Η ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή βγήκε στις αίθουσες με χρήματα της ομογένειας. Και πριν καν προλάβει να κριθεί ουσιαστικά ως κινηματογραφικό έργο, προκάλεσε έναν γνώριμο ελληνικό θόρυβο: ειρωνεία, καχυποψία, ιδεολογικές ταμπέλες, υπαινιγμούς. Λιγότερη συζήτηση για το ίδιο το έργο και περισσότερη αμηχανία για το γεγονός ότι… έγινε.
Ο «ντόρος» γύρω από την ταινία δεν αφορά τελικά την αισθητική της. Αφορά κάτι βαθύτερο: ποιος δικαιούται να αφηγηθεί την ελληνική Ιστορία και με ποιους όρους.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν είναι ακίνδυνο ιστορικό πρόσωπο. Ήταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, συγκρούστηκε με τοπικά συμφέροντα, προσπάθησε να οικοδομήσει κράτος εκεί όπου υπήρχαν μόνο φατρίες και δολοφονήθηκε από Έλληνες. Η ιστορία του δεν προσφέρεται για εύκολες αφηγήσεις. Μια ταινία για τον Καποδίστρια δεν μπορεί να είναι απλώς «ιστορική». Είναι αναγκαστικά πολιτική. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να ενοχλεί.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν είναι ότι η ταινία χρηματοδοτήθηκε από την ομογένεια. Είναι ότι δεν χρηματοδοτήθηκε ουσιαστικά από το ελληνικό κράτος. Οι Έλληνες του εξωτερικού έβαλαν χρήματα για να ειπωθεί μια ιστορία που το επίσημο πολιτιστικό σύστημα αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα. Όχι με ευθεία άρνηση αλλά με εκείνη τη γνώριμη ελληνική στάση της σιωπηλής αποφυγής. Και εδώ γεννιέται το ερώτημα: Γιατί μια ταινία για τον πρώτο κυβερνήτη της χώρας χρειάστηκε τη διασπορά για να φτάσει στις αίθουσες;
Ο Γιάννης Σμαραγδής είναι βολικός στόχος. Η αισθητική του, ο λόγος του, η εμμονή του με ιστορικά πρόσωπα τον καθιστούν εύκολο για ειρωνεία. Όμως η επικέντρωση στον δημιουργό λειτουργεί ως άλλοθι για να μην απαντηθεί το βασικό ερώτημα. Γιατί, ακόμη κι αν κάποιος δεν αγαπά τον Σμαραγδή, το ζήτημα παραμένει: θέλουμε ή δεν θέλουμε ιστορικό κινηματογράφο που δεν φοβάται την εθνική αυτοκριτική;
Η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα με την Ιστορία ως παρελθόν. Έχει πρόβλημα με την Ιστορία ως ερώτημα. Ο Καποδίστριας θυμίζει ότι το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μέσα από συγκρούσεις, δολοφονίες, αποτυχίες και ευθύνες. Όχι μέσα από εθνικούς μύθους χωρίς κόστος. Και αυτή η υπενθύμιση δεν είναι βολική σε μια εποχή που προτιμά απλουστευτικά αφηγήματα.
Ο «ντόρος» γύρω από την ταινία «Καποδίστριας» δεν λέει πολλά για την ταινία. Λέει όμως πολλά για εμάς. Για το πώς αντιμετωπίζουμε την Ιστορία, για το πώς αφήνουμε την ομογένεια να σηκώνει βάρη πολιτιστικής μνήμης και για το πόσο δύσκολα αντέχουμε αφηγήσεις που δεν χωρούν εύκολα σε ιδεολογικά κουτιά.
Ίσως τελικά ο Καποδίστριας να μην ενοχλεί επειδή γυρίστηκε ταινία γι’ αυτόν. Αλλά επειδή, δύο αιώνες μετά, εξακολουθεί να μας θέτει ερωτήματα που δεν έχουμε απαντήσει. Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που η υπόθεση αυτή αξίζει να συζητηθεί – όχι στα φώτα, αλλά κάτω από τα ραντάρ.

Leave a Reply