Κάτω από τα Ραντάρ: Όταν η πολιτική ατζέντα αρχίζει από τον πόνο και τελειώνει στην υποψία

Τις τελευταίες ημέρες, η συζήτηση γύρω από τη δημιουργία πολιτικού φορέα από τη Μαρία Καρυστιανού, τη μητέρα θύματος των Τεμπών που σήκωσε στα χέρια της το αίτημα για δικαιοσύνη, βγήκε από το περιθώριο και μπήκε στα σαλόνια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αυτήν τη φορά όχι με επίσημη ανακοίνωση, αλλά με σχόλιο της Δόμνας Μιχαηλίδου, υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, η οποία είπε ότι δυσκολεύεται να κατανοήσει πώς “κάποιος που βιώνει τόσο πόνο μπορεί να τον μεταφράσει σε πολιτικό κίνημα”.

Γιατί ενδιαφέρει αυτό; Όχι επειδή αφορά απλώς δύο δημόσια πρόσωπα, αλλά γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική τάξη αντιλαμβάνεται τον ίδιο τον δημόσιο βίο και την είσοδο νέων υποκειμένων στο πολιτικό πεδίο.

Η Μιχαηλίδου δεν απέκλεισε απλώς μια πολιτική πρωτοβουλία· εξέφρασε αμφιβολία για την ίδια την ιδέα ότι ο προσωπικός πόνος μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική δράση. Τα λόγια της – ότι δεν μπορεί να “δει” πώς γίνεται ο πόνος αυτός πολιτικό εργαλείο – φέρνουν στο προσκήνιο ένα βαθύτερο ζήτημα: το πώς η πολιτική ελίτ αντιμετωπίζει ανθρώπους χωρίς πολιτικό παρελθόν που όμως μιλούν για το κράτος και τη λογοδοσία.

Δεν είναι η πρώτη φορά που στην πολιτική “διδάσκεται” ποιος επιτρέπεται να μιλά δημόσια. Αλλά η σημασία αυτού του σχολίου δεν είναι μόνο προσωπική, είναι θεσμική. Η ελληνική πολιτική σκηνή έχει συνηθίσει να αναγνωρίζει ως “πολιτικά υποκείμενα” όσους έχουν διαδρομή μέσα στους μηχανισμούς, τα κόμματα ή την αυτοδιοίκηση. Η ιδέα ότι ένας πολίτης που έχασε το παιδί του μπορεί να διατυπώσει πολιτικό λόγο – και μάλιστα να τον μεταφράσει σε θεσμική πρωτοβουλία – είναι νέα. Και αυτό την καθιστά, για κάποιους, ύποπτη ή ακατανόητη.

Το ζήτημα δεν είναι η Μιχαηλίδου ως πρόσωπο. Είναι η υποβόσκουσα νοοτροπία: ότι η πολιτική είναι παιχνίδι επαγγελματιών – όχι ανθρώπων με εμπειρίες που αφορούν τη δημόσια ευθύνη. Το να μιλήσει κάποιος για τον πόνο του δεν είναι πολιτική προσέγγιση. Το να μετασχηματίζει την εμπειρία σε λόγο που αφορά θεσμούς, λογοδοσία και κοινό καλό είναι. Και εδώ βρίσκεται το αίνιγμα: Μπορεί η πολιτική να νοηθεί ως χώρος αποκλειστικά των “ειδικών” – ή πρέπει να χωρά όσους έχουν άλλη γνώση: αυτήν που πηγάζει από την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα;

Η απάντηση που έδωσε η Μιχαηλίδου – ρητή ή υπόρρητη – δεν είναι απλώς προσωπική άποψη. Είναι εικόνα του τρόπου με τον οποίο το πολιτικό σύστημα καθορίζει ποιος δικαιούται να μιλήσει για την πολιτική. Η συζήτηση για το αν η Καρυστιανού “πρέπει” ή “δεν πρέπει” να κάνει κόμμα είναι δευτερεύουσα. Το κρίσιμο είναι ότι αυτό το ερώτημα τέθηκε. Και όχι από μεμονωμένους πολίτες ή αναλυτές· από υπουργό της κυβέρνησης.

Αυτό λέει κάτι βαθύτερο για το πώς η πολιτική τάξη βλέπει τον ίδιο τον πολίτη: είτε ως υποκείμενο συλλογικής δράσης, είτε ως προσωπικό πρόβλημα που δεν αντέχει δημόσιο λόγο. Κι αυτή η αντίληψη είναι ίσως το πιο μεγάλο εμπόδιο σε μια πολιτική κοινότητα που θέλει να ακούει, όλο και περισσότερο, από όλους όσοι έχουν πράγματι κάτι να πουν, ακόμα κι όταν αυτό πονάει.

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *