Blog

  • Ταρτούφος: Ένα διαυγές και ενοχλητικό έργο της ευρωπαϊκής δραματουργίας

    Ταρτούφος: Ένα διαυγές και ενοχλητικό έργο της ευρωπαϊκής δραματουργίας

    Ο Ταρτούφος του Μολιέρου παραμένει, σχεδόν τέσσερις αιώνες μετά τη συγγραφή του, ένα από τα πιο διαυγή και ενοχλητικά έργα της ευρωπαϊκής δραματουργίας. Συχνά παρερμηνευμένο ως απλή σάτιρα κατά της θρησκείας και της ευπιστίας, το έργο στοχεύει στην πραγματικότητα σε κάτι βαθύτερο και πιο διαχρονικό: την εργαλειοποίηση της ηθικής.

    Ο Ταρτούφος δεν είναι άνθρωπος της πίστης – είναι άνθρωπος της επίδειξής της. Επενδύει στη ρητορική της αρετής για να αποκτήσει ισχύ, κύρος και πρόσβαση. Η ευσέβεια λειτουργεί ως προσωπείο· πίσω από αυτό κρύβονται η ιδιοτέλεια, η φιληδονία και η βούληση για έλεγχο. Ο Μολιέρος δεν σατιρίζει το ιερό, αλλά εκείνους που το επικαλούνται για να θωρακίσουν την εξουσία τους.

    Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό στοιχείο του έργου δεν είναι ο ίδιος ο απατεώνας, αλλά η κοινωνική συνθήκη που τον καθιστά εφικτό. Ο Οργκόν, η κεφαλή της οικογένειας, δεν εξαπατάται απλώς – επιλέγει να εξαπατηθεί. Παραδίδει κρίση και ευθύνη σε έναν υποτιθέμενο ηθικό καθοδηγητή, γιατί η βεβαιότητα – ακόμη και η ψευδής – είναι πιο αναπαυτική από την αμφιβολία. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η οξύτητα της μολιερικής ματιάς: η υποκρισία δεν επιβάλλεται μόνο· φιλοξενείται.

    Η διαχρονικότητα του Ταρτούφου γίνεται εμφανής όταν σκεφτούμε το παρόν. Στη σύγχρονη ζωή , μορφές «ηθικής αυθεντίας» εξακολουθούν να αναδύονται – όχι πλέον μόνο υπό τον θρησκευτικό μανδύα, αλλά με ρητορικές περί αξιών, τάξης, καθαρότητας ή ανωτερότητας. Η γλώσσα της αρετής εξακολουθεί να λειτουργεί ως εργαλείο πειθούς και, συχνά, ως ασπίδα αδιαφάνειας.

    Ο Μολιέρος μοιάζει να προειδοποιεί ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η απάτη αυτή καθαυτή, αλλά η κοινωνική προδιάθεση να γίνει αποδεκτή όταν εκφέρεται με συγκεκριμένο στόμφο πλαισιωμένο από τα στιβαρά χρώματα της ηθικής. Όταν η επίκληση της αρετής παύει να ελέγχεται, μετατρέπεται εύκολα σε μηχανισμό επιβολής.

    Έτσι, ο Ταρτούφος δεν ανήκει στο παρελθόν ούτε περιορίζεται στη θεατρική σκηνή. Λειτουργεί ως καθρέφτης κάθε εποχής που συγχέει τη ρητορική της ηθικής με την ουσία της. Και ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο επίκαιρος: επειδή μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε όχι μόνο ποιοι είναι οι σύγχρονοι Ταρτούφοι, αλλά και ποιοι είναι πρόθυμοι να τους πιστέψουν.

  • Καραγκούνης: Οι βασικοί άξονες του νέου εργασιακού νομοσχεδίου

    Καραγκούνης: Οι βασικοί άξονες του νέου εργασιακού νομοσχεδίου

    Για τις αλλαγές που εισάγει το νομοσχέδιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας μίλησε ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Κώστας Καραγκούνης, επιμένοντας ότι οι ρυθμίσεις δεν προέκυψαν ως μονομερής κυβερνητική κίνηση, αλλά ως αποτέλεσμα συμφωνίας των εθνικών κοινωνικών εταίρων. Κεντρικό σημείο της παρέμβασης, όπως ανέφερε, είναι η πλήρης μετενέργεια: όταν λήγει μια σύμβαση, οι όροι της συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι να υπογραφεί νέα, χωρίς το χρονικό «ταβάνι» των τριών ή έξι μηνών που ίσχυε τα προηγούμενα χρόνια.

    Επέκταση κλαδικών συμβάσεων και ενισχυμένος ρόλος της ΓΣΕΕ

    Ο υφυπουργός εξήγησε επίσης ότι χαμηλώνει το όριο αντιπροσωπευτικότητας για να επεκταθεί μια κλαδική σύμβαση σε ολόκληρο τον κλάδο: από το 50%+1 των εργαζομένων, μετακινείται στο 40%+1. Με τη δημοσίευση του νόμου, εκτίμησε ότι περίπου 15 συλλογικές συμβάσεις θα μπορούν να επεκταθούν άμεσα, καλύπτοντας μεγάλο αριθμό εργαζομένων.

    Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε πως η ΓΣΕΕ θα αποκτά τη δυνατότητα να υπογράφει απευθείας συλλογικές συμβάσεις χωρίς προϋπόθεση συγκεκριμένου ποσοστού εκπροσώπησης, κάτι που –όπως το διατύπωσε– δίνει «τεράστια δύναμη στο εργατικό εργατικό κίνημα».

    Αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση και το ζήτημα του κατώτατου μισθού

    Στο πολιτικό σκέλος, ανέφερε ότι το ΠΑΣΟΚ καταψήφισε το νομοσχέδιο επί της αρχής, αλλά υπερψήφισε κρίσιμα άρθρα, ενώ από τον ΣΥΡΙΖΑ διατυπώθηκαν ενστάσεις για τον ρόλο της κυβέρνησης στον καθορισμό του κατώτατου μισθού. Ο κ. Καραγκούνης απέδωσε ευθύνες στην αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι «καταρρίπτει ένα τεράστιο αφήγημα που είχαν μέχρι τώρα για τη μετενέργεια, την επεκτασιμότητα και όλα αυτά τα οποία είχαν πολύ ψηλά στην ατζέντα τους στα εργασιακά τους θέματα». Πρόσθεσε ακόμη ότι το ΠΑΣΟΚ «ήταν και αυτό σε πάρα πολύ δύσκολη θέση, να μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν ψηφίζει επί της αρχής αυτή την ιστορική συμφωνία, αναγκάστηκε να ψηφίσει τα βασικά άρθρα».

    Για τον κατώτατο μισθό, επανέλαβε ότι η «προστασία των 950 ευρώ» λειτουργεί ως βάση πάνω στην οποία μπορούν να «χτιστούν» υψηλότερες αποδοχές μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις, σημειώνοντας ότι ήδη σε κλάδους όπως των ξενοδοχοϋπαλλήλων οι συμβάσεις προβλέπουν μισθούς πάνω από το συγκεκριμένο ποσό.

    Υπόθεση Παναγόπουλου και έλεγχοι στα κονδύλια

    Σε ό,τι αφορά την υπόθεση Παναγόπουλου, ο υφυπουργός ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει σε εσωτερικά συνδικαλιστικά ζητήματα, υπογραμμίζοντας πως τα θέματα αιρετότητας κρίνονται από τα εκλογικά σώματα των οργανώσεων, ενώ η υπόθεση διερευνάται από τη Δικαιοσύνη.

    Παράλληλα, για τα κονδύλια και τους ελέγχους, τόνισε ότι οι χρηματοδοτήσεις προέρχονται από ευρωπαϊκούς πόρους και περνούν από ελέγχους εθνικών και ευρωπαϊκών μηχανισμών, μεταξύ των οποίων το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι αρμόδιες διαχειριστικές αρχές.

  • Κάτω από τα ραντάρ: Δεν τον απελαύνουν, τον παραδίδουν

    Κάτω από τα ραντάρ: Δεν τον απελαύνουν, τον παραδίδουν

    Υπάρχουν αποφάσεις που δεν κρίνονται με νομικούς όρους, αλλά με ιστορικούς. Η απέλαση του Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί είναι μία από αυτές. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για «διοικητική πράξη». Μιλάμε για μια συνειδητή πολιτική επιλογή: να επιστραφεί ένας άνθρωπος σε ένα κράτος όπου η δίωξη για ιδέες, καταγωγή και δημόσιο λόγο δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Και η Ελλάδα το γνωρίζει.

    Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί άγνοια για το τι σημαίνει σήμερα Τουρκία. Διώξεις αντιφρονούντων, φυλακίσεις με σαθρά κατηγορητήρια, «τρομοκρατία» ως ελαστικός όρος για όποιον ενοχλεί. Αυτά δεν είναι καταγγελίες ακτιβιστών· είναι διεθνώς καταγεγραμμένα δεδομένα. Όταν, λοιπόν, το ελληνικό κράτος αποφασίζει ότι «δεν συντρέχει κίνδυνος», δεν κάνει λάθος εκτίμηση. Κάνει πολιτική επιλογή να αγνοήσει την πραγματικότητα. Και αυτή η επιλογή έχει όνομα: συνενοχή.

    Το άσυλο δεν είναι χάρη. Το άσυλο δεν δίνεται επειδή κάποιος είναι «συμπαθής». Δίνεται ακριβώς για περιπτώσεις σαν αυτή: ανθρώπους που διώκονται για την ταυτότητά τους, τις ιδέες τους, την καταγωγή τους, τη μνήμη που κουβαλούν. Όταν το κράτος αρχίζει να ζυγίζει ποιος «αξίζει» προστασία και ποιος όχι, τότε το άσυλο παύει να είναι δικαίωμα και μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής σκοπιμότητας. Και αυτό είναι επικίνδυνο προηγούμενο.

    Η Ελλάδα αρέσκεται να μιλά για δημοκρατία, διεθνές δίκαιο, ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά αυτά δεν κρίνονται σε επετειακές ομιλίες. Κρίνονται στις σιωπηλές αποφάσεις, μακριά από κάμερες. Όταν στέλνεις έναν άνθρωπο πίσω γνωρίζοντας ότι κινδυνεύει, δεν «εφαρμόζεις τον νόμο». Τον χρησιμοποιείς ως άλλοθι. Και όταν το κάνεις αυτό, παύεις να διαφέρεις ουσιαστικά από εκείνους που υποτίθεται ότι καταγγέλλεις.

    Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο Γιαϊλαλί. Το ζήτημα είναι το μήνυμα:
    – ότι η προστασία δεν είναι δεδομένη
    – ότι η ανθρώπινη ζωή μπαίνει σε διοικητική ζυγαριά
    – ότι η σιωπή θεωρείται αποδεκτή πολιτική στάση.
    Σήμερα είναι αυτός. Αύριο ποιος;

    Η απέλαση αυτή δεν θα γραφτεί ως μια τυπική απόφαση. Θα γραφτεί ως στιγμή όπου η Ελλάδα επέλεξε να μην δει, να μην ακούσει, να μην προστατεύσει. Και σε τέτοιες στιγμές, δεν υπάρχει ουδετερότητα. Υπάρχει μόνο ευθύνη.Γιατί εδώ δεν μιλάμε για σύνορα. Μιλάμε για ανθρώπους.

  • Competitive authoritarianism: Η Αμερική στο μεταίχμιο της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης

    Competitive authoritarianism: Η Αμερική στο μεταίχμιο της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης

    Τις τελευταίες δεκαετίες, η δημοκρατία, κάποτε θεωρούμενη αυτονόητος πυλώνας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιμετωπίζει αθέατες αλλά ανησυχητικές απειλές. Το τιμόνι της
    πολιτικής ηγεμονίας υπό την προεδρία Trump γέρνει ανησυχητικά προς την κατεύθυνση του
    αυταρχισμού, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το ιδεώδες της δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή,
    ενώ αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται σε τροχιά
    αυταρχισμού, η ίδια η κυβέρνηση, μέσω της άσκησης της πολιτικής της, εγείρει ένα κρίσιμο
    ερώτημα
    : Μήπως ο πρόεδρος Trump έχει ήδη επιτύχει στην κανονικοποίηση της
    αμερικανικής εκδοχής του αυταρχισμού;

    Ωστόσο, ας μην είμαστε κατακριτέοι χωρίς εκβάθυνση. Η νέα έννοια που προκύπτει και
    χαρακτηρίζει για πολλούς το καθεστώς της ηγεμονίας του Βορρά αναφέρεται με τον όρο
    competitive authoritarianism ή σε κοινή μετάφραση ανταγωνιστικός αυταρχισμός. Το
    συγκεκριμένο, τυπικά 21ου αιώνα, πρότυπο αυταρχισμού δύναται να επιφέρει βαθιές και εν
    πολλοίς μη αναστρέψιμες ανακατατάξεις στο εσωτερικό της μεγάλης δύναμης, ιδίως μέσω
    υπόγειων και δυσδιάκριτων μηχανισμών. Αν και η εγκαθίδρυση ενός πλήρους αυταρχικού
    καθεστώτος
    , με περιορισμούς ατομικών ελευθεριών και έκθεση στη συνεχή κρίση της
    θεσμικά νομιμοποιημένης πολιτικής σκηνής, θα θεωρούνταν ιστορικά λιγότερο πιθανή στην
    Αμερική, η εν λόγω μορφή διακυβέρνησης αναδύεται σταδιακά, θέτοντας σε διαρκή κίνδυνο
    τα θεμέλια της δημοκρατίας.

    Προκειμένου να κατανοηθεί το ευρύτερο πλαίσιο όπου θα τεθεί το πολίτευμα της Αμερικής
    κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί αρχικά αυτή η κατηγορία πολιτικών καθεστώτων. Ο
    αυταρχισμός αποτελεί μια ευρύτερη κατηγορία καθεστώτων όπου η συγκέντρωση της
    εξουσίας
    σε περιορισμένες ελίτ υπερβαίνει τις παραδοσιακές δημοκρατικές διαδικασίες, ενώ
    οι πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών περιορίζονται σημαντικά. Σε
    αντίθεση με την απολυταρχία, όπου η εξουσία είναι πλήρως συγκεντρωμένη σε έναν
    μονάρχη με απόλυτο έλεγχο, ο αυταρχισμός μπορεί να συνυπάρχει με τυπικά δημοκρατικούς
    θεσμούς
    , όπως εκλογές και κοινοβούλια, που όμως λειτουργούν περισσότερο ως μάσκα
    νομιμότητας
    παρά ως πραγματικά εργαλεία λογοδοσίας. Η μετάβαση σε competitive
    authoritarianism
    περιγράφει την εξέλιξη αυτής της δυναμικής: σε καθεστώτα αυτού του
    τύπου, οι θεσμοί της δημοκρατίας διατηρούνται τυπικά, ενώ η πολιτική ανταγωνιστικότητα
    υπονομεύεται συστηματικά μέσω εκτελεστικών παρεμβάσεων, περιορισμού της
    αντιπολίτευσης
    και ελέγχου των μέσων ενημέρωσης. Η θεωρία, όπως αναπτύχθηκε από τους
    Levitsky και Way, υποδεικνύει ότι τέτοια καθεστώτα δεν εμφανίστηκαν τυχαία· προέκυψαν
    μέσα από συνδυασμό θεσμικής φθοράς, πολιτικών συγκρούσεων και στρατηγικών ελιγμών
    κυβερνήσεων που επιδιώκουν να διατηρήσουν την εξουσία υπό τις συνθήκες εκλογικής
    κάλυψης
    , διαμορφώνοντας ένα εύθραυστο, αλλά ταυτόχρονα ισχυρό, μείγμα αυταρχισμού
    και δημοκρατίας.

    Με ρίζες στο καθεστώς Chávez στη Βενεζουέλα, το competitive authoritarianism
    παρουσιάζει συνθήκες απρόσκοπτης δράσης της αντιπολίτευσης, σε ένα φαινομενικά
    εξυγιασμένο πλαίσιο πολιτικού ανταγωνισμού. Αν και οι εκλογές διατηρούν τυπικά τον
    χαρακτήρα της δημοκρατικής νομιμοποίησης και διεξάγονται εντός του πλαισίου της
    θεσμικής κανονικότητας, παραμένουν σε σημαντικό βαθμό αμφισβητούμενες· υπό αυτές τις
    συνθήκες, η ουσία της πολιτικής διαδικασίας έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η
    εμφανής αποτελεσματικότητα των θεσμών να λειτουργεί ως προπέτασμα μιας βαθιά
    αντιδημοκρατικής πραγματικότητας. Αυτό που βλέπουμε στην πραγματικότητα να
    εκτυλίσσεται είναι η εργαλειοποίηση του ίδιου του κράτους. Συγκεκριμένα, μέσω του
    στρατηγικού ελέγχου των θεσμών, της εκμετάλλευσης και χειραγώγησης των μέσων
    ενημέρωσης
    , της παρενόχλησης ή του εκφοβισμού πολιτικών αντιπάλων, παύει η πολιτική
    αντιπαράθεση να είναι ισότιμη. Το γνωστό democratic backsliding, η συστηματική αυτή
    στρέβλωση του ανταγωνισμού, παγιώνει την εξουσία, αλλοιώνοντας, όμως, τους κανόνες του
    παιχνιδιού
    .

    Η κατάληψη των θεσμών δεν απαιτεί άμεση ανατροπή του συντάγματος, αλλά
    πραγματοποιείται εκ των έσω. Οι ηγέτες του καθεστώτος τοποθετούν πιστούς σε κρίσιμες
    θέσεις
    και δημόσιες υπηρεσίεςρυθμιστικούς φορείς, φορολογικές και εκλογικές αρχές– που
    παραδοσιακά διασφαλίζουν την ουδετερότητα, την λογοδοσία και τον έλεγχο της εξουσίας.
    Οι τάσεις αυτές λειτουργούν ως καταλύτης για την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου του
    καθεστώτος και τη διεύρυνση της εξουσιαστικής του δράσης. Η άσκηση καταναγκασμού δεν
    προϋποθέτει κατ’ ανάγκην τη χρήση σωματικής βίας· αρκεί η συστηματική ενεργοποίηση
    θεσμικών μηχανισμών ελέγχου, όπως εκτεταμένες και ενδελεχείς διοικητικές ή ποινικές
    έρευνες
    , προκειμένου να αποδυναμωθεί ή να παραλύσει η πολιτική δραστηριότητα των
    στοχοποιημένων υποκειμένων. Στην αμερικανική περίπτωση, παραδείγματα περιλαμβάνουν
    την πίεση προς ανεξάρτητους αξιωματούχους, όπως η Liz Cheney, καθώς και τις
    προσπάθειες επέκτασης εξουσιών προσλήψεων και περιορισμού προστασιών στη δημόσια
    διοίκηση
    .

    Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την καθεστωτική οπισθοδρόμηση των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε
    απειλή συνοδεύεται από έναν αντίστοιχο υπερασπιστή της δημοκρατίας. Και όπως κάποιος
    επιδιώκει να υπερασπιστεί τη δημοκρατία, οφείλει αντιστοίχως πρώτα να αναγνωρίσει τις
    απειλές
    που ενέχει το υφιστάμενο πολιτικό καθεστώς.
    Αφενός, η υποτίμηση των απειλών προς τη δημοκρατία συνιστά έναν περαιτέρω παράγοντα
    ενίσχυσης των αυταρχικών τάσεων ως τον κίνδυνο του εφησυχασμού (complacency). Στις
    Ηνωμένες Πολιτείες, η αντίληψη ότι η συμπεριφορά της εκτελεστικής εξουσίας συνιστά
    «πολιτική όπως συνήθως», όπως παρατηρήθηκε σε ορισμένες φάσεις της προεδρίας Trump,
    μείωσε την εγρήγορση απέναντι στις συστηματικές παραβιάσεις κανόνων και περιορισμούς
    λογοδοσίας. Αυτό το πολιτικό «μούδιασμα», υπονομεύει την ικανότητα της κοινωνίας να
    αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει ως επικίνδυνα τα φαινόμενα του democratic backsliding,
    αποτελώντας, τελικά, η ίδια, μέρος του προβλήματος. Η αδράνεια που προκύπτει από τέτοια
    υποτίμηση διευκολύνει την παγίωση αυταρχικών πρακτικών, καθιστώντας τη δημοκρατική
    διαδικασία
    ευάλωτη σε μη αναστρέψιμες στρεβλώσεις της πολιτικής αντιπαράθεσης και της
    ελεύθερης έκφρασης.

    Αφετέρου, η υπερεκτίμηση της επίδρασης του αυταρχισμού δημιουργεί μια μορφή πολιτικού
    μοιρολατρισμού (fatalism) που με τη σειρά του οδηγεί σε αποτροπή της ενεργού συμμετοχής
    στις δημοκρατικές διαδικασίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα
    έχει φτάσει σε ένα σημείο μη αναστρέψιμο, όπως εκφράστηκε από ορισμένους παρατηρητές
    μετά τις εκλογές του 2020, αποθαρρύνει την εκλογική συμμετοχή, την κινητοποίηση της
    κοινωνίας των πολιτών και την πίεση προς τα θεσμικά όργανα. Αυτή η αντίληψη του
    «αδιέξοδου» ενισχύει ακούσια την κυριαρχία αυταρχικών δυνάμεων, αφού η μη δράση
    λειτουργεί ως έμμεσος μηχανισμός εδραίωσης της εξουσίας. Η πρόκληση της εποχής
    συνίσταται στην αναγνώριση ότι η ενεργός πολιτική συμμετοχή μπορεί να αντισταθμίσει τις
    απειλές
    και να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ νομιμοποίησης και ελέγχου εξουσίας.
    Η αναδυόμενη αμερικανική πολιτική πραγματικότητα, υπό μορφής νέου τύπου καθεστώτος,
    δύναται να ανατρέψει συθέμελα τις ισορροπίες στη διεθνή πολιτική σκηνή. Και το τίμημα θα
    είναι μεγάλο· δεν συνίσταται μόνο στην στιγμιαία αλλοίωση της δημοκρατικής ισορροπίας
    αλλά στη σταδιακή φθορά του δημοκρατικού ιδεώδους. Πρόκειται για τη σκιά που ρίχνεται
    πάνω στην ιστορική της φήμη ως φάρου ελευθερίας και για την απώλεια της ηθικής πυξίδας
    που καθοδηγεί τη δημοκρατική τους ψυχή. Όμως και παρά τις προκλήσεις, η δημοκρατία
    παραμένει φως που αντέχει. Και αυτό γιατί η κοινωνία των πολιτών είναι ο πυρήνας της
    αλλαγής
    και η ελπίδα ότι η δημοκρατική παράδοση μπορεί να αναγεννηθεί και να αναπτυχθεί ξανά.

  • Γιαννακοπούλου: «Ναι» στη διεύρυνση, αλλά με πολιτικούς όρους

    Γιαννακοπούλου: «Ναι» στη διεύρυνση, αλλά με πολιτικούς όρους

    Η στρατηγική της «αμφίπλευρης διεύρυνσης» που προωθεί το ΠΑΣΟΚ ενόψει του επικείμενου συνεδρίου έχει πυροδοτήσει έντονες ζυμώσεις στο εσωτερικό του κόμματος, με εσωκομματικές αντιπαραθέσεις και στελέχη πρώτης γραμμής να εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για το πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη.

    Η θέση της Νάντια Γιαννακοπούλου: «Ναι», αλλά με πολιτικούς όρους

    Μιλώντας σε συνέντευξή της στην Στο Καρφί και στον δημοσιογράφο Χρήστος Δρούζιας, η Νάντια Γιαννακοπούλου τάσσεται υπέρ της διεύρυνσης, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι αυτή πρέπει να γίνει με σαφές πολιτικό πλαίσιο και όχι με επιλογές που, κατά την άποψή της, θα αλλοιώσουν το μήνυμα ή θα δημιουργήσουν αντιφάσεις. Όπως λέει χαρακτηριστικά, λέει «ναι» στη διεύρυνση, αλλά ζητά να μην αφορά «στελέχη που καθύβρισαν το ΠΑΣΟΚ».

    Η «διεύρυνση» ως άνοιγμα στη βάση

    Στη συνέντευξή της δίνει έμφαση στο ότι ο όρος «αμφίπλευρη διεύρυνση» αφορά πρώτα και κύρια άνοιγμα στην κοινωνική βάση, σε πολίτες που δηλώνουν απογοητευμένοι τόσο από τη Νέα Δημοκρατία όσο και από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ, επισημαίνοντας ότι «πολλοί από αυτούς ήταν δικοί μας άνθρωποι». Στο ίδιο πλαίσιο, υπογραμμίζει πως η πολιτική στόχευση του ανοίγματος πρέπει να είναι καθαρή και να υπηρετεί την επανασύνδεση με κόσμο που έχει απομακρυνθεί.

    Συμβολική ενίσχυση, αλλά με προϋποθέσεις

    Η ίδια αναγνωρίζει ότι η προσέγγιση στελεχών από τον χώρο του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς μπορεί να έχει πολιτική και συμβολική αξία, θέτει όμως ρητές προϋποθέσεις για να μη μετατραπεί η διεύρυνση σε κίνηση χωρίς περιεχόμενο ή σε «μεταγραφή» χωρίς κοινό προσανατολισμό. Όπως τονίζει στο απόσπασμα της συνέντευξης: «Κατ’ αρχάς να επισημάνω, ότι όταν μιλάμε για αμφίπλευρη διεύρυνση αναφερόμαστε πριν απ’ όλα για διεύρυνση στην βάση, στους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που νιώθουν απογοητευμένοι από τα πεπραγμένα τόσο από την Κυβέρνηση της Ν.Δ όσο και από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ. Πολλοί από αυτούς ήταν δικοί μας άνθρωποι. Ασφαλώς η ένταξη στις γραμμές μας και από στελέχη του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς είναι σημαντική και σε πολιτικό και σε συμβολικό επίπεδο. Πρέπει να γίνει με όρους πολιτικούς, να προϋποθέτει την συμφωνία αυτών των στελεχών με το πρόγραμμά μας και να μην είναι στελέχη που ενώ προέρχονταν από το ΠΑΣΟΚ το καθύβρισαν και του επιτέθηκαν κατ’ εξακολούθηση».

    Με αυτόν τον τρόπο, η Γιαννακοπούλου αποτυπώνει μια γραμμή που συνδυάζει άνοιγμα προς την κοινωνία με κόφτες αξιοπιστίας για τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να συνδεθούν με τη διαδικασία.

  • Φάμελλος: «Ο προγραμματικός διάλογος πρέπει να επιταχυνθεί – Δεν υπάρχει χρόνος»

    Φάμελλος: «Ο προγραμματικός διάλογος πρέπει να επιταχυνθεί – Δεν υπάρχει χρόνος»

    Κατά την ομιλία του στην ημερίδα με θέμα «Νησιωτικότητα και Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική – Ανθρώπινη ανάπτυξη, κοινωνική ευημερία και διακυβέρνηση στη νησιωτική Ελλάδα», που πραγματοποιείται από χθες το πρωί στη Μυτιλήνη, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτης Φάμελλος, έβαλε στο επίκεντρο την ανάγκη αλλαγής πολιτικής κατεύθυνσης, συνδέοντάς την με τα προβλήματα που, όπως είπε, συσσωρεύονται στη χώρα.

    «Κρίση σε πολλά επίπεδα» και αίτημα πολιτικής αλλαγής

    Ο κ. Φάμελλος περιέγραψε μια εικόνα πολλαπλών πιέσεων, υποστηρίζοντας ότι «Έχουμε κρίση σε πολλά επίπεδα στη χώρα μας. Έχουμε κρίση αναπτυξιακή, έχουμε κρίση κοινωνική, έχουμε κρίση δημοκρατίας και θεσμών». Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε πως η αντιμετώπιση των προβλημάτων προϋποθέτει αλλαγή κυβέρνησης, λέγοντας ότι «Η αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων απαιτεί πολιτική αλλαγή. Απαιτεί μια άλλη κυβέρνηση, απαιτεί προοδευτική κυβέρνηση στις επόμενες βουλευτικές εκλογές».

    Επιτάχυνση διαλόγου και στόχος «ισχυρού προοδευτικού πόλου»

    Συνεχίζοντας, έθεσε ως προτεραιότητα την εντατικοποίηση των διεργασιών στον προοδευτικό χώρο, σημειώνοντας: «Για τον λόγο αυτό, λοιπόν, πιστεύουμε εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ ότι ο πολιτικός και προγραμματικός διάλογος πρέπει να επιταχυνθεί. Δεν υπάρχει χρόνος». Παράλληλα, περιέγραψε το κοινωνικό κλίμα ως έντονα φορτισμένο, λέγοντας ότι «η κοινωνία, πράγματι, βρίσκεται σε πολύ μεγάλη αναστάτωση, και θυμό θα έλεγα, και αγωνία», και πρόσθεσε πως χρειάζεται να υπάρξει «κοινή βούληση» για απόφαση που θα οδηγήσει σε ισχυρό προοδευτικό πόλο πριν από τις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

    Απόρριψη «περιχαράκωσης» και έμφαση στο «μαζί»

    Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ παρουσίασε τη γραμμή του κόμματος ως στρατηγική επιλογή συνεργασιών, λέγοντας: «Αυτή είναι η στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ… Είμαστε έτοιμοι για αυτήν την επιλογή και ζητάμε να πάρουν όλοι καθαρά θέση για την αναγκαιότητα συνεργασίας, για να υπάρχει προοδευτική διέξοδος και οξυγόνο για την πατρίδα μας και για τα νησιά». Στην ίδια κατεύθυνση, υποστήριξε ότι η λογική της κομματικής αυτάρκειας δεν δίνει απαντήσεις, τονίζοντας: «Δεν αποτελεί λύση καμία κομματική περιχαράκωση. Δεν αποτελεί λύση η κομματική αυτονομία», προσθέτοντας πως ειδικά για τα νησιά οι λύσεις πρέπει να είναι πολιτικές και να εμπεριέχουν το «μαζί», «γιατί αλλιώς δεν θα είναι λύσεις».

  • Δένδιας: «Να μην αντιμετωπίζονται τα στελέχη σαν δεύτερης κατηγορίας υπάλληλοι»

    Δένδιας: «Να μην αντιμετωπίζονται τα στελέχη σαν δεύτερης κατηγορίας υπάλληλοι»

    Στο 9ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αντιπροσώπων της Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Στρατιωτικών (ΠΟΜΕΝΣ) στην Αθήνα, ο Νίκος Δένδιας έθεσε ως βασική θέση ότι τα στελέχη δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν «δεύτερης κατηγορίας υπάλληλοι», αλλά ως καταρτισμένοι άνθρωποι που φορούν με υπερηφάνεια το εθνόσημο και των οποίων η προσφορά οφείλει να αναγνωρίζεται έμπρακτα.

    Η ανάρτηση στο X και η αναφορά στη «θερμή υποδοχή»

    Με ανάρτησή του στο X, ο υπουργός σημείωσε πως «για πρώτη φορά μίλησε υπουργός Εθνικής Άμυνας» στο συνέδριο και ότι έτυχε θερμής υποδοχής. Όπως ανέφερε, μίλησε «από καρδιάς» στους αντιπροσώπους και τους ευχαρίστησε, παρότι -όπως παραδέχθηκε- έχει στεναχωρήσει αρκετούς εξαιτίας των διαφωνιών που υπήρξαν γύρω από τον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο.

    «Είμαι στη διάθεσή σας» για βελτιώσεις στη ζωή των στελεχών

    Στην ίδια γραμμή, ξεκαθάρισε ότι βρίσκεται στη διάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου για συζήτηση κάθε πρότασης που μπορεί να ανεβάσει το επίπεδο ζωής των στελεχών. Παράλληλα, τόνισε ότι «δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για έναν υπουργό» από το να είναι πολιτικός προϊστάμενος των στελεχών των Ένοπλες Δυνάμεις, τα οποία -όπως είπε- είναι έτοιμα, αν χρειαστεί, να υπερασπιστούν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

    «Ατζέντα 2030», αυξήσεις και το πρόγραμμα των 17.500 κατοικιών

    Ο κ. Δένδιας επανέλαβε ότι οι αλλαγές της μεγάλης μεταρρύθμισης «Ατζέντα 2030» στηρίζονται στην ανάγκη να αλλάξουν όλα, ώστε να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις στον γεωγραφικό χώρο της χώρας. Υπενθύμισε επίσης τις μισθολογικές αυξήσεις και το μεγαλύτερο οικιστικό πρόγραμμα που βρίσκεται σε εξέλιξη: 17.500 κατοικίες για τα στελέχη (10.500 νεόδμητες και 7.000 ανακαινισμένες). Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι υλοποιείται μια δέσμη παρεμβάσεων για τη βελτίωση της καθημερινότητας της Στρατιωτικής Οικογένειας, με στόχο να διαμορφωθεί «ένα μοναδικό στην Ελλάδα πλέγμα στήριξης».

  • Κυρανάκης: Έως το τέλος του ’27 οι νέοι 23 συρμοί της Hellenic Train

    Κυρανάκης: Έως το τέλος του ’27 οι νέοι 23 συρμοί της Hellenic Train

    Ένα συγκεκριμένο πλάνο παράδοσης για τους νέους συρμούς της Hellenic Train περιέγραψε ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών Κωνσταντίνος Κυρανάκης, υπογραμμίζοντας ότι η πρώτη «φουρνιά» ολοκαίνουργιων τρένων θα αρχίσει να φτάνει σταδιακά σε 17 μήνες από σήμερα. Όπως ανέφερε, ο στόχος είναι μέχρι το τέλος του 2027 να έχει ολοκληρωθεί όχι μόνο η παραλαβή, αλλά και η ένταξη σε κυκλοφορία και των 23 συρμών.

    Στο ίδιο πλαίσιο, ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται για γενικόλογες δεσμεύσεις, αλλά για χρονοδιάγραμμα που «δένει» συμβατικά τον ιταλικό όμιλο, με ρήτρες και σαφείς συνέπειες. Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν δεν τηρηθούν οι προβλεπόμενοι όροι, για πρώτη φορά το Δημόσιο αποκτά ρητό δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης. Όπως το έθεσε ο κ. Κυρανάκης: «Δεν μιλάμε για γενικές υποσχέσεις· μιλάμε για επενδύσεις με όρους, έλεγχο και ευθύνη».

    Πώς μοιράζονται τα 23 νέα τρένα

    Η συμφωνία προβλέπει ότι από το σύνολο των 23 νέων συρμών, οι 11 θα είναι προαστιακού τύπου και οι 12 υπεραστικοί, δηλαδή μια κατανομή που πρακτικά κινείται κοντά στο 50-50. Η επιλογή αυτή σημαίνει ότι σχεδόν τα μισά από τα νέα τρένα κατευθύνονται απευθείας στον Προαστιακό, ο οποίος -όπως επισημάνθηκε- έχει εμφανίσει καθυστέρηση τα τελευταία χρόνια, παρότι σηκώνει καθημερινά μεγάλο βάρος μετακινήσεων για εργαζόμενους, φοιτητές και οικογένειες.

    Το μήνυμα που μεταφέρεται είναι πως η ανανέωση του στόλου δεν αφορά μόνο τις «βιτρίνες» των μεγάλων γραμμών, αλλά και τις διαδρομές ρουτίνας που καθορίζουν την εικόνα του σιδηροδρόμου στη συνείδηση των πολιτών.

    Η «δοκιμασία» της καθημερινότητας και η εμπιστοσύνη των πολιτών

    Στην τοποθέτησή του, ο κ. Κυρανάκης συνέδεσε την επένδυση με το ζητούμενο της αξιοπιστίας. Υπογράμμισε ότι ο σιδηρόδρομος δεν κρίνεται μόνο στις υπεραστικές αποστάσεις, αλλά και σε κάτι πολύ πιο απτό: στην εμπειρία του επιβάτη «κάθε πρωί» στην αποβάθρα. Η αξιολόγηση, όπως περιέγραψε, περνάει από απλά, μετρήσιμα στοιχεία: αν το τρένο είναι στην ώρα του, αν είναι καθαρό και αν λειτουργεί με συνέπεια. Εκεί -όπως είπε- «χτίζεται ή χάνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών».

    Με αυτό το σκεπτικό εξηγείται και η βαρύτητα που δίνεται στον Προαστιακό, καθώς αποτελεί το σημείο όπου η σχέση του επιβάτη με το σύστημα μεταφορών δοκιμάζεται σε καθημερινή βάση.

    Ασφάλεια στον σιδηρόδρομο και η αναφορά στο ETCS

    Παράλληλα, έγινε αναφορά και στα νέα συστήματα ασφαλείας που εντάσσονται στον σιδηρόδρομο, με ειδική επισήμανση στο ETCS. Ο κ. Κυρανάκης σημείωσε ότι το ETCS αντιμετωπίζεται ως πρόσθετη και κρίσιμη δικλείδα ασφαλείας, τονίζοντας ότι έχει σημασία να θυμόμαστε πως δεν περιλαμβανόταν καν στη σύμβαση 717.

  • Μασκ: Σενάριο αποτίμησης της Tesla στα 100 τρισ. δολάρια

    Μασκ: Σενάριο αποτίμησης της Tesla στα 100 τρισ. δολάρια

    Παρά τον σκεπτικισμό που συνοδεύει συχνά τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις για την Tesla, αρκετοί επενδυτές εξακολουθούν να ποντάρουν σε ένα εντυπωσιακό, μακροπρόθεσμο άλμα της αξίας της. Το πιο ακραίο σενάριο μιλά για αποτίμηση 100 τρισ. δολαρίων (περίπου 92 τρισ. ευρώ), με τον Elon Musk να μην το απορρίπτει δημόσια, παραδεχόμενος πως, όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, «δεν είναι αδύνατο».

    Για να γίνει αντιληπτή η κλίμακα, αναφέρεται ότι οι δέκα πολυτιμότερες εταιρείες διεθνώς -μεταξύ τους Apple, NVIDIA και Microsoft- αποτιμώνται συνολικά γύρω στα 26 τρισ. δολάρια (περίπου 24 τρισ. ευρώ).

    Το «όπλο» των ιδιόκτητων δεδομένων στην εποχή της AI

    Στο επίκεντρο της αισιοδοξίας μπαίνει ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης και, κυρίως, η αξία των ιδιόκτητων δεδομένων. Η ARK Invest και η επικεφαλής της, Cathie Wood, έχουν υποστηρίξει ότι «για να κερδίσεις στην AI χρειάζεσαι μοναδικά δεδομένα», θεωρώντας ότι εκεί χτίζεται το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

    Στο σκεπτικό αυτό, η Tesla εμφανίζεται να διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα πληροφορίας από την αυτόνομη οδήγηση -τη λεγόμενη «γλώσσα του δρόμου»- ενώ το οικοσύστημα του Musk “ακουμπά” και σε άλλες πηγές δεδομένων: από τα βιοϊατρικά δεδομένα της Neuralink έως τα δεδομένα συμπεριφοράς και διάδρασης που συγκεντρώνονται στην πλατφόρμα X.

    Σύγκλιση εταιρειών υπό τον Musk: xAI και SpaceX στο κάδρο

    Η ίδια αφήγηση δένει με την ιδέα ότι «όλες οι εταιρείες» του Musk «οδεύουν προς σύγκλιση» – μια διαδικασία που, σύμφωνα με τις αναφορές, αρχίζει να αποκτά πρακτικό περιεχόμενο. Η Tesla γνωστοποίησε ότι επένδυσε στην xAI, κάτι που συνδέθηκε με τη στρατηγική της γύρω από την AI και την αυτονομία.

    Παράλληλα, η SpaceX προχώρησε στην εξαγορά της xAI, κίνηση που παρουσιάστηκε ως το πρώτο βήμα προς ένα ευρύτερο, ενοποιημένο τεχνολογικό οικοσύστημα υπό την καθοδήγηση του Musk.

    Robotaxi, Optimus και το αφήγημα μιας νέας Tesla

    Με φόντο αυτές τις εξελίξεις, η επιχειρηματολογία όσων «βλέπουν» αποτίμηση 100 τρισ. δολαρίων δεν περιορίζεται στην εικόνα μιας εταιρείας αυτοκινήτων. Αντίθετα, περιγράφει την Tesla ως μια πλατφόρμα που επιχειρεί να μετασχηματιστεί σε πολυκλαδικό τεχνολογικό οικοσύστημα με πυρήνα την AI και τη ρομποτική.

    Στο αφήγημα αυτό, έργα όπως το Robotaxi και η εξέλιξη του ανθρωποειδούς ρομπότ Optimus λειτουργούν ως «πολλαπλασιαστές αξίας», τροφοδοτώντας την εκτίμηση ότι η εταιρεία θα μπορούσε να ανεβάζει την κεφαλαιοποίησή της με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο ο Musk επιμένει ότι η Tesla «δεν είναι απλώς μια αυτοκινητοβιομηχανία», αλλά ένα στοίχημα τεχνολογικής κλίμακας που απλώνεται σε περισσότερους από έναν κλάδους.

  • Παναγόπουλος: «Δεν αντιδικώ με το κόμμα μου – Δε με εξέλεξε καμία κομματική επιτροπή»

    Παναγόπουλος: «Δεν αντιδικώ με το κόμμα μου – Δε με εξέλεξε καμία κομματική επιτροπή»

    Την απόφαση της Πολιτικής Γραμματείας της ΚΟΕΣ σχολίασε ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, μετά το αίτημα του ΠΑΣΟΚ προς τον ίδιο να παραιτηθεί από την ηγεσία της Συνομοσπονδίας, καθώς και από τις φιλοδοξίες να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία.

    Γιάννης Παναγόπουλος: «Δεν αντιδικώ με το κόμμα μου»

    Στην απάντησή του, ο κ. Παναγόπουλος ξεκαθάρισε ότι δεν επιδιώκει αντιπαράθεση με το κόμμα του και δήλωσε σύμφωνος με το σύνολο του σχεδίου αποφάσεων της ΚΟΕΣ, υπογραμμίζοντας όμως πως η θέση που υπηρετεί δεν απορρέει από κομματικό όργανο, αλλά από τη βούληση των εργαζομένων. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Δεν αντιδικώ με το κόμμα μου. Με βρίσκει σύμφωνο το σύνολο του σχεδίου αποφάσεων της ΚΟΕΣ. Οφείλω όμως να υπογραμμίσω ότι στη θέση που υπηρετώ δεν με εξέλεξε καμία κομματική επιτροπή, αλλά χιλιάδες εργαζόμενοι που εμπιστεύτηκαν τη φωνή και τους αγώνες μας. Εκείνοι είναι οι μόνοι αρμόδιοι να αποφασίσουν για την πορεία μου συνδικαλιστικά, γιατί η παράταξη που ηγούμαι δεν αποτελεί κομματική προέκταση, αλλά είναι αυτόνομη και ακηδεμόνευτη.

    Στόχος μου να οδηγήσω την παράταξή της οποίας ηγούμαι, την ΠΑΣΚΕ, σε ένα ακόμη νικηφόρο συνέδριο. Μοναδική μου μέριμνα είναι η ενότητα, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και η ενίσχυση μιας μεγάλης, μαχητικής παράταξης που υπηρετεί σταθερά τα συμφέροντα του κόσμου της μισθωτής εργασίας».

    ΓΣΕΕ και ΠΑΣΚΕ: Μήνυμα αυτονομίας και στόχος «νικηφόρο συνέδριο»

    Κεντρικός άξονας της τοποθέτησης ήταν ότι η συνδικαλιστική νομιμοποίηση προέρχεται από τους εργαζόμενους και ότι η παράταξη που ηγείται είναι «αυτόνομη και ακηδεμόνευτη», με στόχο, όπως σημείωσε, να οδηγηθεί σε ένα ακόμη «νικηφόρο συνέδριο» και με έμφαση στην ενότητα και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του κόσμου της μισθωτής εργασίας.