Κάτω από τα ραντάρ: Δεν τον απελαύνουν, τον παραδίδουν

Υπάρχουν αποφάσεις που δεν κρίνονται με νομικούς όρους, αλλά με ιστορικούς. Η απέλαση του Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί είναι μία από αυτές. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για «διοικητική πράξη». Μιλάμε για μια συνειδητή πολιτική επιλογή: να επιστραφεί ένας άνθρωπος σε ένα κράτος όπου η δίωξη για ιδέες, καταγωγή και δημόσιο λόγο δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Και η Ελλάδα το γνωρίζει.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί άγνοια για το τι σημαίνει σήμερα Τουρκία. Διώξεις αντιφρονούντων, φυλακίσεις με σαθρά κατηγορητήρια, «τρομοκρατία» ως ελαστικός όρος για όποιον ενοχλεί. Αυτά δεν είναι καταγγελίες ακτιβιστών· είναι διεθνώς καταγεγραμμένα δεδομένα. Όταν, λοιπόν, το ελληνικό κράτος αποφασίζει ότι «δεν συντρέχει κίνδυνος», δεν κάνει λάθος εκτίμηση. Κάνει πολιτική επιλογή να αγνοήσει την πραγματικότητα. Και αυτή η επιλογή έχει όνομα: συνενοχή.

Το άσυλο δεν είναι χάρη. Το άσυλο δεν δίνεται επειδή κάποιος είναι «συμπαθής». Δίνεται ακριβώς για περιπτώσεις σαν αυτή: ανθρώπους που διώκονται για την ταυτότητά τους, τις ιδέες τους, την καταγωγή τους, τη μνήμη που κουβαλούν. Όταν το κράτος αρχίζει να ζυγίζει ποιος «αξίζει» προστασία και ποιος όχι, τότε το άσυλο παύει να είναι δικαίωμα και μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής σκοπιμότητας. Και αυτό είναι επικίνδυνο προηγούμενο.

Η Ελλάδα αρέσκεται να μιλά για δημοκρατία, διεθνές δίκαιο, ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά αυτά δεν κρίνονται σε επετειακές ομιλίες. Κρίνονται στις σιωπηλές αποφάσεις, μακριά από κάμερες. Όταν στέλνεις έναν άνθρωπο πίσω γνωρίζοντας ότι κινδυνεύει, δεν «εφαρμόζεις τον νόμο». Τον χρησιμοποιείς ως άλλοθι. Και όταν το κάνεις αυτό, παύεις να διαφέρεις ουσιαστικά από εκείνους που υποτίθεται ότι καταγγέλλεις.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο Γιαϊλαλί. Το ζήτημα είναι το μήνυμα:
– ότι η προστασία δεν είναι δεδομένη
– ότι η ανθρώπινη ζωή μπαίνει σε διοικητική ζυγαριά
– ότι η σιωπή θεωρείται αποδεκτή πολιτική στάση.
Σήμερα είναι αυτός. Αύριο ποιος;

Η απέλαση αυτή δεν θα γραφτεί ως μια τυπική απόφαση. Θα γραφτεί ως στιγμή όπου η Ελλάδα επέλεξε να μην δει, να μην ακούσει, να μην προστατεύσει. Και σε τέτοιες στιγμές, δεν υπάρχει ουδετερότητα. Υπάρχει μόνο ευθύνη.Γιατί εδώ δεν μιλάμε για σύνορα. Μιλάμε για ανθρώπους.

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *