Απελευθέρωση Ιωαννίνων: Από την Άρτα στο Μπιζάνι, ως την 21η Φεβρουαρίου

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου του 1913 υπήρξε μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, όχι μόνο για το μέτωπο της Ηπείρου αλλά και για το συνολικό αποτύπωμα της Ελλάδας στις εξελίξεις των Βαλκανίων. Η είδηση της παράδοσης της πόλης προκάλεσε πανελλήνιο ενθουσιασμό και λειτούργησε ως ισχυρό διπλωματικό επιχείρημα σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες κρίνονταν, παράλληλα με το πεδίο, και στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων. Για να γίνει κατανοητό τι οδήγησε στην 21η Φεβρουαρίου, χρειάζεται να ιδωθεί η εκστρατεία ως μια αλληλουχία επιχειρήσεων, ανατροπών, κλιματικών δοκιμασιών και στρατηγικών επιλογών, που κορυφώθηκαν στην εκπόρθηση των οχυρών του Μπιζανίου.

Ο πόλεμος ουσιαστικά δρομολογήθηκε όταν, στις 4 Οκτωβρίου 1912, οι σύμμαχες χώρες Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία επέδωσαν τελεσίγραφο στην Κωνσταντινούπολη και, την επομένη, άρχισαν οι εχθροπραξίες με στόχο την αναμέτρηση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, με επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο, εκτιμούσε ότι είχαν διαμορφωθεί ρεαλιστικές συνθήκες για επέκταση των συνόρων και ενσωμάτωση ελληνικών πληθυσμών, υπερβαίνοντας το τραυματικό αποτύπωμα του 1897. Με την επιστράτευση της 17ης Σεπτεμβρίου, συγκροτήθηκαν δύο βασικοί σχηματισμοί: ο Στρατός Θεσσαλίας, ως κύρια δύναμη υπό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, και ο Στρατός Ηπείρου, μικρότερος, με περίπου 8.000 άνδρες, περιορισμένα μέσα και διοικητή τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη, με έδρα την Άρτα. Στη θάλασσα, η ηγεσία του στόλου ανατέθηκε στον Υποναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Για την Ήπειρο, το αρχικό επιχειρησιακό πλαίσιο ήταν κυρίως αμυντικό: εξασφάλιση μεθορίου σε μια εκτεταμένη γραμμή και επιχειρήσεις σε περιοχή ορεινή, με ανεπαρκές οδικό δίκτυο, που δυσχέραινε μετακινήσεις και ανεφοδιασμό.

Παρότι ο σχεδιασμός προέβλεπε ότι η κύρια επιθετική προσπάθεια θα αναλαμβανόταν μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, οι συγκρούσεις στην Ήπειρο άρχισαν νωρίς. Στις 6 Οκτωβρίου, τμήματα Ευζώνων διέσχισαν υπό δυσμενείς συνθήκες τη γέφυρα της Άρτας, εδραιώνοντας θέσεις στα υψώματα. Ακολούθησε η απελευθέρωση της Φιλιππιάδας (12 Οκτωβρίου) και, λίγο αργότερα, η απελευθέρωση της Πρέβεζας (21 Οκτωβρίου), που παρείχε κρίσιμη βάση επιχειρήσεων και γραμμή ανεφοδιασμού. Στο ίδιο διάστημα, καταλήφθηκαν τα Πέντε Πηγάδια (28 Οκτωβρίου) – κομβικό πέρασμα – ενώ η απελευθέρωση του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου) ενίσχυσε τη στρατηγική θέση των ελληνικών δυνάμεων. Στις 5 Νοεμβρίου, καταγράφηκε και η απελευθέρωση της Χιμάρας από τον Σπύρο Σπυρομίλιο. Ωστόσο, η προέλαση προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων επιβραδύνθηκε: οι οθωμανικές δυνάμεις, υπό τον Εσάτ Πασά (ο οποίος είχε γεννηθεί στα Ιωάννινα), διέθεταν ισχυρή συγκρότηση, ενισχύθηκαν με επιπλέον τμήματα και κρατούσαν μια αμυντική τοποθεσία υψηλής αξίας.

Το κρίσιμο εμπόδιο ήταν το Μπιζάνι. Ο ορεινός όγκος νότια των Ιωαννίνων είχε μετατραπεί σε εξαιρετικά ισχυρό σύστημα άμυνας, ενισχυμένο με μόνιμα πυροβολεία και έργα οχύρωσης, σε μια τοποθεσία που έλεγχε τις προσβάσεις προς την πόλη. Η επιχείρηση για την κατάληψη της πρωτεύουσας της Ηπείρου εξελίχθηκε έτσι σε έναν «πόλεμο φθοράς» διάρκειας σχεδόν τριών μηνών, από τις 29 Νοεμβρίου 1912 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1913. Οι μάχες στον Δρίσκο στα τέλη Νοεμβρίου – με συμμετοχή και εθελοντικών σωμάτων – άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στο εσωτερικό μέτωπο, ενώ ο θάνατος του Λορέντζου Μαβίλη (28 Νοεμβρίου) συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Η επιθετική προώθηση προς τα Ιωάννινα και οι επιχειρήσεις στις αρχές Δεκεμβρίου (προς Μανωλιάσα και Μπιζάνι) ανέδειξαν τη δυσκολία διάρρηξης της οχυρωμένης ζώνης, καθώς οι Οθωμανοί αξιοποίησαν το έδαφος, τις ενισχύσεις και την αμυντική τους οργάνωση για να αποκρούσουν τις επιθέσεις. Την ίδια στιγμή, ο χειμώνας εξελίχθηκε σε έναν «τρίτο αντίπαλο»: ψύχος, χιόνια, κόπωση, κρυοπαγήματα και ασθένειες περιόρισαν σοβαρά την επιχειρησιακή ικανότητα.

Η πίεση για γρήγορο αποτέλεσμα ήταν έντονη, καθώς η κυβέρνηση επιδίωκε την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν παγιωθούν διπλωματικά δεδομένα στις διεθνείς διασκέψεις. Σταδιακά κατέφθασαν ενισχύσεις – με μεταφορά μονάδων από τη Θεσσαλονίκη προς το λιμάνι της Πρέβεζας – ενώ στο τέλος Δεκεμβρίου δρομολογήθηκε και αλλαγή ηγεσίας. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ανέλαβε την ηγεσία στη ζώνη Μακεδονίας και Ηπείρου, επιχειρώντας ανασύνταξη, με χαρακτηριστική κίνηση τη συγκρότηση της 8ης Μεραρχίας. Παράλληλα, στις 17 Ιανουαρίου 1913, απηύθυνε αίτημα παράδοσης προς τον Εσάτ Πασά, το οποίο απορρίφθηκε. Το μέτωπο επισκέφθηκε και ο Βενιζέλος στις 6 Φεβρουαρίου, σε μια φάση όπου το ζητούμενο δεν ήταν μόνο η ισχύς πυρός αλλά και η εύρεση ρήγματος στην αμυντική διάταξη του Μπιζανίου.

Η τελική καμπή ήρθε με την απόφαση για επίθεση από τα δυτικά και την εκδήλωση της γενικής επίθεσης τα ξημερώματα της 20ής Φεβρουαρίου 1913. Η προώθηση προς την Πεδινή και η ταχύτητα ορισμένων τμημάτων, σε συνδυασμό με τον ρόλο μονάδων Ευζώνων, διαμόρφωσαν συνθήκες που οδήγησαν σε κατάρρευση της οθωμανικής δυνατότητας να κρατήσει την πόλη. Καθοριστική αναφέρεται η κίνηση του ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου και του τμήματός του, που έφτασε έως τον Άγιο Ιωάννη (στη σημερινή Ανατολή), πιέζοντας την αμυντική διάταξη και δημιουργώντας τετελεσμένα στα προάστια των Ιωαννίνων. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, γύρω στις 11, η τουρκική αντιπροσωπεία κινήθηκε προς τις ελληνικές γραμμές και η παράδοση δρομολογήθηκε. Στις 21 Φεβρουαρίου υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης και αποσπάσματα του ελληνικού στρατού εισήλθαν στην πόλη, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εξαιρετικά αιματηρής προσπάθειας υπό αντίξοες συνθήκες. Στις 22 Φεβρουαρίου, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε στα Ιωάννινα, όπου καταγράφηκε ενθουσιώδης υποδοχή από τους κατοίκους.

Το τίμημα της εκστρατείας στην Ήπειρο υπήρξε βαρύ και πρέπει να υπογραμμίζεται, γιατί εξηγεί και το μέγεθος της προσπάθειας: στις μάχες καταγράφηκαν 62 νεκροί αξιωματικοί και 1.549 νεκροί στρατιώτες, ενώ 174 αξιωματικοί και 5.451 στρατιώτες τραυματίστηκαν, μαζί με δεκάδες παγόπληκτους. Το τέλος της επιχείρησης έδωσε στην Ελλάδα όχι μόνο τον έλεγχο της ηπειρωτικής πρωτεύουσας αλλά και ένα σαφές πλεονέκτημα κύρους, σε μια χρονική στιγμή που η στρατιωτική επιτυχία μετατρεπόταν άμεσα σε πολιτικό κεφάλαιο. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 5 Μαρτίου 1913, ο Βενιζέλος ενημέρωσε με τηλεγράφημα τον Κωνσταντίνο για τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη, εξέλιξη που σκίασε πανεθνικά τον θρίαμβο και επέβαλε άμεσες μετακινήσεις της ηγεσίας. Όμως η ουσία παρέμεινε: η 21η Φεβρουαρίου 1913 καταγράφηκε ως ημερομηνία-τομή, επειδή εκεί συμπυκνώθηκαν η στρατηγική επιμονή, η επιχειρησιακή ανασύνταξη και – πάνω απ’ όλα – το ανθρώπινο κόστος που συνόδευσε την επανένταξη των Ιωαννίνων στον ελληνικό κορμό.

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *