Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επίκεντρο το βιβλίο του Βαγγέλη Ακτσαλή με τίτλο «#GREstart» και υπότιτλο «Οδηγός Επανεκκίνησης για μια κανονική χώρα». Το βιβλίο προλογίζει ο Θανάσης Διαμαντόπουλος.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Σήμερα ζούμε το ιστορικό οξύμωρο η ελληνική κοινωνία να είναι πιο προωθημένη από το πολιτικό σύστημα που (υποτίθεται πως) την εκπροσωπεί. Οι αλλεπάλληλες διαψεύσεις κενών περιεχομένου εξαγγελιών των τελευταίων δεκαετιών έχουν απομυθοποιήσει και απονομιμοποιήσει το παρόν πολιτικό προσωπικό, το οποίο στερούμενο εθνικού οράματος έπεται, αντί να ηγείται μιας κοινωνίας που διψά για προκοπή και πρόοδο.
Αυτό το βιβλίο ευελπιστεί ν’ αποτελέσει μια πυξίδα του αυτονόητου του δίκαιου ευκατάρριπτου, ορθολογικά σκεπτόμενου τμήματος της κοινωνίας που ασφυκτιά υπό το ζυγό του γραφειοκρατικού υπερκρατισμού που εξέννησε ο διακομματικός παλαιοκομματισμός.
Φιλοδοξεί ν’ αποτελέσει ένα έναυσμα συσπείρωσης της «άλλης Ελλάδας» – εκείνης της παραγωγής, της καινοτομίας και της εξωστρέφειας – που αρνείται να εγκλωβιστεί στο ψευτοδίλημμα μεταξύ κυβερνητικής υπεροψίας/αναποτελεσματικότητας και αντιπολιτευτικής σχιζολαγνείας άνευ αντιπρότασης.
Επιζητεί να εμπνεύσει τους «ήσυχους επαναστάτες» να διεκδικήσουν την κλεμμένη τους περηφάνια, τη χαμένη τους αξιοπρέπεια και το υπέρτατο αγαθό – που υμνεί και ο εθνικός μας ποιητής – την πολυπόθητη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Ήρθε η ώρα ν’ αποφασίσουμε τι επιλέγουμε να είμαστε:
ΥΠΑΚΟΟΙ ΥΠΗΚΟΟΙ ή ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ;
Είναι στο χέρι μας, όπως άλλωστε και το βιβλίο που κρατάς: κάνε την αρχή ανοίγοντάς το!
Ποιος είναι ο Βαγγέλης Ακτσαλής;
Γεννημένος στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, ο Βαγγέλης Ακταλής είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ. Ειδικεύθηκε στην Πλαστική Χειρουργική στη Βρετανία και την Αθήνα και εξειδικεύθηκε στην Αισθητική Χειρουργική στο Βέλγιο και την Ισπανία. Με την ενεργό πολιτική ασχολήθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2023 ως υποψήφιος βουλευτής της Δημιουργίας Ξανά στην Α’ εκλογική περιφέρεια Θεσσαλονίκης. Εξελέγη πρόεδρος του ιδίου κόμματος τον Ιανουάριο του 2024, θέση στην οποία παρέμεινε ως τον Ιούνιο του ιδίου έτους, για να ιδρύσει εν συνεχεία τον νέο πολιτικό φορέα «αστικό» κίνημα.
Πώς αντιμετώπιζαν τον άνθρωπο οι αρχαίοι Έλληνες; Σαν ένα απλό σώμα που γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει; Ή υπάρχει μέσα μας κάτι που δεν τελειώνει τόσο εύκολα; Πότε θεμελιώθηκε η διττότητα της ψυχής και του σώματος;
Το βιβλίο ξεκινά από απλά, αλλά καθόλου εύκολα ,ερωτήματα και μας δείχνει πώς οι αρχαίοι Έλληνες προσπάθησαν πρώτοι να τα απαντήσουν με συστηματικό τρόπο. Στα Ομηρικά Έπη ο άνθρωπος είναι πάνω απ’ όλα θνητός. Η ζωή είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή τελειώνει. Δεν υπάρχει ακόμη η καθαρή ιδέα ενός «εσωτερικού εαυτού» όπως τη σκεφτόμαστε σήμερα.
Με τον Πλάτων η ψυχή γίνεται το κέντρο. Δεν είναι απλώς η πνοή της ζωής, αλλά το πιο ουσιαστικό κομμάτι μας ,αυτό που γνωρίζει, που κρίνει, που μπορεί να υπάρξει και πέρα από το σώμα.
Ο Αριστοτέλης θα προτείνει μια πιο ενιαία εικόνα: δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς σώμα και ψυχή μαζί. Δεν είναι δύο ξένοι κόσμοι. Είναι μία ζωντανή ενότητα. Και οι Στωικοί θα επιμείνουν ότι το κρίσιμο δεν είναι τόσο η αθανασία, όσο ο τρόπος ζωής. Ο καλός βίος είναι εκείνος που κυβερνάται από τη λογική , όχι καταπιέζοντας τα συναισθήματα, αλλά βάζοντάς τα σε τάξη.
Το βιβλίο μου άρεσε πραγματικά. Είναι απλό , κατανοητό και ουσιαστικό χωρίς να γίνεται βαρύ. Δεν προϋποθέτει να έχεις διαβάσει Πλάτωνα ή Αριστοτέλη για να το παρακολουθήσεις. Αντίθετα, λειτουργεί εξαιρετικά και ως εισαγωγή σε αυτούς. Και αν τους έχεις ήδη διαβάσει, σου δίνει έναν τρόπο να δεις τις ιδέες τους πιο οργανωμένα και συνολικά.
Σήμερα λοιπόν με όσα έχουμε μάθει και από την πρόοδο της επιστήμης άραγε μπορούμε να απαντήσουμε αυτή την αρχαία αγωνία;
Βιβλίο: Νους , Ψυχή και Σώμα στον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό Εκδόσεις: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Κωνσταντίνος Μούσσας: Αγαπητέ Νίκο, σε καλωσορίζω στο Vérité και ξεκινώ κατευθείαν με μια ερώτηση που αφορά την πρώτη σου ατομική έκθεση η οποία εγκαινιάστηκε στις 4 Φεβρουαρίου στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Μίλησε μας για αυτή την ενότητα έργων η οποία περιλαμβάνει μορφές ανθρώπων, ζώων, μυθολογικά μοτίβα, σκηνές και αφηγήσεις του χρόνου και τις απουσίας του.
Νίκος Κανόγλου:Πριν από δύο ακριβώς χρόνια μου ανατέθηκε μια μεγάλη εικαστική ανάθεση, να πλαισιώσω εικαστικά το Manna Arcadia, το ιστορικό σανατόριο της Άννας Μελά. Έζησα και εργάστηκα εκεί για έξι μήνες, αναπτύσσοντας μια ενότητα έργων βασισμένη σε τεχνικές αποτοίχισης. Είχε προηγηθεί μια πολυετής έρευνα στον ευρύτερο χώρο της Αρκαδίας· με ενδιέφερε να αναδείξω τη μυθολογική της καταγωγή και το ιστορικό της βάθος, όχι εικονογραφικά αλλά οργανικά, ενσωματώνοντας τα έργα στο ίδιο το κέλυφος του κτιρίου. Μετέφερα θραύσματα επιχρισμάτων από τον φέροντα οργανισμό, σαν να αποσπούσα μνήμες από το σώμα του χώρου.
Από τις μορφές που ξεχώρισαν ήταν η «Κερυνίτις Έλαφος της Θεάς Αρτέμιδος» και το «Διονυσιακό Σύμπλεγμα του Πανός». Δούλεψα αποτοιχίσεις, χρυσό 22Κ σε βαμβακερό κάμποτο και οργανικά χρώματα, κόκκινη άργιλο, σέπια και γραφίτη. Ήταν υλικά που δεν τα επέλεξα μόνο αισθητικά αλλά βιωματικά.
Επέλεξα συνειδητά πρώτες ύλες που συνομιλούν με τη βυζαντινή ζωγραφική, τα ψηφιδωτά, τον χρυσό των ταφικών κτερισμάτων και την τεχνική του φρέσκο. Με ενδιέφερε να αποδοθεί μια δωρικότητα μαζί με την ένταση των αρχετυπικών μορφών. Ο γραφίτης, δουλεμένος σαν εγχάρακτο αποτύπωμα, σχεδόν σαν σφραγιδόλιθος, έκανε τα έργα να στέκονται ένθετα μέσα στο πρώην σανατόριο και να αφηγούνται την ιστορία του ως αυτόνομο καλλιτεχνικό γεγονός.
Η ενότητα αυτή, με τίτλο «Arcadia Dreaming», τίτλος εμπνευσμένος από το California Dreaming, ένα τραγούδι που κουβαλώ χρόνια, αποτελεί πλέον μόνιμη συλλογή του ξενοδοχείου. Τα έργα βρίσκονται τόσο στις σουίτες όσο και στους κοινόχρηστους ιστορικούς χώρους. Περιλαμβάνουν ανθρώπινες μορφές, ζώα, μυθολογικά μοτίβα, σκηνές και αφηγήσεις του χρόνου και της απουσίας.
Συνδέομαι με τους ανθρώπους κάτω από το βάρος μιας αναγκαιότητας, και είναι ωμό, σχεδόν παράξενο συναίσθημα να κρατώ μόνο τη σκιά τους καθώς φεύγουν.
Επί δέκα συνεχόμενα χρόνια επισκέπτομαι μουσεία της Φλάνδρας, νιώθοντας μια ανεξήγητη συγγένεια με το Βέλγιο. Θυμάμαι την πρώτη φορά που αντίκρισα, σε περιοδική έκθεση στις Βρυξέλλες, βραχογραφίες από τα σπήλαια της Αλταμίρα και του Λασκώ. Με συγκλόνισε ότι ο πρώτος άνθρωπος δημιουργεί τέχνη με κάρβουνο, με άνθρακα, με ένα υλικό άρρηκτα δεμένο με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ίσως γι’ αυτό επιμένω τόσο στην έννοια της ύλης, στο να δημιουργώ με το ελάχιστο, ακόμη και μόνο με γραφίτη. Στην ενότητα αυτή συνυπάρχουν και άλλα υλικά, ορυκτές σκόνες χωρίς νερό ως συνεκτικό μέσο, κόλλα ζαρντέν, σινική μελάνη, κόκκινη άργιλος, αποτοιχίσεις από σοβάδες παλαιών σπιτιών.
Νιώθω πως συνδέομαι περισσότερο με τους Φλαμανδούς ζωγράφους παρά με την ιταλική Αναγέννηση. Πάντα με συγκινούσε η καυστική ανθρώπινη ένταση στα έργα του Μπος, του Μπρύγκελ, του βαν Άικ, του Ρούμπενς, του Ρέμπραντ. Όλα αυτά κατακάθισαν μέσα μου για να επιστρέψω σήμερα σε αυτό που με απασχολεί διαρκώς, τη σκιά των πραγμάτων
Κωνσταντίνος Μούσσας: Φθορά, μνήμη, διάρκεια, απουσία. Πώς μετέχει ο θεατής της έκθεσης στις έννοιες αυτές και πώς τις «μεταχειρίζεσαι» στη σύλληψη και τη δημιουργία των έργων σου.
Νίκος Κανόγλου:Φθορά, μνήμη, διάρκεια, απουσία. Είναι έννοιες που δεν τις προσεγγίζω ως θεματικές κατασκευές αλλά ως βιωμένες καταστάσεις που διαπερνούν την ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας. Το θέμα της έκθεσης είναι η απουσία των πραγμάτων και το επιδραστικό τους ίχνος. Πέρα από τις γενικές αρχές που με κινητοποιούν, τα θέματα που επιλέγω να εμψυχώσουν αυτές τις αρχές είναι, ενδεικτικά, η κοινωνία των μελισσών και η σοφία που τη διέπει, θεολογικά και μυθολογικά ζητήματα, καθώς και η θέση του ατόμου απέναντι σε φιλοσοφικά ερωτήματα όπως η θυσία, η συγχώρεση, η απληστία, η ματαιοδοξία, η λαγνεία και η τιμωρία. Τα θέματα αυτά δεν με απασχολούν ως αφηγήσεις αλλά ως δομές σκέψης που επιβιώνουν μέσα στον χρόνο. Η μεσαιωνική και προνεωτερική φαντασία οργανώνεται γύρω από συμβολικά σχήματα που δεν εξαντλούνται στην ιστορική τους στιγμή αλλά λειτουργούν ως μνήμη μακράς διάρκειας, ως τρόποι κατανόησης του κόσμου και της ανθρώπινης πράξης. Μέσα από αυτή τη λογική, τα μοτίβα που επανέρχονται στο έργο μου επιδιώκουν μια βαθύτερη, σχεδόν υπόγεια συνέχεια.
Νομίζω πως αυτή είναι μια δύσκολη απάντηση και ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση για έναν καλλιτέχνη από το να συνδεθεί ουσιαστικά ο θεατής με το έργο του. Δεν κρύβω ούτε φοβάμαι να ομολογήσω πως αν αυτή η σύνδεση επιτευχθεί τότε πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική υπόθεση, από όπου κι αν προέρχεται. Η μεγαλύτερη ελπίδα μου είναι ο θεατής να σταθεί απέναντι στο έργο με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία, απαλλαγμένος από κάθε κριτική διάθεση που συχνά μας επιβάλλει η μόρφωση, η διάνοια και η προσωπική αρέσκεια. Ίσως αυτό που ζητώ από τον εκάστοτε θεατή είναι μια στιγμή σιωπής χωρίς ερμηνείες.
Όταν βρέθηκα στη Ρώμη ένα βράδυ, μου κέντρισε το ενδιαφέρον η σκιά μιας γλυπτικής μορφής. Σκέφτομαι σήμερα πόσο παράδοξο ήταν ότι δεν έδωσα σχεδόν καμία σημασία στη μαρμάρινη αμεσότητά της, ούτε στην ειλικρίνεια του γλύπτη να αποδώσει τη γυναικεία υπόσταση μιας θεάς. Το τηλέφωνό μου είχε κλείσει από μπαταρία και χωρίς δεύτερη σκέψη ζήτησα από έναν περαστικό να φωτογραφίσει τη σκιά της και να μου στείλει την εικόνα. Αναλογίζομαι ακόμη το θράσος αυτής της πράξης ή ίσως μια εσωτερική αναγκαιότητα, μια άρρητη παρόρμηση να συγκρατήσω όχι την παρουσία αλλά την απουσία των πραγμάτων του παρόντος.
Έτσι συνέχισα να δημιουργώ, αποτυπώνοντας τη σκιά του παρόντος όχι ως σύμβολο αλλά ως γεγονός. Ζητώντας από τον θεατή να σταθεί κι εκείνος δίπλα χωρίς βεβαιότητες και ίσως να δει για λίγο με τα δικά μου μάτια το πολυτιμότερο όλων, τη σκιά τους. Εκεί όπου η παρουσία δεν αξιώνει τίποτα. Είναι σχεδόν βέβαιο πως η σκιά δεν υπόσχεται τίποτα, δεν επιζητεί παραμονή, υπάρχει μόνο όσο υπάρχει φως και χάνεται αμέσως μόλις νομίσουμε πως την κατέχουμε. Ίσως γι’ αυτό να είναι πιο ειλικρινής από τη μορφή, γιατί δεν προσποιείται την πληρότητα ούτε την αιωνιότητα. Φέρει το μέτρο του ανθρώπινου, την επίγνωση ότι ο κόσμος δεν μας ανήκει και ότι το παρόν δεν συγκρατείται.
Κι ακόμη και μια θεότητα όταν απομένει ως σκιά παύει να εξουσιάζει και απλώς συνυπάρχει. Και ίσως εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συνύπαρξη, η τέχνη να βρίσκει το μόνο της νόημα, να σταθεί απέναντι στον κόσμο νηφάλια καθώς αυτός περνά.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Συνεχίζοντας την προηγούμενη ερώτηση θα ήθελα να μας μεταφέρεις για λίγο στο εργαστήριο σου, και να μας πεις δυο λόγια για τις τεχνικές, τα υλικά και τη διαδικασία που ακολουθείς από τη στιγμή που έχεις μια κεντρική ιδέα για μια δημιουργία ως την υλοποίησή της.
Νίκος Κανόγλου:Οφείλω να σημειώσω πως ως καλλιτέχνης έχω ανάγκη το σκοτάδι. Τα έργα αυτά έχουν γεννηθεί μέσα σε ένα σκοτεινό εργαστήριο, με μια ελάχιστη πηγή φωτός, σχεδόν ανεπαρκή για να υπηρετήσει την ίδια την πράξη της ζωγραφικής. Πιστεύω βαθιά πως μόνο έτσι μπορεί κανείς να βρει το πηγαίο φως, μέσα από την επιμονή και την επιτακτική ανάγκη να εισχωρήσει στην ίδια την ύλη, να τη δοκιμάσει όχι ως επιφάνεια αλλά ως βάθος. Το φως που με ενδιαφέρει δεν είναι αυτό που λούζει τα πράγματα, αλλά εκείνο που αναδύεται όταν έχεις ήδη παραμείνει αρκετή ώρα στο σκοτάδι ώστε να το αξιώσεις.
Είναι πάντοτε παράξενο όταν μιλώ με ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την εργασία μου. Τους λέω πως δουλεύω από την πίσω πλευρά του καμβά, πως επιλέγω να ζωγραφίζω στην αθέατη όψη, και σχεδόν πάντα βλέπω εκείνη τη μικρή παύση στο βλέμμα τους, σαν να προσπαθούν να καταλάβουν αν πρόκειται για τεχνική επιλογή ή για κάποια άρνηση. Κι όμως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, ή ίσως είναι και τα δύο μαζί. Είναι ένα συναίσθημα δύσκολο να διατυπωθεί και ακόμη περισσότερο μια επιτακτική ανάγκη να κινηθώ αντίθετα στη φθαρτότητα της ύλης, αντίθετα στη βεβαιότητα ότι όλα όσα φαίνονται θα καταρρεύσουν κάποτε μέσα στην ίδια τους τη φανέρωση.
Τους εξηγώ επίσης πως ενώ τα έργα, φαινομενικά, αποπνέουν γαλήνη και ηρεμία, στην πραγματικότητα γεννιούνται κάτω από συνθήκες βαθιάς εξάντλησης για μένα. Έρχονται από μια πραγματική πάλη. Είναι η μορφή που παίρνει η αντοχή όταν επιμένει να μη διαλυθεί. Η γαλήνη που βλέπουν δεν είναι δώρο, είναι αποτέλεσμα. Είναι κάτι που κερδήθηκε με κόπο, σχεδόν με ενοχή, σαν να μη δικαιούται κανείς να δείχνει φως αν δεν έχει πρώτα περάσει από το σκοτάδι του σώματος.
Και ύστερα τους μιλώ για τη βία που ενυπάρχει μέσα στη διαδικασία. Τους λέω πως τρίβω μανιωδώς το κάμποτο με συρμάτινες βούρτσες, πως δεν πρόκειται για απλό τρίψιμο αλλά για χάραξη. Και πως μόνο μέσα από τη χάραξη μαθαίνει κανείς το σκληρό, το όριο, τον έλεγχο. Η ύλη δεν σε δέχεται με ευγένεια. Σου αντιστέκεται. Και χρειάζεται να την πλησιάσεις σαν να δοκιμάζεις κάτι που μπορεί να σε πληγώσει, κάτι που όμως οφείλεις να αγγίξεις μέχρι τέλους.
Μόνο τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως ό,τι χαράζει, χαράζεται. Πως η πράξη δεν αφήνει σημάδι μόνο πάνω στο έργο αλλά επιστρέφει και γίνεται χαρακιά μέσα σου. Και καθώς επιμένεις αντιλαμβάνεσαι πως αυτό που κυνηγάς δεν είναι το ωραίο, αλλά μια ειλικρινής ισορροπία απέναντι στην απώλεια, μια σιωπηλή συμφωνία με το αναπόφευκτο.
Ακόμη και όταν επιλέγω να φωτογραφίσω το εξώφυλλο ενός βιβλίου και η σκιά μου πέφτει επάνω του, δεν αποτραβιέμαι. Αντιθέτως επιμένω να καθρεφτίζεται εκεί η σκιά μου, ακόμη κι όταν μου λένε πως είναι λάθος. Γιατί δεν με ενδιαφέρει η καθαρότητα της εικόνας αλλά η αλήθεια της παρουσίας, ακόμη κι όταν αυτή εμφανίζεται μόνο ως ίχνος.
Και στο τέλος, εκεί που όλα μοιάζουν να αδειάζουν, αντιλαμβάνομαι κάτι ακόμη πιο παράδοξο, πως η απουσία είναι η ύψιστη μορφή της παρουσίας. Όχι επειδή εξιδανικεύεται, αλλά επειδή είναι η μόνη αλήθεια που δεν μπορεί να υποκριθεί, η μόνη που στέκει χωρίς να διεκδικεί διάρκεια, χωρίς να υπόσχεται τίποτα πέρα από το γεγονός ότι υπήρξε.
Όπως επίσης με ενδιαφέρει βαθιά το σχέδιο ως πρόγραμμα. Όχι το σχέδιο ως προκαταρκτική πράξη, αλλά ως αυτόνομο πεδίο σκέψης και πειθαρχίας. Με απασχολεί κάθε εκλέπτυνση, κάθε αφαιρετική απόδοση, κάθε δημιουργία νέου συμπλέγματος σχεδιαστικού τόνου και βάθους που γεννιέται μέσα από τον τόνο και όχι μέσα από το σημείο προοπτικής. Η έννοια του βάθους δεν με αφορά ως οπτική ψευδαίσθηση αλλά ως αντιληπτική εμπειρία που αναδύεται από τη διαστρωμάτωση των επιφανειών. Αναζητώ έναν χώρο που δεν περιγράφεται αλλά υποβάλλεται, που δεν οργανώνεται από τη γραμμή αλλά από τη συσσώρευση της τονικής έντασης.
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της εργασίας αποτελεί η εικαστική μελέτη με τίτλο «Κεφαλή Αθηνάς». Το έργο προέκυψε ως στοχασμός πάνω στην κεφαλή της θεάς Αθηνάς όπως αυτή αποτυπώνεται στη χαρακτική σύνθεση του ελληνικού χαρτονομίσματος των 100 δραχμών, έκδοση του 1978, έργο του διακεκριμένου Έλληνα χαράκτη Λάμπρου Ορφανού. Η συγκεκριμένη χάραξη συνιστά για μένα μια συμπυκνωμένη έκφραση γραμμικής πειθαρχίας, υψηλής τεχνικής ακρίβειας και μορφολογικής σταθερότητας, ενταγμένη σε ένα αυστηρά οργανωμένο σύστημα εικονογράφησης που υπηρετεί ταυτόχρονα την αισθητική και τη λειτουργική ασφάλεια του νομισματικού αντικειμένου.
Σε συνειδητή αντίστιξη προς αυτή τη γραμμική και περιγραφική λογική επιχείρησα έναν μετασχηματισμό της μορφής χωρίς τη χρήση περιγράμματος ή γραμμής. Η κεφαλή της Αθηνάς συγκροτήθηκε αποκλειστικά μέσω τονικών σχέσεων, επάλληλων στρώσεων διαφάνειας και διαβαθμίσεων φωτεινότητας. Ο όγκος και ο χώρος δεν περιγράφονται αλλά αναδύονται ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης επιφανειών. Κάθε επίπεδο διατηρεί μία και μόνη όψη χωρίς περιμετρική οριοθέτηση, επιτρέποντας στη μορφή να παραμένει ανοιχτή, διαπερατή και σε διαρκή μεταβολή.
Η χωρική αντίληψη του έργου συνομιλεί άμεσα με αρχές που συναντώ στον κονστρουκτιβισμό και ειδικότερα με τη θεωρητική διατύπωση του Alexander Rodchenko σχετικά με τη σχέση δύο επιπέδων ως επαρκούς συνθήκης για την παραγωγή αίσθησης βάθους. Το βάθος εδώ δεν είναι προοπτικό αλλά τονικό και αντιληπτικό. Προκύπτει από τη διασταύρωση επιφανειών και όχι από τη γραμμική περιγραφή της μορφής.
Το έργο εκτελέστηκε σε βελούδινο χαρτί από εκατό τοις εκατό βαμβάκι, με χρήση ξηρών ορυκτών σκονών και γραφίτη χωρίς την προσθήκη νερού. Η χρωματική επίστρωση επιτεύχθηκε μέσω πολλαπλών επαναληπτικών περασμάτων και επίμονης διαδικασίας τριβής κατά τη φορά του προσώπου. Η κατεύθυνση των κινήσεων παρέμεινε καθοριστική, γιατί ακόμη και σε ένα φαινομενικά τονικό έργο οι αόρατες χαράξεις εξακολουθούν να οργανώνουν τις αντιληπτικές εντάσεις.
Καθοριστική υπήρξε και η αντιστροφή της συνθήκης του φωτός. Ενώ η Αθηνά του Ορφανού συγκροτείται εντός καθεστώτος φωτεινής σαφήνειας, εδώ η μορφή αποδίδεται σε έντονο αντιθετικό φωτισμό και λειτουργεί ως αχνό, αποσυρόμενο σχέδιο. Το ανώτερο τμήμα της κεφαλής παραμένει λευκό και αποκομμένο, επιτρέποντας στη μορφή να διαφεύγει προς τα άνω. Η αναγωγή στο λευκό, ως έννοια που συναντάται στη βυζαντινή αγιογραφία στην απόδοση του ακτίστου φωτός, λειτουργεί για μένα ως ιστορικό και θεωρητικό σημείο αναφοράς. Στην παρούσα περίπτωση όμως η συνθήκη αυτή αντιστρέφεται. Το φως αντικαθίσταται από τον σκοτεινό προπλασμό, αποδυναμώνοντας την αναγνωρισιμότητα της φυσιογνωμίας. Το πρόσωπο δεν προσλαμβάνεται πλέον ως ατομική μορφή αλλά ως αρχέτυπο και σύμβολο.
Έτσι η «Κεφαλή Αθηνάς» δεν αποτελεί παραλλαγή της χαρακτικής μήτρας αλλά μια αντίστροφη εικαστική πράξη, μια μετάβαση από τη γραμμή στον τόνο, από τη σαφήνεια στην αντίληψη, από το περιγραφικό στο βιωματικό. Η μορφή αποσύρεται και η ανάγνωση μεταφέρεται στο πεδίο της οπτικής εμπειρίας, εκεί όπου το σχέδιο παύει να είναι περίγραμμα και γίνεται κατάσταση.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Είσαι ιδρυτικό μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας «Ξύλινος Ιππέας» , η οποία έχει εκτός των άλλων επιμεληθεί και την έκθεσή σου. Μίλησέ μας σχετικά καθώς και για τους υπόλοιπους συντελεστές αυτής της προσπάθειας.
Νίκος Κανόγλου: Η καλλιτεχνική ομάδα «Ξύλινος Ιππέας» ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2022 από τη Ματίνα Σταυροπούλου κι εμένα, και από την αρχή λειτούργησε ως ένα ανοιχτό σχήμα που διευρύνεται διαρκώς με τη συμμετοχή καλλιτεχνών και θεωρητικών, όχι μόνο από τον χώρο των εικαστικών αλλά και από ευρύτερα πεδία σκέψης. Στόχος μας είναι ο επαναπροσδιορισμός της θέσης του καλλιτέχνη απέναντι στην τέχνη και ταυτόχρονα η σφαιρική καταγραφή του λόγου του μέσα στον σύγχρονο πολιτισμό, με έμφαση στον κοινωνικό και δημόσιο ρόλο της καλλιτεχνικής πράξης.
Η ομάδα δρα τόσο επιμελητικά όσο και παρεμβατικά. Έχει οργανώσει εκθέσεις, performances και βιωματικές δράσεις με οικολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις, σε θεσμικούς χώρους αλλά και στον αστικό ιστό. Ενδεικτικά αναφέρω την έκθεση και performance ANIMALIA σε συνεργασία με το μουσικό σχήμα INCIRRINA στη Γκαλερί 7, δράσεις για την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος στον δημόσιο χώρο, την performance Pasiphaee Apologia στο Κόκκινο Σπίτι στη Χαλκίδα, καθώς και την performance ΝΑΞΑΙ στο φεστιβάλ της Νάξου υπό την αιγίδα της UNESCO. Παράλληλα, η ομάδα έχει επιμεληθεί εκδόσεις και εκθέσεις, όπως τη μονογραφία της Ματίνας Σταυροπούλου και την έκθεση «Τα Χρειώδη» στη Δημοτική Πινακοθήκη Νίκαιας, ενώ έχει αναπτύξει και εκπαιδευτικά προγράμματα σε συνεργασία με τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Πειραιά.
Πέρα από τις δράσεις, αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι πως ο «Ξύλινος Ιππέας» λειτουργεί ως συλλογικό σώμα σκέψης και πράξης, ένα πεδίο συνάντησης όπου η επιμέλεια, η θεωρία και η καλλιτεχνική παραγωγή συνυπάρχουν οργανικά, διαμορφώνοντας κάθε φορά τις συνθήκες μέσα στις οποίες παρουσιάζεται και η δική μου εργασία.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Μια ερώτηση που συνηθίζω να κάνω σε όλους τους συναδέλφους σου: μετά από μια πρωτόγνωρη περίοδο πανδημίας και οικονομικής κρίσης περάσαμε σε μια εποχή ανατροπής κάθε έννοιας ατομικού και κοινωνικού δικαίου, γενικευμένων πολέμων και συγκρούσεων. Πώς επηρεάζει το έργο σου η -αν το επηρεάζει η επικαιρότητα;
Νίκος Κανόγλου: Η επικαιρότητα δεν εισέρχεται στο έργο μου ως άμεσο σχόλιο ούτε ως εικονογραφική αναπαράσταση γεγονότων. Δεν με απασχολεί η επιφάνεια της είδησης αλλά το υπόγειο ίχνος που αφήνει μέσα στον άνθρωπο. Η περίοδος της πανδημίας, η οικονομική ασφυξία, η διάρρηξη της έννοιας του δικαίου, οι πόλεμοι και οι διαρκείς συγκρούσεις, δεν λειτουργούν για μένα ως θεματολογία αλλά ως συνθήκη ψυχισμού. Ως ένα πυκνό στρώμα σιωπής, φόβου και φθοράς που διαπερνά την ανθρώπινη παρουσία.
Αυτό που μετατοπίζεται στο έργο μου δεν είναι το θέμα αλλά η ένταση. Η αίσθηση της απουσίας γίνεται βαθύτερη, η σκιά πυκνώνει, η ύλη αντιστέκεται περισσότερο. Σε περιόδους ιστορικής αστάθειας αισθάνομαι ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη να επιστρέψω στο αρχέτυπο, στη μνήμη μακράς διάρκειας, σε μορφές και σύμβολα που έχουν ήδη επιβιώσει άλλων καταστροφών. Όχι ως καταφυγή αλλά ως μέτρο σύγκρισης της ανθρώπινης μοίρας.
Η επικαιρότητα, λοιπόν, με επηρεάζει όχι ως εικόνα αλλά ως βάρος. Ως πίεση πάνω στην ύλη, πάνω στο σώμα, πάνω στη διαδικασία. Με ωθεί να αφαιρώ περισσότερο, να σιωπώ περισσότερο, να αναζητώ εκείνο το ελάχιστο ίχνος που επιμένει να υπάρχει ακόμη κι όταν όλα γύρω του καταρρέουν. Αν κάτι αλλάζει, είναι η ανάγκη για ειλικρίνεια. Σε τέτοιες εποχές δεν μπορείς να κατασκευάσεις φως, οφείλεις να το κερδίσεις.
Ίσως τελικά η σχέση μου με την επικαιρότητα να συνοψίζεται σε αυτό. Δεν την αναπαριστώ, τη διαπερνώ. Και αφήνω το έργο να κρατήσει όχι το γεγονός αλλά τη φθορά που αυτό εγγράφει μέσα μας.
Κωνσταντίνος Μούσσας: Ταξιδεύεις συχνά. Προφανώς η διαδικασία αυτή λειτουργεί βιωματικά στο έργο σου. Από την άλλη παρακολουθείς τα όσα συμβαίνουν σε εικαστικό επίπεδο στο εξωτερικό. Μίλησε μας σχετικά. Θα ήθελα να μας πεις πώς βλέπεις την καλλιτεχνική πραγματικότητα στην Ελλάδα γενικότερα.Και κλείνοντας θα ήθελα να μας «αποκαλύψεις» , κάποια από τα μελλοντικά σου καλλιτεχνικά σχέδια και στόχους.
Νίκος Κανόγλου: Ταξιδεύω συχνά και μπορώ να πω πως το ταξίδι δεν λειτουργεί για μένα ως διακοπή αλλά ως ουσιώδης προέκταση της εργασίας μου. Είναι σχεδόν βέβαιο πως κάθε χρόνο θα πραγματοποιήσω ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη και εξωευρωπαϊκά . Παλαιότερα, πριν από την περίοδο του εγκλεισμού, ταξίδευα ακόμη περισσότερο, με μια σχεδόν σωματική ανάγκη να μετακινούμαι. Πιστεύω βαθιά πως η πραγματική συνάντηση με την τέχνη βρίσκεται στα μουσεία του κόσμου, μέσα στις μεγάλες μητροπόλεις όπου τα έργα δεν αναπαράγονται αλλά υπάρχουν, φέρουν κλίμακα, υλικότητα, σιωπή. Η συνάντηση με την τέχνη προϋποθέτει τη γνωριμία της και αυτή η γνωριμία δεν μπορεί να είναι μόνο θεωρητική ή αποσπασματική.
Νιώθω πως μορφοποιήθηκα περισσότερο μέσα από τα ταξίδια μου παρά μέσα από σχολές ή πανεπιστήμια. Όταν εντοπίσω έναν προορισμό, αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε αυτόν, σαν να ακολουθώ ένα προσωπικό πρόγραμμα σπουδών. Από το πρωί μέχρι αργά κινούμαι μέσα σε μουσεία και γκαλερί, παρατηρώντας όχι μόνο τα έργα αλλά και τον τρόπο που παρουσιάζονται, τον τρόπο που συνομιλούν με τον χώρο και το κοινό. Παράλληλα με ενδιαφέρει η γαστρονομία, η κοινωνική ζωή, η καθημερινότητα της πόλης, γιατί πιστεύω πως ο πολιτισμός δεν συγκροτείται μόνο μέσα στους εκθεσιακούς χώρους αλλά διαχέεται στο σύνολο της εμπειρίας. Όλα αυτά λειτουργούν βιωματικά, συσσωρεύονται και επιστρέφουν αργότερα μέσα στο έργο ως μνήμη, ως ρυθμός, ως σιωπηλή επιρροή.
Παρακολουθώ με προσοχή όσα συμβαίνουν σε εικαστικό επίπεδο στο εξωτερικό, όχι με διάθεση σύγκρισης αλλά κατανόησης. Με ενδιαφέρει να βλέπω προς τα πού μετατοπίζεται ο λόγος της τέχνης, πού εντείνεται και πού αποδυναμώνεται, ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην εμπειρία και στο θέαμα. Τα ταξίδια αυτά λειτουργούν και ως δοκιμασία θέσης, σε βοηθούν να καταλάβεις πού στέκεσαι, τι σε αφορά πραγματικά και τι όχι.
Λυπάμαι που το λέω, αλλά το να κάνεις τέχνη στην Ελλάδα παραμένει μια δύσκολη υπόθεση που απαιτεί επιμονή και αντοχή. Οι δομές είναι περιορισμένες, οι ευκαιρίες συχνά άνισες και το πεδίο κουβαλά ακόμη βαρίδια προηγούμενων δεκαετιών. Ωστόσο κανείς δεν πρέπει να τα παρατά. Εκεί έξω διαμορφώνεται ήδη μια νέα γενιά ανθρώπων που επιχειρεί να δομήσει εκ νέου μια σύγχρονη και ουσιαστική εικαστική σκηνή. Είναι εμφανές πως πολλά από τα σχήματα, τις νόρμες και τις τάσεις του παρελθόντος έχουν αρχίσει να μετατοπίζονται.
Ως γενιά αισθάνομαι πως δεν φέρουμε τα λάθη των προηγούμενων ούτε εικαστικά ούτε ηθικά. Προσωπικά προσπάθησα να αποκοπώ από λανθασμένα πρότυπα, από επιβεβλημένες αισθητικές και από μηχανισμούς που λειτουργούσαν περισσότερο ως σύστημα παρά ως καλλιτεχνική αναγκαιότητα. Πιστεύω πως αξίζει κανείς να τολμά όταν έχει προηγουμένως ψάξει βαθιά μέσα του. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι να βρεις τον πυρήνα σου, να σκάψεις τόσο βαθιά ώστε να φτάσεις στο κουκούτσι σου, σε εκείνο το σημείο όπου η πράξη δεν μιμείται αλλά προκύπτει.
Σε ό,τι αφορά τα μελλοντικά μου σχέδια, αυτό που με απασχολεί είναι η συνέχιση αυτής της εσωτερικής έρευνας με ακόμη μεγαλύτερη προσήλωση. Με ενδιαφέρει η ανάπτυξη νέων ενοτήτων έργων που θα εμβαθύνουν περαιτέρω στη σχέση ύλης, σκιάς και μνήμης, καθώς και η παρουσίασή τους σε χώρους που διαθέτουν ιστορικό και συμβολικό βάθος, εντός και εκτός Ελλάδας. Παράλληλα επιθυμώ να ενισχύσω τη συλλογική δράση μέσα από τον «Ξύλινο Ιππέα», διευρύνοντας τις επιμελητικές και παρεμβατικές μας πρωτοβουλίες.
Ο στόχος δεν είναι η εξωστρέφεια ως αυτοσκοπός αλλά η τοποθέτηση του έργου σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό πεδίο διαλόγου. Να συνεχίσω να εργάζομαι με συνέπεια, να ταξιδεύω, να μαθαίνω και να επιστρέφω κάθε φορά στο εργαστήριο με μεγαλύτερη επίγνωση. Γιατί στο τέλος όλα δοκιμάζονται εκεί, μπροστά στην ύλη και στο φως που, αν έρθει, έρχεται πάντα αργά και με κόπο.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν αντιμετώπιζε την Ιστορία ως ασφαλές καταφύγιο ερμηνειών, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης με τις βεβαιότητες. Για εκείνη, το Βυζάντιο δεν ήταν απλώς αντικείμενο ειδίκευσης· ήταν ένας τρόπος να διαβάζεται το παρόν: πώς συγκροτείται η εξουσία, πώς κατασκευάζεται η ταυτότητα, πώς γεννιούνται οι μύθοι και πώς επιβιώνουν μέσα σε κοινωνίες που συχνά αρνούνται να κοιταχτούν στον καθρέφτη τους. Γεννημένη το 1926 στην Αθήνα από Μικρασιάτες γονείς, κουβαλούσε μέσα της την εμπειρία ενός αιώνα που δεν άφηνε περιθώριο αθωότητας: Κατοχή, διχασμούς, μεταπολεμικές ανατάξεις. Η ίδια συνέδεε την προσωπική της διαμόρφωση με τη μεγάλη εικόνα των συγκυριών, αλλά και με τις αυστηρές οικογενειακές προτροπές που λειτουργούσαν σαν κανόνας συμπεριφοράς: «Το πρόσωπο είναι σπαθί» και «να ξέρεις τη θέση σου». Αυτές οι φράσεις, ειπωμένες χωρίς ρητορεία, εξηγούν γιατί ο δημόσιος λόγος της έμοιαζε συχνά κοφτερός: έθετε όρια, ζητούσε ακρίβεια, απαιτούσε ευθύνη.
Η αφετηρία της ήταν οι σπουδές Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως η πορεία της πήρε γρήγορα ευρωπαϊκή τροχιά: το Παρίσι έγινε ο χώρος όπου η επιστημονική της ταυτότητα απέκτησε διεθνές βάρος. Το 1967 ανέλαβε θέση καθηγήτριας στη Σορβόννη και το 1976 καταγράφηκε ένα γεγονός που ξεπέρασε τα στενά όρια της πανεπιστημιακής ανέλιξης: έγινε η πρώτη γυναίκα πρύτανης σε ένα πανεπιστήμιο επτά αιώνων, μετατρέποντας μια ατομική διαδρομή σε θεσμικό προηγούμενο. Στο εξωτερικό η παρουσία της αναγνωριζόταν πρωτίστως ως αυθεντία μιας απαιτητικής επιστήμης. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η Αρβελέρ πέρασε σταδιακά από το ακροατήριο της ακαδημαϊκής κοινότητας στο ευρύτερο κοινό, ως δημόσιο πρόσωπο που δεν μιλούσε για να χαϊδέψει αυτιά. Προτιμούσε να μεταφέρει την ιστορική της οπτική πάνω σε σύγχρονα διλήμματα, να δείξει ότι η ταυτότητα δεν είναι κλειστό κουτί, αλλά διαρκές «μεταίχμιο» ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, και ότι η Ιστορία αξίζει μόνο όταν χρησιμοποιείται για να φωτίσει μηχανισμούς εξουσίας και κοινωνικά αδιέξοδα, όχι όταν λειτουργεί σαν διακοσμητικός μύθος μεγαλείου.
Οι επαφές της με την πολιτική εξουσία είχαν ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν τη μετέτρεψαν ποτέ σε «ιδιοκτησία» κανενός χώρου. Διατηρούσε σχέση αλληλοεκτίμησης με τον Κωνσταντίνος Καραμανλής, τον οποίο περιέγραφε ως «δωρικό» και ως μία από τις τελευταίες ισχυρές πολιτικές φυσιογνωμίες, ενώ στη Γαλλία συνομιλούσε συχνά με τον Φρανσουά Μιτεράν για την εξουσία και τη θρησκεία, με εκείνη τη χαρακτηριστική ειρωνική ελαφρότητα που έκανε τις παρατηρήσεις της πιο αιχμηρές. Παρά τις σχέσεις αυτές, δεν δίσταζε να κρίνει, να αποδομεί ευκολίες, να υπενθυμίζει ότι η πολιτική -όπως την έβλεπε- είναι ιστορική συμπεριφορά και όχι επικοινωνιακό σκηνικό. Δήλωνε αριστερή χωρίς κομματική ένταξη, διατηρώντας την απόσταση που της επέτρεπε να μιλά χωρίς υποχρεώσεις, αλλά και χωρίς να κρύβεται πίσω από ουδέτερες διατυπώσεις.
Κάτω από τη δημόσια εικόνα υπήρχε και μια βιογραφία πιο προσωπική, που δεν ακύρωνε τη σκέψη της. Την εξηγούσε. Ο γάμος της με τον Ζακ Αρβελέρ παρουσιαζόταν από την ίδια ως καθοριστικός σταθμός, ενώ οι νεανικές της φιλίες στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’40 λειτουργούσαν σαν υπενθύμιση ότι η πνευματική πορεία δεν χτίζεται σε κενό. Ανάμεσα σε αυτά τα πρόσωπα ξεχώριζε ο Μάνος Χατζιδάκις, για τον οποίο ειπώθηκε αργότερα ότι υπήρξε σιωπηλά ερωτευμένος μαζί της -μια λεπτομέρεια που φωτίζει όχι κουτσομπολίστικα, αλλά ανθρώπινα, τη δύναμη της παρουσίας της. Η Αρβελέρ μιλούσε συχνά για τη μνήμη της Μικρασίας, για το «βάρος» που κουβαλά η Ιστορία ακόμη κι όταν δεν γίνεται ορατό, και για την πατρίδα ως βίωμα και κοινή εμπειρία -όχι ως σύνθημα. Και κάπως έτσι, η ίδια η ζωή της κατέληγε να μοιάζει με το αντικείμενο που υπηρετούσε: μια διαρκής συνομιλία ανάμεσα στο παρελθόν και στις απαιτήσεις του παρόντος, με την ευθύνη να λέγονται δύσκολες αλήθειες χωρίς να χαρίζονται σε κανέναν.
Η εκπομπή “Το Τέταρτο” (by Vérité) μεταδίδεται κάθε Σάββατο πρωί 10:00 – 11:00 από το Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων 98,7. Παρουσιαστές της εκπομπής είναι ο Ηρακλής Μίγδος και η Ωραία Σπαρτσή.
Ο Ταρτούφος του Μολιέρου παραμένει, σχεδόν τέσσερις αιώνες μετά τη συγγραφή του, ένα από τα πιο διαυγή και ενοχλητικά έργα της ευρωπαϊκής δραματουργίας. Συχνά παρερμηνευμένο ως απλή σάτιρα κατά της θρησκείας και της ευπιστίας, το έργο στοχεύει στην πραγματικότητα σε κάτι βαθύτερο και πιο διαχρονικό: την εργαλειοποίηση της ηθικής.
Ο Ταρτούφος δεν είναι άνθρωπος της πίστης – είναι άνθρωπος της επίδειξής της. Επενδύει στη ρητορική της αρετής για να αποκτήσει ισχύ, κύρος και πρόσβαση. Η ευσέβεια λειτουργεί ως προσωπείο· πίσω από αυτό κρύβονται η ιδιοτέλεια, η φιληδονία και η βούληση για έλεγχο. Ο Μολιέρος δεν σατιρίζει το ιερό, αλλά εκείνους που το επικαλούνται για να θωρακίσουν την εξουσία τους.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό στοιχείο του έργου δεν είναι ο ίδιος ο απατεώνας, αλλά η κοινωνική συνθήκη που τον καθιστά εφικτό. Ο Οργκόν, η κεφαλή της οικογένειας, δεν εξαπατάται απλώς – επιλέγει να εξαπατηθεί. Παραδίδει κρίση και ευθύνη σε έναν υποτιθέμενο ηθικό καθοδηγητή, γιατί η βεβαιότητα – ακόμη και η ψευδής – είναι πιο αναπαυτική από την αμφιβολία. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η οξύτητα της μολιερικής ματιάς: η υποκρισία δεν επιβάλλεται μόνο· φιλοξενείται.
Η διαχρονικότητα του Ταρτούφου γίνεται εμφανής όταν σκεφτούμε το παρόν. Στη σύγχρονη ζωή , μορφές «ηθικής αυθεντίας» εξακολουθούν να αναδύονται – όχι πλέον μόνο υπό τον θρησκευτικό μανδύα, αλλά με ρητορικές περί αξιών, τάξης, καθαρότητας ή ανωτερότητας. Η γλώσσα της αρετής εξακολουθεί να λειτουργεί ως εργαλείο πειθούς και, συχνά, ως ασπίδα αδιαφάνειας.
Ο Μολιέρος μοιάζει να προειδοποιεί ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η απάτη αυτή καθαυτή, αλλά η κοινωνική προδιάθεση να γίνει αποδεκτή όταν εκφέρεται με συγκεκριμένο στόμφο πλαισιωμένο από τα στιβαρά χρώματα της ηθικής. Όταν η επίκληση της αρετής παύει να ελέγχεται, μετατρέπεται εύκολα σε μηχανισμό επιβολής.
Έτσι, ο Ταρτούφος δεν ανήκει στο παρελθόν ούτε περιορίζεται στη θεατρική σκηνή. Λειτουργεί ως καθρέφτης κάθε εποχής που συγχέει τη ρητορική της ηθικής με την ουσία της. Και ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο επίκαιρος: επειδή μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε όχι μόνο ποιοι είναι οι σύγχρονοι Ταρτούφοι, αλλά και ποιοι είναι πρόθυμοι να τους πιστέψουν.
Το βραβευμένο με Green Award REGENESIS Trash Art Project αποτελεί εδώ και χρόνια μια κορυφαία, ολοκληρωμένη καλλιτεχνική πρωτοβουλία που επικεντρώνεται στη δημιουργία έργων τέχνης αποκλειστικά από ανακυκλώσιμα υλικά, αναδεικνύοντας την επαναχρησιμοποίηση ως πράξη πολιτισμού, περιβαλλοντικής ευθύνης και κοινωνικής αφύπνισης.
Μέσα από το καλλιτεχνικό ρεύμα της Trash Art, το πρόγραμμα επιχειρεί να μετασχηματίσει τα υπολείμματα της σύγχρονης καταναλωτικής πραγματικότητας σε φορείς νοήματος, μεταφέροντας στο κοινό ένα σαφές μήνυμα, “Η Τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο βιωματικής εκπαίδευσης και βαθύτερης περιβαλλοντικής κατανόησης”.
Η συμμετοχή του REGENESIS Trash Art Project, για ακόμη μία χρονιά στην Διεθνή Έκθεση Περιβαλλοντικών Τεχνολογιών VERD. TEC 2026, έχει ως κύριο στόχο την ανάδειξη της Τέχνης ως αποτελεσματικού μέσου περιβαλλοντικής ενημέρωσης και ενίσχυσης της οικολογικής συνείδησης του φιλότεχνου και μη κοινού.
Το REGENESIS Trash Art Project προσεγγίζει το κοινό με άμεσο, αισθητικό και διαδραστικό τρόπο, ενθαρρύνοντας τον διάλογο γύρω από την κυκλική οικονομία, τη διαχείριση των απορριμμάτων και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Με την παρουσία του αποσκοπεί:
Στην ενίσχυση της δημόσιας κατανόησης της ανακύκλωσης και της επαναχρησιμοποίησης.
Στη σύνδεση της Τέχνης με τη σύγχρονη περιβαλλοντική πραγματικότητα.
Στην προώθηση μιας κουλτούρας ευθύνης και ενεργού συμμετοχής. Στη διαμόρφωση μιας νέας οπτικής, όπου τα απορρίμματα αντιμετωπίζονται ως πρώτη ύλη δημιουργικότητας και όχι ως βάρος για τον πλανήτη.
Το πρόγραμμα συνεχίζει την πορεία του με αυτονομία και συνέπεια, παραμένοντας προσηλωμένο στο όραμα μιας Τέχνης που δεν περιορίζεται μόνο στην αισθητική, αλλά συνδέεται ενεργά με τη συλλογική προσπάθεια για ένα πιο βιώσιμο μέλλον.
Η φετινή του εικαστική παρουσίαση φέρει τον τίτλο “ΕCHOES OF HYLE”. Η λέξη Hyle (ύλη) από την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία όπως την προσέγγισαν οι προ Σωκρατικοί φιλόσοφοι και αργότερα ο Αριστοτέλης ορίζει τη δυναμική κατάσταση της ύπαρξης πριν τη μορφή. Είναι το άμορφο υπόβαθρο από το οποίο προκύπτει το νόημα, η ζωή, και η δημιουργία.
Οι σύγχρονες κοινωνίες, έχασαν τον σεβασμό προς αυτή την αρχέγονη ύλη και δυστυχώς την κατέστησαν αναλώσιμη, απορρίψιμη, και σιωπηλή.
Η ύλη όμως έχει την δυνατότητα να μιλάει με την μνήμη που μεταφέρει. Κάθε αντικείμενο που εγκαταλείπουμε φέρει τα ίχνη του χρόνου, της χρήσης και του ανθρώπινου αποτυπώματος.
Στην έκθεση του REGENESIS με τίτλο “Echoes of Hyle”, τα υλικά που κάποτε θεωρήθηκαν άχρηστα επιστρέφουν ως εικαστικές δημιουργίες φέροντας μαζί τους έναν ψίθυρο ύπαρξης, μια αντήχηση της πρώτης τους ουσίας.
Οι αντηχήσεις της ύλης (Echoes of Hyle) είναι οι εσωτερικές αναλαμπές της οικολογικής μας συνείδησης, η υπενθύμιση ότι τίποτα δεν χάνεται, απλώς μεταμορφώνεται.
Το REGENESIS Trash Art Project με τους καλλιτέχνες του αποκαθιστούν τον χαμένο διάλογο ανάμεσα στον άνθρωπο και την ύλη. Τα απορρίμματα αναγεννιούνται με μορφή έργων τέχνης, η φθορά γίνεται αισθητική πρόταση, και το άχρηστο μετατρέπεται σε φορέα νοήματος και οικολογικής πράξης.
Οι “Echoes of Hyle” είναι, οι ψίθυροι του πλανήτη, είναι το σημείο όπου η Τέχνη ξαναδιδάσκει την αξία του σεβασμού, της μεταμόρφωσης και της δεύτερης ευκαιρίας της ύλης.
Οι Άθλιοι του Βίκτορ Ουγκό δεν είναι άλλο ένα βιβλίο, είναι μια εμπειρία, είναι έπος, είναι αριστούργημα. Ένα βιβλίο που δεν σου επιτρέπει να μείνεις ουδέτερος, ούτε να το κλείσεις χωρίς να έχεις πάρει θέση απέναντι στον Άνθρωπο.
Ο Γιάννης Αγιάννης δεν είναι απλώς ένας ήρωας, είναι ένα αρχέτυπο, είναι το ζωντανό ερώτημα του Ουγκό: τι κάνει έναν άνθρωπο «ένοχο» και ποιος έχει το δικαίωμα να τον κρίνει;
Απέναντί του, ο Ιαβέρης που ενσαρκώνει τον νόμο χωρίς έλεος, την τάξη χωρίς συμπόνια (άραγε έχει ποτέ συμπόνια;). Ανάμεσά τους, ξεδιπλώνεται ένας κόσμος φτώχειας, επανάστασης, έρωτα, απώλειας, ελπίδας, αγάπης · ένας κόσμος που, όσο κι αν ανήκει στον 19ο αιώνα, μοιάζει επικίνδυνα οικείος.
Οι Άθλιοι μιλούν για τους ανθρώπους που η κοινωνία προσπερνά: τους φτωχούς, τους αποκλεισμένους, τους «αόρατους». Αλλά μιλούν και για κάτι βαθύτερο: για τη δύναμη της καλοσύνης ως ριζοσπαστικής πράξης, για τη συγχώρεση ως μορφή επανάστασης, για την επιλογή να παραμείνεις άνθρωπος όταν όλα γύρω σου σε σπρώχνουν προς το αντίθετο.
Το βιβλίο δεν διαβάζεται ανέμελα. Σε κάνει να σκεφτείς , σε ξεβολεύει , σε δοκιμάζει. Και ακριβώς γι’ αυτό αξίζει. Έχει τόσα πολλά να σου πει. Όταν το τελειώσεις, δεν έχεις απλώς διαβάσει μια μεγάλη ιστορία· έχεις σταθεί απέναντι στον εαυτό σου και απέναντι στην κοινωνία.
Διάβασε τους Άθλιους όχι για να πεις ότι διάβασες ένα κλασικό έργο. Διάβασε τους γιατί κάποια βιβλία δεν γράφτηκαν για να περάσει η ώρα, αλλά για να μην περνάμε τη ζωή αδιάφοροι.
ΥΓ. Η γραφή του Ουγκό και η μετάφραση που έχει γίνει είναι μαγευτική.
Έναν χρόνο μετά το ντεμπούτο τους «Stay For A While» στην Inner Ear, οι Messier 13 έχουν καταφέρει να φτιάξουν έναν δικό τους ηχητικό τοίχο στην Αθήνα. Τους συναντάμε για να μάθουμε αν τελικά κοιτούν τ’ αστέρια ή τα παπούτσια τους, σε μια συζήτηση για την αισθητική της παρακμής, την ασπίδα του shoegaze και το τι σημαίνει να ονειροπολείς σε μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ.
Δέσποινα Καρπούζη: Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, γιατί υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Το όνομα “Messier13” παραπέμπει στο γνωστό σφαιρωτό σμήνος άστρων του Ηρακλή. Είναι όντως αυτή η προέλευση – μια αγάπη για το διάστημα – ή κρύβεται κάποια άλλη, πιο προσωπική ιστορία πίσω από τον αριθμό 13;
Το όνομα του συγκροτήματος, αν και μπορεί να φέρνει αυτόματα στο μυαλό την αστρονομία, αντικατοπτρίζει και μια άλλη πλευρά του χαρακτήρα μας: την τάξη του σύμπαντος και το χάος της ανθρώπινης ψυχής.Η αλήθεια είναι ότι είχαν περάσει πολλές ιδέες από το τραπέζι αλλά το Messier13 μας ταίριαξε ίσως λόγω της διπλής σημασίας. Όσον αφορά το 13 δεν έχει κάποια σημασία, είναι ένα από τα μεγαλύτερα messierobjects, αν και έχουμε ακούσει την ατάκα «Που είναι οι υπόλοιποι 9; Εγώ 4 είδα στην σκηνή». Επιρροή είναι σίγουρα η σκηνή του shoegazeμε spacerockστοιχεία όπως FlyingSaucerAttackαλλά και οι Dusterμε το θρυλικό “Stratosphere”.
Δέσποινα Καρπούζη: Κλείσατε έναν χρόνο με το “StayForAWhile” στις αποσκευές σας. Τώρα που έχει περάσει ο ενθουσιασμός της πρώτης κυκλοφορίας και έχετε παίξει αυτά τα κομμάτια ζωντανά πολλές φορές, έχει αλλάξει η σχέση σας μαζί τους; Τα νιώθετε το ίδιο όπως όταν τα γράφατε στο στούντιο;
Τα κομμάτια του Stay For A While είναι κομμάτια αντιπροσωπευτικά του είναι μας και ήταν μια περίοδος όταν τα γράφαμε που κάθε εβδομάδα είχαμε και ένα καινούριο τραγούδι. Όλα τα κομμάτια γραφτηκαν πηγαία χωρίς πίεση και ήταν λες και τα είχαμε προβάρει για 30 χρόνια συνεχόμενα. Ο δίσκος έχει κυκλοφορήσει μόλις πριν ένα χρόνο και είναι αδύνατο να περάσει ο ενθουσιασμός, αν και βέβαια έχουμε ήδη καινούρια κομμάτια για τον επόμενο δίσκο ο οποίος είναι στα σκαριά.
Δέσποινα Καρπούζη: Στον ήχο σας υπάρχει μια διαρκής πάλη: Από τη μία αιθέριες μελωδίες και από την άλλη τοίχοι από κιθάρες και noiseξεσπάσματα. Χρησιμοποιείτε τον θόρυβο για να κρύψετε το συναίσθημα ή για να το κάνετε πιο έντονο; Είναι η παραμόρφωση (distortion) μια μορφή προστασίας για εσάς;
Όχι , σε καμία περίπτωση. Ο θόρυβος και η παραμόρφωση είναι συναίσθημα. Είναι η ανάγκη για αυτό το ξέσπασμα όπως λες.
Δέσποινα Καρπούζη: Επιμένετε στον αγγλικό στίχο, σε μια εποχή που η ελληνόφωνη εναλλακτική σκηνή είναι στα πάνω της. Είναι καθαρά θέμα αισθητικής του είδους (Shoegaze/Dreampop) ή νιώθετε ότι τα Αγγλικά σάς δίνουν μια “απόσταση ασφαλείας” για να πείτε πιο προσωπικά πράγματα χωρίς να εκτίθεστε άμεσα;
Όσο και να σεβόμαστε και να εκτιμούμε τον ελληνικό στίχο, και όλα τα σημαντικά τραγούδια που γράφτηκαν ανά δεκαετίες, εμείς προσωπικά δεν νιώσαμε καμία σύνδεση. Πρώτον και κύριον, η μουσική που ακούμε και οι τέσσερις, είναι κατά βάση αγγλόφωνη. Επίσης ο τρόπος που εκφράζομαστε, και γράφουμε είναι στα αγγλικά. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες που ακούμε και μας έχουν επηρεάσει, είναι κυρίως στον αγγλικό στίχο. Συνεπώς ήταν αναπόφευκτη η επιλογή αγγλικού στίχου. Ευτυχώς για εμάς καθώς εξυπηρετεί πολύ τον ήχο μας. Επειδή οι ιδέες μας, προέρχονται κατά τη διάρκεια των jams που κάνουμε, δίνουμε πιο πολύ χώρο στο μουσικό κομμάτι των τραγουδιών. Αν κάποιος δει τους στίχους μας θα καταλάβει ότι όντως εκθέτουμε τον εαυτό μας άμεσα.
Δέσποινα Καρπούζη: Στο άλμπουμ υπάρχει το κομμάτι “Kevin”, που φαντάζομαι είναι αναφορά στον KevinShieldsτων MyBloodyValentine, ενώ έχετε και το “Mimi” (για τη MimiParkerτων Low;). Πόσο βαριά είναι η σκιά των ειδώλων σας; Είναι αυτά τα τραγούδια ένας φόρος τιμής ή μια προσπάθεια να “συνομιλήσετε” με αυτούς που σας διαμόρφωσαν;
Πολύ σωστά κατάλαβες, όντως, το Κevin είναι για τον Kevin Shileds, και το Mimi για την Mimi Parker. Είναι και τα δύο αυτά πρόσωπα κομμάτι των επιρροών μας, και θέλαμε να συνομιλήσουμε μαζί τους, έστω και με αυτόν τον μουσικό τρόπο.
Δέσποινα Καρπούζη: Το Shoegazeείναι από τη φύση του εσωστρεφές είδος. Εσείς όμως βγαίνετε σε live, επικοινωνείτε δυναμικά. Πώς βιώνετε αυτή την αντίφαση; Πώς είναι να μοιράζεστε την εσωστρέφειά σας με ένα κοινό σε ένα γεμάτο venue;
Το live performance είναι για εμάς ένας τρόπος να ξεσπάμε από την ρουτίνα της καθημερινότητας. Όταν το κοινό ξεσπάει και αυτό μαζί μας με οποιοδήποτε τρόπο, αυτή ενέργεια μεταφέρεται άμεσα και σε εμάς πάνω στο stage. Είναι συγκινονούντα δοχεία. Πολλά άτομα που μας ακούν νιώθουν παρόμοια πράγματα με εμάς και δημιουργείται μια ταύτιση και αυτή οδηγείται σε ξέσπασμα.
Δέσποινα Καρπούζη: Η ελληνική undergroundσκηνή βράζει τα τελευταία χρόνια (post-punk, psych, shoegaze). Εσείς νιώθετε μέρος μιας ευρύτερης “κοινότητας” στην Αθήνα; Υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ των συγκροτημάτων ή ο καθένας τραβάει τον δρόμο του;
Υπάρχουν αξιόλογες μπάντες στην underground μουσική σκηνή της Αθήνας, και μάλιστα πολύ κοντά στον ήχο μας, όπως Nix, Get Violet, Sugar For The Pill, Mr. Trickster, που υπάρχει μια αλληλεγγύη μεταξύ μας, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να κρατήσουμε αυτό το πολύ συγκεκριμένο είδος ζωντανό. Σίγουρα στο τέλος της ημέρας ο καθένας τραβάει το δρόμο του, το οποίο είναι απολύτως φυσιολογικό.
Δέσποινα Καρπούζη: Τι υπάρχει στο πρόγραμμα για το υπόλοιπο του 2026; Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο που θα μας πάει σε διαφορετικά ηχητικά μονοπάτια;
Θα μπούμε σε στούντιο για την ηχογράφηση του δεύτερού μας δίσκου τον Μάρτιο του 2026, όπως επίσης παράλληλα υπάρχουν κάποιες ζωντανές εμφανίσεις εντός και εκτός Αθήνας. Θα ενημερωθείτε όταν αυτές μπορούν να ανακοινωθούν.
Δέσποινα Καρπούζη: Αν η μουσική σας δεν ήταν ήχος, αλλά μια παλιά φωτογραφία που βρήκαμε τυχαία στο πάτωμα, τι θα απεικόνιζε; Είναι τελικά ο ήχος των Messier 13 το soundtrack μιας ανάμνησης που χάνεται ή ενός ονείρου που δεν είδαμε ποτέ
Φαντάσου τον εαυτό σου όταν ήσουν μικρή. Πήγαινες βόλτα στο πάρκο, η στα μαγαζιά, και χαιρόσουν πολύ με κάτι τέτοιο. Πραγματικά ένιωθες αυτή τη στιγμή. Περίμενες αγωνιωδώς πότε θα έρθει το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, τα γενέθλιά σου, γιατί οι δικοί σου θα σου έπαιρναν κάποιο δώρο. Πλέον όσο μεγαλώνεις νιώθεις ότι όλες αυτές οι γιορτές είναι απλά άλλη μια μέρα του χρόνου . Όπως όλες οι άλλες. Η χαρά και η προσμονή που είχαμε όταν ήμασταν μικροί, για τέτοια πράγματα, έχει πλέον ξεθωριάσει. Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να αποτελέσει εάν από τα χαρακτηριστικά του ήχου μας.
Αφήνοντας τους Messier 13, συνειδητοποιείς ότι τελικά το shoegaze δεν είναι απλώς μια τεχνική παραμόρφωσης του ήχου. Είναι ένας τρόπος να παραμορφώσεις την πραγματικότητα μέχρι να γίνει ανεκτή.
Σε μια Αθήνα που φωνάζει ακατάπαυστα, ο θόρυβος των Messier 13 δεν είναι κραυγή, αλλά καταφύγιο. Μας ζήτησαν να «μείνουμε για λίγο» (Stay For A While) και τελικά μας έπεισαν. Όχι γιατί μας υποσχέθηκαν ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά γιατί μας έδειξαν πως ακόμα και μέσα στο χάος –ή ίσως εξαιτίας αυτού– μπορούμε ακόμα να κοιτάμε τα αστέρια. Ή έστω, να ονειρευόμαστε ότι υπάρχουν πίσω από το νέφος.
Οι Messier 13 είναι εδώ, δυνατοί, ηλεκτρισμένοι και βαθιά συναισθηματικοί, φτιάχνοντας το ιδανικό soundtrack για τις μοναχικές διαδρομές μας στην πόλη. Και κάτι μου λέει πως το ταξίδι τους στο διάστημα μόλις ξεκίνησε.
Ένα αττικό μαρμάρινο αναθηματικό ανάγλυφο του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα π.Χ. και πέντε χάλκινα ανθρωπόμορφα ειδώλια, που βρίσκονταν στην κατοχή της υπό εκκαθάριση εταιρείας Robin Symes Limited, επαναπατρίστηκαν σήμερα (22 Ιανουαρίου) από το Λονδίνο, σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού.
Η επιστροφή των αρχαιοτήτων αποτελεί αποτέλεσμα της μακροχρόνιας διεκδίκησης του ελληνικού Δημοσίου, η οποία ξεκίνησε το 2006, ενώ τα αντικείμενα θα προστεθούν στα εκατοντάδες αρχαία που είχαν επαναπατριστεί από την ίδια εταιρεία τον Μάιο του 2023.
Μακρά διεκδίκηση και πολιτική προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς
Σε δήλωσή της, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη χαρακτήρισε τον επαναπατρισμό «ένα ακόμη σημαντικό αποτέλεσμα της συστηματικής και καλά οργανωμένης προσπάθειας του Υπουργείου Πολιτισμού για την προστασία και επιστροφή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς». Όπως σημείωσε, η διαδικασία ολοκληρώθηκε με μεθοδικότητα, νομική τεκμηρίωση και συνέπεια, αποδεικνύοντας ότι το ελληνικό Δημόσιο δεν εγκαταλείπει καμία διεκδίκηση.
Η υπουργός υπογράμμισε ότι η επιστροφή του αναθηματικού αναγλύφου και των χάλκινων ειδωλίων εντάσσεται σε μια συνεπή στρατηγική που τα τελευταία χρόνια έχει αποδώσει απτά αποτελέσματα, τονίζοντας ότι «κάθε αντικείμενο αποτελεί μέρος της ταυτότητας και της ιστορίας μας».
Το αναθηματικό ανάγλυφο της Αρτέμιδος Μουνιχίας
Σύμφωνα με το ΥΠΠΟ, το μαρμάρινο ανάγλυφο (ύψους 52 εκ. και πλάτους 92 εκ.) έχει τη μορφή ναΐσκου με πλευρικές παραστάδες και επιστύλιο, στο οποίο φέρει επιγραφή «Αρτέμιδι Μουνιχίαι», γεγονός που το ταυτίζει με ασφάλεια ως ανάθημα στην Αρτέμιδα Μουνιχία.
Στην παράσταση εικονίζεται η Άρτεμις, όρθια και επιβλητική, με φαρέτρα στην πλάτη, κρατώντας στο αριστερό της χέρι δύο αναμμένες δάδες, ενώ το δεξί βρίσκεται σε μεσολαβή. Φορεί αττικό πέπλο και ιμάτιο, με τα μαλλιά δεμένα σε κοντή αλογοουρά, χαρακτηριστική κόμμωση της νεαρής παρθένας θεάς.
Μπροστά της απεικονίζεται χαμηλός βωμός, που λειτουργεί ως διαχωριστικό στοιχείο ανάμεσα στη θεά και τους λατρευτές. Πίσω από τον βωμό διακρίνεται η κεφαλή ερίφιου προς θυσία και ο παῖς, ο μικρός δούλος που κρατά το κανούν, με τα απαραίτητα για τη θυσιαστική τελετουργία.
Οι λατρευτές και η προέλευση από το ιερό της Μουνιχίας
Οι λατρευτές, αποδοσμένοι σε μικρότερη κλίμακα από τη θεά, περιλαμβάνουν οκτώ ενήλικες μορφές –τρεις ανδρικές και πέντε γυναικείες– καθώς και έξι παιδιά. Μία επιπλέον μορφή, θεραπαινίδα, αποδίδεται σε χαμηλό ανάγλυφο πάνω στην παραστάδα, ισορροπώντας κυλινδρική κίστη στο κεφάλι της.
Η επιγραφή στο επιστύλιο οδηγεί με βεβαιότητα στο ιερό της Αρτέμιδος Μουνιχίας, το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά του λιμανιού της Μουνιχίας, στο σημερινό Μικρολίμανο Πειραιά. Από το συγκεκριμένο ιερό είναι γνωστός εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός γλυπτών, γεγονός που αποδίδεται στις αλλεπάλληλες καταστροφές που υπέστη ο χώρος ήδη από την αρχαιότητα. Το ανάγλυφο που επαναπατρίστηκε αποτελεί το πρώτο γνωστό ανάγλυφο από το σημαντικό αυτό ιερό.
Τεκμήρια παράνομης διακίνησης και το αρχείο Becchina
Το ΥΠΠΟ αναφέρει ότι φωτογραφία του αναγλύφου εντοπίστηκε στο αρχείο του Gianfranco Becchina, το οποίο κατασχέθηκε το 2002 στη Βασιλεία, μετά από κοινή επιχείρηση των ιταλικών και ελβετικών αρχών. Το αντικείμενο απεικονίζεται σε δύο polaroid φωτογραφίες, με αναγραφόμενη ημερομηνία 8/6/1988 και τα αρχικά του Έλληνα διακινητή.
Σύμφωνα με τις ελληνικές δικαστικές Αρχές, το ανάγλυφο αποτελεί προϊόν λαθρανασκαφής και παράνομης εξαγωγής από την Ελλάδα.
Τα χάλκινα ανθρωπόμορφα ειδώλια
Μαζί με το ανάγλυφο επαναπατρίστηκαν και πέντε χάλκινα ειδώλια, τρία ανδρικά και δύο γυναικεία, ύψους περίπου 6 εκατοστών. Τα ειδώλια ακολουθούν τον τύπο του λατρευτή, με το δεξί χέρι ανασηκωμένο προς την κεφαλή, χαρακτηριστική χειρονομία δέησης προς τη θεότητα.