Category: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

  • Ο εικαστικός Στέλιος Ταντούρης στο Vérité και τη Δέσποινα Καρπούζη

    Ο εικαστικός Στέλιος Ταντούρης στο Vérité και τη Δέσποινα Καρπούζη

    Υπάρχει μια παράξενη γοητεία στα πράγματα που ο χρόνος και οι άνθρωποι αποφάσισαν να προσπεράσουν. Σκουριασμένα μέταλλα, γρανάζια που σταμάτησαν να γυρίζουν, βίδες που έχασαν τον προορισμό τους. Για τους περισσότερους, αυτά είναι το τέλος μιας διαδρομής. Για τον Στέλιο Ταντούρη, είναι η αφετηρία μιας νέας ύπαρξης.

    Ο διακεκριμένος εικαστικός και ακτιβιστής, με το project REGENESIS και τη δράση του στην UNESCO, δεν ανακυκλώνει απλώς υλικά· ανακυκλώνει την έννοια της αξίας. Από την τραχιά Ελευσίνα των ναυπηγείων μέχρι τις διεθνείς καλλιτεχνικές σκηνές, ο Ταντούρης παλεύει με το ατσάλι για να μας αποδείξει ότι η ομορφιά δεν είναι πάντα λαμπερή και καινούργια. Συχνά, είναι τραχιά, οξειδωμένη και κουβαλάει πάνω της το βάρος μιας προηγούμενης ζωής. Στη συζήτηση που ακολουθεί, επιχειρούμε να χαρτογραφήσουμε τη διαδρομή ενός καλλιτέχνη που επέλεξε να δώσει φωνή σε όσα ο πολιτισμός μας επέλεξε να σωπάσει.

    Δέσποινα Καρπούζη: Κύριε Ταντούρη, ξεκινήσατε από έναν τόπο όπου η βιομηχανική σκουριά είναι το κυρίαρχο τοπίο. Αναρωτιέμαι, στην αρχή της πορείας σας, το μέταλλο ήταν για εσάς ένας εχθρός που έπρεπε να δαμάσετε ή ένας παλιός φίλος που σας ψιθύριζε τις ιστορίες του;

    Ταντούρης Στέλιος: Είναι αλήθεια ότι η Ελευσίνα, ο τόπος της καταγωγής μου, για τον οποίο είμαι υπερήφανος, έχει πολλά σημεία όπου το μέταλλο και η βιομηχανική σκουριά είναι άκρως αισθητή. Στην αρχή της πορείας μου δεν το είδα ούτε ως εχθρό ούτε ως φίλο. Το μέταλλο ήταν απλώς παρόν.

    Μεγαλώνοντας και δημιουργώντας  κατάλαβα ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να το κατανοήσεις. Να κάτσεις δίπλα του και να ακούσεις τις ιστορίες που έχει να σου πει. Ιστορίες φθοράς αλλά και αντοχής ανθρώπων του μόχθου. Κανένα υλικό από αυτά που δουλεύω δεν το θεωρώ άψυχο. Τα αντιμετωπίζω όλα ως σώματα που έχουν ζήσει, που έχουν εκπληρώσει τον πρωτεύοντα ρόλο δημιουργίας τους έχοντας την ανάγκη να αποκτήσουν έναν άλλο ρόλο. Όταν δεν έχεις την διάθεση να συγκρουστείς μαζί τους και να τα δαμάσεις αλλά να τα κατανοήσεις τότε όλα γίνονται πιο εύκολα όσον αφορά την έμπνευση. Μέσα από αυτή την κατανόηση και τον διάλογο θεωρώ ότι  γεννήθηκε και διαμορφώθηκε και η περιβαλλοντική μου συνείδηση. Γιατί όταν δίνεις δεύτερη ζωή σε κάτι που θεωρείται σκουπίδι, δεν κάνεις μόνο Τέχνη, κάνεις την δική σου μορφή αντίστασης απέναντι στη λογική της υπερκατανάλωσης. Το μέταλλο, δεν ήταν φίλος μου από την αρχή.  Έγινε όμως φίλος μου όταν έμαθα να το ακούω και να το σέβομαι.

    Δέσποινα Καρπούζη: Το project σας «REGENESIS» έχει ταξιδέψει σε σχολεία, μουσεία και πλατείες. Ποια ήταν η στιγμή εκείνη στην πορεία σας που συνειδητοποιήσατε ότι η Trash Art δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό στυλ, αλλά μια επείγουσα ανάγκη για τον πλανήτη;

    Ταντούρης Στέλιος: Δεν υπήρξε μόνο μια στιγμή και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για αυτό. Όταν βλέπεις σε εκθέσεις του “REGENESIS” τον ενθουσιασμό και το ενδιαφέρον των επισκεπτών, ιδίως παιδιών μικρής ηλικίας, που θέλουν να αγγίξουν και να αισθανθούν τα υλικά του έργου, που ρωτάνε το πως έγινε, που βρέθηκαν τα υλικά , τότε καταλαβαίνεις πως η Τέχνη με απορρίμματα σε συνδυασμό με την δέουσα περιβαλλοντική ενημέρωση έχει την δύναμη να μιλήσει ειλικρινά και να αγγίξει την κοινωνία. Εκεί είναι που συνειδητοποιείς ότι η Τέχνη γίνεται εργαλείο εκπαίδευσης και διαμόρφωσης περιβαλλοντικού ήθους και ηθικής. Η Trash Art δεν γεννήθηκε ως αισθητική πρόταση για να το πω απλά, γεννήθηκε από την  ανάγκη να επαναδιαπραγματευτούμε την σχέση μας με την ύλη και με την ευθύνη μας απέναντι στην φύση. Όταν εκθέτουμε ένα έργο, δεν περιμένουμε να μας πουν πόσο όμορφο είναι. Περιμένουμε όμως τα ερωτήματα που θέτει στους επισκέπτες, περιμένουμε να ξυπνήσει συνειδήσεις , ακόμα και να γίνει η αφετηρία για μικρές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους με θετικό πρόσημο προς το περιβάλλον.

    Το σίγουρο είναι ότι όχι μόνο η Trash Art αλλά οτιδήποτε μπορεί να στρέψει την κοινωνία σε πιο φιλικές περιβαλλοντικές  πρακτικές είναι μείζονος σημασίας για τις ανάγκες και την κατάσταση του πλανήτη μας.

    Δέσποινα Καρπούζη: Υπάρχει μια τρομερή ένταση τη στιγμή που η φλόγα ενώνει δύο διαφορετικά κομμάτια μέταλλο. Καλλιτεχνικά, νιώθετε περισσότερο ως «γλύπτης» Που αφαιρεί ύλη ή ως «συγγραφέας» που συνθέτει μια νέα ιστορία από σκόρπιες λέξεις-εξαρτήματα;

    Ταντούρης Στέλιος: Όντως η στιγμή που ενώνεις δύο διαφορετικά κομμάτια μετάλλου έχει αρκετή ένταση. Προσωπικά την θεωρώ κρίσιμη γιατί δεν έχεις και πολλά περιθώρια λάθους. Όπως αναφέρατε και εσείς ο γλύπτης αφαιρεί περιττή ύλη ώστε να διαμορφώσει το έργο του σύμφωνα με την έμπνευση του. Στην δική μου περίπτωση προσθέτω ύλη, δεν σμιλεύω για να αποκαλύψω το έργο, συνθέτω διαφορετικά κομμάτια ύλης δίνοντας ένα νέο νόημα. Κάθε εξάρτημα όπως προανέφερα κουβαλά την δική του ιστορία χρήσης, φθοράς και εγκατάλειψης, οπότε αισθάνομαι πιο πολύ ως συγγραφέας που προσπαθεί να ενώσει όλα αυτά σε μια πρόταση με νόημα. Όπως και στην γραφή όμως θεωρώ σημαντικό κομμάτι ότι πρέπει να γνωρίζεις πότε θα πρέπει να αφαιρέσεις υλικό ώστε το έργο να μπορεί να σταθεί όχι σαν κάποια εικαστική υπερπαραγωγή αλλά ως έργο που εστιάζει στην ουσία αυτού που θέλεις να πεις.

    Δέσποινα Καρπούζη: Διατελείτε Διευθυντής Περιβάλλοντος στην UNESCO Πειραιώς και Νήσων. Πώς μεταφράζεται η αισθητική ενός εικαστικού σε θεσμικό λόγο; Μπορεί η τέχνη να γίνει η «Διπλωματία» που θα πείσει εκεί που τα στατιστικά στοιχεία αποτυγχάνουν;

    Ταντούρης Στέλιος: Δυστυχώς, συνήθως ο θεσμικός λόγος φοβάται το συναίσθημα, ενώ η Τέχνη ξεκινάει ακριβώς απ’ αυτό. Ως εικαστικός έχω μάθει να μιλάω με εικόνες. Στον θεσμικό χώρο, αυτό μεταφράζεται σε αφηγήσεις που συνδέουν τον άνθρωπο με το περιβάλλον και σίγουρα όχι ως δεδομένο ή ως αριθμό κάποιας στατιστικής. Πιστεύω ακράδαντα ότι ένα έργο Τέχνης μπορεί να λειτουργήσει ως κοινή γλώσσα ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες. Η Τέχνη μπορεί να γίνει μια μορφή διπλωματίας, και όταν λέω διπλωματία δεν εννοώ αυτή  που διαπραγματεύεται συμφέροντα, αλλά αυτή που μπορεί να αφυπνίσει συνειδήσεις.  Τα στατιστικά στοιχεία πείθουν το μυαλό μας,  η Τέχνη όμως είναι αυτή που αγγίζει την ψυχή μας.

    Στην συγκεκριμένη περίπτωση μιας και  μιλάμε για το περιβάλλον χρειαζόμαστε και τα δύο, αλλά αν πρέπει να εστιάσουμε  κάπου, θα πρότεινα να  ξεκινήσουμε από αυτό που μας κάνει να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε ότι ο πλανήτης μας  δεν είναι αριθμοί και στατιστικά στοιχεία, αλλά το  κοινό μας σπίτι.

    Δέσποινα Καρπούζη: Η παρουσία σας στο Πράσινο Κίνημα δείχνει μια διάθεση για έμπρακτη παρέμβαση. Φοβηθήκατε ποτέ μήπως η πολιτική σας ταυτότητα επισκιάσει την καλλιτεχνική σας καθαρότητα ή θεωρείτε ότι ο καλλιτέχνης σήμερα οφείλει να είναι «πολιτικό»;

    Ταντούρης Στέλιος: Χαίρομαι ιδιαίτερα για αυτή την ερώτηση. Ο φόβος υπάρχει μόνο όταν κάποιος αντιλαμβάνεται την Τέχνη ως κάτι αποστειρωμένο ή κάτι ως  αποκομμένο από την καθημερινότητα και την  πραγματικότητα. Προσωπικά ποτέ δεν τη βίωσα έτσι.  Η Τέχνη γεννήθηκε μέσα στον κόσμο και όχι έξω από αυτόν. Όπως γνωρίζουμε ο κόσμος μας  είναι πολιτικός, είτε το θέλουμε είτε όχι.

    Πιστεύω στην καθαρότητα της πρόθεσης, αν η πρόθεση είναι ειλικρινής και χωρίς προσωπικά συμφέροντα ή οφέλη τότε η πολιτική στάση δεν επισκιάζει την Τέχνη. Η συμμετοχή μου στο Πράσινο Κίνημα δεν προέκυψε ούτε ξαφνικά ούτε ως ταμπέλα. Ήταν η φυσική συνέχεια της ίδιας αγωνίας που με οδηγεί να μαζεύω απορρίμματα, να  δουλεύω με αυτά, αλλά και με ότι ο πολιτισμός μας θεωρεί αναλώσιμο και άχρηστο. Ο καλλιτέχνης – και  όχι μόνο σήμερα – δεν οφείλει να είναι πολιτικός με την κομματική έννοια όπως την εννοούμε σήμερα. Οφείλει όμως να είναι παρών στα θέματα που αφορούν την κοινωνία, να παίρνει θέση απέναντι στην αλλοτρίωση, στην αδικία, στις ανισότητες, στην περιβαλλοντική κατάρρευση και σε τόσα άλλα σημαντικά θέματα. Η σιωπή, στις μέρες μας, καλώς ή κακώς δεν είναι ουδετερότητα. Εγώ έχω επιλέξει να μιλώ  με τα έργα μου και με τη δημόσια παρουσία μου. Αν αυτό είναι πολιτικό, τότε το αποδέχομαι. 

    Δέσποινα Καρπούζη: Πολλοί δημιουργοί αναζητούν την τελειότητα του μάρμαρου ή την καθαρότητα του λευκού καμβά. Εσείς επιλέγετε το οξειδωμένο, το καμένο, το τσαλακωμένο.Τι βρίσκετε εικαστικά σε μια σκουριασμένη επιφάνεια που δεν μπορεί να σας το δώσει κανένα «καινούργιο» υλικό;

    Ταντούρης Στέλιος: Το καινούργιο δεν έχει ζήσει, δεν έχει να αφηγηθεί απολύτως τίποτα πέρα από την αισθητική που θα  του δώσει ο δημιουργός του.Το οξειδωμένο, το καμένο και το τσαλακωμένο έχει ζήσει, φέρουν πάνω τους τα σημάδια του χρόνου και της ύπαρξης τους,φέρουν μνήμη. Με ενδιαφέρουν ακριβώς αυτά τα υλικά,αυτά που έχουν κάτι να αφηγηθούν με την μη εξωραϊσμένη παρουσία τους. Αυτά έχουν μια ωμή ειλικρίνεια που μιλάει για την ιστορία τους.

    Σκοπός μου μέσα από τα έργα μου δεν είναι η κάλυψη και η  ωραιοποίηση αυτής της ιστορίας αλλά η ανάδειξη της. Ο κόσμος μας αποζητά εμμονικά  θα έλεγα το αψεγάδιαστο, εγώ επιλέγω το  τσαλακωμένο γιατί εκεί βρίσκεται το ανθρώπινο και η ουσιαστική ομορφιά. Δεν με ενδιαφέρει η τελειότητα του έργου όσο το τι έχει να πει στον επισκέπτη που θα το δει και τι συναισθήματα θα του προκαλέσει. Προσπαθώ όσο μπορώ να κρατήσω εμφανές αυτό που κρύβουμε συνήθως σήμερα στην κοινωνία μας κάτω από πολλές στρώσεις βαφής …

    Δέσποινα Καρπούζη: Έχετε δουλέψει πολύ με νέους ανθρώπους. Ποιο είναι το πιο «ακραίο»; μάθημα που πήρατε εσείς από ένα παιδί την ώρα που προσπαθούσε να δώσει μορφή σε ένα σκουπίδι;

    Ταντούρης Στέλιος: Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι το πιο “ακραίο” μάθημα το πήρα από πολλά παιδιά κατά την διάρκεια μια συν έκθεσης που πραγματοποίησα σε ένα Κέντρο Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας ΑμεΑ.Ήταν κάτι πρωτοποριακό, ωφελούμενοι του Κέντρου και εικαστικοί του REGENESIS ισότιμα σε μια εικαστική έκθεση με Ανακυκλώσιμα Υλικά χωρίς κανένα διαχωρισμό και χωρίς καμία προκατάλειψη.Κάθε έργο είχε την δική του αξία και συνέβαλε στο τελικό εικαστικό αποτέλεσμα της έκθεσης. Από εκεί έμαθα πως η δημιουργία δεν είναι προνόμιο για λίγους. Κατανόησα σε βάθος την ανάγκη να εκφραστούμε, να αφήσουμε το δικό μας αποτύπωμα και να συνδεθούμε με τους άλλους. Έμαθα, όπως έμαθαν και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες εικαστικοί του REGENESIS  ότι  η συμπερίληψη δεν είναι μόνο ηθική υποχρέωση. Τα παιδιά και οι άνθρωποι του Κέντρου μου θύμισαν ότι η Τέχνη γίνεται πραγματικά ζωντανή όταν καταργεί τις διακρίσεις, όταν ακούει και ενσωματώνει κάθε φωνή όσο διαφορετική και αν είναι. Αυτό το μάθημα το κουβαλώ σε κάθε έργο μου. Εκεί εμπέδωσα πραγματικά ότι η Τέχνη μπορεί να γίνει πράξη κοινωνικής σύνδεσης, και σεβασμού προς τον άνθρωπο.

    Δέσποινα Καρπούζη: Παρατηρώ ότι στο έργο σας υπάρχει μια έντονη «μεταφορά» για την ανθρώπινη ικανότητα να ανακάμπτει. Πιστεύετε ότι η διαδικασία του να παίρνετε κάτι σπασμένο και να το κάνετε έργο τέχνης, λειτουργεί ως μια υπόσχεση ότι και οι δικές μας εσωτερικές «ρωγμές» μπορούν να μεταμορφωθούν σε κάτι πολύτιμο;

    Ταντούρης Στέλιος: Κατ’ αρχάς  να σας πω ότι με τιμάει αυτή σας η παρατήρηση. Όταν συλλέγω από το αστικό περιβάλλον ένα κομμάτι μέταλλο ή ένα φθαρμένο αντικείμενο και το διαμορφώνω  ή το κάνω μέρος ενός εικαστικού έργου, δεν έχω ως στόχο να  δημιουργήσω  μόνο μια  οπτική σύνθεση, προσπαθώ  να αφηγηθώ με τον δικό μου τρόπο και με την δική μου εικαστική ματιά μια ιστορία επιβίωσης, μεταμόρφωσης και αναγέννησης. Οι δικές μας εσωτερικές ρωγμές, οι πληγές που κουβαλάμε, μπορούν να γίνουν κάλλιστα πηγή ομορφιάς.

    Πέρα από την εικαστική μου ιδιότητα, σε φιλοσοφικό επίπεδο θα ήθελα να το συνδέσω με την τεχνική του Κιντσούγκι στην Ιαπωνία, όπου τα σπασμένα κεραμικά ενώνονται με χρυσό, υπογραμμίζοντας τις ρωγμές αντί να τις κρύβουν.  Η αξία τους δεν αφορά την αψεγάδιαστη μορφή τους  αλλά τις γραμμές της φθοράς. Το κάθε σπάσιμο  είναι και μια μαρτυρία για το πέρασμα του χρόνου, για την ευθραυστότητα και για την  ικανότητα να ξαναγεννηθείς. Τώρα αν μεταφέρουμε όλο αυτό το σκεπτικό στον άνθρωπο, η πληγή, η ατέλεια και η αδυναμία δεν σημαίνει απόλυτα και την καταστροφή του ή την αποτυχία του. Εγώ το βλέπω  ως δυνατότητα και ευκαιρία επανάκαμψης και μεταμόρφωσης σε κάτι πιο δυνατό και με περισσότερη αξία. Κατά την άποψη μου το σπασμένο και το ελαττωματικό δεν είναι απαραίτητα και άχρηστο. Μπορεί να γίνει πολύτιμο. Αν δούμε λίγο διαφορετικά τις καταστάσεις, ίσως αυτό που κάποτε θεωρούσαμε ως ατέλεια να είναι αυτό που μπορεί να γίνει η πιο βαθιά μας ομορφιά!

    Δέσποινα Καρπούζη: Η κοινωνία μας συχνά «παροπλίζει» ό,τι δεν θεωρείται πια παραγωγικό. Εσείς, επιλέγοντας να δουλέψετε με «άχρηστα» υλικά, νιώθετε ότι επιτελείτε μια πράξη δικαιοσύνης; Είναι η τέχνη σας ένας τρόπος να αποδείξετε ότι η αξία δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά στην ιστορία που κουβαλάει πάνω της μια φθορά;

    Ταντούρης Στέλιος: Το βιώνω όντως ως μια πράξη δικαιοσύνης,αλλά όχι με την ηθικολογικη έννοια που προσδίδουμε στην δικαιοσύνη. Θα έλεγα πως πρόκειται περισσότερο για μια  πράξη σιωπηλής αποκατάστασης αν μπορώ να δώσω αυτόν τον χαρακτηρισμό. Τα υλικά που επιλέγω δεν  είναι άχρηστα, έχουμε  απλώς αποσύρει το βλέμμα μας και το ενδιαφέρον από πάνω τους. Τα έχουμε κρίνει, όπως  ακριβώς κρίνει και η κοινωνία μας ανθρώπους. Συχνά τους αποβάλει, όπως αποβάλλει και αυτά τα υλικά όταν σταματήσουν πια να  εξυπηρετούν έναν σκοπό. Στην κοινωνία που ζούμε έχουμε μάθει να ταυτίζουμε γενικά  την αξία με την υψηλή απόδοση και την τελειότητα.

    Η δική μου Τέχνη κινείται ακριβώς στον αντίποδα αυτής της λογικής. Υπενθυμίζω ότι η αξία δεν βρίσκεται στο άθικτο αλλά σ’ αυτό που υπήρξε, που άντεξε στην αμείλικτη πάροδο του χρόνου και εξακολουθεί να υπάρχει. Έτσι ακριβώς είμαστε και οι άνθρωποι. Δεν θεωρώ την φθορά ως  αποτυχία αλλά ως απόδειξη ύπαρξης, δύναμης και αντοχής. Ευτυχώς ο χώρος της Τέχνης λειτουργεί ως ένας χώρος όπου αυτά τα σημάδια φθοράς δεν χρειάζεται να κρυφτούν.

    Δέσποινα Καρπούζη: Αν η ανθρωπότητα ήταν σήμερα ένα δικό σας έργο, ένα γλυπτό Trash Art φτιαγμένο από όλα όσα έχουμε απορρίψει – υλικά και ηθικά – τι μορφή θα της δίνατε; Θα ήταν ένα πλάσμα που πασχίζει να πετάξει με σπασμένα φτερά ή ένας γίγαντας που μαθαίνει να περπατά ξανά, στηριζόμενος στις ίδιες του τις σκουριές;

    Ταντούρης Στέλιος: Για να πω την αλήθεια όταν διάβασα την ερώτηση, στο μυαλό μου έγινε εικόνα ένας συνδυασμός αυτών των δύο. Ένας γίγαντας όπως αρμόζει στην παρομοίωση της ανθρωπότητας με ένα σώμα γεμάτο ρωγμές αλλά και με φτερά που έχουν σπάσει και αποτυγχάνει να πετάξει. Αυτό όχι λόγω των σπασμένων φτερών αλλά από το βάρος που κουβαλάει και το εστιάζω πιο πολύ αυτό το βάρος στο ηθικό επίπεδο. Το φαντάζομαι πιο πολύ ως ένα έργο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ένα πλάσμα που ξαφνικά καταλαβαίνει, ίσως για πρώτη φορά ότι το βάρος του δεν είναι μόνο από τα υλικά  αλλά  τις επιλογές που το διαμόρφωσαν.  Στα  λάθη που έγιναν και δεν διορθώθηκαν, στις ευθύνες που δεν αναλήφθηκαν, αλλά μετατέθηκαν και στις αξίες που εγκαταλείφθηκαν όταν έπαψαν να εξυπηρετούν γεγονότα και καταστάσεις. Δεν γνωρίζω ειλικρινά αν θα καταφέρει ποτέ να πετάξει ή να περπατήσει, αυτό που πιστεύω ότι είναι σίγουρο, αν δεν επανεξετάσει και δεν αναπροσαρμόσει την στάση του, δεν πρόκειται να πάει πουθενά.

    Ακόμα και μέσα από την απόσταση μιας οθόνης ή ενός γραπτού λόγου, η δύναμη της φιλοσοφίας του Στέλιου Ταντούρη παραμένει αιχμηρή. Δεν χρειάζεται να αγγίξεις τα μέταλλά του για να νιώσεις τη θερμότητα της προσπάθειάς του, αρκεί να κοιτάξεις τον κόσμο γύρω σου με το δικό του βλέμμα.

    Στο Vérité, αναζητούμε την αλήθεια που κρύβεται στις λεπτομέρειες. Και η αλήθεια του Στέλιου είναι μια υπενθύμιση ότι η «πτώση» ή η «οξείδωση» δεν είναι το τέλος. Η ανθρωπότητα, όπως και τα γλυπτά του, είναι ένα έργο σε εξέλιξη. Φτιαγμένο από θραύσματα, λάθη και σπασμένα κομμάτια που περιμένουν τη δική τους αναγέννηση. Ίσως τελικά, η μεγαλύτερη τέχνη να μην είναι η δημιουργία του τέλειου, αλλά η αποδοχή και η μεταμόρφωση του φθαρμένου.

  • Κάτω από τα Ραντάρ: Ο «Καποδίστριας» και ο θόρυβος που αποκαλύπτει περισσότερα από την ταινία

    Κάτω από τα Ραντάρ: Ο «Καποδίστριας» και ο θόρυβος που αποκαλύπτει περισσότερα από την ταινία

    Η ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή βγήκε στις αίθουσες με χρήματα της ομογένειας. Και πριν καν προλάβει να κριθεί ουσιαστικά ως κινηματογραφικό έργο, προκάλεσε έναν γνώριμο ελληνικό θόρυβο: ειρωνεία, καχυποψία, ιδεολογικές ταμπέλες, υπαινιγμούς. Λιγότερη συζήτηση για το ίδιο το έργο και περισσότερη αμηχανία για το γεγονός ότι… έγινε.

    Ο «ντόρος» γύρω από την ταινία δεν αφορά τελικά την αισθητική της. Αφορά κάτι βαθύτερο: ποιος δικαιούται να αφηγηθεί την ελληνική Ιστορία και με ποιους όρους.

    Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν είναι ακίνδυνο ιστορικό πρόσωπο. Ήταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, συγκρούστηκε με τοπικά συμφέροντα, προσπάθησε να οικοδομήσει κράτος εκεί όπου υπήρχαν μόνο φατρίες και δολοφονήθηκε από Έλληνες. Η ιστορία του δεν προσφέρεται για εύκολες αφηγήσεις. Μια ταινία για τον Καποδίστρια δεν μπορεί να είναι απλώς «ιστορική». Είναι αναγκαστικά πολιτική. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να ενοχλεί.

    Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν είναι ότι η ταινία χρηματοδοτήθηκε από την ομογένεια. Είναι ότι δεν χρηματοδοτήθηκε ουσιαστικά από το ελληνικό κράτος. Οι Έλληνες του εξωτερικού έβαλαν χρήματα για να ειπωθεί μια ιστορία που το επίσημο πολιτιστικό σύστημα αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα. Όχι με ευθεία άρνηση αλλά με εκείνη τη γνώριμη ελληνική στάση της σιωπηλής αποφυγής. Και εδώ γεννιέται το ερώτημα: Γιατί μια ταινία για τον πρώτο κυβερνήτη της χώρας χρειάστηκε τη διασπορά για να φτάσει στις αίθουσες;

    Ο Γιάννης Σμαραγδής είναι βολικός στόχος. Η αισθητική του, ο λόγος του, η εμμονή του με ιστορικά πρόσωπα τον καθιστούν εύκολο για ειρωνεία. Όμως η επικέντρωση στον δημιουργό λειτουργεί ως άλλοθι για να μην απαντηθεί το βασικό ερώτημα. Γιατί, ακόμη κι αν κάποιος δεν αγαπά τον Σμαραγδή, το ζήτημα παραμένει: θέλουμε ή δεν θέλουμε ιστορικό κινηματογράφο που δεν φοβάται την εθνική αυτοκριτική;

    Η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα με την Ιστορία ως παρελθόν. Έχει πρόβλημα με την Ιστορία ως ερώτημα. Ο Καποδίστριας θυμίζει ότι το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μέσα από συγκρούσεις, δολοφονίες, αποτυχίες και ευθύνες. Όχι μέσα από εθνικούς μύθους χωρίς κόστος. Και αυτή η υπενθύμιση δεν είναι βολική σε μια εποχή που προτιμά απλουστευτικά αφηγήματα.

    Ο «ντόρος» γύρω από την ταινία «Καποδίστριας» δεν λέει πολλά για την ταινία. Λέει όμως πολλά για εμάς. Για το πώς αντιμετωπίζουμε την Ιστορία, για το πώς αφήνουμε την ομογένεια να σηκώνει βάρη πολιτιστικής μνήμης και για το πόσο δύσκολα αντέχουμε αφηγήσεις που δεν χωρούν εύκολα σε ιδεολογικά κουτιά.

    Ίσως τελικά ο Καποδίστριας να μην ενοχλεί επειδή γυρίστηκε ταινία γι’ αυτόν. Αλλά επειδή, δύο αιώνες μετά, εξακολουθεί να μας θέτει ερωτήματα που δεν έχουμε απαντήσει. Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που η υπόθεση αυτή αξίζει να συζητηθεί – όχι στα φώτα, αλλά κάτω από τα ραντάρ.

  • Η Πάτρα φιλοξένησε την πρώτη πλήρως συμπεριληπτική ποιητική παρουσίαση στην Ευρώπη

    Η Πάτρα φιλοξένησε την πρώτη πλήρως συμπεριληπτική ποιητική παρουσίαση στην Ευρώπη

    «Εκ Βακχείας Μονογένεση» της Σοφίας Δευτερίγου – Ένα νέο μοντέλο καθολικής πρόσβασης στην τέχνη

    Μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης και πολιτιστικού παλμού, η Πάτρα υποδέχθηκε την πρώτη ενιαία, πλήρως συμπεριληπτική ποιητική έκδοση για τυφλοκωφούς, την «Εκ Βακχείας Μονογένεση» της ποιήτριας Σοφίας Δευτερίγου, μια πρωτοβουλία της Starthands και των Εκδόσεων Κάκτος.
    Η εκδήλωση αποτέλεσε ορόσημο στην ευρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα, συνδυάζοντας ποίηση, τεχνολογία, μουσική και τεχνητή νοημοσύνη σε μια πρωτόγνωρη συνύπαρξη τέχνης και προσβασιμότητας.

    Την εκδήλωση άνοιξε η δημοσιογράφος Ευτυχία Λαμπροπούλου, η οποία υποδέχθηκε την ποιήτρια και το συμπεριληπτικό κοινό.
    Ιδιαίτερη στιγμή αποτέλεσε η προβολή του Εθνικού Ύμνου σε ερμηνεία της σοπράνο Άννυς Φασσέα.
    Ακολούθησε το ποίημα «Για την Σημαία Μου» από τον μαθητή Σαράντο Φωτόπουλο,σε παράλληλη διερμηνεία στην νοηματική γλώσσα, υπενθυμίζοντας ότι «ο πολιτισμός φωλιάζει στην καρδιά των παιδιών».

    Ενώ η ψηφιακή προσβασιμότητα με το μέλλον επισφραγίστηκε με το χέρι της ποιήτριας μέσα στο χέρι της ρομποτικής πρέσβειρας προσβασιμότητας Sophia, σκορπίζοντας το μήνυμα  για διάδοση της γνώσης και της ανθρωπότητας. 

    Στη συνέχεια απηύθυναν χαιρετισμό:

    • Ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Περικλής Ρίπισης, εκπροσωπώντας τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών.
    • Η Αντιδήμαρχος Υγείας & Πρόνοιας Πατρέων Βίβιαν Σαμούρη, αναδεικνύοντας τον κοινωνικό αντίκτυπο της έκδοσης.
    • Η Αντιπεριφερειάρχης Κοινωνικής Πολιτικής Δυτικής Ελλάδας Γεωργία Ντάτσικα.
    • Η Αντιπρύτανης Φοιτητικής Μέριμνας & Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Πατρών Λένα Αλμπάνη, τονίζοντας τον ρόλο της ακαδημαϊκής κοινότητας στην καθολική πρόσβαση.
    • Ο τέως Υπουργός Πολιτισμού Πάυλος Γερουλάνος.
    • Η Πρόεδρος του MEP HELLAS Έστερ Παπανικολάου και ο διοικητικός σύμβουλος Πάρης Τσουμάνης, ανακοινώνοντας την πλήρη συμπερίληψη ατόμων με οπτικοακουστικές αναπηρίες στον οργανισμό.
    • Ο δημοσιογράφος Γιώργος Καρβουνιάρης, εκπροσωπώντας την ΕΣΗΕΠΗΝ και το ΠΑΣΟΚ.
    • Η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Σοφία Ζαχαράκη, με επίσημη επιστολή που χαιρέτισε την πανελλαδική καινοτομία της έκδοσης.

    Ιδιαίτερη στιγμή αποτέλεσε το μήνυμα του Ευάγγελου Βενιζέλου, ενώ προβλήθηκε και κοινωνικό μήνυμα σε σκηνοθεσία Κώστα Κιμούλη με αφήγηση Γρηγόρη Βαλτινού, γυρισμένο στον Φάρο Τυφλών Ελλάδος.

    Στη βραδιά συμμετείχαν με απαγγελίες οι καταξιωμένες καλλιτέχνες:

    • Ραδάμανθυς Αναστασάκης
    • Κωστής Σαββιδάκης
    • Θεοδώρα Σιάρκου
    • Γιούλικα Σκαφιδά

    Οι ερμηνείες συνοδεύονταν από παράλληλη μετάδοση στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα, ενώ προβλήθηκαν βίντεο-εικαστικά έργα και μουσικές συνθέσεις όπερας.

    Η τεχνητή νοημοσύνη είχε ενεργό ρόλο, μέσω της Andriana Manetta, CEO της Victorious Network, και της Sophia Robot, δίνοντας μια σαφή προοπτική του μέλλοντος της συμπεριληπτικής τέχνης.

    Η «Εκ Βακχείας Μονογένεση» αποτελεί πλήρως προσβάσιμη σειρά έργων με:

    • Braille
    • Ανάγλυφο QR για άτομα με απώλεια όρασης
    • Ελληνική Νοηματική Γλώσσα & διεθνή νοήματα
    • Προσαρμοσμένη νοηματική για παιδιά
    • Ηχητικό υλικό
    • Πλήρες ψηφιακό περιβάλλον προσβασιμότητας

    Ένα πρότυπο σύστημα αισθητηριακής και ψηφιακής συμπερίληψης που αναγνωρίζεται πλέον ως πρωτοποριακή ευρωπαϊκή εφαρμογή.

    Σημαντική ήταν η παρέμβαση της εκπαιδευτικού Αντιγόνης Σωτηρχοπούλου, πρώτης φιλολόγου της ποιήτριας, η οποία μίλησε για τη μαθητική της πορεία.
    Εξίσου συγκινητική η τοποθέτηση εκπροσώπου της κοινότητας Κωφών, που μοιράστηκε το προσωπικό της ταξίδι.

    Η  Αγγελική Νικολοπούλου, Διευθύντρια του Ειδικού Δημοτικού Σχολείου Κωφών-Βαρήκοων Πάτρας, η οποία τόνισε:

    «Η ποίηση της Σοφίας Δευτερίγου μας καλεί να βιώσουμε μια μυσταγωγία ένα έργο όντως δημοκρατικό, γιατί η δημοκρατία δεν μετριέται από τους νόμους της, αλλά από το βάθος της ανθρωπιάς της».

    Ο Ομότιμος Καθηγητής και τέως Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών Γιώργος Παναγιωτάκης υπογράμμισε ότι η Πάτρα αναδεικνύεται σε «πόλη-σύμβολο πολιτισμού, ισότητας και δημοκρατίας».

    Στο βήμα ανέβηκε και ο Μίμης Σκαναβής, Χημικός, Πρόεδρος ΠΑΛΟ και διευθυντής ΣΕΔΟΝΕ Π.Α.Λ.Ο., με τα λόγια του να αποδίδονται στη νοηματική από τον Γιώργο Στάθη.

    Χαιρετισμό απηύθυνε και η Πρόεδρος του ογκολογικού ιδρύματος ΕΛΠΙΔΑ Πάτρας, κ. Αναστασία Μανολοπούλου – Νικολοπούλου.

    Η ποιήτρια Σοφία Δευτερίγου, εμφανώς συγκινημένη, ευχαρίστησε το κοινό και τους φορείς, σημειώνοντας πως η «Εκ Βακχείας Μονογένεση επέστρεψε στο σπίτι της, στην Πάτρα».

  • Ο Πέτρος Τατσόπουλος στο Vérité και τον Κωνσταντίνο Μούσσα

    Ο Πέτρος Τατσόπουλος στο Vérité και τον Κωνσταντίνο Μούσσα

    Ο Πέτρος Τατσόπουλος είναι από τους λίγους Έλληνες συγγραφείς που συνδυάζουν ωμή εξομολόγηση, πολιτική οξύτητα, χιούμορ και κοινωνική παρατήρηση σε ένα ενιαίο σώμα έργου. Από την Καρδιά του Κτήνους μέχρι την Καλοσύνη των Ξένων, τους Ανήλικους και τώρα το Παιδί του Διαβόλου, η ζωή του μοιάζει να διαπερνά τα βιβλία του σαν υπόγειο ρεύμα.

    Η παρακάτω συνέντευξη επιχειρεί να ενώσει τον άνθρωπο, το τραύμα, τη λογοτεχνία και την τέχνη σε μια διαδρομή που ξεκινά από ένα ίδρυμα ΠΙΚΠΑ και φτάνει στο δημόσιο βίο.

    Κ. Μούσσας: Θα ξεκινήσω φέροντας στην παρέας μας έναν παλιό σου γνώριμο ποιητή, από τους σπουδαιότερους της γενιάς του.
    «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες. Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».
    Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς».
    Μανόλης Αναγνωστάκης.

    Πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί ακόμα να ταρακουνήσει μια κοινωνία ή έχουμε γίνει απλώς θεατές των αντιδράσεων; -Στο Παιδί του Διαβόλου περιγράφεις γλαφυρά μια κοινωνία σε βαθύ πνευματικό, ιδεολογικό και καλλιτεχνικό κώμα. Τι θα μπορούσε να αφυπνίσει έναν τέτοιο λαό που ερωτοτροπεί με τα άκρα και γελάει με τη σοβαρότητα;

    Π. Τατσόπουλος: Θα στεκόμουν σε δυο σημεία: Κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τους ανθρώπους. Ξέρεις, δεν μου αρέσει η λέξη «μάζες». Έχει συμβεί το εξής παράδοξο: την εποχή που έγραφε ο Μανόλης (και το λέω με  συγκίνηση γιατί τον είχα γνωρίσει σε ένα φεστιβάλ που διοργάνωναν τότε οι κομματικές νεολαίες, ήταν και θείος ενός πολύ φίλου συγγραφέα, του Θανάση Χειμωνά, ο οποίος μητέρα είχε όπως ξέρεις  τη Λούλα Αναγνωστάκη, αδερφή του Μανόλη) συνέβαινε λοιπόν το εξής: Από τη μια έβγαιναν πολύ λιγότερα βιβλία και ο κύκλος όσων διάβαζαν ειδικά ποίηση ήταν περιορισμένος, από την άλλη όμως αυτά τα λίγα βιβλία ήταν στο επίκεντρο της πολιτιστικής πραγματικότητας της εποχής κι εξαιτίας μελοποιήσεων Θεοδωράκη-Χατζιδάκι  είχαν περάσει στα χείλη του κόσμου. Θυμίζω ότι τον καιρό που ο Σεφέρης έπαιρνε το Νόμπελ πουλούσε μόλις κάποιες εκατοντάδες αντίτυπα. Τότε λοιπόν ίσως αυτό το ότι «ο στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες» δεν ίσχυε απόλυτα. Σήμερα όμως έχουμε περάσει σε ένα εξαιρετικά παράδοξο φαινόμενο γενικευμένου λειτουργικού αναλφαβητισμού. Και λέω παράδοξο διότι, παρότι σήμερα οι περισσότεροι έχουν πρόσβαση και μπορούν να διαβάσουν, τελικά δεν το κάνουν. Όταν ήμουν κάποτε αντιπρόεδρος στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, μου είχαν φέρει κάποιες στατιστικές, όπου ανέφεραν μεταξύ άλλων ότι ο ένας στους δυο απόφοιτους της βασικής εκπαίδευσης δεν διαβάζει ποτέ κανένα βιβλίο στην υπόλοιπη ζωή του. Ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Πώς λοιπόν να κινητοποιηθεί ο λαός από έναν στίχο; Ρωτούν κάποιοι γιατί δεν μιλάνε οι πνευματικοί άνθρωποι. Μα και να μιλούσαν, τους ξέρετε; -θα ρωτήσω εγώ. Θα καταλάβετε ποιοι μιλάνε;

    Κ. Μούσσας: Αυτός ο περίφημος στίχος του Αναγνωστάκη καταλήγει: «Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς». Είσαι άνθρωπος που κρίνεις και κρίνεσαι διαρκώς. Θα ήθελα να μου πεις κατά πόσο αυτή η ανάγκη σου είναι και ένα είδος αναπηρίας;

    Π. Τατσόπουλος: Δεν ξέρω, δεν μπορώ να σου πω. Μπορεί και να ‘ναι. Είναι πάντως ένα στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας μου. Είναι κάτι το οποίο φέρω και δεν μπορώ να απαλλαγώ από αυτό. Όπως κάποτε μου είπε ένας φίλος ότι έχω πολύ χιούμορ. Μα δεν υπάρχει πολύ ή λίγο χιούμορ. Είτε το έχεις είτε όχι. Το χιούμορ είναι μια λοξή ματιά στις φαιδρές πλευρές της πραγματικότητας. Ε, το ίδιο συμβαίνει και με την κριτική. Και πάλι όμως στην εποχή μας αυτό λειτουργεί παραμορφωτικά. Αυτό το «κρίνε για να κριθείς συνέβαινε και παλιότερα. όμως τότε η κακοπιστία ή τα λεγόμενα fake news δεν μπορούσαν να φτάσουν σε τέτοιο μαζικό βαθμό και με τόση ταχύτητα, όπως το μπορούν σήμερα. Κάποτε, ακόμα κι αν κάποιος σου ασκούσε την πιο σκληρή κριτική, ήξερες ότι είχες απέναντί σου ένα πραγματικό πρόσωπο, είχες τον Κωνσταντίνο για παράδειγμα, όχι έναν fake λογαριασμό, είχες ένα πραγματικό πρόσωπο όχι ένα ψεύτικο προφίλ. Είναι φοβερή αυτή η στρέβλωση. Ξέρεις έχει κατά τη γνώμη μου επέλθει συνολικά μια απενεχοποίηση της αποβλάκωσης. Και εννοώ δηλαδή το να μη νιώθεις άσχημα με το να λες βλακείες. Ο Umberto Eco το είχε ονομάσει «η εισβολή των ηλιθίων», αναφερόμενος στα social media.

    Κ. Μούσσας: Στο νέο σου βιβλίο περιγράφεις τα όσα συμβαίνουν στην εκκλησία και σε αυτό που εσύ ονομάζεις κύκλωμα συμφερόντων και εξουσίας που χειραγωγεί τους πιστούς. Θα ήθελα λοιπόν πριν κάνουμε μια πιο αναλυτική αναφορά σε όσα αναφέρεις στο «Παιδί του διαβόλου», να σε ρωτήσω αν έχεις γνωρίσει ένα πρόσωπο ή έχεις βιώσει μια κατάσταση που να σε έκανε να αμφιβάλεις για τον χώρο της εκκλησίας, την πίστη και τους ιερωμένους; Κάτι που να σε έκανε να πεις, «βρε μήπως κάνω λάθος; Μήπως είμαι υπερβολικός;»

    Π. Τατσόπουλος: Για να είμαι ειλικρινής, όχι. Δεν υπάρχει κάτι που να με έκανε να αμφιβάλω. Αντίθετα αυτό που με εκπλήσσει  είναι ότι το παρανοϊκό έχει περάσει ως κανονικότητα. Γι’ αυτό αναφέρομαι συχνά στο βιβλίο μου σε εκείνο το περίφημο παραμύθι του Άντερσεν «Τα καινούργια ρούχα του Βασιλιά». Όπου το παιδί βλέπει ότι ο Βασιλιάς είναι γυμνός, το φωνάζει και οι άλλοι αντί να κοιτάξουν τον Βασιλιά, κοιτάνε το παιδί. Αυτό το αίσθημα ότι το εξωφρενικό έχει περάσει ως κανονικότητα με εξοργίζει.Πάω για παράδειγμα σε μια εκπομπή, όπου λέω πως αν ο Παϊσιος όντως είχε πει ότι σ’ ένα διάλογό του με έναν άθεο είχε ρωτήσει μια σαύρα αν υπάρχει θεός, η σαύρα όχι μόνο κούνησε καταφατικά το κεφάλι της αλλά απάντησε και  σε άπταιστα ελληνικά: «ναι, υπάρχει». Αν όντως έγιναν έτσι τα πράγματα, τότε μάλλον ο Παϊσιος ήταν άτομο διαταραγμένο και θα έπρεπε να παίρνει φαρμακευτική αγωγή, σύμφωνα με την ψυχιατρική ρήση που λέει ότι «αν προσεύχεσαι στον Θεό, είσαι θρησκευόμενος. Αν όμως ο Θεός σού απαντάει, τότε είσαι ψυχωτικός». Για να μην πω για τα «θαύματα» που έδειχναν σε εκείνο το σίριαλ του Mega.  Αυτή η κανονικότητα λοιπόν, έχει οδηγήσει κάποιους να λένε δημόσια ό,τι μαλακίες θέλουν, χωρίς να απορεί κανείς. Όπως όταν βγαίνει ο Εφραίμ  που κουβαλάει από δω κι από ‘κει εκείνο το ύφασμα, το οποίο προέρχεται από τον 11ο ή τον  12ο αιώνα, τη λεγόμενη Αγία Ζώνη που τάχα θεραπεύει τα πάντα, καρκίνους  κλπ. –ε, δεν μπορώ να μην εξοργιστώ. Λένε τερατώδη ψέματα, με ποιο τρόπο δηλαδή βρέθηκε στα χέρια του Αποστόλου Θωμά,  στον οποίο λέει την έδωσε η Παναγία όπως ανέβαινε στα σύννεφα αεροπορικώς. Όλο αυτό το παραμύθι που θα είχε πρόβλημα και ο Άντερσεν να το πλασάρει, αυτός (ενν. ο Εφραίμ) το βάζει στα δελτία τύπου. Είναι δηλαδή αυτό που έλεγε ο Γκαίμπελς: «πείτε όσο μεγαλύτερο ψέμα μπορείτε για να γίνετε πιστευτοί». Από την άλλη είναι και αυτή η μεγάλη πλάνη ότι χάνεις το δίκιο σου όταν εκνευρίζεσαι. Ε, εγώ αυτό δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω στο πλαίσιο μιας σοβαρής, μειλίχιας συζήτησης. Θα εκραγώ. Και θεωρούν ότι αυτή η έλλειψη ψυχραιμίας είναι απόδειξη άδικου. Λάθος. Όταν ήμουν στη Βουλή είδα απίστευτα καθάρματα που δεν έχαναν ποτέ την ψυχραιμία τους. Δεν σημαίνει ότι είχαν δίκιο. Αυτό το θράσος θα ήταν αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια.

    Κ. Μούσσας: Πέτρο, τι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει τώρα;

    Π. Τατσόπουλος: Έχει επέλθει αυτή η «εισβολή  των ηλιθίων» που λέγαμε πριν λίγο. Να σου πω εδώ όμως κάτι άλλο, με αφορμή και το τελευταίο μου βιβλίο. Όπως δεν πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού, δεν πιστεύω και στην ύπαρξη του Διαβόλου. Και ο τίτλος του βιβλίου είναι δανεικός από μια εφημερίδα, την «Ελεύθερη Ώρα», την οποία έχω ονομάσει την αγαπημένη εφημερίδα των απανταχού διαταραγμένων. Η εφημερίδα αυτή λοιπόν αφού μου κότσαρε και μια μήνυση, σε πρωτοσέλιδό της με βάφτισε «το παιδί του Διαβόλου». Το οποίο είναι και μια ειρωνεία, αφού εγώ είμαι παιδί «Αγνώστου Πατρός», οπότε σκεφτόμουν γιατί να μην είναι ο διάβολος ο πατέρας μου. Και από την άλλη, η εκκλησία που υποτίθεται είναι το αντίπαλο δέος και με αυτήν ασχολούμαι και τις απάτες της και το άρμεγμα των πιστών στο βιβλίο μου, επειδή δεν μπορεί να σε εξοντώσει, να σε κάψει, το πολύ εύκολο και έξυπνο που κάνει είναι να σε βάλει απέναντι και να πει «ορίστε, αυτός εκφράζει τις απόψεις του Διαβόλου. Είναι αντίχριστος».

    Κ. Μούσσας: «Ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που πληγώνεται πιο εύκολα και θεραπεύει πιο αργά» λέει ο Χένρι Μίλερ.
    Εσύ γράφεις για να θεραπεύσεις ή για να εξηγήσεις τον εαυτό σου στον κόσμο;

    Π. Τατσόπουλος: Αν σκεφτείς ότι το πρώτο μου βιβλίο το έγραψα στα 18 και τώρα είμαι 66, δηλαδή μιλάμε για 48 χρόνια που γράφω. Εκείνο που είναι παγίδα στη δουλειά αυτή είναι να προσπαθείς να αρέσεις στο κοινό σου. Βέβαια υπάρχει και το δεδομένο ότι πολλά πράγματα που σ’ αρέσουν δεν θα καταφέρεις ποτέ να γράψεις για πολλούς και διάφορους λόγους. Πάντως αν γράψεις για να αρέσεις τελικά θα αποτύχεις.

    Κ. Μούσσας: Θα φέρω στην παρέα μας τώρα έναν μεγάλο συγγραφέα, τον οποίο ξέρω ότι κι εσύ εκτιμάς: «Η αλήθεια δεν γράφεται· αντέχεται», Φραντζ Κάφκα.

    Π. Τατσόπουλος: Ναι, πράγματι τον έχω σε τεράστια εκτίμηση. Ξέρεις ο Κάφκα δημιούργησε ένα ολόκληρο ποιητικό σύμπαν μέσα από προτάσεις που θα μπορούσε να τις είχε γράψει και ένας απλός λογιστής. Τόσο ξερό και στακάτο ήταν το ύφος του. Δεν χρησιμοποίησε μεταφορές ή τα συνηθισμένα λογοτεχνικά σχήματα. Γι’ αυτό άλλωστε απέδωσε με τόσο εξαιρετικό τρόπο το φαινόμενο του εσωτερικού ολοκληρωτισμού.

    Κ. Μούσσας: «Κάθε άνθρωπος κουβαλά έναν μυστικό εαυτό, που θα τον τρομάξει αν τον συναντήσει», Ντοστογιέφσκι.

    Θα ήθελα ένα σχετικό σχόλιο για κλείσιμο.

    Π. Τατσόπουλος: Για να σου πω σε παραλλαγή μια ρήση που αρέσει σε πολιτικούς και ειδικά σε αυτούς που φλερτάρουν με την εξουσία: αυτό το γνωστό «αρχή άνδρα δείκνυσι». Αυτό όμως να το δεις λίγο ευρύτερα. Ότι δηλαδή η πράξη και η ευκαιρία  είναι το δοκιμαστήριο για τον χαρακτήρα σου. Τα βιώματα είναι που θα δείξουν τι πραγματικά είσαι. Οι δοκιμασίες δείχνουν τον αληθινό χαρακτήρα σου, όχι βέβαια με την ηλίθια χριστιανική έννοια, όπου η δοκιμασία συχνά εξοντώνει τους πάντες, ακόμη κι εκείνους που υποτίθεται ότι δοκιμάζει. Περιμένω λοιπόν κάθε φορά τη δοκιμασία για να δω αν έχω κάποιο άλλο εαυτό πέρα από αυτόν που ήδη ξέρω.
     

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-titos-patrikios-sto-verite-kai-tin-anna-emmanoyil/
  • Κριτική του Μεταπολέμου: Αιχμηρά κριτικά κείμενα του Ρένου Αποστολίδη

    Κριτική του Μεταπολέμου: Αιχμηρά κριτικά κείμενα του Ρένου Αποστολίδη

    Η Κριτική του Μεταπολέμου συγκεντρώνει αιχμηρά κριτικά κείμενα του Ρένου Αποστολίδη, γραμμένα κατά την πρώτη περίοδο του περιοδικού Νέα Ελληνικά, που κυκλοφόρησε από το 1952 έως το 1959. Σ’ αυτά τα χρόνια ο Αποστολίδης παρακολουθεί την Ελλάδα να παλεύει να ανασυγκροτηθεί μετά τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο και απαντά με λόγο άτεγκτο, απέναντι σε κάθε μορφή πνευματικής στασιμότητας. Κρίνει αμείλικτα το εκπαιδευτικό κατεστημένο, την απονεκρωτική λειτουργία των θεσμών, τη μετριότητα της δημόσιας ζωής και τη συμβιβασμένη λογοτεχνία της εποχής.

    Η λεγόμενη «Γενιά του ’30» ( Βενέζης, ο Θεοτοκάς και ο Καραγάτσης κ.α) – γίνεται για εκείνον σύμβολο μιας δημιουργικής και ηθικής ανεπάρκειας που δεν μπορεί να εμπνεύσει τη μεταπολεμική ανανέωση.
    Μακριά από κομματικές γραμμές, ο Ρένος υπερασπίζεται ένα μόνο κριτήριο: την υψηλή ποιότητα και την αλήθεια.

    Σήμερα, δεκαετίες μετά, ο λόγος του παραμένει επίκαιρος (και πάντα θα μένει), γιατί λέει τα πράγματα χωρίς φόβο, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς διάθεση να γίνει αρεστός. Γιατί θυμίζει ότι η κριτική δεν υπάρχει για να μας παρηγορεί, αλλά για να μας ξυπνά. Και γιατί μας προκαλεί να μην αποδεχόμαστε μετριότητες ούτε στη λογοτεχνία ούτε στην κοινωνία. Μίλα χωρίς να λογαριάζει ποιον θα ενοχλήσει πάντα με Λόγο.

    Ο Ρένος διαβάζεται σήμερα για τον ίδιο λόγο που σόκαρε τότε: επειδή απαιτεί καθαρότητα, συνέπεια και πνευματικό θάρρος – αρετές που παραμένουν αναγκαίες.

  • Αισιοδοξία για συμφωνία για τα γλυπτά του Παρθενώνα

    Αισιοδοξία για συμφωνία για τα γλυπτά του Παρθενώνα

    Αισιόδοξος ότι μπορεί να βρεθεί μια μορφή λύσης για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, όπως την αντιλαμβάνεται η βρετανική πλευρά – δηλαδή μέσω δανεισμού ή ανταλλαγής εκθεμάτων – εμφανίστηκε ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν. Σε συνέντευξή του στους Times, άφησε να εννοηθεί ότι, παρά τις δυσκολίες που συσσωρεύονται εδώ και δύο αιώνες, εξακολουθεί να βλέπει περιθώρια συνεννόησης με την Ελλάδα.

    Το χιουμοριστικό σχόλιο του δημοσιογράφου

    Ο δημοσιογράφος των Times τον ρώτησε με χιούμορ:
    «Πριν από μερικά χρόνια είχα γράψει ότι αν τα Γλυπτά επέστρεφαν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της ζωής μου, θα έτρωγα ένα αντίτυπο των Times. Ευτυχώς», προσθέτει, «αυτή η περίεργη πράξη αυτοτιμωρίας φαίνεται πως δεν θα συμβεί, έτσι δεν είναι;»

    Το σχόλιο αυτό αξιοποιήθηκε ως αφετηρία για να αποτυπωθεί η εκτίμηση ότι η οριστική επιστροφή των Γλυπτών δεν φαίνεται ορατή στον άμεσο χρονικό ορίζοντα, τουλάχιστον όπως εξελίσσεται σήμερα η συζήτηση.

    «Το πιο δυσεπίλυτο πρόβλημα εδώ και 200 χρόνια»

    Στην ερώτηση αυτή, ο Τζορτζ Όσμπορν απάντησε:
    «Πάντα έλεγα ότι αυτό είναι το πιο δυσεπίλυτο πρόβλημα του μουσείου εδώ και 200 χρόνια. Πρέπει λοιπόν να έχεις λίγη ταπεινότητα όταν έρχεσαι και λες ότι θα το λύσεις».

    Παρά τη διαπίστωση της πολύπλοκης και ιστορικά φορτισμένης φύσης του ζητήματος, ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου ξεκαθάρισε ότι δεν εγκαταλείπει την ελπίδα για μια συμφωνία που θα μπορεί να σταθεί πολιτικά και νομικά και για τις δύο πλευρές.

    «Σημείο σύγκλισης» ανάμεσα σε Λονδίνο και Αθήνα

    Ο Όσμπορν τόνισε:
    «Είμαι ακόμα αρκετά αισιόδοξος. Αν όλοι προσεγγίσουμε το πρόβλημα με ανοιχτά μυαλά, υπάρχει ένα σημείο σύγκλισης που ικανοποιεί τις απολύτως κατανοητές απαιτήσεις του ελληνικού κράτους, αλλά και τις δικές μας ανάγκες και τους νόμους μας. Κι αν το καταφέρουμε, θα έχουμε την ευκαιρία να φέρουμε εδώ μερικά υπέροχα αντικείμενα».

    Με τη φράση αυτή αφήνει να εννοηθεί ότι μια συμφωνία δανεισμού ή ανταλλαγής θα μπορούσε, κατά τη βρετανική προσέγγιση, να συνδυάσει:
    την ικανοποίηση των ελληνικών αιτημάτων σε ένα βαθμό,
    με τη διατήρηση της νομικής και θεσμικής θέσης του Βρετανικού Μουσείου,
    και την προοπτική να εκτεθούν στο Λονδίνο «υπέροχα αντικείμενα» από την Ελλάδα ως αντιστάθμισμα.

    Παρότι δεν μίλησε για οριστική επιστροφή, ο Όσμπορν επιχείρησε να προβάλει την εικόνα ενός «ρεαλιστικού συμβιβασμού», ο οποίος –κατά τη δική του οπτική– θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κοινά αποδεκτή λύση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

  • «Εδώ μιλάνε για λατρεία»: Ο Βύρωνας Κριτζάς αφηγείται την ιστορία των Κόρε. Ύδρο. πίσω από την κάμερα

    «Εδώ μιλάνε για λατρεία»: Ο Βύρωνας Κριτζάς αφηγείται την ιστορία των Κόρε. Ύδρο. πίσω από την κάμερα

    Οι Κόρε. Ύδρο. δεν ήταν ποτέ μια συνηθισμένη περίπτωση στην ελληνική μουσική σκηνή. Για κάποιους ήταν απλώς μια μπάντα από την Κέρκυρα, για άλλους –όπως και για εμένα– ήταν μια «θρησκεία» με φανατικούς πιστούς και ορκισμένους πολέμιους. Αυτή ακριβώς την ένταση, το πάθος και την ιδιαίτερη καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Παντελή Δημητριάδη και του Αλέξανδρου Μακρή, ήρθε να αποτυπώσει το ντοκιμαντέρ «Εδώ μιλάνε για λατρεία».

    ​Στην καρέκλα του σκηνοθέτη συναντάμε τον Βύρωνα Κριτζά. Γνωστός μας ως μουσικός δημοσιογράφος, ο Βύρωνας τόλμησε να περάσει στην αντίπερα όχθη: από αυτόν που κρίνει και καταγράφει, σε αυτόν που δημιουργεί και εκτίθεται. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία βαθιά συναισθηματική, ειλικρινής και –κυρίως– «χειροποίητη».

    ​Με αφορμή την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ, και την επερχόμενη προβολή, μιλήσαμε μαζί του για τη μετάβαση από την πένα στην κάμερα, τη δύσκολη ισορροπία μεταξύ φιλίας και σκηνοθεσίας, αλλά και για το τι τελικά σημαίνει «λατρεία» στην τέχνη.

    Δέσποινα Καρπούζη: Βύρωνα, σε γνωρίζουμε χρόνια μέσα από την πένα σου ως μουσικό συντάκτη. Πόσο «τρομακτική» ή απελευθερωτική ήταν η στιγμή που άφησες το στυλό και έπιασες την κάμερα; Υπήρξε φόβος μήπως κριθείς αυστηρά από τον χώρο μας;

    Βύρωνας Κριτζάς: Δεν έπιασα ποτέ κάμερα, άλλοι την κρατούσαν! Επίσης πρέπει να σου πω ότι ο μπούσουλας, καθ’ όλη τη διάρκεια, ήταν τα κείμενα που έγραφα σε word: Ένα πειστικό treatment για να βρούμε λεφτά, οι ερωτήσεις προς τους ομιλητές, το πλάνο γυρισμάτων, το σενάριο-οδηγός για το μοντάζ. Πολύ γράψιμο! Η σκηνοθεσία δε με τρόμαξε. Είχα και ανθρώπους οι οποίοι ήξεραν καλά το τεχνικό κομμάτι, όπως π.χ. ο Γιάννης Κολόζης, που ανέλαβε τη Διεύθυνση Φωτογραφίας, και βέβαια η Μαρίνα Δανέζη, που ήταν η παραγωγός μας και με ενθάρρυνε από την αρχή. Ήξερα καλά το θέμα μου, ήμουν οργανωτικός, είχα πολύτιμους συνεργάτες, όλα αυτά με έκαναν να νιώθω ασφαλής.

    Δέσποινα Καρπούζη: Τώρα που βρέθηκες στην «αρένα» του δημιουργού και εκτίθεσαι στο κοινό, άλλαξε καθόλου ο τρόπος που θα γράφεις κριτική ή συνεντεύξεις από εδώ και πέρα; Έγινες, ίσως, πιο επιεικής με τους καλλιτέχνες τώρα που είδες τον κόπο από την άλλη πλευρά;

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-pantelis-dimitriadis-apoklistika-sto-verite-kai-ti-despina-karpouzi/

    Βύρωνας Κριτζάς: Εμένα ο «θεός» μου είναι ο αναγνώστης πάντα. Για αυτόν γράφω. Βέβαια και ο καλλιτέχνης δε μου είναι αδιάφορος… Πώς μπορείς να είσαι ειλικρινής και αληθινός, χωρίς να πληγώσεις; Πόσο πιθανό είναι να αλλάξεις κάποιον, να τον βοηθήσεις ουσιαστικά, τονίζοντας τα αδύναμα σημεία του; Αυτά είναι ερωτήματα που με έχουν απασχολήσει πολλές φορές, ακόμα και στα προσωπικά μου… Νομίζω με τα χρόνια γίνομαι πιο επιεικής. Και μάλιστα η τέχνη πολλές φορές βοηθάει. Μας κάνει πιο μαλακούς, πιο ανοιχτόκαρδους. Είδες την ταινία του Οικονομίδη; Ο πρωταγωνιστής είναι ένα αντιπαθητικό λαμόγιο, αλλά τον συμπονάμε. Μόνο η τέχνη μπορεί να το πετύχει αυτό.

    Δέσποινα Καρπούζη: Γνωρίζουμε ότι με τον Παντελή Δημητριάδη είστε φίλοι. Αυτό ήταν το μεγάλο σου όπλο, αλλά φαντάζομαι και η παγίδα. Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα ή στο μοντάζ που δυσκολεύτηκες να διαχωρίσεις τον ρόλο του «φίλου που προστατεύει» από αυτόν του «σκηνοθέτη που οφείλει να δείξει την αλήθεια»;

    Βύρωνας Κριτζάς: Δε νομίζω ότι υπάρχει μία αλήθεια. Αν έκανες εσύ το ντοκιμαντέρ, πιθανόν να έπιανες τον Παντελή από άλλη σκοπιά. Να εστίαζες π.χ. στις οικονομικές του δυσκολίες, στις ερωτικές του σχέσεις, στο πώς γράφει τραγούδια… Εγώ εστίασα αλλού. Νομίζω αυτό που κυριαρχεί είναι ένα αγαπητικό βλέμμα, το οποίο όμως αφήνει ανοιχτή την πόρτα στην αίσθηση αμηχανίας που ο ίδιος προκαλεί ως πρόσωπο. Αναρωτιέσαι αν είναι «ρόλος», όπως και όταν τον βλέπεις στη σκηνή, ή όταν τον γνωρίζεις από κοντά. Νομίζω και ο ίδιος αναρωτιέται.

    Δέσποινα Καρπούζη: Ο Παντελής είναι ένας καλλιτέχνης με πολύ συγκεκριμένη αισθητική και άποψη. Όταν ήρθε η ώρα να δει τον εαυτό του μέσα από τη δική σου σκηνοθετική ματιά, υπήρξαν σημεία που τον ξένισαν ή που είδε διαφορετικά απ’ ό,τι εσύ; Πώς γεφυρώσατε τυχόν διαφορετικές οπτικές πάνω στο τελικό αποτέλεσμα;

    Βύρωνας Κριτζάς: Ο Παντελής δεν είχε λόγο στο τελικό αποτέλεσμα. Είδε την ταινία στην αίθουσα. Στα γυρίσματα υπήρξαν στιγμές που αισθάνθηκε αμήχανα, όπως η σκηνή που τρώει φακές με τους γονείς του, ή η σκηνή που χορεύει και ξεγυμνώνεται μέσα στο δάσος. Εκεί λειτούργησε ως ηθοποιός που άκουγε τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Πάντως ούτε ο Αλέξανδρος Μακρής χρειάστηκε να εγκρίνει τις σκηνές του, ούτε κανένας άλλος, μας εμπιστεύτηκαν όλοι. Ευτυχώς.

    Δέσποινα Καρπούζη: Στο ντοκιμαντέρ βλέπουμε την έντονη ταύτιση του κοινού με τον πόνο, την αποτυχία και την απόρριψη που συχνά τραγουδάει ο Δημητριάδης. Τελικά, πιστεύεις ότι η «λατρεία» του τίτλου πηγάζει από τον μουσικό θαυμασμό ή από την βαθύτερη ανάγκη μας να βρούμε κάποιον που να έχει πονέσει όσο εμείς;

    Βύρωνας Κριτζάς: Λατρεύουμε τους Κόρε. Ύδρο. όχι επειδή έχουν πονέσει όσο εμείς, αλλά επειδή μπόρεσαν να εκφράσουν αυτό τον πόνο και να τον εξυψώσουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να καταλάβουμε τη σημασία του. Η ευαισθησία είναι προνόμιο – αυτό μας είπαν οι Κόρε. Ύδρο. Δεν είναι αδυναμία, όπως κάποιοι νομίζουν.

    Δέσποινα Καρπούζη: Φαντάζομαι πως είχες ώρες υλικού στη διάθεσή σου. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή, μια ατάκα ή ένα πλάνο που «πέθανε» στο μοντάζ, την αφαίρεσες με βαριά καρδιά για λόγους χρόνου, αλλά ακόμα και σήμερα σκέφτεσαι ότι ίσως έπρεπε να είχε μείνει μέσα;

    Βύρωνας Κριτζάς: Είχα πάρα πολύ υλικό, θα μπορούσε να γίνει και σειρά στο NETFLIX. Αλλά νομίζω ότι τα 88 λεπτά διάρκειας είναι αρκετά για ένα μουσικό ντοκιμαντέρ. Έχουμε και δουλειές…

    Δέσποινα Καρπούζη: Ζώντας από κοντά τη δυναμική μεταξύ του Παντελή και του Αλέξανδρου σήμερα, ένιωσες ότι ο κύκλος των Κόρε. Ύδρο. έχει κλείσει αμετάκλητα; Ή μήπως διέκρινες, έστω και αμυδρά, κάποια ‘χαραμάδα’ επικοινωνίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι μελλοντικό;

    Βύρωνας Κριτζάς: Όταν ξεκινούσαμε να σχεδιάζουμε το ντοκιμαντέρ, η σχέση τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Σήμερα παραμένει τυπική, αλλά επικοινωνούν πολύ συχνότερα. Για να καταλάβεις, είναι περίπου σαν ένα χωρισμένο ζευγάρι, που κάθε τόσο πρέπει να συνεννοηθεί για τη φροντίδα των «παιδιών» (των τραγουδιών). Αυτό που εγώ έχω εκλάβει είναι ότι αρνούνται να επανενωθούν όχι επειδή δε χωνεύουν ο ένας τον άλλον, αλλά επειδή αγαπάνε τους Κόρε. Ύδρο., τους σέβονται, τους έχουν στην καρδιά τους ως κάτι πολύτιμο, που κάποια στιγμή τελείωσε.

    Δέσποινα Καρπούζη: Κλείνοντας, μια υπόθεση εργασίας: Το ντοκιμαντέρ λέγεται «Εδώ μιλάνε για λατρεία». Αν έπρεπε να γυρίσεις ένα sequel σε 10 χρόνια από τώρα, με τους ίδιους πρωταγωνιστές αλλά σε άλλη φάση ζωής, τι τίτλο πιστεύεις –ή θα ήθελες– να είχε;

    Βύρωνας Κριτζάς: Αυτή ήταν η ροζ ταινία και τώρα ετοιμάζουμε την κίτρινη ταινία, «Εδώ μιλάνε για αλήθεια», με όλα τα κουτσομπολιά και τις ίντριγκες.

    Ευχαριστούμε τον Βύρωνα Κριτζά για την παραχώρηση της συνέντευξης. Το ντοκιμαντέρ «Εδώ μιλάνε για λατρεία» συνεχίζει το ταξίδι του στις αίθουσες και στα φεστιβάλ, θυμίζοντάς μας πως, μερικές φορές, η μουσική είναι κάτι παραπάνω από νότες: είναι καταφύγιο.

    Το «Εδώ μιλάνε για λατρεία» θα προβληθεί στο σινεμά Μικρόκοσμος της Αθήνας, την Παρασκευή 19/12, στις 22:30.

  • Παρουσίαση Βιβλίου: «Η ακροβασία του Ατομικισμού»

    Παρουσίαση Βιβλίου: «Η ακροβασία του Ατομικισμού»

    Οι Εκδόσεις Δαιδάλεος και ο συγγραφέας Τάσος Χαλιός σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του, με τίτλο «Η ακροβασία του Ατομικισμού», έναν διάλογο για το πέρασμα από το ανθρώπινο στο ανθρωπινότερο.

    Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου, 19:00
    Πολυχώρος Πολιτισμού “Δίελευσις”
    Λέσβου 15 & Πόρου 112, Κυψέλη

    Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

    • Πέτρος Τατσόπουλος (Συγγραφέας)
    • Ιάκωβος Σιαννούδης (Ψυχολόγος)

    Περιγραφή περιεχομένου:

    Μια εισαγωγή στον φιλοσοφικό ατομικισμό, απαλλαγμένη από ιδεολογικά στερεότυπα και θεωρητικές επιδείξεις. Μια πρόκληση σκέψης, χωρίς διδακτισμό, με μόνο ζητούμενο την ελευθερία της συνείδησης.

    Τρεις συγγενείς, ευρισκόμενοι κάτω από μεγάλη ψυχολογική πίεση, θα συναντηθούν σε ένα θερινό εξοχικό για ένα διήμερο. Το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης του σπιτιού θα αποκαλύψει έναν γνωστικό θησαυρό που προκαλεί ίλιγγο με την πρώτη ματιά. Ένα βιβλίο για τη φιλοσοφία του ατομικισμού, που διαβάζει ο μεγαλύτερος της παρέας, θα κινήσει το ενδιαφέρον των δύο νεαρών ανιψιών του, οι οποίοι θα επιδοθούν από κοινού σε έναν βομβαρδισμό ερωτήσεων σχετικά με τη φιλοσοφία που εκφράζει ο θείος τους. Θα εκφράσουν τις αντιστάσεις και τις αμφιβολίες τους, τις αγωνίες και τους φόβους τους για την ενδεχόμενη στροφή του ανθρώπου στον εαυτό του και την εγκατάλειψη των προτάσεων συλλογικής έκφρασης της ηθικής και των αξιών. Θα παλέψουν για την υπεράσπιση των ιδεολογιών τους, θα επιστρατεύσουν τους στοχαστές και τα ιστορικά πρόσωπα που τις γέννησαν και θα τρομοκρατηθούν μπροστά στην αμφισβήτησή τους. Θα εμπιστευτούν την πρόταση του θείου τους για την ανάπτυξη της ηθικής τους αποκλειστικά και μόνο από τη συνείδησή τους; Είναι ικανός ο άνθρωπος να ορίσει μόνος του το καλό και το κακό για τον εαυτό του και τους γύρω του; Είναι η στροφή προς το άτομο μια φίλαυτη ή φιλάλληλη διαδικασία; Μέσα από την πλοκή της ιστορίας και των διαλόγων, ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει την παρέλαση τριών ηθικών εκφράσεων των τελευταίων αιώνων και θα έρθει αντιμέτωπος με τη σύγκρουσή τους. Θα αποδειχθεί ο ατομικισμός μια πρόταση για την οικοδόμηση ελεύθερων και αυτόνομων προσωπικοτήτων; Ή μήπως είμαστε ανήμποροι από μόνοι μας να αλλάξουμε τον ρου της ιστορίας και χρειαζόμαστε φωτεινούς ηγέτες να μας οδηγήσουν; Υπάρχει κάτι να μας οδηγήσει από το ανθρώπινο… στο ανθρωπινότερο

  • Ο Νέρωνας και η Ελλάδα – Το παιχνίδι των ρόλων

    Ο Νέρωνας και η Ελλάδα – Το παιχνίδι των ρόλων

    Εκτός από τα βιβλία που σου προσφέρουν απλώς πληροφορίες υπάρχουν και αυτά που σου υπονομεύουν βεβαιότητες. Τούτο το βιβλίο, «Ο Νέρωνας και η Ελλάδα – Το παιχνίδι των ρόλων» κάνει κάτι τέτοιο.

    Διαβάζοντάς το, αντιλαμβάνεσαι πως η Ιστορία δεν είναι μια σταθερή αφήγηση, αλλά ένας καθρέφτης που θολώνει και καθαρίζει ανάλογα με το είδος του βλέμματος που επιλέγεις να της ρίξεις. Κάποια στιγμή , όσο μεγαλώνεις ξεφεύγεις – ελπίζω – από το άσπρο ή μαύρο, από το να “δικαιώσεις” ή να “κατηγορήσεις” τον Νέρωνα. Σκέφτεσαι και άλλα χρώματα, πώς ένας άνθρωπος – ή ένας αυτοκράτορας – μπορεί να γίνει ταυτόχρονα μύθος, παρεξήγηση, θέατρο και πολιτική πράξη.
    Και πώς η Ελλάδα, με τα δικά της σύμβολα και αγώνες, έγινε για εκείνον μια σκηνή όπου δοκίμασε ρόλους και μάσκες.

    Το όμορφο με αυτά τα βιβλία είναι ότι η κριτική σκέψη δεν γεννιέται από μεγάλα συμπεράσματα, αλλά από τις μικρές ρωγμές στην ιστορία που νομίζαμε πως ξέρουμε. Αρχίζεις να ρωτάς “γιατί;”, “μήπως όχι έτσι;”, “τι άλλο δεν είδα;”. Κι αυτή η μετατόπιση, αυτή η αθόρυβη εγρήγορση,
    είναι ο ανεκτίμητη.

  • Yikian: Μια ταινία για τον αγώνα της Μπουρκίνα Φάσο

    Yikian: Μια ταινία για τον αγώνα της Μπουρκίνα Φάσο

    Θεωρητικά η αποικιοκρατία έληξε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Φευ…

    Αυτό δεν συνέβη ποτέ, αντίθετα ακόμη και σήμερα ο ιμπεριαλισμός καλά κρατεί, πιο σκοτεινός, πιο ύπουλος. Οι μεγάλες δυνάμεις συνεχίζουν να καταληστεύουν τον φυσικό πλούτο των πρώην αποικιών τους, επεμβαίνουν στα εσωτερικά χωρών κατά το δοκούν με απώτερο σκοπό την εκμετάλλευση των φυσικών τους πόρων.

    Υπάρχει όμως μια χώρα στην Αφρική που κατάφερε να αποτινάξει τον αποικιοκρατικό ζυγό και με το παράδειγμά της να δώσει ελπίδα σε όλους τους καταπιεσμένους λαούς. Η Μπουρκίνα Φάσο. Ο πρόεδρός της, Ιμπραήμ Τραορέ με την στήριξη των Εθελοντών για την Υπεράσπιση της Πατρίδας και σχεδόν το σύνολο του λαού, πολέμησε ενάντια τόσο στην τζιχαντιστική απειλή που για χρόνια αποσταθεροπιοιούσε και τρομοκρατούσε τη χώρα, όσο και στο ζυγό των Γάλλων.

    Τον αγώνα αυτών των Εθελοντών παρακολουθεί η ταινία Yikian, του σκηνοθέτη Alidou Badini,η οποία κατέκτησε το πρώτο βραβείο στο παναφρικανικό φεστιβάλ κινηματογράφου Fespaco.

    Η κοινότητα των Μπουρκιναμπέ Ελλάδας μας προσκαλεί στην προβολή της ταινίας αυτής,η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 28 Νοεμβρίου, ημέρα Παρασκευή, στις 18:30, στο Studio New Star Art Cinema (Σπάρτης και Σταυροπούλου 33, Πλατεία Αμερικής).

    Η είσοδος είναι ελεύθερη και θα ακολουθήσει συζήτηση με συμμετοχή του σκηνοθέτη.