Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 76 ετών, ο συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου Τάσος Γουδέλης. Την είδηση γνωστοποίησε με ανάρτησή του στο Facebook ο στενός συνεργάτης και ποιητής Κώστας Μαυρουδής. Στα κοινωνικά δίκτυα εκφράστηκε εκτεταμένη θλίψη από ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων, μεταξύ των οποίων και ο κριτικός κινηματογράφου Άκης Καπράνος.
Βιογραφικά στοιχεία
Γεννημένος στην Αθήνα το 1949, από το 1982 συνεργαζόταν με τον Κώστα Μαυρουδή στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Το δέντρο».
Συνεισφορά στον κινηματογράφο και τη διδασκαλία
Είχε συγγράψει θεωρητικά βιβλία για τον κινηματογράφο και δίδαξε Ιστορία Κινηματογράφου και τεχνική σεναρίου σε ανώτατα και ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Παράλληλα, υπήρξε παραγωγός και συνεργάτης σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές για τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία. Συνεργάστηκε επίσης με το ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» ως κριτικός, κυρίως ξένης λογοτεχνίας.
Εκδοτικό και κινηματογραφικό έργο
Ο Τάσος Γουδέλης σκηνοθέτησε τέσσερις ταινίες μικρού μήκους, ενώ στην πεζογραφία υπέγραψε έξι συλλογές διηγημάτων και το μυθιστόρημα «Οικογενειακές ιστορίες»
Ειρηνίστρια. Αυτή είναι η λέξη που στην κυριολεξία, με ορθότητα και με ακρίβεια, χαρακτηρίζει τη μεγαλειώδη φυσιογνωμία της Αυστριακής κόμισσας Bertha von Suttner, της πρώτης γυναίκας που βραβεύτηκε το 1905 με το Νόμπελ Ειρήνης. Είναι η λέξη που αποδίδει με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο τα ιδεώδη, τις ιδέες και τις αξίες που πρεσβεύει η μεγάλη αυτή προσωπικότητα, που με τον ακτιβισμό της, τις δράσεις και τις πρωτοβουλίες της, αλλά και με τα αντισυμβατικά συγγράμματά της, άφησε ανεκτίμητη παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές. Μια παρακαταθήκη διαχρονική, παγκόσμια και πανανθρώπινη, μια παρακαταθήκη επίκαιρη όσο ποτέ. Το ιστορικό μυθιστόρημα «Κάτω τα όπλα!», που κυκλοφόρησε το 1889 υπό τον πρωτότυπο τίτλο «Die Waffen nieder!», θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα αντιπολεμικά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Σε μετάφραση Κατερίνας Λιάτζουρα, από τις εκδόσεις Υψικάμινος.
Σε όλα τα βιβλιοπωλεία
Η Bertha von Suttner γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου 1843 στην Πράγα, που τότε ανήκε στα εδάφη της Αυστροουγγαρίας. Καταγόταν, από πλευράς του πατέρα της, από τη στρατιωτική οικογένεια von Kinsky, ενώ από πλευράς της μητέρας από τον ποιητή Theodor Körner. Οικονομικές δυσχέρειες την ανάγκασαν σε ηλικία τριάντα ετών να εργαστεί ως παιδαγωγός στην αριστοκρατική οικογένεια von Suttner, όπου και γνώρισε, ερωτεύτηκε και εν τέλει παντρεύτηκε, παρά τις αντιρρήσεις του περίγυρου, τον, κατά επτά χρόνια νεότερό της, γιο της οικογένειας, Arthur Gundaccar von Suttner. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Τιφλίδα, στη Γεωργία, όπου και ήλπιζε να αποκατασταθεί επαγγελματικά στην αυλή του Τσάρου της Ρωσίας, πράγμα, όμως, που δε συνέβη, με αποτέλεσμα να στραφούν σε εργασίες περιστασιακές, όπως σε μεταφράσεις και τη συγγραφή ρομάντζων. Με την έναρξη του ρωσο-τουρκικού πολέμου το 1877, ο Arthur von Suttner άρχισε να δημοσιεύει στον γερμανικό Τύπο άρθρα για τον πόλεμο, για την επαρχία και τους κατοίκους της. Το 1885 το ζευγάρι επέστρεψε στη Βιέννη κι άρχισε ν’ αγωνίζεται υπέρ της ειρήνης και τον γενικευμένο αφοπλισμό των κρατών, κάνοντας επαφές με επιφανείς της εποχής, αλλά και με τη μοναδική ειρηνευτική οργάνωση που υπήρχε τότε, την «International Arbitration and Peace Association» στο Λονδίνο. Το 1889 η Bertha von Suttner εκδίδει το μυθιστόρημά της «Κάτω τα όπλα!», που την κατέστη παγκοσμίως γνωστή και που αποτελεί πια σημείο αναφοράς στην παγκόσμια ειρηνευτική λογοτεχνία. Πολλές υπήρξαν οι πρωτοβουλίες του ζευγαριού για την ίδρυση ειρηνευτικών οργανισμών. Αποκορύφωμα των δράσεών τους η επίτευξη της ίδρυσης του αυστριακού οργανισμού «Österreichische Gesellschaft der Friedensfreunde», όπου η Bertha von Suttner παρέμεινε πρόεδρος ως τον θάνατό της. Από το 1892 έως το 1899 εξέδιδε μαζί με τον Alfred Hermann Fried το περιοδικό «Die Waffen nieder!» και δημοσίευε πυρετωδώς άρθρα υπέρ της ειρήνευσης. Επίσης, έλαβε μέρος σε διάφορα συνέδρια ανά τον κόσμο, εκπροσωπώντας την πατρίδα της, την Αυστρία, και συμμετείχε ενεργά στις προετοιμασίες του πρώτου «Συνεδρίου Ειρήνης» στη Χάγη το 1899, προτείνοντας παράλληλα και την καθιέρωση του βραβείου «Νόμπελ Ειρήνης». Η ίδια η Bertha von Suttner τιμήθηκε το 1905 με το «Νόμπελ Ειρήνης» και ήταν η πρώτη γυναίκα στην ιστορία που έλαβε «Νόμπελ». Απεβίωσε στις 21 Ιουνίου 1914 στη Βιέννη, λίγες μόλις μέρες πριν δολοφονηθεί στο Σεράγεβο ο διάδοχος της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, Φραγκίσκος Φερδινάνδος, που αποτέλεσε και αφορμή για να κηρύξει η Αυστροουγγαρία τον πόλεμο στη Σερβία και να ξεκινήσει έτσι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Μα καλά θα διαβάσουμε το 2025 ένα βιβλίο φιλοσοφίας – σκέψης του 1637; Τι έχει να μας προσφέρει; Τι μπορεί να μας πει που δεν έχει απαντηθεί ως σήμερα;
Ο «Λόγος περί της Μεθόδου» του Ρενέ Ντεκάρτ, θεωρείται το έργο με το οποίο ξεκινά η νεότερη φιλοσοφία και δεν είναι τυχαίο.
Ο Ντεκάρτ θέτει τις βάσεις μιας νέας σκέψης, που δεν στηρίζεται στην αυθεντία της παράδοσης, αλλά στην ίδια τη λογική του ανθρώπου.
Το βιβλίο γράφτηκε στα γαλλικά – και όχι στα λατινικά, όπως ήταν το συνηθισμένο – γιατί ο Ντεκάρτ ήθελε να διαβαστεί όχι μόνο από τους λόγιους, αλλά από το ευρύ κοινό.
Σ’ αυτό διατυπώνει τις τέσσερις βασικές αρχές της μεθόδου του:
1. Να μην αποδέχομαι τίποτα ως αληθινό αν δεν είναι απολύτως βέβαιο.
2. Να διαιρώ κάθε πρόβλημα σε όσο το δυνατόν μικρότερα μέρη.
3. Να αρχίζω πάντα από τα απλά και προφανή, προχωρώντας στα πιο σύνθετα.
4. Να κάνω συνεχείς ελέγχους και επανεξετάσεις, ώστε να μη χάνω τίποτα.
Μέσα από αυτές τις αρχές φτάνει στο πιο διάσημο συμπέρασμά του:
«Cogito, ergo sum» – «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω».
Αν το διαβάσεις σήμερα, θα δεις πως δεν είναι απλώς ένα φιλοσοφικό κείμενο. Είναι μια άσκηση αυτονομίας. Σε καλεί να ξεκινήσεις από την αμφιβολία και να χτίσεις βήμα-βήμα έναν τρόπο σκέψης που αντέχει και μπορεί να σε οδηγήσει στέρεα στο σήμερα.
Σε καιρούς που η πληροφορία κατακλύζει τα πάντα, τα fake news είναι κανόνας αλλά και το Ai αλλάζει το τοπίο το να μάθεις να σκέφτεσαι καθαρά και μεθοδικά είναι ίσως μια επαναστατική πράξη.
Ο «Λόγος» δεν είναι για να τον καταπιείς μονορούφι· είναι για να τον κουβαλάς μαζί σου σαν πυξίδα. Και γι’ αυτό αξίζει να τον ανοίξεις σήμερα.
Η κινηματογραφική βιομηχανία αποτελεί αναμφισβητήτως μία πανίσχυρη επιρροή για την οικουμένη. Η οπτικοακουστική μεταφορά είτε στην μεγάλη είτε στην μικρή οθόνη της εκάστοτε παραγωγής, δύναται να αποτελέσει πηγή μετάδοσης μηνυμάτων των οποίων ο χαρακτήρας διαφέρει αναλόγως την περίσταση. Εξυπακούεται πως προτεραιότητα στην περίπτωση των υπεραγωγών και όχι μόνο, αποτελεί το κέρδος, επομένως η όποια παραποίηση δεδομένων στην περίπτωση ταινιών με ιστορικό περιεχόμενο, εντάσσεται στο πλαίσιο του πειραματισμού αλλά και του ανταγωνισμού. Το επερχόμενο ‘’blockbuster’’ Οδύσσεια του Βρετανού Christopher Nolan, μάλλον δεν θα αποτελεί εξαίρεση, εντούτοις κρίνοντας από την μέχρι τώρα πορεία του στον χώρο, ο εν λόγω πασίγνωστος σκηνοθέτης και παράγωγος, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Εισερχόμενοι βεβαίως στο απαιτητικό πεδίο του αρχαίου κόσμου και δει του Ελληνικού, ομολογουμένως ο πήχης ανεβαίνει και αυτό διότι η όσο το δυνατόν πιο πιστή αποτύπωση του, απαιτεί μελέτη της Ελληνορωμαϊκής γραμματείας, με σεβασμό και αφοσίωση.
Έργο του Κωνσταντίνου Φάη
Τα γυρίσματα της υπερπαραγωγής των 250 εκατομμυρίων δολαρίων ολοκληρώθηκαν μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου, είναι προγραμματισμένη να κάνει πρεμιέρα στις 17 Ιουλίου 2026 και αποτελεί μεταφορά της Οδύσσειας του Ομήρου, τον λεγόμενο νόστο του Οδυσσέα στην Ιθάκη και την επανένωση του με τους οικείους του μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Το κάστ περιλαμβάνει βαρύγδουπα ονόματα, όπως τον Ματ Ντέιμον, τη Ζεντάγια, τον Τομ Χόλαντ, τον Τζον Μπέρνταλ και πολλούς ακόμη, ενώ την 17η Ιουλίου συνέβη κάτι πρωτοφανές: τα εισιτήρια για τις προβολές του πρώτου Σαββατοκύριακου σε αίθουσες IMAX βγήκαν προς πώληση και σε λιγότερο από μία μέρα, τα περισσότερα είχαν εξαντληθεί. Φαντασμαγορικά ακούγονται όλα αυτά για την πλειοψηφία του κόσμου και αναμφιβόλως μιλάμε για δυνατό μάρκετινγκ, ωστόσο θα ήταν καλό να δούμε πίσω από την κουρτίνα του θεαθήναι και θα έπρεπε να τεθούν κάποια καίρια ερωτήματα σχετικά με το σενάριο της πολυδιαφημισμένης παραγωγής. Πριν δούμε ποια είναι αυτά, ας σκιαγραφήσουμε εν τάχει την αρχαία μας παρακαταθήκη, ειδάλλως η οποία εμβάθυνση θα αποβεί άκαρπη.
Εν πρώτοις στην περίπτωση των Ομηρικών Επών, ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μία πρώτη προσπάθεια καταγραφής της προφορικής παράδοσης όπως αυτή μεταλαμπαδεύτηκε για εκατοντάδες χρόνια από την Εποχή του Χαλκού στην Αρχαϊκή, με τις όποιες αλλοιώσεις και προσθήκες, μέσα από τα προδρομικά είδωλα των ραψωδών, τους αοιδούς. Περί διαχρονικότητας τους ο λόγος, σημειώστε πως σε διεθνή ψηφοφορία που διοργανώθηκε από το Βρετανικό δίκτυο BBC το 2018 με την συμμετοχή 108 κριτικών, συγγραφέων και ακαδημαϊκών από 38 χώρες, σχετικά με την ιστορία που διαμόρφωσε τον κόσμο, η Οδύσσεια κατέκτησε την πρώτη θέση και η Ιλιάδα την 10η. Κάτι έχει αντιληφθεί ο Νόλαν και οι συνεργάτες του επομένως. Βασικό θέμα αμφότερων των επών, τα ‘’κλέη ανδρών’’ και το ηρωικό ιδεώδες. Γενικώς μιλώντας, κορυφαία προσωπικότητα του ηρωικού γένους είναι ο Ηρακλής των Θηβών, αλλά αυτό έχει καταστεί γνωστό τοις πάσι. Το θέμα το οποίο χρήζει περαιτέρω ανάδειξης είναι το γεγονός ότι ο μύθος του αναδύεται από τα δυο αυτά έπη και μάλιστα με τρόπο ιδιαίτερο. Η Ιλιάδα έχει χαρακτήρα πιο…πολεμικό και τρόπον τινά ‘’επίγειο’’, από την άλλη η Οδύσσεια ανοίγεται στον κόσμο της απόκοσμης γεωγραφίας και του υπερφυσικού. Κοινό τους στοιχείο, ο ανοιχτός επιλογικός ορίζοντας. Αυτή ακριβώς η αντίθεση αντανακλάται εντόνως και στην περίπτωση στου Ηρακλέους.
Έργο του Κωνσταντίνου Φάη
Τα Έπη ασχολούνται κυρίως με τους ήρωες που πολέμησαν γύρω από τα τείχη της πολυθρύλητης Τροίας ανατρέχοντας και σε προηγούμενες γενιές, επί παραδείγματι ο Νέστορας, ο οποίος αρέσκεται στο να αναπολεί επανειλημμένως την σπουδαιότητα των ανδρών εκείνης της εποχής. Ο ήρωας της προηγούμενης γενιάς που αναφέρεται πιο συχνά είναι ο ‘’λεοντόκαρδος’’ Ηρακλής. Για να γίνει πιο κατανοητό, οι ήρωες του Ομήρου είναι δεινοί πολεμιστές της εποχής με ανώτερο πνεύμα ή και καταγωγή, με όλα τα γνωστά πάθη και επιθυμίες, αρετές και ελαττώματα των καθημερινών αρχαίων Ελλήνων, αλλά και ενισχυμένη ικανότητα στο να εκπληρώσουν τις φιλοδοξίες τους. Τώρα, φανταστείτε τον Ηρακλή ως τον μακράν πληθωρικότερο ήρωα σε όλους τομείς, αντιπροσωπεύοντας τον ορίζοντα των δυνατοτήτων του ομηρικού πολεμιστή, τα απώτατα όρια της δράσης του. Στην Ιλιάδα υπάρχουν απόγονοι του στην Τροία, με έναν εκ των υιών του, τον Τληπόλεμο, να είναι αρχηγός του Ροδιακού στρατεύματος εκεί. Η αφήγηση αναφέρει επιτυχίες μάχης ανάμεσα στον Ηρακλή και την Ήρα αλλά και τον Άδη και ασφαλώς υπογραμμίζεται το γεγονός ότι μία γενιά πριν, κατέλαβε πρώτος την Τροία με μία μόνο επίθεση και μόνο έξι πλοία εν αντιθέσει με αυτήν την δεύτερη άλωση της Τροίας, όπου οι εισβολείς δεν έχουν καταφέρει να το κάνουν αυτό με τα χίλια πλοία τους για περισσότερα από εννέα χρόνια. Ευκαιρίας δοθείσης, είναι ο περίφημος μύθος του Κήτους της Τροίας και της αρπαγής της Ησιόνης. Αναφορές γίνονται και στις διενέξεις του Διός με την Ήρα λόγω του ήρωα, στον ρόλο του Ευρυσθέα ως εντολοδόχο του αλλά και της Αθηνάς ως παροχή βοήθειας στον ήρωα στην κάθοδο του στον Άδη. Η πιο ενδιαφέρουσα αναφορά στον Ηρακλή στην Ιλιάδα όμως, είναι οι στίχοι όπου ο ‘’ωκύμορος’’ Αχιλλέας, μετά το θάνατο του Πάτροκλου παρατηρεί ότι ούτε ο Ηρακλής δεν μπόρεσε να αποφύγει το πεπρωμένο του θανάτου, καθώς υπερνικήθηκε από τη μοίρα και την οργή της Ήρας. Στην Οδύσσεια τώρα, επισημαίνεται η ανυπέρβλητη ικανότητα του στην τοξοβολία αλλά και κάποιες βάναυσες πράξεις του, με την μητέρα του Αλκμήνη, και την σύζυγό του Μεγάρα, να αναφέρονται εν συντομία. Πάραυτα, το πιο εκτενές και σίγουρα καθοριστικό απόσπασμα για τον Ηρακλή, εντοπίζεται στην καθηλωτική αλλά και περιλάλητη ραψωδία Λ, την ‘’Νέκυια’’, δηλαδή την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη, όπου συναντά ήρωες του παρελθόντος με τελευταίο από αυτούς τον Ηρακλή. Εκεί δίνεται μία λεπτομερής περιγραφή της άκρως τρομακτικής ζώνης του ήρωα (‘’…έργα, θάματα φαντάζαν δουλεμένα, αρκούδες, αγριογούρουνα, λιοντάρια με πύρινα βλέμματα, πόλεμοι, μάχες, φονικά, και χαλασμός ανθρώπων’’) με την ευχή εκ μέρους του αφηγητή, όμοια της να μην υπάρξει ξανά. Η έκφραση της φυσιογνωμίας του προμηνύει θανατηφόρα δράση, με τον ίδιο να προβαίνει σε έναν δραματικό μονόλογο για τα δεινά της επίγειας σταδιοδρομίας του και ύστερα να χάνεται στην άβυσσο του Κάτω Κόσμου. Μόνο που αυτή η μορφή… δεν είναι πραγματικά ο Ηρακλής, αλλά η ‘’σκιά’’ του (στίχος 602: ‘’εἴδωλον’’), καθώς ο «πραγματικός» Ηρακλής κατοικεί ως θεός στον Όλυμπο και απολαμβάνει τη συντροφιά της ‘’καλλίσφυρης’’ Ήβης. Είναι η λεγόμενη αποθέωση του Ηρακλέους, ήτοι η μεταθανάτια άνοδος του στον κόσμο των θεών. Αυτοί οι στίχοι στην Νέκυια, αποτέλεσαν αφορμή για ερωτήματα από μεταγενέστερους σχολιαστές του Ομήρου, αναφορικά με την αθάνατη φύση του ήρωα, το εάν δηλαδή πρόκειται για γνήσια Ομηρική αφήγηση ή μετέπειτα προσθήκη. Ανακεφαλαιώνοντας, στην μεν Ιλιάδα ο Ηρακλής είναι ένας… θνητός, εμβληματικός στρατηλάτης προηγούμενης γενιάς, πρότυπο για τους μαχόμενους, στην δε Οδύσσεια είναι αθάνατος και υπό μία έννοια απόκοσμος.
Έργο του Κωνσταντίνου Φάη
Μεταξύ άλλων, ένα ερώτημα λοιπόν που θα έπρεπε να μας απασχολεί άρα και να τεθεί στην εταιρεία παραγωγής, είναι το εάν ο Ηρακλής εμφανίζεται στην ταινία και επιπροσθέτως το κατά πόσο ακολουθεί την Ομηρική οδό. Θα μπορούσε να δομείται μέσω αναδρομικών σκηνών η δράση του Ηρακλέους ως πρώτου κατακτητή της Τροίας και η μετάβαση του στην θεϊκή υπόσταση, θα έλεγε κανείς η μετάβαση από την ιστορία στον μύθο. Ο μύθος του άρχισε να διαχέεται πολύ πριν από τον Ομηρική λογοτεχνία, επηρεάζοντας διανοουμένους αλλά και καθημερινούς ανθρώπους. Ο ακατάβλητος βίος του, ακριβώς από τον Hercules Primigenius, δηλαδή τον ίδιο να πνίγει τους όφεις σε ηλικία μόλις 8 μηνών, στον Hercules Invictus της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των Άλπεων, μεταλαμπαδεύτηκε με πάθος αποτελώντας την επιτομή του θεϊκού και του θνητού γίγνεσθαι. Διόλου τυχαίο που η Λεκάνη της Μεσογείου βρίθει από πληθώρα σχετικών αρχαίων ευρημάτων και αναφορών για ολόκληρες πόλεις που έφεραν κάποτε το όνομα του. Θα μπορούσε να είναι μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία, να αναδειχθεί η ενδοξότερη ηρωική μορφή της πανάρχαιας Ελληνικής παράδοσης, σε παγκόσμιο βεληνεκές.
Έργο του Κωνσταντίνου Φάη
Οφείλουμε να είμαστε πραγματιστές και όχι αιθεροβάμονες. Όπερ σημαίνει πως σαφώς και δεν είναι υποχρεωμένος ο Νόλαν και ο κάθε, διακεκριμένος ή μη, παράγοντας του κινηματογράφου να απαντήσει ή να υπακούσει στα διάφορα ζητήματα. Άλλωστε, ενδέχεται η πολυσυζητημένη αυτή διασκευή να ανταποκριθεί επαξίως σε όλα τα προαναφερθέντα. Τούτων λεχθέντων, το πραγματικό ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσο είναι ευαισθητοποιημένοι οι αρμόδιοι φορείς του Ελληνισμού γενικότερα, στο να προβάλλεται διεθνώς υλικό ανταποκρινόμενο στα σωζόμενα αρχεία των προγόνων μας. Ο ρόλος του άπραγου χειροκροτητή δεν μας αρμόζει και εφόσον θέλουμε να αποτελέσουμε μία έστω υποτυπώδη συνέχεια τους εν τοις πράγμασι, όσοι εξ ημών το επιθυμούν αυτό, επιβάλλεται η επαγρύπνηση και η ενεργή συμμετοχή μας. Άγρυπνοι όσον αφορά τον νου μας κατά την Πυθαγόρεια ρήση. Αυτή είναι η αδήριτη πραγματικότητα, μακριά από μεγαλομανίες, υπερβολές και απολυταρχισμούς, μόνο με πράξεις και κατάθεση διαπιστευτηρίων θα επιφέρουμε αποτελέσματα.
ΥΓ: Ο γράφων, κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας, επιχείρησε να έρθει σε επικοινωνία και με την εταιρεία παραγωγής, την Syncopy Inc. αλλά και με την εταιρεία διανομής, την Universal Pictures. Τα σχετικά email δεν απαντήθηκαν ποτέ, ενώ η συστημένη επιστολή προς τα κεντρικά της Syncopy στο Λονδίνο, επέστρεψε στον αποστολέα της λόγω ‘’μετακόμισης του παραλήπτη’’.
Ο Βασίλης Λέκκας σε μια αποκαλυπτική συζήτηση εφ’ όλης της ύλης.
Από τον Τόλη Βοσκόπουλο και τον Στέλιο Καζαντζίδη στον Μίκη Θεοδωράκη και τον Ζαμπέτα, ως την περίοδο της πανδημίας και την «τραπ» μουσική.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Θα ξεκινήσω κάπως παράδοξα ή μάλλον μπαίνοντας κατευθείαν στις ερωτήσεις: τον χειμώνα που μας πέρασε, κυριολεκτικά σάρωσαν οι εμφανίσεις σας με θέμα έναν θρύλο του ελληνικού τραγουδιού: τον Τόλη Βοσκόπουλο. Θα ήθελα να ρωτήσω πως προέκυψε αυτή η ιδέα και να μας περιγράψετε λίγο αυτή την εμπειρία.
Βασίλης Λέκκας: Η απόφαση να το κάνω αυτό, κάπως είχε ωριμάσει μέσα μου εδώ και χρόνια. Προηγήθηκαν και κάποιες τηλεοπτικές εκπομπές κυρίως μετά από πρόσκληση του Λευτέρη Παπαδόπουλου που έχει γράψει και στίχους του Τόλη να τραγουδήσω δικό του ρεπερτόριο. Επίσης και πρόσφατα στην εκπομπή του Μπέζου έκανα κάτι αντίστοιχο. Και σ’ ένα δίσκο μου με τίτλο «Φίλμ Νουάρ» είχα συμπεριλάβει διάφορα τραγούδια, κυρίως από τη συνεργασία μου με τον Γιάννη Σπάθα και τον Γιώργο Τρανταλίδη και εκεί ήθελα να βάλω ένα τραγούδι του Μίμη Πλέσσα, το «Μ’ ανάστησες καρδιά μου», που τραγούδησε ο Τόλης και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έγραψε τους στίχους. Έκανα λοιπόν μια διασκευή και ήταν από τα ελάχιστα πράγματα που πείραξα λίγο- μ’ αρέσει να παίζω τις πρώτες εκτελέσεις- αλλά αυτό το ενέταξα σε ένα γενικότερο κλίμα που είχε ο δίσκος αυτός. Έτσι λοιπόν πολύ αβίαστα κάποια στιγμή ήρθε η ιδέα, και είπα γιατί δεν κάνω ένα αφιέρωμα σ’αυτόν τον τραγουδιστή, ο οποίος έχει πει συνθέτες όπως ο Πλέσσας, ο Άκης Πάνου, ο Ζαμπέτας, ο Νικολόπουλος…
Κωνσταντίνος Μούσσας: Και έχει γράψει κι ο ίδιος σπουδαία τραγούδια.
Βασίλης Λέκκας: Μα είναι μια εξαιρετική περίπτωση συνθέτη. Πολλά τραγούδια, ας πούμε το «Πριν χαθεί το όνειρό μας» και τόσα άλλα. Έχει αφήσει έντονο το αποτύπωμά του σε μια δύσκολη εποχή της νεότερης Ελλάδας. Σαν καλλιτέχνης έχω λοιπόν ανησυχίες και προσπαθώ πάντα να βρίσκω απόρροια από ένα καλλιτεχνικό γεγονός και να εστιάζω κυρίως στο τραγούδι συνολικά και όχι στον τραγουδιστή. Υπάρχει ο συνθέτης, ο στιχουργός και μετά ο ερμηνευτής. Θέλω να το ξεκαθαρίσω αυτό. Δεν γίνεται να αγνοήσω το έργο το οποίο δόθηκε σε έναν καλλιτέχνη και να μείνω μόνο στον ερμηνευτή. Προφανώς η αιχμή του δόρατος είναι ο τραγουδιστής, η φωνή που θα το μεταδώσει στην κοινωνία είναι ένα όργανο πολύ καθοριστικό. Αυτήν την ανάγνωση κάνω εγώ.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Εστιάζετε στο τραγούδι συνολικά και όχι στον τραγουδιστή.
Βασίλης Λέκκας: Ε, ναι. Και παλιότερα στο αφιέρωμα που είχα κάνει στον Καζαντζίδη. Δεν παριστάνω την Καζαντζίδη, ούτε τον Βοσκόπουλο. Μ’ αρέσει το ρεπερτόριο τους και προσπαθώ να το προσεγγίσω. Υπάρχει μια κοινωνική και ερωτική διάσταση που μας αφορά όλους στα τραγούδια τους.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Και αυτό νομίζω το κατάλαβε ο κόσμος.
Βασίλης Λέκκας: Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι έγινε. Και δεν το κοινοποιήσαμε, τουλάχιστον όπως ας πούμε του άξιζε. Ξεκινήσαμε να παίζουμε και ξαφνικά ακούσαμε ότι ο χώρος είναι γεμάτος. Και την επόμενη βραδιά και την επόμενη. Ξεκίνησα τέλος Οκτώβρη και φτάσαμε τον Μάιο. Ήρθε και κάποια βραδιά η σύζυγός του και πραγματικά ήταν πολύ συγκινητικό.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Η φίλη μας, η Άντζελα Γκερέκου.
Βασίλης Λέκκας: Ναι, και όταν βλέπεις και αυτή την αποδοχή, από έναν άνθρωπο που ήταν κοντά στον Τόλη τόσα χρόνια είναι σημαντικό.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Θα επαναληφθεί τον επόμενο χρόνο αυτό το πρόγραμμα για όσους δεν πρόλαβαν να το δουν ή για αυτούς που θα ήθελαν να το ξαναδούν;
Βασίλης Λέκκας: Πριν σας απαντήσω σε αυτό, να πω ότι πρόσφατα ανακάλυψα τυχαία ένα άρθρο το οποίο πρέπει να γράφτηκε μια δεκαετία πριν. Και μάλιστα γιατί κάποιος δημοσιογράφος είδε την εκπομπή που τραγούδησα το «Μ’ ανάστησες καρδιά μου» και έγραψε ένα άρθρο με τίτλο αν θυμάμαι καλά «Μυστικές συναντήσεις». Είχε τη Φλέρυ Νταντωνάκη, τον Τόλη Βοσκόπουλο και εμένα σε ένα κόντρα ρεπερτόριο. Ο Τόλης για παράδειγμα είπε το «Παράπονο» του Θεοδωράκη, με τον οποίο δεν έτυχε ποτέ να συνεργαστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να τραγουδήσει τραγούδια του. Ήταν ένα ωραίο άρθρο με την ανάλυση που έκανε, αν και εμένα δεν μου προξένησε εντύπωση,να σας πω την αλήθεια. Εγώ ξεκίνησα να τραγουδάω με τον Ζαμπέτα, μη το ξεχνάμε αυτό.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Ναι, ακριβώς. Απλά ο κόσμος σας έχει συνδέσει με τον Μίκη ή τον Μάνο.
Βασίλης Λέκκας: Εντάξει αυτοί μου έδωσαν την ταυτότητα, το στίγμα, το προφίλ. Όμως από εκεί και πέρα αυτό που κάνουμε είναι πολύ βαθύτερο. Ξέρετε πόσες συνεργασίες είχαν συνθέτες που κάποιος θα πει-μα πώς γίνεται; Κι όμως. Ο Ζαμπέτας έπαιξε και στον Μίκη και στον Μάνο. Ο Γιάννης ο Σπάθας που εγώ έχω κάνει αριστουργηματικούς δίσκους μαζί του, από τη μια ήταν στους «Σώκρατες» και από την άλλη σε ενορχηστρώσεις του Μίκη και του Μάνου. Εγώ διευρύνω πάντοτε τον μουσικό μου ορίζοντα.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Χωρίς όμως να προσπαθήσετε να «κάνετε» τον Τόλη ή τον Στέλιο, αλλά να τους προσεγγίσετε μέσα από τη δική σας ματιά, του Βασίλη.
Βασίλης Λέκκας: Μα αυτό θα ήταν το λάθος που θα μπορούσα να κάνω: Να προσπαθήσω να μιμηθώ αυτούς τους καλλιτέχνες, που είναι αδύνατο. Όσο και να προσπαθήσεις δεν γίνεται. Ξέρετε υπάρχει κάτι που συνδέει πέρα από το τραγούδι τον Στέλιο, τον Βοσκόπουλο κι εμένα: Έχουμε παρόμοια βιώματα, είμαστε αυτοδίδακτοι κατά κάποιο τρόπο τραγουδιστές. Βέβαια ο καθένας στην εποχή του και με τις επιρροές του. Αλλά είμαστε λαϊκοί άνθρωποι, του μόχθου. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος. Του Τόλη νομίζω είχε μανάβικο. Σκεφτείτε ότι ο Καζαντζίδης τραγούδησε Θεοδωράκη, Χατζιδάκη κι εγώ Ζαμπέτα. Και βέβαια η μουσική σχέση με τον Ζαμπέτα ήταν καθοριστική, κάτι που ίσως δεν είναι γνωστό στον πολύ κόσμο. Μάλιστα ευτύχησα να τραγουδήσω ένα τραγούδι του Ζαμπέτα σε πρώτη εκτέλεση που είναι και αυτοβιογραφικό, σε στίχους του Παντελή Αμπατζή. Είπα την «Κομαντατούρα» με θέμα την Κατοχή και άλλα.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Άρα υπήρχε ένα κοινό υπόβαθρο και με τον Στέλιο και με τον Τόλη.
Βασίλης Λέκκας: Ακριβώς. Ο τόπος είναι μικρός και καλλιτέχνες οι αυτοδίδακτοι όπως αυτοί που αναφέρατε αλλά και πολλοί άλλοι έχουμε κοινά βιώματα, παράλληλες πορείες.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Και να ρωτήσω ακριβώς παίρνοντας αφορμή από αυτό που μόλις είπατε: αυτό συμβαίνει σήμερα; Οι καλλιτέχνες έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς; Τα σημερινά κοινωνικά βιώματα αποτυπώνονται στους σύγχρονους καλλιτέχνες ή απλά υπάρχουν ο καθένας στον μικρόκοσμό του; Σπανίζουν οι αυτόφωτοι και δεν αναφέρομαι μόνο στους τραγουδιστές.
Βασίλης Λέκκας: Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη επιρροή από την ξένη βιομηχανία της μουσικής η οποία έχει τώρα τη δυνατότητα να επιβάλει τα δικά της πρότυπα στις νεότερες γενιές, χωρίς να υπάρχει όμως το αντίβαρο. Το κάνει με μεγάλη άνεση και με πολλούς τρόπους. Μπαίνει κάποιος για παράδειγμα σε μια πλατφόρμα και ακούει όλο τον πλανήτη, αυτόματα. Όμως αυτές οι βιομηχανίες έχουν και μια τάση να κατευθύνουν τα πράγματα κάπου. Αυτό που παρατηρώ συχνά είναι ότι δανειζόμαστε πολλές φορές αυτό τον ήχο τον ξένο, που δεν έχει τη ρίζα του εδώ. Ξεκινάμε δηλαδή με δανεικά πράγματα. Εντάξει βάζουμε και κάτι δικό μας αλλά είμαστε μια ουρά σε κάτι ξένο. Βέβαια από την άλλη υπάρχει μια τάση -ειδικά στα νέα παιδιά- να ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική, να γλεντάνε με τα τραγούδια του τόπου μας, να μαθαίνουν μουσικά όργανα, να βλέπεις μια ευτυχία στα πρόσωπά τους. Και αυτό δείχνει ότι κουβαλάνε ένα dna. Είναι ένα Διονυσιακό στοιχείο αυτό, που κακώς το έχουμε βάλει στην άκρη στην καθημερινότητά μας και που το ξαναβρίσκουμε σε μια έκρηξη χαράς ή γλεντιού. Μακάρι αυτό να διέπει όλη την κοινωνία σε πολλά θέματα και να αντιληφθούμε επιτέλους ότι αυτά τα στοιχεία που μας έχει δώσει σαν κληρονομιά αυτός ο τόπος, αυτός ο ήλιος είναι τα όπλα μας για να πάμε μπροστά.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Και μιας και αναφερθήκατε σε αυτά τα στοιχεία-χαρακτηριστικά: μετά την περίοδο της πανδημίας, μιας πρωτοφανούς κατάστασης σε όλα τα επίπεδα, περιμέναμε να έρθουμε πιο κοντά ακριβώς σε αυτά τα στοιχεία που αναφερθήκατε, να τα ξαναανακαλύψουμε. Και κάτι δεύτερο: γιατί όλη αυτή η κατάσταση δεν αποτυπώθηκε ευρέως στην Τέχνη; Στο τραγούδι, στην ποίηση κλπ. όπως συνέβη σε άλλες εποχές και παρόμοιες καταστάσεις; Θυμίζω πως γράφτηκε από τον Ρίτσο ο «Επιτάφιος».
Βασίλης Λέκκας: Θέλετε να πείτε ότι συνέβη ένα παγκόσμιο γεγονός και δεν πέρασε στην Τέχνη.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Τουλάχιστον σε ανάλογο βαθμό με το ίδιο το γεγονός.
Βασίλης Λέκκας: Κυρίως σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αρκεί να γραφτεί ένα τραγούδι για να καταγράψω ή να εξηγήσω τι συνέβη. Και θα χρησιμοποιήσω μια λέξη, ελπίζω να μην παρεξηγηθώ, στην περίπτωση αυτού του «πειράματος» της πανδημίας, σε αυτή τη σοκαριστική εκδοχή δεν μπορούν να βγουν συμπεράσματα, ούτε τέχνη αφού όλος ο πλανήτης βρίσκονταν σε μια κατάσταση απίστευτη. Μπορεί να μην έγινε τέχνη όμως εκφράστηκε στα κοινωνικά φορτία, αποτυπώθηκε εκεί. Όπου οι αποστάσεις μεγαλώνουν το χάος επίσης, η αποξένωση και έχουμε τελικά σήμερα παιδιά που ακούν και προτιμούν μουσικές όπως η «τραπ». Υπάρχει ένας στίχος εκεί που εκφράζει μια διαμαρτυρία, λείπει όμως η δική μας μουσική. Υπάρχει αν θέλετε και μια επιστημονική εξήγηση για αυτά τα επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα, όπου το «μπιτ» που προκαλεί μια συγκεκριμένη εγκεφαλική χαοτική κατάσταση, όπου καταργείς την αρμονία της μουσικής, εκτονώνεσαι μαζί με άλλους σε ένα τεράστιο χώρο και τελικά φεύγεις από εκεί με τα ίδια προβλήματα. Είναι μια κατάσταση όπου νιώθεις ότι έχεις μαζί σου παρά πολλή κόσμο που νιώθει την ίδια οργή με σένα αλλά στην πραγματικότητα είσαι μόνος. Κι αυτό δυστυχώς είναι κάτι που μας επιβλήθηκε. Και αυτό ελεγχόμενο είναι. Είναι αν θέλετε ένα τρικ.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Παίρνω το νήμα ακριβώς από που λέμε. Αυτή τη στιγμή είναι σε εξέλιξη δυο μεγάλοι πόλεμοι, σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή. Τι λέει στον ευαισθητοποιημένο Βασίλη Λέκκα αυτή η κατάσταση;
Βασίλης Λέκκας: Ότι η ανθρωπότητα παραμένει σε ένα λάθος βηματισμό, ενώ ακούμε πολλά για την προσπάθεια της επιστήμης να φέρει την ανθρωπότητα σε μια ισορροπία κι από την άλλη υπάρχει η βιομηχανία των όπλων. Ε, καταργήστε τα όπλα επιτέλους. Τεράστια κονδύλια φεύγουν από την παιδεία, ή την υγεία. Αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω. Δεν βρίσκω καμία λογική. Υπάρχουν εκατομμύρια άνεργοι, μετανάστες, πρόσφυγες, γη καμένη. Παράνοια κι εμείς συνεχίζουμε στον ίδιο δρόμο.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Και επιμένω, μετά την πανδημία όλο αυτό.
Βασίλης Λέκκας: Μα δεν πιστεύω ότι όλο αυτό έγινε για να έρθουμε πιο κοντά. Να βρεθούμε ξανά. Το εντελώς αντίθετο. Πώς να δω εγώ την αδερφή μου ή τον πατέρα μου στην πανδημία αφού ζούσαμε όλοι με τον φόβο της αρρώστιας; Ε, αυτό έγινε τελικά σύστημα. Μια τρέλα. Πού να επενδύσεις σε αυτό το πράγμα; Πώς να σου κάνει καλό; Όλη αυτή υπόθεση είναι στα χέρια ανθρώπων που έχουν φύγει από εδώ και έχουν αφήσει τα σκουπίδια του πίσω.
Κωνσταντίνος Μούσσας: 100 χρόνια Μίκης Θεοδωράκης. Πρώτη συνάντηση και συνεργασία έγινε με το έργο “Μικρά Ασία” (1991) και ακολούθησαν εμβληματικές συναυλίες και σημαντικά μουσικά έργα. Μιλήστε μας για τη σχέση αυτή και τις εκδηλώσεις που ετοιμάζονται.
Βασίλης Λέκκας: Κατ’ αρχάς να πω κάτι που το λέω συχνά. Δεν είναι μόνο τα 100 χρόνια του Μίκη, όπως από το υπουργείο πολιτισμού χαρακτηρίστηκε έτος Θεοδωράκη. Έχουμε και τον Μάνο, έχουμε τον Ζαμπέτα. Δεν θέλω να τους ξεχνάω. Ωστόσο η επιρροή που είχε ο Μίκης είναι τεράστια και μάλιστα το γεγονός ότι σήμερα τιμούν ένα πρόσωπο που είχε εντελώς διαφορετικά πολιτικά χαρακτηριστικά, το θεωρώ θετικό. Και μάλιστα θα σας πω κι αυτό, κλείνοντας την κουβέντα μας: ο Μίκης μου είχε πει, σε εμένα τον ίδιο, ότι «ουδέποτε κάναμε ταξικό αγώνα, κάναμε πατριωτικό». Έ, αν το συλλάβει κανείς αυτό θα καταλάβει γιατί ο Μίκης είναι ένα από τα πιο ιστορικά πρόσωπα του γένους.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Και αυτή η φράση του Μίκη θα μπορούσε να είναι και ο επίλογος ή και ο τίτλος στην κουβέντα μας. Πως θα γίνουμε από άτομα, ένα σύνολο, μια πατρίδα. Ίσως τότε πολλά από όσα ζήσαμε ή δυστυχώς πρόκειται να ζήσουμε θα τα είχαμε αποφύγει κι εμείς και τα παιδιά μας. Σας ευχαριστώ από καρδιάς. Ξέρετε, ακούγοντας τον καλλιτέχνη, τον δημιουργό καταλαβαίνεις καλύτερα γιατί τραγουδάει, ζωγραφίζει ή γράφει με αυτό τον τρόπο.
Βασίλης Λέκκας: Ακριβώς έτσι. Να σας ευχαριστήσω κι εγώ. Πάντα στη διάθεσή σας σε ό,τι κάνετε.
Αρχαιολόγοι στο Περού ανακάλυψαν για πρώτη φορά μια τρισδιάστατη πολύχρωμη τοιχογραφία ηλικίας 4.000 ετών, αποκαλύπτοντας νέα στοιχεία για τις κοινωνικές δομές, τις πεποιθήσεις και τη ζωή των πρώιμων πολιτισμών στην Αμερική.
Το κεντρικό στοιχείο της τριών επί έξι μέτρων τοιχογραφίας είναι η στιλιστική απεικόνιση ενός μεγάλου αρπακτικού πουλιού με απλωμένα φτερά, του οποίου το κεφάλι είναι διακοσμημένο με τρισδιάστατα διαμαντένια μοτίβα που ευθυγραμμίζουν οπτικά τις νότιες και βόρειες όψεις της τοιχογραφίας. Η επιφάνεια καλύπτεται με ανάγλυφες ζώνες (friezes) και διαθέτει σχέδια ζωγραφισμένα σε μπλε, κίτρινο, κόκκινο και μαύρο χρώμα.
Η σύνθετη και στιλιστική απεικόνιση φωτίζει νέες πτυχές των πεποιθήσεων και των κοινωνικών δομών των πρώιμων πολιτισμών της περιόδου διαμόρφωσης (2000-1000 π.Χ.) στο Περού. Οι αρχαιολόγοι θεωρούν το προϊσπανικό Περού ως έναν από τους τόπους γέννησης του πολιτισμού στην Αμερική, με εκτιμώμενα 100.000 αρχαιολογικά μνημεία, συμπεριλαμβανομένων των διάσημων τουριστικών προορισμών, όπως το Μάτσου Πίτσου και οι γραμμές της Νάσκα.
Η διπλής όψης τοιχογραφία αποτελεί μέρος της εσωτερικής διακόσμησης αυλής ενός ναού. Μιλώντας στην Guardian, η αρχαιολόγος Άνα Σεσίλια Μαουρίσιο, επικεφαλής των ανασκαφών στη θέση Huaca Yolanda στην κοιλάδα Tanguche της περιοχής La Libertad, τόνισε ότι οι τοιχογραφίες “μιλούν για την εμφάνιση κοινωνικής ιεραρχίας στο Περού, καθώς οι κοινωνίες γίνονται πιο πολύπλοκες και μετατρέπονται σε πολιτισμούς”.
Τα τρισδιάστατα σχέδια – που περιλαμβάνουν επίσης στιλιζαρισμένα ψάρια, δίχτυα, μυθολογικά όντα και αστέρια – προσφέρουν μοναδική ματιά στην κοσμοαντίληψη αυτών των πρώιμων παράκτιων πολιτισμών.
“Αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν από τη γεωργία και τη θάλασσα, αλλά ήδη δείχνουν τα πρώτα σημάδια κοινωνικής ιεραρχίας”, δήλωσε η Μαουρίσιο, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Pontifical Catholic University of Peru, μιλώντας τηλεφωνικά από το σημείο της ανασκαφής.
Οι πιο ισχυροί και επιδραστικοί άνθρωποι πιθανόν να ήταν σαμάνοι, άνδρες και γυναίκες, ή ιερείς και ιέρειες, εξήγησε η Μαουρίσιο. “Διαθέτονταν σημαντικές γνώσεις για φαρμακευτικά φυτά και για την αστρονομία· μπορούσαν να προβλέψουν τις καιρικές συνθήκες παρατηρώντας τα άστρα και τον ήλιο”.
“Απέκτησαν γνώσεις και άρχισαν να τις τελειοποιούν. Ήταν, με μια έννοια, επιστήμονες αλλά και πνευματικοί και θρησκευτικοί ηγέτες”, πρόσθεσε.
Μία από τις τοιχογραφίες απεικονίζει τρεις ανθρωπόμορφες φιγούρες που φαίνεται να δείχνουν μια μεταμόρφωση από άνθρωπο σε πουλί, εξήγησε η Μαουρίσιο. Επεσήμανε ότι μπορεί να αντιπροσωπεύει τη μεταφορική μεταμόρφωση ενός σαμάνου σε ψυχοδραστική κατάσταση, γνωστή ως “rite of passage”, μετά την κατανάλωση ουσιών όπως ο κάκτος San Pedro, ένα παραδοσιακό νοτιοαμερικάνικο παραισθησιογόνο.
Η Μαουρίσιο δήλωσε ότι η τοποθεσία Huaca Yolanda πιθανόν προηγείται του Chavín de Huántar, ενός από τα πιο μελετημένα προϊσπανικά τελετουργικά μνημεία των Άνδεων. Και οι δύο ανήκουν στην περίοδο διαμόρφωσης, που σηματοδοτεί την αρχή των πρώιμων πολιτισμών. Ο Τζον Ρικ, Αμερικανός αρχαιολόγος που ηγείται των ερευνών στο Chavín de Huántar, έχει τεκμηριώσει τη τελετουργική χρήση παραισθησιογόνων σε τούνελ του ναού ηλικίας 2.500 ετών.
Η Huaca Yolanda αντιμετωπίζει πιο πεζές απειλές από την επέκταση της γεωργίας, την αστική ανάπτυξη και τις λεηλασίες, που έχουν ήδη καταστρέψει τα γύρω μνημεία, αναφέρει η Μαουρίσιο.
Το σημείο – που εξερευνά από το 2012 ως μέρος ερευνών για πρώιμη οικοδυναμική στις κοιλάδες Chao και Santa – δεν έχει ακόμη πλήρη προστασία από το Υπουργείο Πολιτισμού του Περού και τις περιφερειακές αρχές.
“Οι άνθρωποι στο παρελθόν είχαν μια σχέση με το περιβάλλον και τις κλιματικές συνθήκες που μπορεί να είναι πολύτιμη για εμάς σήμερα”, είπε η Μαουρίσιο αναφερόμενη στον πρώιμο πολιτισμό που κατάφερε να ζήσει παράλληλα με το φαινόμενο El Niño, που προκαλεί συχνά καταστροφές από πλημμύρες και κατολισθήσεις στο σύγχρονο Περού. “Μπορεί αυτή η γνώση να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς να αντιμετωπίζουμε τα κλιματικά φαινόμενα σήμερα;”
Από τις Εκδόσεις του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ κυκλοφορεί ο συλλογικός τόμος Ο τουρισμός στην Ελλάδα: προκλήσεις, όρια και προοπτικές, σε επιμέλεια της Αγγελικής Μητροπούλου.
Ο τουρισμός αποτελεί διαχρονικά έναν από τους πλέον δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας και σημαντικό πυλώνα της δημόσιας πολιτικής και της κοινωνικής φαντασίας. Σήμερα, ωστόσο, μετά από δεκαετίες κυριαρχίας του μοντέλου του μαζικού τουρισμού, οι ανισότητες στις τοπικές οικονομίες, οι πιέσεις στα φυσικά και κοινωνικά όρια δημοφιλών τουριστικών προορισμών και η ανάγκη για διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος καθιστούν αναγκαία μια στρατηγική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζεται και αναπτύσσεται η τουριστική πολιτική στην Ελλάδα.
Πώς μπορεί λοιπόν η χώρα να διαμορφώσει ένα νέο τουριστικό μοντέλο, που θα υπερβαίνει τη λογική της άκριτης ποσοτικής μεγέθυνσης και θα ενσωματώνει προτεραιότητες ανθεκτικότητας, κοινωνικής συνοχής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας;
Όπως σημειώνεται στην εισαγωγή του τόμου, «η συνεχής ενασχόληση με τον τουρισμό δεν είναι τυχαία· συνιστά έκφραση ενός διαρκούς αναπτυξιακού διαλόγου που αναζητά την ισορροπία μεταξύ οικονομικής μεγέθυνσης, κοινωνικής συνοχής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας».
