σε έναν κόσμο που ζητά business plan για τα πάντα. Ένας πολιτισμός που απορρίπτει αυτό το ερώτημα, χάνει το μέτρο του.
    Αν υπάρξει νέα Αναγέννηση, δεν θα προκύψει από τεχνολογικούς επιταχυντές, αλλά από την ανάκτηση του δικαιώματος στη “σπάταλη” σκέψη: εκείνης που δεν απολογείται, δεν υπολογίζει, δεν φοβάται να είναι άχρηστη.
    Ίσως, στο τέλος, το μόνο που θα απομείνει από την υπερβολή της χρησιμοθηρίας θα είναι μια συλλογή από άδειους ναούς και παγωμένες γκαλερί, προσκυνήματα σε μια εφήμερη ιδέα προόδου που αρνείται να κοιτάξει πίσω, επειδή φοβάται να δει τον εαυτό της γυμνό. Και τότε, ίσως, κάποιοι λίγοι θα γελάσουν πικρά, όχι γιατί θα είναι πιο σοφοί, αλλά γιατί θα γνωρίζουν πως η “χρήσιμη” κοινωνία έχασε τον μόνο θησαυρό που δεν μπορεί να αγοράσει.

  • Η πόρτα της Βεγγάζης

    Η πόρτα της Βεγγάζης

    Η Ευρώπη της επίπλαστης νομιμότητας και η διπλωματία του αυτοεξευτελισμού

    Η εικόνα έχει κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό: ευρωπαίοι αξιωματούχοι αποβιβάζονται στη Βεγγάζη με την άνεση πολιτισμικού τουρίστα· προορισμός, η αποκαλούμενη «Άλλη Λιβύη» – αυτή που δεν τους κάλεσε. Κι όταν τους απαγορεύεται η είσοδος, εκείνοι περιορίζονται σε φράσεις όπως «ουδέποτε αισθανθήκαμε προσβεβλημένοι». Είναι η πλέον κομψή παραδοχή γελοιοποίησης.

    Το περιστατικό δεν είναι πρωτοφανές, ούτε ιδιαιτέρως περίπλοκο. Είναι απλώς αποκαλυπτικό. Της αδυναμίας της ΕΕ να κατανοήσει το ίδιο το πεδίο στο οποίο επιχειρεί. Της ελληνικής προσέγγισης που συγχέει την «παρουσία» με τη γεωπολιτική συνείδηση. Και του τρόπου με τον οποίο ένας λιβυκός πολέμαρχος επέλεξε να διδάξει στους Ευρωπαίους, χωρίς καν να μιλήσει, ότι δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να συμμερίζονται την ευρωπαϊκή φαντασίωση της νομιμότητας.

    Η Λιβύη ως καθρέφτης της ευρωπαϊκής αυταπάτης

    Δεκατρία χρόνια μετά την πτώση Καντάφι, η Λιβύη παραμένει ένα διαιρεμένο κράτος, με θεσμούς-φαντάσματα και εξουσίες χωρίς πρόσημο, παρά μόνο με περιοχές επιρροής. Η Τρίπολη διατηρεί τον διεθνή τίτλο της κυβέρνησης. Η Βεγγάζη, όμως, διατηρεί κάτι βαθύτερο: τη βεβαιότητα πως δεν λογοδοτεί σε κανέναν.

    Απέναντι σ’ αυτή τη γεωγραφία της αμφισημίας, η ΕΕ επιμένει να λειτουργεί ως ναυαγοσώστης χωρίς ακτή. Ομιλεί για κράτος δικαίου, υπογράφει συμφωνίες, στέλνει εκπροσώπους με φωτογραφικά συνεργεία, αλλά αδυνατεί να διακρίνει το αυτονόητο: χωρίς στοιχειώδη συνοχή, δεν υπάρχει ούτε αποδέκτης, ούτε συνομιλητής.

    Και όταν επισκέπτεσαι τη μία πλευρά ενός διαιρεμένου τόπου και περιμένεις η άλλη να σε καλωσορίσει, αυτό δεν λέγεται διπλωματία· λέγεται ναρκισσισμός αποικιοκρατικής νοσταλγίας.

    Το αόρατο κέντρο και ο γεωγραφικός πατριωτισμός

    Η Ελλάδα, ως μεσογειακή πρώτη γραμμή, πασχίζει να δείξει ότι παραμένει παρούσα στο λιβυκό ζήτημα. Μόνον που η παρουσία δεν είναι ούτε συνώνυμο του ρόλου, ούτε εγγύηση κύρους. Η μόνιμη επίκληση της «απειλής κατά της Κρήτης» προσδίδει μια τοπική διάσταση σε ένα ζήτημα που απαιτεί κοσμοπολιτική οξυδέρκεια. Δεν αρκεί να δηλώνεις εταίρος· οφείλεις να κατανοείς και το πεδίο, και το παιχνίδι.

    Η Ελλάδα έφτασε στη Βεγγάζη ζητώντας συνεργασία στο μεταναστευτικό. Ο Χαφτάρ, με ένα σχεδόν τελετουργικό “όχι”, υπενθύμισε πως δεν συζητάς για τα σύνορα μιας χώρας, χωρίς να αναγνωρίζεις το ποιος τα ελέγχει. Όχι επειδή έχει δίκιο. Αλλά επειδή -όπως φαίνεται- έχει το έδαφος.

    Η Ευρώπη που δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της

    Η ΕΕ σήμερα δεν υποφέρει από έλλειψη ισχύος. Υποφέρει από υπαρξιακή αδυναμία αναγνώρισης των ορίων της. Ανίκανοι να παραδεχθούν την αποτυχία στη Λιβύη, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συνεχίζουν να παρελαύνουν σαν σε συνέδριο ανθρωπισμού, την ώρα που η χώρα βυθίζεται στη βία, τη διαφθορά και την εργαλειοποίηση του ανθρώπινου πόνου.

    Η Κομισιόν σιωπά. Οι εθνικές κυβερνήσεις αυτοσυγχαίρονται για το «θάρρος» της παρουσίας τους. Και οι λαθρέμποροι συνεχίζουν να θησαυρίζουν στην πλάτη ανθρώπων που, για την Ευρώπη, υπάρχουν μόνο ως “ροές”.

    Δεν σας πέταξε έξω ο Χαφτάρ. Η ίδια σας η ύβρις το έκανε.

    Η διπλωματία δεν είναι τελετή. Είναι πράξη γνώσης, σύγκρουσης, υποχώρησης και ενίοτε ήττας. Στη Βεγγάζη, η Ευρώπη ηττήθηκε όχι από τα όπλα, αλλά από την αυταπάτη της. Πήγε να νομιμοποιήσει το δικό της αφήγημα και βρέθηκε μπροστά σε μια πόρτα που δεν της άνοιξε ποτέ.

    Αν δεν αντιληφθεί πως ο κόσμος δεν οφείλει να συμμερίζεται τη δυτική αυτοεικόνα, θα συνεχίσει να πετάει αξιωματούχους σε εδάφη που δεν την αναγνωρίζουν, και μετά να αναρωτιέται γιατί δεν έγινε σεβαστή.

  • Η αυτομόρφωση ως αντίδοτο στην πολιτισμική αποσύνθεση

    Η αυτομόρφωση ως αντίδοτο στην πολιτισμική αποσύνθεση

    Σε έναν κόσμο που κυριεύεται από την επιφάνεια, τη φλυαρία και την ταχύτητα, όπου η ουσία θάβεται κάτω από έναν ορυμαγδό άχρηστων πληροφοριών, η αυτομόρφωση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μια αναγκαία, επαναστατική πράξη. Μια φωτιά που σιγοκαίει στο σκοτάδι της αδιαφορίας. Το μόνο αληθινό όπλο απέναντι στη βουβή αποσύνθεση της ψυχής..

    Η κοινωνία μας έχει κατρακυλήσει σε έναν βούρκο φτηνών συνθημάτων και εύκολων απαντήσεων. Τα φτηνά συνθήματα που κυκλοφορούν σαν δήθεν σοφίες, είναι οι αλυσίδες που δένουν το μυαλό σε έναν αιώνιο λήθαργο. Οι μαζικές ψευδαισθήσεις, η «κουλτούρα» του τίποτα, είναι ο καρκίνος που διαβρώνει το σώμα της κοινωνίας. Αυτές οι κούφιες φράσεις, που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, σαν προσευχές που χάνουν το νόημά τους, είναι το δηλητήριο που επιταχύνει την πτώση. Τα συνθήματα είναι το καταφύγιο των ανόητων και η γλώσσα των αδιάφορων μια μάσκα που καλύπτει το κενό, το κενό που όλο μεγαλώνει μέσα μας.

    Αυτές οι φράσεις-καραμέλες, χωρίς ουσία και βάθος, διαδίδονται σαν νόμος, αποπροσανατολίζοντας, αδρανοποιώντας, απαλύνοντας τις τύψεις και την ανάγκη για σκέψη. Είναι η φτηνή πολυτέλεια της μαζικής κουλτούρας, που εξοντώνει τη μοναδικότητα και σπρώχνει τον άνθρωπο να γίνει απλώς ένας ακόμα πελάτης στην αγορά της ψευδαίσθησης.

    Αλλά η αυτομόρφωση, αυτή η προσωπική, ατομική επανάσταση, απαιτεί κάτι που η εποχή μας μισεί: χρόνο, υπομονή και πειθαρχία. Απαιτεί τον πόνο της αλήθειας, την αμφισβήτηση ακόμα και του ίδιου μας του εαυτού. Δεν είναι ένας δρόμος στρωμένος με λουλούδια, ούτε μια γρήγορη συνταγή επιτυχίας που την καταπίνεις με ένα κλικ. Είναι μια βουτιά στα βαθιά, στα ανοιχτά νερά της γνώσης και της αυτοκριτικής.

    Η αυτομόρφωση είναι η φωτιά που καίει τις αλυσίδες της μάζας, η γλώσσα που σπάει τη σιωπή της πνευματικής νάρκης. Είναι η απάντηση στην πολιτισμική ερήμωση που μας περιβάλλει, το μοναδικό φως μέσα στη ζοφερή ομίχλη της επιφανειακότητας.

    Μέσα από αυτήν την προσωπική αναζήτηση, μέσα από τον αδυσώπητο αγώνα για βαθύτερη κατανόηση, ο πολιτισμός αναγεννιέται όχι σαν αφηρημένη ιδέα, αλλά μέσα από τον κάθε άνθρωπο που αρνείται να γίνει συνένοχος στην πτώση. Που δεν συμβιβάζεται με την ηλιθιότητα, την απάθεια και τη μοιρολατρία.

    Η αυτομόρφωση δεν είναι τελικός σταθμός, είναι ένας ατέλειωτος δρόμος. Ένας δρόμος που απαιτεί θάρρος να κοιτάξουμε πέρα από το φανταχτερό, πέρα από τα εύκολα, πέρα από τον θόρυβο της στιγμής. Χρειάζεται τη δύναμη να παλέψουμε ενάντια στην επιθυμία για άμεση ικανοποίηση, να σκάψουμε κάτω από το ψεύδος και να βρούμε την αλήθεια, ακόμα κι αν αυτή πονάει, ακόμα κι αν μας ανατρέπει.

    Αυτή η επιλογή είναι ο πυρήνας της ελευθερίας. Η ελευθερία να σκεφτόμαστε μόνοι μας, να νιώθουμε βαθύτερα, να ζούμε με νόημα. Κάθε φορά που επιλέγουμε να γυρίσουμε την πλάτη σε άτοπες συνθηματολογίες και να προτιμήσουμε την πραγματική αναζήτηση της γνώσης, κάθε φορά που αρνούμαστε να γίνουμε θύματα της μαζικής αμορφωσιάς, χτίζουμε έναν κόσμο πιο φωτεινό και πιο ανθρώπινο.

    Ο αγώνας για αυτομόρφωση είναι σκληρός και μοναχικός. Δεν είναι για όλους. Αλλά είναι η μόνη άμυνα απέναντι στην ακαριαία, ψευδή ευχαρίστηση που μας πνίγει, την επιφάνεια που μας καταβροχθίζει και την πολιτισμική αποσύνθεση που μας απειλεί.

    Ας μην ξεχνάμε: δεν υπάρχει σωτηρία χωρίς μάθηση, χωρίς αγώνα, χωρίς θυσία. Η αυτομόρφωση δεν είναι απλά μια επιλογή. Είναι ο τελευταίος φάρος μέσα στο χάος, η ελπίδα που δεν θα σβήσει όσο υπάρχει ένας άνθρωπος που τολμά να ψάξει, να μάθει, να σκεφτεί.