Ο τόμος συγκεντρώνει τις συμβολές 29 συγγραφέων από διαφορετικά επιστημονικά πεδία και πρακτικές αναδεικνύοντας:
τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις για το εγχώριο τουριστικό μοντέλο
τις πιέσεις που υφίστανται οι δημοφιλείς νησιωτικοί και αστικοί τουριστικοί προορισμοί
τις συνθήκες απασχόλησης και πολιτισμικής παραγωγής στον κλάδο του τουρισμού
καινοτόμες πολιτικές για τη μετάβαση σε ένα βιώσιμο και κοινωνικά δίκαιο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης.
Σκέψου, πόσες φορές έχεις πάει στην Ακρόπολη; Πιθανότατα αρκετές – είτε ως τουρίστας στην πόλη σου είτε για να δείξεις σε φίλους επισκέπτες το αρχαίο θαύμα. Αλλά τι γίνεται με τους υπόλοιπους αρχαιολογικούς θησαυρούς της Αττικής; Υπάρχουν μέρη που δεν έχουν τις ουρές και τα selfie sticks, αλλά κουβαλούν εξίσου δυνατές ιστορίες, έτοιμες να τις ανακαλύψεις.
Η μόδα συχνά παρεξηγείται ως επιφανειακή ματαιοδοξία. Όμως, πίσω από ένα φόρεμα, ένα ράψιμο, μια ανατροπή στη σιλουέτα, κρύβεται μια πράξη καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η μόδα είναι η πιο κοντινή τέχνη στο σώμα, το πιο άμεσο μουσείο της καθημερινότητάς μας.
Όπως ένας ζωγράφος αναζητά το φως στο καμβά του, έτσι κι ένας σχεδιαστής ψάχνει τον τρόπο να αφήσει την ύλη να αφηγηθεί μια ιστορία. Το ύφασμα γίνεται ποίηση όταν μετατρέπεται σε συμβολισμό. Η haute couture είναι αρχιτεκτονική από μετάξι, το streetwear είναι γκράφιτι υφασμένο με νήμα.
Η ιστορία του πολιτισμού μπορεί να διαβαστεί μέσα από τη μόδα: οι αυστηρές γραμμές των στολών, τα ελεύθερα σχήματα της δεκαετίας του ’60, οι μελλοντικές φόρμες της ψηφιακής εποχής. Κάθε εποχή ντύνεται με τα όνειρά της και τις αγωνίες της.
Η μόδα δεν περιορίζεται στο ατομικό γούστο· είναι συλλογική αφήγηση. Όταν ο Yves Saint Laurent έφερε το ανδρικό κοστούμι στις γυναίκες, δεν δημιούργησε απλώς ένα νέο look· αναδιάταξε τα όρια της εξουσίας και της ταυτότητας. Όταν η Rei Kawakubo αποδόμησε το ρούχο μέχρι να μοιάζει με γλυπτό, μας έμαθε πως η ατέλεια μπορεί να είναι μορφή ομορφιάς. Στη μόδα, το ράψιμο είναι πολιτική πράξη όσο και αισθητική.
Πέρα από την υψηλή ραπτική, ακόμη και η πιο καθημερινή επιλογή ρούχου κουβαλά έναν συμβολισμό. Ένα τζιν παντελόνι φέρει μέσα του δεκαετίες εξέγερσης και νεανικής ενέργειας. Ένα μαντήλι μπορεί να σημαίνει πίστη, αντίσταση ή προσωπική δήλωση ελευθερίας. Το ύφασμα δεν είναι ποτέ ουδέτερο· είναι φορτισμένο με νοήματα, όπως μια λέξη σε ποίημα ή μια πινελιά σε πίνακα.
Σήμερα, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των ψηφιακών ταυτοτήτων, η μόδα επεκτείνεται σε νέες διαστάσεις: εικονικά ρούχα, avatar με outfits που δεν υπάρχουν στον φυσικό κόσμο, βιώσιμα υλικά. Εδώ η τέχνη της μόδας οραματίζεται το μέλλον – ένα μέλλον όπου το σώμα, το ύφασμα και η τεχνολογία γίνονται ενιαίο έργο τέχνης.
Δεν είναι τυχαίο που μεγάλα μουσεία φιλοξενούν εκθέσεις μόδας: το φόρεμα γίνεται έκθεμα όπως και ένας πίνακας, ένα ζευγάρι παπούτσια αποκτά τον συμβολισμό ενός γλυπτού. Στο βάθος, η μόδα δεν είναι εμπόρευμα αλλά χειρονομία πολιτισμού: ντύνει το σώμα με ιδέες, ταυτότητα, μνήμη.
Και ίσως εκεί να κρύβεται η μαγεία της: σε αντίθεση με άλλα έργα τέχνης, η μόδα δεν μένει πίσω από βιτρίνα· κινείται μαζί μας, περπατά στους δρόμους, αντιστέκεται στις διαδηλώσεις, χορεύει στα φεστιβάλ. Είναι τέχνη που ανασαίνει στον ρυθμό της ζωής.
Η μόδα ως τέχνη δεν είναι απλώς όμορφο ύφασμα πάνω σε κορμί· είναι πολιτιστική δήλωση, οραματισμός, αντίσταση, ποίηση ραμμένη με βελόνα. Και κάθε φορά που ντυνόμαστε, γινόμαστε – έστω για μια στιγμή – οι ίδιοι δημιουργοί ενός πίνακα που εκτίθεται όχι σε γκαλερί, αλλά στον ανοιχτό καμβά του δρόμου.
Τι κρύβεται πίσω από κάθε σου σκέψη; Πόσο «δικό σου» είναι το μυαλό σου; Αυτό το βιβλίο με ενθουσίασε. Ο Μλοντίνοβ μας αποκαλύπτει τον αόρατο κόσμο που κινεί τις αποφάσεις μας πριν καν το καταλάβουμε.
Διαβάζοντας το κάνεις ένα ταξίδι στο ασυνείδητο – εκεί όπου γεννιούνται οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι προκαταλήψεις μας. Μέσα από εντυπωσιακά πειράματα και παραδείγματα μας δείχνει πως η συνείδηση δεν λειτουργεί μόνη της και αρχίζεις να νιώθεις ότι βιτρινοποίειται. Από κάτω, ένας πανίσχυρος μηχανισμός υποβόσκει και καθοδηγεί τη ζωή μας χωρίς καν να το υποπτευόμαστε.
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Αυτό δεν είναι απλώς άλλη μια έκδοση εκλαϊκευμένης επιστήμης. Είναι ένα κλειδί για να καταλάβεις τον εαυτό σου καλύτερα, να αναγνωρίσεις τα κρυφά μοτίβα που σε κατευθύνουν και ίσως να καταφέρεις να τα αλλάξεις. Αν πάντα ένιωθες πως «κάτι άλλο» κινεί τα νήματα μέσα σου τότε αυτό το βιβλίο θα σου το δείξει με τρόπο συναρπαστικό, καθαρό και αποκαλυπτικό. Ένα εναλλακτικό έργο που διαβάζεται ευχάριστα.